Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίτη ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίτη ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Έχουν διαφορετικούς στόχους νέοι και ηλικιωμένοι;

Σύμφωνα με μια έρευνα της Carstensen et al. διατυπώθηκε η Θεωρία κοινωνικοσυναισθηματικής επιλεκτικότητας. Εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους τα κοινωνικά κίνητρα μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου. 

 

Οι άνθρωποι έχουν συναίσθηση των ευκαιριών και των περιορισμών που σχετίζονται με διαφορετικά σημεία της ζωής. Η ερευνήτρια εξήγησε πώς οι στόχοι, τα κίνητρα και οι κοινωνικές προτιμήσεις των ανθρώπων αλλάζουν με βάση τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον χρόνο ζωής που τους απομένει. Η αντίληψη του διαθέσιμου χρόνου καθορίζει το είδος των κοινωνικών σχέσεων και στόχων που επιδιώκουν οι άνθρωποι.

Ένας 20χρονος σκέφτεται ότι έχει μπροστά του πολλές δεκαετίες οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, ενώ ένας 85χρονος αναγνωρίζει ότι μπαίνει ή βρίσκεται ήδη στην τελευταία δεκαετία της ζωής του. Αυτή η συναίσθηση του χρόνου ασκεί επίδραση στους στόχους που βάζει κάποιος.

Για τον νεότερο ενήλικα φαίνεται λογικό να επικεντρώνεται στο μέλλον, επενδύοντας σε μακροπρόθεσμους στόχους, ενώ για τον ηλικιωμένο δεν είναι και τόσο λογικό αυτό.

Ο ηλικιωμένος είναι πιο πιθανό να επιλέξει έναν ή δύο στόχους που θα έχουν άμεσο θετικό αντίκτυπο στη ζωή του και να εστιάσει την ενέργειά του σε αυτούς.

Η θεωρία προβλέπει ποιοι στόχοι που συνεπάγονται σημαντικές συναισθηματικές εμπειρίες αποκτούν μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην τρίτη ηλικία.

Ο γηραιότερος ενήλικας προβλέπεται πως θα έχει σχετικά λιγότερα κίνητρα να αποκτήσει πληροφορίες για τον κόσμο και να απλώσει καινούργια κοινωνικά δίκτυα, αλλά και σχετικά περισσότερα κίνητρα για θετικές συναισθηματικές εμπειρίες, που μπορεί να επιτευχθούν με τη διατήρηση προσωπικά σημαντικών σχέσεων με την οικογένεια και τους παλιούς φίλους.

Ο γηραιότερος ενήλικας θα έχει περισσότερες πιθανότητες να επενδύσει ενέργεια σε ένα μικρό, επίλεκτο σύνολο κοινωνικών σχέσεων που θα επαυξάνει τη συναισθηματική εμπειρία.

Στην έρευνα της Carstensen et al. εξέτασαν τη Θεωρία κοινωνικοσυναισθηματικής επιλεκτικότητας. Στόχος ήταν να εξετάσουν την υπόθεση ότι τα ηλικιωμένα άτομα θα εστίαζαν την προσοχή στο να αυξήσουν τις τρέχουσες συναισθηματικές εμπειρίες ενώ οι νεότεροι ενήλικες σε πιθανότητα για το μέλλον.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας διαπιστώθηκε ότι οι ενήλικες της τρίτης ηλικίας επικέντρωσαν τις σκέψεις τους στις συναισθηματικές ιδιότητες των ανθρώπων του καταλόγου και έδωσαν λιγότερη προσοχή στο κατά πόσο μια συνάντηση με ένα δεδομένο άτομο θα τους παρείχε πληροφορίες πολύτιμες για το μέλλον. 

Οι ηλικιωμένοι ενήλικες αναγνωρίζοντας πως βρίσκονταν στα τελευταία έτη της ζωής τους φάνηκε να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις κοινωνικές εμπειρίες που θα απέφεραν άμεσες συναισθηματικές απολαβές.

Επομένως, όταν ο χρόνος ζωής φαίνεται αρκετός και άφθονος, οι άνθρωποι εστιάζουν σε στόχους πληροφόρησης, μάθησης και διερεύνησης, ενώ όταν ο στόχος γίνεται αντιληπτός ως περιορισμένος (κυρίως στην τρίτη ηλικία), οι άνθρωποι στρέφονται σε στόχους συναισθηματικής ικανοποίησης και εγγύτητας, αναζητώντας θετικά συναισθήματα και αποφυγή της αρνητικότητας. 

 

Πηγή:

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ψυχική ανθεκτικότητα στην ύστερη ηλικία

Μελέτη της λειτουργικότητας της προσωπικότητας στην ύστερη ηλικία.

Σε αντικειμενικές μετρήσεις αυτοεκτίμησης, αίσθησης αυτοελέγχου και ψυχολογικής ευζωίας έναντι της κατάθλιψης, οι ερευνητές βρίσκουν κανονικά ότι οι ηλικιωμένοι ενήλικες δεν είναι χειρότερα από τους μεσήλικες και τους νεότερους ενήλικες. 

 

Οι γηραιότεροι ενήλικες εκδηλώνουν μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα.

Είναι συνήθως ικανοί να αντιπαρέλθουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν την πιο προχωρημένη ηλικία και να διατηρούν μια ισχυρή αίσθηση του εαυτού και προσωπική ευεξία.

Μια πρόκληση για τον επιστήμονα της προσωπικότητας είναι να κατανοήσει τις διεργασίες μέσω των οποίων πολλοί γηραιότεροι ενήλικες διατηρούν θετική αίσθηση για τον εαυτό τους.

Σύμφωνα με μια έρευνα των Baltes et al., οι ερευνητές αναγνώρισαν ότι στη διαδικασία της ανάπτυξης ενυπάρχουν κάποιες αντισταθμίσεις. Όταν μετακινούνται από το ένα στάδιο της ζωής στο άλλο, οι άνθρωποι χάνουν ορισμένες ψυχολογικές ιδιότητες αλλά κερδίζουν άλλες.

Οι γηραιότεροι ενήλικες μπορεί να βιώνουν μια κατάπτωση σε βασικές γνωστικές λειτουργίες αλλά ίσως κερδίζουν σε προσωπική σοφία. 

Η έρευνα των Baltes et al. διαπίστωσε ότι τα κέρδη στη γνώση και τη σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι με την ηλικία τους δίνουν συχνά την ικανότητα να αντισταθμίζουν τυχόν απώλειες στις γνωστικές ικανότητες.

Οι αναλύσεις του Baltes υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός γενικού μοντέλου ψυχολογικής ανάπτυξης και την ψυχική ανθεκτικότητα στα ύστερα χρόνια της ζωής.

Οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν το ψυχολογικό ευ ζην τους επιλέγοντας συγκεκριμένα πεδία της ζωής τα οποία κατευθύνουν την ενέργεια και τις γνώσεις τους.

Αν και μπορεί να είναι δύσκολο για έναν γηραιότερο ενήλικα να διατηρήσει μια ποικίλη γκάμα δραστηριοτήτων μπορεί να παρουσιάσει εξαιρετικές ικανότητες να διατηρήσει υψηλά επίπεδα λειτουργικότητας και ευεξίας σε επιλεγμένους τομείς της ζωής. Εστιάζοντας την ενέργειά τους σε λίγες αλλά σημαντικές πτυχές της ζωής τους, οι γηραιότεροι ενήλικες καταφέρνουν να αντισταθμίσουν τη σωματική ή γνωστική κατάπτωση και να διατηρήσουν υψηλή την αίσθηση του ευ ζην.

Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν συχνότερα στρατηγικές για κοινωνική ζωή είχαν υψηλότερο επίπεδο ευεξίας και θετικότερα συναισθήματα στην καθημερινή ζωή.

 

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Ο φόβος για τα γηρατειά

Και ο φόβος του θανάτου… του Έριχ Φρομ

 

«Μια μορφή άγχους είναι ο φόβος του θανάτου. Όχι ο ομαλός, κανονικός φόβος μπροστά στον θάνατο που μας αναμένει, φόβος που τον νιώθει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά ένας τρόμος μήπως πεθάνουμε, από τον οποίο διακατέχονται οι άνθρωποι συνέχεια. 

Αυτός ο παράλογος φόβος θανάτου προκύπτει από την αποτυχία μας να έχουμε ζήσει τη ζωή. Είναι η έκφραση της ένοχης συνείδησής μας, γιατί κατασπαταλήσαμε τη ζωή μας και χάσαμε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουμε παραγωγικά τις ικανότητές μας. Το να πρέπει να πεθάνει κανείς, είναι πολύ σκληρό, αλλά το να πεθάνεις χωρίς να έχεις ζήσει, είναι ανυπόφορο. Συναφής με τον παράλογο φόβο του θανάτου είναι και ο φόβος των γηρατειών που βασανίζει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στον πολιτισμό μας. Κι εδώ πάλι διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια λογική και κανονική κατανόηση της λευκής ηλικίας, που είναι όμως πολύ διαφορετική σε ποιότητα και ένταση από τον εφιαλτικό φόβο του να είσαι πολύ γερός» (σελ. 214).

Ο Φρομ θεωρεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο πόσο παραγωγικά ζει το άτομο πριν γεράσει. Αναφορικά με την παρακμή της προσωπικότητας αναφέρει: «Το μη παραγωγικό άτομο πραγματικά παρουσιάζει εξασθένηση όλης της προσωπικότητάς του, όταν το φυσικό σφρίγος του, που αποτελούσε την πηγή όλων των δραστηριοτήτων του, εξαντληθεί.

Η παρακμή της προσωπικότητας στην προχωρημένη ηλικία είναι σύμπτωμα: είναι απόδειξη της αποτυχίας να έχει ζήσει το άτομο τη ζωή του παραγωγικά. Ο φόβος για τα γηρατειά είναι έκφραση του αισθήματος –συχνά ασυνείδητου- πώς δεν έζησε το άτομο παραγωγικά. Είναι μια αντίδραση της συνείδησής μας για τον ακρωτηριασμό των εαυτών μας. Υπάρχουν πολιτισμοί, όπου χρειάζονται περισσότερο οι ειδικές ιδιότητες της προχωρημένης ηλικίας, όπως η σοφία και η πείρα και, κατά συνέπεια, είναι μεγαλύτερη η εκτίμηση για τα γηρατειά» (σελ. 214-215).

«Ο φόβος της αποδοκιμασίας, μολονότι λιγότερο δραματικός από τον παράλογο φόβο του θανάτου και των γηρατειών, είναι μια ελάχιστα μικρότερης σπουδαιότητας έκφραση ασυνείδητου αισθήματος ενοχής. Ο άνθρωπος επιθυμεί φυσικά να είναι αποδεκτός από τον καθένα και κατά συνέπεια φοβάται να παρεκκλίνει στη σκέψη, στο αίσθημα, στις ενέργειες, από τα πολιτιστικά πρότυπα. Ένας από τους πολλούς λόγους για τον παράλογο αυτό φόβο αποδοκιμασίας είναι ένα ασυνείδητο αίσθημα ενοχής. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιδοκιμάσει τον εαυτό, γιατί δεν ανταποκρίνεται στο καθήκον να ζήσει παραγωγικά, πρέπει να αντικαταστήσει την επιδοκιμασία από τον ίδιο τον εαυτό του με την επιδοκιμασία των άλλων. Η επιθυμία αυτή επιδοκιμασίας μπορεί να κατακτηθεί ολόπλευρα μόνο αν την κατατάξουμε στα ηθικά προβλήματα, σαν έκφραση του παντοδύναμου, αν και ασυνείδητου, αισθήματος ενοχής» (σελ. 216).

 

Πηγή:

Έριχ Φρομ. 2006. Ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Έρευνα στην Ψυχολογία της Ηθικής. Εκδόσεις Μπουκουμάνη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Το ‘’παράδοξο της ευτυχίας’’ στην τρίτη ηλικία

«Θα πρέπει να τονισθεί ένα παράδοξο που έχει βρεθεί με τους ηλικιωμένους. Είναι το ‘’παράδοξο της ευτυχίας’’. 

 

Οι ηλικιωμένοι διατηρούν την ευεξία τους και την υποκειμενική αίσθηση ότι είναι καλά και είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, ακόμη και όταν ένας αντικειμενικός κριτής θα θεωρούσε ότι η ζωή τους είναι τέτοια που δε δικαιολογεί μια τέτοια θετική αίσθηση. Αυτό εξηγείται τόσο μέσω της διατήρησης της ταυτότητάς τους ακέραιης παρά τις όποιες αλλαγές της ηλικίας, όσο και μέσω της ταύτισης με την ομάδα των συνομηλίκων τους, όπου οι σωματικοί πόνοι, τα προβλήματα υγείας και άλλα παρεμφερή θεωρούνται φυσιολογικά για τους ηλικιωμένους. 

Η θετική αντιμετώπιση αυτού που θεωρείται ‘’κανονικό’’ για τους ηλικιωμένους, βοηθά στη μείωση των αρνητικών συναισθημάτων και την αναγνώριση των καλών στοιχείων της ζωής και της εμπειρίας τους, ακόμη και αν αυτά είναι λίγα για έναν εξωτερικό κριτή ή για μια άλλη ηλικία.

Μια άλλη ερμηνεία του ‘’παράδοξου της ευτυχίας’’ είναι ότι οι ηλικιωμένοι χρησιμοποιούν διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς προκειμένου να διατηρήσουν μια θετική εικόνα του εαυτού τους, πράγμα που συντελεί στην ψυχική τους ευεξία. 

Για παράδειγμα, οι περισσότεροι άνθρωποι δικαιολογούν διάφορα λάθη τους, απορρίπτουν την κριτική των άλλων, βλέπουν στους άλλους αυτά που τους ευχαριστούν και συμφωνούν με αυτούς, διατηρούν την αντίληψη ότι είναι ικανοί και καλοί σε αυτό που κάνουν, ακόμη και όταν δεν ασχολούνται με αυτό ενεργά πλέον, και τονίζουν τις επιτυχίες τους και τα θετικά στοιχεία του εαυτού τους. 

Έτσι, η αυτοεκτίμηση τους παραμένει αλώβητη, παρά τις αρνητικές ενδείξεις. Αυτοί οι μηχανισμοί βοηθούν τους ηλικιωμένους λειτουργώντας ως φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύουν τον εαυτό και τις εμπειρίες τους. 

Μάλιστα είναι πιο αποτελεσματικοί σε αυτούς, καθώς η εικόνα του εαυτού τους γίνεται πιο άκαμπτη ενώ οι νεότεροι είναι ευαίσθητοι στις αρνητικές για τον εαυτό τους πληροφορίες» (σελ. 212-213).

 

Πηγή:

Αναστασία Κωσταρίδου- Ευκλείδη (Επιμ.). Θέματα Γηροψυχολογίας και Γεροντολογίας. Εκδόσεις Πεδίο.

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Τα γηρατειά: μια ψυχολογική προσέγγιση

Η ηλικία του ατόμου είναι άμεσα συνυφασμένη με την κατάσταση της υγείας του, αλλά και από τις στάσεις που επικρατούν στην κοινωνία σχετικά με την κάθε ηλικιακή ομάδα και τα στοιχεία που θεωρούν ότι χαρακτηρίζουν την κάθε ομάδα. Συνεπώς, τα άτομα μεγαλώνοντας κουράζονται ευκολότερα, η μυϊκή τους δύναμη και οι σωματικές τους αντοχές εξασθενούν, οι κινήσεις τους γίνονται βραδύτερες, ενώ σταδιακές μειώσεις ως προς την οξύτητά τους παρουσιάζουν η όραση και η ακοή. Εκτός από τις βασικές βιολογικές/ σωματικές αλλαγές που παρατηρούνται στην τρίτη ηλικία, αλλαγές σημειώνονται και στο νοητικό, το κοινωνικό και το συναισθηματικό επίπεδο του ατόμου (Dziechciaz & Filip, 2014). 


Σύμφωνα με τον Bronfenbrenner (οικολογικά συστήματα) υπάρχουν πέντε περιβαλλοντικά συστήματα, που συμβάλλουν στον καθορισμό της ζωής του ατόμου: το μικροσύστημα, το μεσοσύστημα, το εξωσύστημα, το μακροσύστημα και το χρονοσύστημα. Τα πέντε αυτά συστήματα συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη του ανθρώπου, καλύπτοντας βασικές πτυχές της ζωής του (Kail & Cavanaugh, 2016). Το μικροσύστημα περιλαμβάνει το ίδιο το άτομο, ενώ το μεσοσύστημα αποτελείται από την οικογένεια, τους φίλους, τους γείτονες και τους πρώην μαθητές τους. Στην ταινία αυτή έχουμε ένα ζευγάρι που λειτουργεί ως απόλυτα ενωμένο και αγαπημένο, έχοντας μια κοινή πορεία αγάπης, σεβασμού και εμπιστοσύνης. Η κόρη τους φαίνεται αδιάφορη, βυθισμένη στα δικά της προβλήματα, συναισθηματικά απόμακρη και εστιασμένη σε οικονομικά θέματα. Το ζευγάρι δεν έχει κάποιο σταθερό υποστηρικτικό περιβάλλον, ζει απομακρυσμένο από τη γειτονιά του και δεν φαίνεται να υπάρχει ευρύτερο οικογενειακό ή συγγενικό πλαίσιο. Υπάρχει ένα γειτονικό ζευγάρι που τους φροντίζει και τους ψωνίζει τα απαραίτητα όταν χρειάζονται μια εξωτερική βοήθεια, αλλά μέσα στο σπίτι ο πόνος και η δυστυχία είναι κάτι που μοιράζονται οι δυο τους.

Όταν το άτομο βιώνει μια ακραία κατάσταση έχει ανάγκη από την ύπαρξη υποστήριξης από το ευρύτερο πλαίσιο. Καθοριστικό ρόλο παίζουν τα δίκτυα υποστήριξης (support networks), που βρίσκονται κοντά στο άτομο και τα οποία μπορούν να το οδηγήσουν να νιώσει ασφάλεια και σιγουριά, ώστε να μπορέσει να ανοιχτεί.  Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μπορεί να έχει τη μεταξύ του σχέση, να ζει απομονωμένο από εξωτερικές παρεμβάσεις και να δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με την παροχή βοήθειας από τρίτους. Μπορεί να έχουν μάθει να φροντίζουν ο ένας τον άλλο, να περιποιούνται ο ένας τον άλλο, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να αφεθούν στην ψυχρή και αδιάφορη φροντίδα από ξένους.

Ο Erikson μελέτησε την εξελικτική πορεία της ζωής του ατόμου, το οποίο περνά από οκτώ βασικές αναπτυξιακές κρίσεις του Εγώ. Η κάθε κρίση του Εγώ αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη περίοδο, ενώ η κάθε αναπτυξιακή κρίση χαρακτηρίζεται από ένα διπολικό σχήμα, το οποίο αποτελείται από μια θετική και μια αρνητική κατεύθυνση της κρίσης. Το όγδοο και τελευταίο στάδιο της ζωής του ατόμου αναφέρεται στην τρίτη ηλικία και το δίπολο σχήμα περιλαμβάνει την καταξίωση και την απόγνωση. Στο στάδιο αυτό, το άτομο έχοντας πια λύσει τις προηγούμενες κρίσεις και ελεύθερο από οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις μπορεί να ανατρέξει στο παρελθόν του, να αξιολογήσει την πορεία του και το έργο που επιτέλεσε στη ζωή του. Αν το άτομο νιώσει ότι έχει επιτύχει τους στόχους του, τότε θα νιώσει το συναίσθημα της καταξίωσης, αντλώντας ικανοποίηση από την προσωπική του αξία και το νόημα που δίνει στη ζωή του, με αποτέλεσμα το άτομο να συμφιλιωθεί με τη φθορά και να αντιμετωπίσει τον θάνατο με αξιοπρέπεια. Σε περίπτωση που το άτομο αξιολογήσει τη ζωή του και το έργο του ως αποτυχημένα και νιώσει ότι δεν έχει πραγματοποιήσει τους στόχους του και τις επιθυμίες του, τότε θα νιώσει το συναίσθημα της απόγνωσης (Agren, 1998. Erikson, 1975).


Το ζευγάρι μπορεί να είναι αρκετά ήρεμο και συμφιλιωμένο με την ηλικία του, να έχει βρει ένα σύνολο από δραστηριότητες μέσα στο σπίτι και να περνά χρόνο κάνοντας παρέα ο ένας στον άλλο και συνεχίζοντας να ασχολούνται με τα αγαπημένα τους χόμπι. Η κοινωνική τάξη, η μόρφωση και το lifestyle που αρχικά είχαν δε συμβαδίζει με την τωρινή τους κατάσταση, που νιώθουν ότι έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους και ότι η ζωή τους πρέπει να φτάσει στο τέλος, μακριά από τη ζωή.

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, το άτομο ωριμάζοντας εμφανίζει μια αύξηση ως προς τον έλεγχο που ασκεί στο Εγώ και το Εκείνο. Άμεση συνέπεια είναι η εμφάνιση μεγαλύτερης αυτονομίας, που δε διατηρείται κατά τη διάρκειας της τρίτης ηλικίας, καθώς συχνά εκδηλώνονται παλινδρομήσεις που σχετίζονται με τη διαδικασία του γήρατος, όπως αδυναμία διάκρισης εξωτερικών εμπειριών και αντιλήψεων από τις εσωτερικές φαντασιώσεις. Το άτομο προσαρμόζεται στην κατάσταση του γήρατος μέσα από την αλλαγή των μηχανισμών άμυνας, χρησιμοποιώντας πιο ώριμες άμυνες, που αποτελούν φυσιολογικούς προσαρμοστικούς μηχανισμούς που διαθέτουν τα άτομα που είναι υγιή σε ψυχολογικό και σωματικό επίπεδο (Fees, Martin & Poon, 1999. Findlay, 2003).


Ένας ακόμη θεωρητικός στο χώρο της ψυχολογίας που ασχολήθηκε με την προσέγγιση της τρίτης ηλικίας ήταν ο Jung, ο οποίος υποστήριξε ότι κατά τη μέση ηλικία το άτομο προετοιμάζεται ψυχολογικά, ώστε να περάσει στην τρίτη ηλικία και την αντιμετώπιση του θανάτου, ο οποίος αποτελεί το αποκορύφωμα της ζωής και όχι το σημείο της τελικής πτώσης. Ο Jung θεωρεί ότι στην τρίτη ηλικία το άτομο μπορεί να δεχτεί με γαλήνη και ετοιμότητα το γεγονός του θανάτου, τονίζοντας με αυτό τον τρόπο την εσωτερική αξία που επικρατεί στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας σε σύγκριση με τους νεότερους ανθρώπους  (Fees, Martin & Poon, 1999. Kaplan et al., 1996).

Το ζευγάρι θα μπορούσε να διανύσει μια περίοδο μεγαλύτερης αυτονομίας και πνευματικής ολοκλήρωσης, περνώντας μια φάση ωρίμανσης και εσωτερικής ηρεμίας, έχοντας ολοκληρώσει όλα όσα ονειρευόταν. Η οικογένεια πλέον θα μπορούσε να είναι οι δυο τους που περνούν πολύ χρόνο ο ένας με τον άλλο και προσαρμόζονται σταδιακά στις απαιτήσεις της τρίτης ηλικίας. Ωστόσο, όταν εμφανίζεται η ασθένεια, οι ισορροπίες στο σπίτι και ανάμεσα στο ζευγάρι αλλάζουν ολοκληρωτικά. Η αγάπη και ο σεβασμός συνεχίζουν να υπάρχουν, όμως, το φορτίο γίνεται όλο και πιο μεγάλο και νιώθουν ότι ο ένας έχει δώσει έναν όρκο στον άλλο, να φροντίζουν ο ένας τον άλλο, αλλά και να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. 


Η θεωρία του Levinson (1978) υποστήριξε ότι οι ψυχολογικές ανάγκες του ανθρώπου αναζητούν διαρκώς ικανοποίηση. Βασικές ψυχολογικές ανάγκες είναι ο ενθουσιασμός για τις δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκεται το άτομο, η αίσθηση ότι ασκεί έλεγχο στη ζωή του και το αίσθημα ότι οι άλλοι νοιάζονται για αυτόν. Στην ηλικία των 60-65 χρόνων το άτομο περνά από ένα μεταβατικό στάδιο, στο οποίο θα πρέπει να βρει τρόπους για να ικανοποιεί τις ψυχολογικές του ανάγκες, ενώ στο στάδιο αυτό περιλαμβάνονται και οι ψυχολογικές διεργασίες με τις οποίες το άτομο αποκτά νέες στάσεις, πεποιθήσεις και νέους κοινωνικούς ρόλους. Είναι σημαντικό για το ηλικιωμένο άτομο να περνά το στάδιο αυτό με αξιοπρέπεια και σωφροσύνη. Βασικός στόχος για το άτομο είναι να κατανοήσει τι είναι η ζωή και ποιο είναι το νόημά της, ενώ είναι η κατάλληλη στιγμή, ώστε το άτομο να δώσει νέο νόημα στη ζωή και στο θάνατο και πιο συγκεκριμένα στη δική του ζωή και στο δικό του θάνατο (De Jong Gierveld & Dykstra, 2008).

Το ζευγάρι βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνία, που είναι αφιλόξενη στην τρίτη ηλικία. Το ζευγάρι μπορεί να έχει κλειστεί αρκετά στο σπίτι, να έχει επικεντρωθεί στις δικές του ανάγκες και να ζει μια ζωή με αυτάρκεια, αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξη. Ενδέχεται να μην επιτρέπουν παρεμβάσεις από τρίτα πρόσωπα, ούτε καν από τα παιδιά τους, που είναι εγκλωβισμένα στα δικά τους προβλήματα και στις δικές τους ανησυχίες. Φαίνεται πως ο ένας μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του άλλου και στόχος τους είναι να ζήσουν μέχρι τέλους μια ζωή με αξιοπρέπεια και σωφροσύνη. Μέσα από τις δυσκολίες που πέρασαν κατά την ενήλικη ζωή και τις επιτυχίες που κατέκτησαν έφτασαν στο τελευταίο στάδιο της ζωής τους, με ηρεμία και συντροφικότητα, αλλά και με μια ανησυχία για την ανημπόρια του σώματος, για την αβεβαιότητα των δυνάμεών τους και για την έκβαση του μέλλοντος.

 


Βιβλιογραφία

Agren, M. (1998). Life at 85 and 92: A qualitative longitudinal study of how the oldest old experience and adjust to the increasing uncertainty of existence. The International Journal of Aging and Human Development, 47, 105-117.

De Jong Gierveld, J. & Dykstra, P.A. (2008). Virtue is its own reward? Support- giving in the family and loneliness in middle and old age. Ageing & Society, 28, 271-287.

Dziechciaz, M. & Filip, R. (2014). Biological psychological and social determinants of old age: Bio-psycho-social aspects of human aging. Annals of Agricultural and Environmental Medicine, 21 (4), 835-838.

Erikson, E.H. (1959). Identity and the life cycle: selected papers. International Universities Press.

Fees, B.S., Martin, P., & Poon, L.W. (1999). A model of loneliness in older adults. Journal of Gerontology: Psychological Sciences, 54B (4), P231-P239.

Findlay, R.A. (2003). Interventions to reduce social isolation amongst older people: Where is the evidence? Ageing & Society, 23, 647- 658.

Kail, R.V. & Cavanaugh, J.C. (2016). Human development. A life- span view. USA: Cengage Learning.

Kaplan, H.I., Sadock, B.J., & Grebb, J.A. (1996). Kaplan and Sadock's synopsis of psychiatry: Behavioral sciences, clinical psychiatry, 7th ed. Williams & Wilkins Co.

Levinson, D. (1978). The Season of a Man’s Life. NY: Ballantine.