Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεφική ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεφική ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Διδάσκοντας διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές στα βρέφη

Η κοινωνική αναφορά αποτελεί έναν σημαντικό μηχανισμό μέσω του οποίου οι γονείς μεταδίδουν στα μεγαλύτερα βρέφη και στα νήπια πολιτισμικές αξίες, κοινωνικούς κανόνες και τρόπους συμπεριφοράς. Μέσα από την παρατήρηση των αντιδράσεων των ενηλίκων και τη συμμετοχή τους σε καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν τι θεωρείται αποδεκτό και κατάλληλο στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν. Παρόλο που σε αυτή την ηλικία συχνά έχουν έναν πιο περιορισμένο ή περιφερειακό ρόλο στην οικογενειακή και κοινοτική ζωή, η παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες συμβάλλει ουσιαστικά στη σταδιακή κοινωνικοποίησή τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έρευνα της Barbara Rogoff και των συνεργατών της, οι οποίοι μελέτησαν τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες βοηθούν τα νήπια να αποκτήσουν τις κατάλληλες κοινωνικές δεξιότητες σε τέσσερις διαφορετικές πολιτισμικές κοινότητες: σε μια κοινότητα Ινδιάνων Μάγια στη Γουατεμάλα, σε μια μεσοαστική κοινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε ένα χωριό μιας φυλετικής κοινότητας στην Ινδία και σε μια μεσοαστική γειτονιά στην Τουρκία. Στόχος τους ήταν να διερευνήσουν πώς οι πολιτισμικές αντιλήψεις και οι καθημερινές πρακτικές κάθε κοινωνίας επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται και να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι η εκμάθηση της κοινωνικής συμπεριφοράς δεν πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω άμεσων οδηγιών ή συστηματικής καθοδήγησης από τους ενηλίκους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ενήλικες παρείχαν στα παιδιά συγκεκριμένες οδηγίες και πρακτική βοήθεια. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, τα παιδιά αποκτούσαν γνώσεις και δεξιότητες παρατηρώντας προσεκτικά τους ανθρώπους γύρω τους, μιμούμενα τις ενέργειές τους και συμμετέχοντας σταδιακά στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Με αυτόν τον τρόπο, η μάθηση προέκυπτε φυσικά μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση και την ενεργό παρουσία των παιδιών στο περιβάλλον τους.

Για παράδειγμα, τα νήπια συμμετείχαν συχνά στα οικογενειακά γεύματα, γεγονός που τους έδινε τη δυνατότητα να παρατηρούν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν οι ενήλικες και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες μάθαιναν να μιμούνται τις συνομιλίες, τις χειρονομίες και τις κοινωνικές συμπεριφορές των άλλων. Παράλληλα, η συμμετοχή τους συνοδευόταν συχνά από θετικά συναισθήματα, όπως η χαρά, η ευχαρίστηση και το γέλιο, τα οποία ενίσχυαν την επιθυμία τους να συμμετέχουν περισσότερο στις κοινές δραστηριότητες. Επιπλέον, ενθαρρύνονταν να αναλαμβάνουν μικρές πρωτοβουλίες που αναπαρήγαν τις συμπεριφορές των ενηλίκων, όπως το να σηκώνουν το ποτήρι τους για να συμμετάσχουν σε μια πρόποση.

Μέσα από τέτοιες καθημερινές εμπειρίες, τα παιδιά δεν αποκτούν απλώς συγκεκριμένες δεξιότητες, αλλά εσωτερικεύουν σταδιακά τις αξίες, τις συνήθειες και τους κανόνες του πολιτισμού τους. Μαθαίνουν να ερμηνεύουν τις κοινωνικές καταστάσεις, να αναγνωρίζουν τις προσδοκίες των άλλων και να διαμορφώνουν τη δική τους συμπεριφορά σύμφωνα με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή τους στις δραστηριότητες των ενηλίκων ενισχύει την αυτονομία τους, καθώς αρχίζουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να αναπτύσσουν προσωπικές προτιμήσεις και να διαφοροποιούν σταδιακά τη συμπεριφορά τους από εκείνη των προσώπων που τα φροντίζουν. Επομένως, η κοινωνικοποίηση συνδέεται τόσο με την ένταξη του παιδιού στην πολιτισμική του κοινότητα όσο και με την ανάπτυξη της ανεξαρτησίας και της προσωπικής του ταυτότητας.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο τρόπος φροντίδας και κοινωνικοποίησης των μικρών παιδιών διαφέρει σημαντικά από πολιτισμό σε πολιτισμό. Σε ορισμένες κοινωνίες, η καθημερινή φροντίδα τους δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των γονέων ή άλλων ενηλίκων, αλλά αναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό από μεγαλύτερα παιδιά, ηλικίας περίπου πέντε έως δέκα ετών. Η πρακτική αυτή αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα αδέλφια και τα υπόλοιπα παιδιά της κοινότητας στη φροντίδα, στη μάθηση και στην κοινωνική ανάπτυξη των μικρότερων παιδιών. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη και η κοινωνικοποίηση δεν ακολουθούν έναν ενιαίο τρόπο σε όλες τις κοινωνίες, αλλά επηρεάζονται από τις πολιτισμικές αξίες, την οργάνωση της οικογενειακής ζωής και τις μορφές κοινωνικής συμμετοχής που επικρατούν σε κάθε κοινότητα.

 

Πηγή:

Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Μίμηση και ενσυναίσθηση στα βρέφη

Μπορούν να μιμηθούν τους άλλους;

Ένα από τα πιο συζητημένα ευρήματα στην αναπτυξιακή ψυχολογία αφορά την πιθανότητα μίμησης από τη γέννηση.

Κλασικά πειράματα έδειξαν ότι νεογέννητα λίγων ωρών ή ημερών συχνά ανταποκρίνονταν σε εκφράσεις ενηλίκων, όπως το άνοιγμα του στόματος ή το βγάλσιμο της γλώσσας, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις.

 

Αν και η ακριβής φύση αυτής της συμπεριφοράς εξακολουθεί να συζητείται, είναι σαφές ότι τα νεογέννητα δεν είναι παθητικοί παρατηρητές. Ανταποκρίνονται ενεργά στις ανθρώπινες εκφράσεις και συμμετέχουν από πολύ νωρίς σε μορφές κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Μπορούν πραγματικά τα νεογέννητα να μιμούνται;

Η ιδέα ότι τα νεογέννητα μπορούν να μιμούνται τις εκφράσεις και τις κινήσεις των ενηλίκων έχει απασχολήσει έντονα την αναπτυξιακή ψυχολογία τις τελευταίες δεκαετίες. Εάν πράγματι τα βρέφη είναι ικανά να αναπαράγουν συνειδητά τις κινήσεις που παρατηρούν στους άλλους, τότε η κοινωνική μάθηση ξεκινά πολύ νωρίτερα από ό,τι θεωρούνταν παλαιότερα.

Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν τα νεογέννητα αντιδρούν στις εκφράσεις των ενηλίκων, αλλά αν αυτές οι αντιδράσεις αποτελούν πραγματική μίμηση ή αν πρόκειται για γενικότερες ανταποκρίσεις σε κοινωνικά ερεθίσματα.

Η ερευνήτρια Janine Oostenbroek και οι συνεργάτες της επιχείρησαν να επανεξετάσουν τα κλασικά ευρήματα σχετικά με τη νεογνική μίμηση. Οι ερευνητές αναρωτήθηκαν αν τα βρέφη βγάζουν τη γλώσσα τους επειδή προσπαθούν να αντιγράψουν έναν ενήλικα ή αν η συμπεριφορά αυτή αποτελεί μια γενική αντίδραση σε κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης πρόσωπο με πρόσωπο.

Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, σχεδίασαν πειράματα με αυστηρότερους ελέγχους, στα οποία τα νεογέννητα εκτέθηκαν όχι μόνο σε κινήσεις της γλώσσας αλλά και σε χαμόγελα, εκφράσεις προσώπου και χειρονομίες με τα χέρια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα μωρά έβγαζαν τη γλώσσα τους ως αντίδραση σε διάφορα κοινωνικά ερεθίσματα και όχι αποκλειστικά όταν παρατηρούσαν κάποιον να κάνει την ίδια κίνηση.

Τα ευρήματα αυτά οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των νεογέννητων δεν μπορεί να ερμηνευθεί εύκολα ως συνειδητή μίμηση. Αντίθετα, ίσως αντανακλά μια γενικότερη διέγερση και εμπλοκή του βρέφους κατά τη διάρκεια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Νέα δεδομένα υπέρ της πρώιμης μίμησης

Παρά τις αμφιβολίες που διατυπώθηκαν, η υπόθεση της νεογνικής μίμησης δεν έχει εγκαταλειφθεί. Αντίθετα, νεότερες έρευνες υποδεικνύουν ότι ορισμένες μορφές μίμησης ενδέχεται πράγματι να εμφανίζονται ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής.

Η Emese Nagy και οι συνεργάτες της πραγματοποίησαν μια σειρά πειραμάτων σε βρέφη ηλικίας μόλις δύο ημερών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα νεογέννητα είχαν αυξημένη πιθανότητα να σηκώσουν τον δείκτη τους όταν έβλεπαν τη μητέρα τους να εκτελεί την ίδια κίνηση. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε χειρονομίες που περιλάμβαναν δύο δάχτυλα, όπως το γνωστό «σήμα της ειρήνης».

Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός ότι οι κινήσεις των βρεφών γίνονταν σταδιακά πιο ακριβείς με την επανάληψη, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη μηχανισμών μάθησης ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά τη γέννηση.

Επομένως, αν και η ακριβής φύση της νεογνικής μίμησης παραμένει ανοιχτή προς διερεύνηση, είναι σαφές ότι τα βρέφη παρακολουθούν προσεκτικά τις κινήσεις των άλλων και ανταποκρίνονται ενεργά σε αυτές.

Η σημασία της αμοιβαίας μίμησης

Ανεξάρτητα από το αν τα νεογέννητα μιμούνται συστηματικά τους ενήλικες, φαίνεται ότι επωφελούνται σημαντικά όταν οι ίδιοι οι ενήλικες μιμούνται τα βρέφη.

Η ψυχολόγος Virginia Slaughter υποστηρίζει ότι η γονική μίμηση αποτελεί ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα εργαλεία κοινωνικής μάθησης. Οι γονείς συχνά επαναλαμβάνουν τις εκφράσεις, τους ήχους και τις κινήσεις του μωρού τους χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το βρέφος αρχίζει να συνδέει τις δικές του ενέργειες με τις αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων.

Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται οι πρώτες γέφυρες κοινωνικής κατανόησης και εγκαθίστανται τα θεμέλια της επικοινωνίας, της αλληλεπίδρασης και της ανάπτυξης της αίσθησης του εαυτού.

 

Τα πρώτα σημάδια ενσυναίσθησης

Ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα της αναπτυξιακής έρευνας αφορά την πρώιμη εμφάνιση στοιχείων ενσυναίσθησης.

Όποιος έχει βρεθεί σε έναν θάλαμο νεογέννητων έχει πιθανότατα παρατηρήσει ότι όταν ένα μωρό αρχίζει να κλαίει, σύντομα ακολουθούν και άλλα. Για πολλά χρόνια οι επιστήμονες υπέθεταν ότι το φαινόμενο αυτό οφείλεται απλώς στην ενόχληση που προκαλεί ένας δυνατός ήχος.

Οι μελέτες όμως αποκάλυψαν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.

Τα νεογέννητα είναι σε θέση να διακρίνουν το δικό τους κλάμα από το κλάμα άλλων βρεφών. Επιπλέον, διαφοροποιούν το κλάμα ενός νεογέννητου από το κλάμα ενός μεγαλύτερου βρέφους.

Σε κλασικά πειράματα διαπιστώθηκε ότι νεογέννητα ηλικίας μίας μόλις ημέρας έκλαιγαν συχνότερα όταν άκουγαν ηχογραφήσεις άλλων νεογέννητων που βρίσκονταν σε δυσφορία. Αντίθετα, δεν αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο όταν άκουγαν ηχογραφήσεις του δικού τους κλάματος ή το κλάμα μεγαλύτερων παιδιών.

Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι τα βρέφη δεν ανταποκρίνονται απλώς σε έναν δυσάρεστο ήχο. Αντιθέτως, φαίνεται να επηρεάζονται ειδικά από τη συναισθηματική κατάσταση ενός άλλου νεογέννητου.

Η ενσυναίσθηση ως θεμέλιο της ανθρώπινης κοινωνικότητας

Η ευαισθησία απέναντι στη δυσφορία των άλλων θεωρείται από πολλούς ερευνητές μία από τις πρώτες μορφές ενσυναίσθησης.

Οι νευροεπιστήμονες Jean Decety και Philip Jackson υποστηρίζουν ότι η ενσυναίσθηση αποτελείται από διάφορα επίπεδα. Το πιο βασικό επίπεδο είναι η συναισθηματική συμμετοχή, δηλαδή η ικανότητα να επηρεάζεται κανείς από τα συναισθήματα ενός άλλου ατόμου.

Τα ευρήματα σχετικά με το μεταδοτικό κλάμα υποδηλώνουν ότι αυτή η στοιχειώδης μορφή ενσυναίσθησης υπάρχει ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής. Αν και τα νεογέννητα δεν μπορούν ακόμη να κατανοήσουν συνειδητά τις σκέψεις ή τα συναισθήματα των άλλων, φαίνεται ότι διαθέτουν έναν πρωτογενή μηχανισμό συναισθηματικού συντονισμού.

Εντυπωσιακό είναι επίσης ότι η ευαισθησία αυτή δεν εξαφανίζεται μετά τις πρώτες ημέρες. Μελέτες έχουν δείξει ότι βρέφη ηλικίας ενός, τριών, έξι και εννέα μηνών συνεχίζουν να παρουσιάζουν σημάδια δυσφορίας όταν εκτίθενται στο κλάμα άλλων βρεφών που πονάνε.

Συμπέρασμα

Τα σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα ανατρέπουν οριστικά την παλαιότερη αντίληψη που παρουσίαζε τα νεογέννητα ως παθητικούς οργανισμούς με περιορισμένες κοινωνικές δυνατότητες.

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους, τα βρέφη δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία στις ανθρώπινες εκφράσεις, στις χειρονομίες, στις φωνές και στα συναισθήματα των άλλων. Παρατηρούν, ανταποκρίνονται, μαθαίνουν και συμμετέχουν ενεργά στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που τα περιβάλλουν.

Παρόλο που η επιστημονική συζήτηση για τη φύση της νεογνικής μίμησης συνεχίζεται, είναι σαφές ότι τα νεογέννητα δεν είναι παθητικοί δέκτες φροντίδας. Αντίθετα, αποτελούν ενεργούς κοινωνικούς εταίρους, προετοιμασμένους να συνδεθούν με τους ανθρώπους γύρω τους, να ανταποκριθούν στα συναισθήματά τους και να οικοδομήσουν από πολύ νωρίς τις βάσεις της κοινωνικής νοημοσύνης και της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Οι πρώτες αυτές κοινωνικές ικανότητες αποτελούν το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν αργότερα η γλώσσα, η συνεργασία, η ενσυναίσθηση, η αυτορρύθμιση και οι σύνθετες διαπροσωπικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ζωή.

Πηγή:

https://parentingscience.com/newborns-and-the-social-world/

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Ο κοινωνικός κόσμος των νεογνών

Γιατί τα μωρά γεννιούνται για να μαθαίνουν από την ευαίσθητη, στοργική μας φροντίδα

Τα νεογνά περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στον ύπνο και στο φαγητό. Αλλά τα μωρά είναι κάτι περισσότερο από απλές μηχανές επιβίωσης. Κατά τη γέννηση, είναι προετοιμασμένα και έτοιμα για κοινωνική εισροή, και η στοργική μας φροντίδα έχει βαθιές επιπτώσεις στην ανάπτυξή τους.

 

Οι πρώτες κοινωνικές ικανότητες των νεογέννητων: Τι γνωρίζουν τα μωρά από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους;                                         

Για πολλές δεκαετίες, οι θεωρίες της ανάπτυξης και της μάθησης αντιμετώπιζαν τα νεογέννητα ως παθητικούς δέκτες ερεθισμάτων. Κυριαρχούσε η άποψη ότι τα βρέφη γεννιούνται ως «κενές πλάκες» (tabula rasa), χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, προσδοκίες ή κοινωνικές ικανότητες. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το μυαλό του νεογέννητου ήταν σχεδόν άγραφο και η μάθηση ξεκινούσε ουσιαστικά μόνο μετά τη γέννηση, μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον.

Η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία και η νευροεπιστήμη έχουν ανατρέψει αυτή την εικόνα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής αντίληψης αρχίζει πολύ πριν από τη γέννηση. Το έμβρυο δεν είναι ένας παθητικός οργανισμός, αλλά ένας ενεργός μαθητής που συλλέγει πληροφορίες από το περιβάλλον του ήδη μέσα στη μήτρα.

Η μάθηση ξεκινά πριν από τη γέννηση

Κατά τους τελευταίους μήνες της κύησης, το έμβρυο μπορεί να ακούει ήχους από το εξωτερικό περιβάλλον, ιδιαίτερα τη φωνή της μητέρας του. Αν και οι ήχοι φτάνουν εξασθενημένοι μέσα από τα αμνιακά υγρά και τους ιστούς του σώματος, το έμβρυο είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται βασικά χαρακτηριστικά της ομιλίας, όπως τον ρυθμό, την προσωδία και τον τονισμό.

Παράλληλα, αναπτύσσεται η αίσθηση της αφής. Το έμβρυο αγγίζει συχνά το πρόσωπο και το σώμα του, αποκτώντας τις πρώτες εμπειρίες σωματικής αυτογνωσίας. Μέσα από αυτές τις αισθητηριακές εμπειρίες συγκεντρώνει πολύτιμες πληροφορίες για τον κόσμο που πρόκειται να συναντήσει μετά τη γέννηση.

Ως αποτέλεσμα, τα νεογέννητα δεν εισέρχονται στη ζωή ως «άδεια δοχεία». Αντίθετα, γεννιούνται ήδη προετοιμασμένα να αναγνωρίζουν ανθρώπους, να ανταποκρίνονται σε κοινωνικά ερεθίσματα και να αναζητούν αλληλεπίδραση.

Αναγνωρίζουν τη φωνή της μητέρας τους

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έρευνας είναι ότι τα νεογέννητα αναγνωρίζουν τη φωνή της μητέρας τους από τις πρώτες ώρες της ζωής τους. Οι ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει ευρηματικές μεθόδους για να μελετήσουν τις προτιμήσεις των βρεφών. Σε κλασικά πειράματα, τα νεογέννητα μπορούσαν να ελέγχουν ποια ηχογράφηση θα ακούσουν μέσω του ρυθμού πιπιλίσματος μιας πιπίλας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα βρέφη προτιμούσαν συστηματικά να ακούν τη φωνή της μητέρας τους αντί για τη φωνή μιας άγνωστης γυναίκας. Η προτίμηση αυτή αποκαλύπτει ότι η προγεννητική εμπειρία αφήνει ισχυρά ίχνη στη μνήμη του βρέφους. Η φωνή της μητέρας αποτελεί ένα οικείο και καθησυχαστικό ερέθισμα, το οποίο το νεογέννητο έχει ήδη επεξεργαστεί κατά τη διάρκεια της κύησης.

Αναγνωρίζουν τη μητρική τους γλώσσα

Η προγεννητική μάθηση δεν περιορίζεται μόνο στη φωνή της μητέρας. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα νεογέννητα μπορούν να διακρίνουν τη μητρική τους γλώσσα από άλλες γλώσσες. Σε γνωστό πείραμα, νεογέννητα γαλλόφωνα βρέφη άκουσαν την ίδια ιστορία να διαβάζεται στα γαλλικά και στα ρωσικά. Τα μωρά έδειξαν σαφή προτίμηση για τη γαλλική εκδοχή, παρόλο που είχαν μόλις λίγες ημέρες ζωής. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι τα βρέφη έχουν ήδη αποθηκεύσει πληροφορίες σχετικά με τα ηχητικά χαρακτηριστικά της γλώσσας που άκουγαν πριν γεννηθούν, δημιουργώντας τις πρώτες βάσεις για τη μετέπειτα γλωσσική ανάπτυξη.

Η ιδιαίτερη προτίμηση στις ανθρώπινες φωνές

Τα νεογέννητα δεν δείχνουν απλώς ενδιαφέρον για οποιονδήποτε ήχο. Από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους προτιμούν τις ανθρώπινες φωνές έναντι άλλων ακουστικών ερεθισμάτων. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στην «ομιλία κατευθυνόμενη προς βρέφη» (infant-directed speech), γνωστή και ως «μητρική ομιλία». Πρόκειται για τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες μιλούν στα μωρά: πιο αργά, με μεγαλύτερες διακυμάνσεις στον τόνο της φωνής, πιο έντονη εκφραστικότητα και συχνές επαναλήψεις. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας βοηθά τα βρέφη να αναγνωρίζουν συναισθήματα, να εστιάζουν την προσοχή τους και να αποκτούν τις πρώτες γλωσσικές δεξιότητες. Το γεγονός ότι τα νεογέννητα τον προτιμούν ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους δείχνει πόσο καλά προετοιμασμένα είναι για κοινωνική μάθηση.

Τα νεογέννητα έλκονται από τα πρόσωπα

Η ανθρώπινη επικοινωνία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα πρόσωπα. Εάν τα νεογέννητα ήταν πραγματικά «κενές πλάκες», δεν θα υπήρχε λόγος να προτιμούν ένα πρόσωπο από οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Ωστόσο, η έρευνα αποκαλύπτει ακριβώς το αντίθετο. Τα νεογέννητα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο κοιτάζοντας πρόσωπα ή σχήματα που μοιάζουν με πρόσωπα. Δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για διαμορφώσεις που περιλαμβάνουν δύο «μάτια» πάνω από ένα «στόμα», ακόμη και όταν πρόκειται για απλά σχέδια. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα βρέφη γεννιούνται με έναν στοιχειώδη μηχανισμό ανίχνευσης προσώπων, ο οποίος τα βοηθά να προσανατολίζουν γρήγορα την προσοχή τους στους ανθρώπους και να ξεκινούν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Αναγνωρίζουν το πρόσωπο της μητέρας τους

Παρότι η όραση των νεογέννητων είναι ακόμη περιορισμένη και θολή, φαίνεται ότι μπορούν να αναγνωρίζουν το πρόσωπο της μητέρας τους μέσα στις πρώτες 36 ώρες ζωής. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα βρέφη κοιτούν περισσότερο το πρόσωπο της μητέρας τους σε σύγκριση με εκείνο μιας άγνωστης γυναίκας. Για να επιτύχουν αυτή τη διάκριση, πιθανότατα χρησιμοποιούν χαρακτηριστικά όπως το περίγραμμα του προσώπου, το χτένισμα ή το χρώμα των μαλλιών. Η ικανότητα αυτή διευκολύνει τη δημιουργία των πρώτων δεσμών προσκόλλησης και ενισχύει τη συναισθηματική σύνδεση μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Η σημασία της οπτικής επαφής

Η οπτική επαφή αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης επικοινωνίας και φαίνεται ότι τα νεογέννητα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε αυτήν. Όταν τους παρουσιάζονται πρόσωπα που κοιτούν απευθείας προς το μέρος τους και πρόσωπα που κοιτούν αλλού, τα βρέφη προτιμούν σταθερά εκείνα που διατηρούν άμεση βλεμματική επαφή. Μάλιστα, μπορούν να διακρίνουν ακόμη και μικρές αποκλίσεις στην κατεύθυνση του βλέμματος. Η ευαισθησία αυτή θεωρείται κρίσιμη για την ανάπτυξη της κοινωνικής επικοινωνίας, καθώς επιτρέπει στο βρέφος να αναγνωρίζει πότε κάποιος απευθύνεται σε αυτό και πότε επιδιώκει αλληλεπίδραση.

Τα μωρά προτιμούν συναισθηματικά ζωντανά πρόσωπα

Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι ακόμη και πολύ μικρά βρέφη αντιδρούν αρνητικά όταν ένας ενήλικας σταματά ξαφνικά να εκφράζει συναισθήματα. Στο γνωστό «Πείραμα του Ανέκφραστου Προσώπου» (Still Face Paradigm), ο φροντιστής αλληλεπιδρά φυσιολογικά με το βρέφος και στη συνέχεια υιοθετεί μια εντελώς ανέκφραστη έκφραση. Τα μωρά μειώνουν την προσοχή τους, εκδηλώνουν δυσφορία και προσπαθούν να επαναφέρουν την αλληλεπίδραση. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι τα βρέφη δεν χρειάζονται μόνο φυσική φροντίδα, αλλά και συναισθηματική ανταπόκριση. Αναζητούν ενεργά πρόσωπα που επικοινωνούν, ανταποκρίνονται και συμμετέχουν σε κοινωνική επαφή.

Συμπέρασμα

Τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι τα νεογέννητα διαθέτουν πολύ περισσότερες κοινωνικές ικανότητες απ’ ό,τι πιστευόταν παλαιότερα. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους αναγνωρίζουν φωνές, προτιμούν τη μητρική τους γλώσσα, εστιάζουν στα πρόσωπα, ανταποκρίνονται στην οπτική επαφή και αναζητούν συναισθηματική αλληλεπίδραση. Τα βρέφη δεν έρχονται στον κόσμο ως παθητικοί δέκτες εμπειριών. Γεννιούνται έτοιμα να συνδεθούν, να επικοινωνήσουν και να μάθουν. Η κοινωνική τους ανάπτυξη ξεκινά πολύ πριν πουν την πρώτη τους λέξη και βασίζεται σε έναν εντυπωσιακά ανεπτυγμένο μηχανισμό αναζήτησης ανθρώπινης επαφής, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο για όλες τις μελλοντικές σχέσεις και μορφές μάθησης.

 

Πηγή:

https://parentingscience.com/newborns-and-the-social-world/

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Τα βρέφη- ειδικοί και οι καθρεφτικοί νευρώνες

Σύμφωνα με τον Andrew Meltzoff, η ικανότητα του βρέφους να μεταβιβάσει τη γνώση αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίον τα αποκαλούμενα βρέφη –«ειδικοί» μπορούν να διδάξουν δεξιότητες σε άλλα βρέφη. 

 

Σύμφωνα με τις έρευνες του Meltzoff και των συνεργατών του, οι ικανότητές του αποκτώνται από τα βρέφη –«ειδικούς» διατηρούνται και αξιοποιούνται αργότερα σε εντυπωσιακό βαθμό. Η μάθηση μέσω της έκθεσης σε μια εμπειρία αρχίζει πολύ ενωρίς στη ζωή. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και βρέφη επτά εβδομάδων, αν παρατηρήσουν μια καινούργια συμπεριφορά ενός αγνώστου, μπορούν αργότερα να μιμηθούν τη συμπεριφορά αυτή. Π.χ. αν δουν έναν ενήλικα να βγάζει τη γλώσσα του, μπορούν να τον μιμηθούν.

Ορισμένοι ερευνητές της ανάπτυξης υποστηρίζουν ότι η ικανότητα των μικρών παιδιών να μιμούνται ίσως είναι εγγενής. Μάλιστα, έρευνες έχουν πρόσφατα εντοπίσει μια ομάδα νευρώνων στον εγκέφαλο που φαίνεται να σχετίζεται με την εγγενή ικανότητα για μίμηση.

Οι κατοπτρικοί νευρώνες είναι νευρώνες που ενεργοποιούνται όχι μόνον όταν ένα άτομο μιμείται μια συμπεριφορά, αλλά και όταν το άτομο απλώς παρατηρεί έναν άλλον να εκτελεί την ίδια συμπεριφορά. Π.χ. οι έρευνες για τη λειτουργία του εγκεφάλου δείχνουν ενεργοποίηση της εσωτερικής μετωπικής εγκεφαλικής έλικας, τόσο όταν το άτομο εκτελεί ένα συγκεκριμένο έργο όσο και όταν παρατηρεί ένα άλλο άτομο να διεκπεραιώνει αυτό το έργο. Οι κατοπτρικοί νευρώνες ίσως βοηθούν το βρέφος να κατανοήσει τις δράσεις των άλλων και να διαμορφώσει την προσωπική του θεωρία του νου.

Η δυσλειτουργία των κατοπτρικών νευρώνων ίσως σχετίζεται με την εμφάνιση διαταραχών σχετικών με τη θεωρία του νου στο βρέφος, όπως και με τον αυτισμό, μια ψυχολογική διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά συναισθηματικά και γλωσσικά προβλήματα.

Η άποψη ότι μέσω της παρατήρησης της συμπεριφοράς των άλλων παιδιών, τα βρέφη μαθαίνουν και αποκτούν νέες συμπεριφορές, δεξιότητες και ικανότητες έχει αρκετές εφαρμογές. Αφενός, η παραπάνω υπόθεση υποδεικνύει ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα βρέφη δεν προσφέρει μόνον κοινωνικά οφέλη˙ θα μπορούσε να επιδρά εξίσου και στη μελλοντική γνωστική τους ανάπτυξη. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι το βρέφος μπορεί να ωφεληθεί από τη συμμετοχή του σε μονάδες παιδικής φροντίδας, όπως ο παιδικός σταθμός και το νηπιαγωγείο.

 

Feldman, S.R. 2019. Αναπτυξιακή ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025

Εύκολα ή δύσκολα βρέφη;

Η ιδιοσυγκρασία διαφαίνεται σε πολλές διαστάσεις της συμπεριφοράς. Μία από τις θεμελιώδεις διαστάσεις της ιδιοσυγκρασίας είναι το επίπεδο δραστηριότητας, που αντανακλά το βαθμό της συνολικής κινητικότητας. Ορισμένα βρέφη είναι σχετικώς μαλθακά και οι κινήσεις τους είναι αργές και σχεδόν νωχελικές. Αντίθετα, το επίπεδο δραστηριότητας άλλων βρεφών είναι αρκετά υψηλό και εκφράζεται με έντονες, συνεχείς κινήσεις των ποδιών και των χεριών. 

Μια άλλη σημαντική διάσταση της ιδιοσυγκρασίας είναι η φύση και η ποιότητα της συναισθηματικής κατάστασης του βρέφους και συγκεκριμένα, ο βαθμός ευερεθιστότητάς του. Όπως στην περίπτωση του βρέφους, το παράδειγμα του οποίου αναφέρθηκε στην αρχή αυτής της ενότητας, ορισμένα βρέφη αναστατώνονται και κλαίνε εύκολα, ενώ άλλα είναι σχετικώς πιο ήρεμα. Τα ευερέθιστα βρέφη είναι νευρικά, αναστατώνονται εύκολα και , όταν αρχίζουν να κλαίνε, είναι δύσκολο για τους γονείς να τα ηρεμήσουν.

Σύμφωνα με τον Alexander Thomas & τη Stella Chess, που διεξήγαγαν μια μεγάλης κλίμακας έρευνα με μια ομάδα βρεφών, γνωστή ως Διαχρονική Έρευνα της Νέας Υόρκης, τα βρέφη μπορούν να ταξινομηθούν ιδιοσυγκρασιακά σε μία από τις παρακάτω τρεις γενικές κατηγορίες:

1)    Τα εύκολα βρέφη. Τα εύκολα βρέφη έχουν θετική ψυχική διάθεση. Οι σωματικές τους λειτουργίες δραστηριοποιούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και μπορούν να προσαρμοστούν με ευκολία. Είναι σε γενικές γραμμές θετικά και δείχνουν ενδιαφέρον για νέες καταστάσεις. Επίσης, η ένταση των συναισθημάτων τους είναι μέτρια ή χαμηλή. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το 40% περίπου (η συχνότερη κατηγορία) των βρεφών.

2)   Τα δύσκολα βρέφη. Τα δύσκολα βρέφη εκδηλώνουν αρνητικότερη διάθεση και δεν προσαρμόζονται εύκολα σε νέες καταστάσεις. Όταν έλθουν αντιμέτωπα με μια νέα κατάσταση , έχουν την τάση να αποσύρονται. Περί το 10% των βρεφών ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

3)   Τα βραδυψυχικά βρέφη. Τα βραδυψυχικά βρέφη είναι αδρανή και εμφανίζουν σχετικά ήπιες αντιδράσεις στο περιβάλλον. Η διάθεσή τους είναι σε γενικές γραμμές αρνητική και αποσύρονται, όταν έλθουν αντιμέτωπα με νέες καταστάσεις, δείχνοντας αργή προσαρμογή. Περί το 15% των βρεφών ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

 

Οι συνέπειες της ιδιοσυγκρασίας: Πόσο σημαντική είναι η ιδιοσυγκρασία; 

Ένα εύλογο ερώτημα που απορρέει από τα ευρήματα για τη σχετική σταθερότητα της ιδιοσυγκρασίας είναι κατά πόσον ένα ιδιαίτερο είδος ιδιοσυγκρασίας είναι θετικό για την ανάπτυξη του ατόμου. Η απάντηση φαίνεται να είναι πως κανένα είδος ιδιοσυγκρασίας δεν είναι απόλυτα θετικό ή αρνητικό. Αντίθετα, η μακροσπρόθεσμη προσαρμογή του παιδιού εξαρτάται από το πόσο καλό είναι το «ταίριασμα» ανάμεσα στην ιδιοσυγκρασία του και στο είδος και τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο οποίο ζει.

Επιπλέον, η ιδιοσυγκρασία φαίνεται να συνδέεται τουλάχιστον ελαφρώς με το είδος προσκόλλησης του βρέφους με το άτομο που το φροντίζει.

Οι πολιτιστικές διαφορές παίζουν επίσης, ρόλο ζωτικής σημασίας στις συνέπειες της ιδιοσυγκρασίας. Π.χ. ένα βρέφος που πιθανώς θεωρείται «δύσκολο» σε μια δυτική κοινωνία, ίσως να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση στη φυλή των Masai της Ανατολικής Αφρικής. Ο λόγος είναι ότι οι μητέρες στη φυλή αυτή θηλάζουν το βρέφος μόνον όταν αυτό είναι ανήσυχο και κλαίει. Έτσι, τα ευερέθιστα, πιο δύσκολα βρέφη, πιθανώς τρέφονται καλύτερα από ό, τι τα πιο ήρεμα, εύκολα βρέφη. Κατά συνέπεια, τα δύσκολα βρέφη μπορεί να έχουν καλύτερες προοπτικές ανάπτυξης (από τα εύκολα) κατά τη διάρκεια δυσμενών περιβαλλοντικών συνθηκών, όπως σε μια περίοδο ξηρασίας.

 

Feldman, S.R. 2019. Αναπτυξιακή ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

Η γέννηση και διαμόρφωση του «δεσμού» ανάμεσα στη μητέρα και το βρέφος

Η αυγή των αισθήσεων

Σύμφωνα με κάποιους ψυχολόγους, ο πρώιμος δεσμός θα μπορούσε να δημιουργηθεί πριν από τη γέννηση. Οι έντονες συγκινήσεις που νιώθει η μητέρα προκαλούν την έκκριση ιδιαίτερων ορμονών που μπορούν να μεταδοθούν δια μέσω του πλακούντα στο έμβρυο. Ο φόβος ή το άγχος της μητέρας γίνονται αισθητά στο έμβρυο με χημικά μηνύματα και αυτό έχει αποδειχτεί ύστερα από πειράματα όπου το έμβρυο αντιδρούσε με δυνατές κλωτσιές όταν προκαλούσαν μια ξαφνική αγωνία στη μητέρα. Το έμβρυο μπορεί να επιδείξει ιδιαίτερη διαίσθηση και να προκαλέσει μόνο του την αποβολή του σε περίπτωση που νιώσει εχθρική τη μητέρα του. Οι μητέρες που είναι πολύ ευτυχισμένες επειδή θα γεννήσουν, γεννούν παιδιά με καλή σωματική και ψυχική υγεία. Αυτές που από μέσα τους απορρίπτουν το έμβρυό τους, θα γεννήσουν πρόωρα ή παιδιά με προβλήματα υγείας, ενώ εκείνες που δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το μωρό που θα γεννήσουν, κινδυνεύουν να του προκαλέσουν συναισθηματικές διαταραχές. Επίσης, άσχημες καταστάσεις όπως ο πόλεμος, οι μεγάλες συζυγικές αγωνίες, η απώλεια ενός μέλους της οικογένειας και κυρίως η απώλεια του πατέρα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης προκαλούν στρες στα νεογέννητα (Σιμοννέ, 1992).

 

Η αίσθηση της ακοής

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ακοή είναι η αίσθηση που δέχεται τα περισσότερα ερεθίσματα μέσα στη μήτρα. Παρόλο που τα αυτιά του εμβρύου είναι καλυμμένα με βλεννογόνο και το ακουστικό του περιβάλλον ιδιαίτερα επηρεασμένο από μέσα, είναι αναμφισβήτητο ότι από τους έξι κιόλας μήνες ακούει. Τα πρόωρα των έξι μηνών δείχνουν πράγματι να ανταποκρίνονται στους ηχητικούς ερεθισμούς. Μάλιστα, σε ορισμένα μαιευτήρια εκπαιδεύουν τις μητέρες να τραγουδούν ένα συνηθισμένο νανούρισμα στα έμβρυά τους. Τα βρέφη ακόμη κι ένα χρόνο μετά τη γέννησή τους, έδειξαν ότι θυμόντουσαν πολύ καλά το νανούρισμα και αν έκλαιγαν, σταματούσαν αμέσως το κλάμα, οπότε αποδείχτηκε ότι τα έμβρυα διαθέτουν ηχητική μνήμη. Το μωρό δεν κάνει ποτέ λάθος σχετικά με το ποιος μιλάει. Αυτό αποδεικνύει ότι μπορεί να συνδυάζει τις αισθήσεις του και ίσως τα συναισθήματά του. Ύστερα από πειράματα, μωρά 2 εβδομάδων που έβλεπαν ένα άγνωστο πρόσωπο να μιλάει με τη φωνή της μητέρας τους έδειχναν να είναι πραγματικά έντρομα αλλά τρόμαζαν το ίδιο αν η μητέρα τους, τους μιλούσε με ξένη φωνή (Σιμοννέ, 1992).

Αμφίδρομη σχέση

Εκτός από τα βρέφη, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι μισές από τις μητέρες αναγνωρίζουν από την πρώτη ημέρα το παιδί τους από τη φωνή. Ακόμη, οι μεγάλες κατηγορίες κλαμάτων ήταν ήδη γνωστές στους γονείς όπως π.χ. το κλάμα της πείνας. Από την άλλη, όταν ένα μωρό φωνάζει ή κλαίει πολλές φορές, δεν το κάνει για να το πάρουμε αγκαλιά και να το παρηγορήσουμε, αλλά το κάνει διότι έχει ανάγκη να επικοινωνήσει. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη, λοιπόν ότι το νεογέννητο όχι μόνο έχει ανάγκη την επικοινωνία με τους γύρω του, αλλά το επιδιώκει κιόλας.

Η αφή ως μέσο επικοινωνίας

Κατά τη γέννηση, το δέρμα του βρέφους αποτελεί ένα αισθητήριο όργανο, ένα μέσο επικοινωνίας ανάμεσα σε αυτό και στη μητέρα του. Το μωρό αναγνωρίζει τη μητέρα του και μάλιστα όσο θερμότερες είναι οι επαφές που έχει μαζί της, τόσο γρηγορότερα επιτυγχάνεται και διευκολύνεται η αναγνώριση. Η πρώτη επαφή είναι σωματική και αισθησιακή, η αφή είναι για τα νεογέννητα ένας προνομιούχος τρόπος επικοινωνίας και μερικές φορές περιγράφεται ως η πρώτη γλώσσα (Σιμοννέ, 1992).

 

Πηγή:

Ντομινίκ Σιμοννέ, 1992, μτφρ. Μαργαρίτα Κουλεντιανού, Αχ αυτά τα μωρά! Πόσα ξέρουν… Πρόσφατες ανακαλύψεις της επιστήμης για τον πλούσιο νοητικό και συναισθηματικό κόσμο του εμβρύου, του νεογέννητου και του μωρού, Εκδόσεις Θυμάρι, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.