Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικά θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικά θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Η Γενιά του Εγώ

Οι περιβαλλοντικές συνθήκες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας κατά την εφηβεία. Επομένως, είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι οι ευρύτεροι κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες επηρεάζουν την αναπτυξιακή πορεία των εφήβων, δημιουργώντας κοινά πρότυπα που χαρακτηρίζουν ολόκληρες γενιές. Ο αμερικανικός πολιτισμός έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που οδήγησε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να αποδίδουν συγκεκριμένες ονομασίες στις γενιές που διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση σημαντικών ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων.

Οι Baby Boomers, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν από το 1946 έως το 1961, μεγάλωσαν σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από τον πόλεμο του Βιετνάμ και τα κινήματα για την προάσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων και της ισότητας των φύλων. Οι εμπειρίες αυτές επηρέασαν τις κοινωνικές αντιλήψεις και τη συμπεριφορά τους. Ως γενιά, παρουσίασαν μεγαλύτερη αποδοχή φιλελεύθερων κοινωνικών και σεξουαλικών στάσεων σε σύγκριση με τους γονείς τους, αλλά και με ορισμένους απογόνους τους, γεγονός που συνδέεται με τις κοινωνικές αλλαγές που βίωσαν κατά την εφηβεία τους.

Η γενιά που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1962 και 1981 είναι γνωστή ως Γενιά Χ. Σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά, περιγράφεται ως περισσότερο συντηρητική, με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Αντίστοιχα, όσοι γεννήθηκαν κατά τις επόμενες δεκαετίες, από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, κατατάσσονται στη Γενιά Υ, η οποία είναι επίσης γνωστή ως Millennials ή «Γενιά του Εγώ».

Το βασικό ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό οι αξίες και οι προτεραιότητες της Γενιάς του Εγώ διαφέρουν από εκείνες των προηγούμενων γενεών. Σύμφωνα με ερευνητές που εξετάζουν τις διαφορές μεταξύ των γενεών, τα άτομα αυτής της ομάδας φαίνεται να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπική τους ευημερία, στην ατομική ικανοποίηση και στην επίτευξη των προσωπικών τους στόχων.

Ειδικότερα, οι μελέτες της Jean Twenge και των συνεργατών της δείχνουν ότι οι φοιτητές του 21ου αιώνα αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην οικονομική επιτυχία σε σχέση με τους φοιτητές προηγούμενων γενεών. Αξιοποιώντας δεδομένα από εκτεταμένες εθνικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε εφήβους και αναδυόμενους ενηλίκους, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η οικονομική ευημερία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στόχους ζωής για τη σύγχρονη γενιά.

Παράλληλα, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι τα μέλη αυτής της γενιάς εμφανίζουν μικρότερο ενδιαφέρον για τις ανάγκες των άλλων, συμμετέχουν λιγότερο σε κοινωνικές και δημόσιες δραστηριότητες και ενδιαφέρονται λιγότερο για την προστασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον, δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον ελεύθερο χρόνο και στην επιλογή ενός επαγγέλματος που τους επιτρέπει να συνδυάζουν την επαγγελματική σταδιοδρομία με την προσωπική ζωή.

Αντίθετα, οι Baby Boomers, κατά την περίοδο της αναδυόμενης ενηλικίωσής τους, έδιναν μεγαλύτερη έμφαση σε διαφορετικές μορφές προσωπικής ολοκλήρωσης. Για αυτούς, σημαντικοί στόχοι ήταν η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης φιλοσοφίας ζωής με ουσιαστικό νόημα, η ενημέρωση για τις πολιτικές εξελίξεις και η ενεργός συμμετοχή σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας.

Τα συγκεκριμένα ευρήματα, σε συνδυασμό με αποτελέσματα άλλων ερευνών, υποδηλώνουν ότι οι σύγχρονοι έφηβοι και οι αναδυόμενοι ενήλικοι δίνουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στην οικονομική εξασφάλιση και στην προσωπική τους ελευθερία, ενώ ενδιαφέρονται λιγότερο για την πολιτική και τη συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις σε σύγκριση με τη γενιά των γονιών τους. Παράλληλα, παρατηρείται μείωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών, καθώς και προς διάφορους κοινωνικούς θεσμούς, όπως τα μέσα ενημέρωσης, οι θρησκευτικές οργανώσεις, οι πολιτικοί και ο ιατρικός τομέας.

Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, διαπιστώθηκε ότι οι αναδυόμενοι ενήλικοι που είχαν αναπτύξει ισχυρή αίσθηση σκοπού στη ζωή παρουσίαζαν και υψηλότερα επίπεδα ψυχικής ανθεκτικότητας. Τα άτομα αυτά μπορούσαν να υπερβούν νοητικά τις άμεσες δυσκολίες της καθημερινότητάς τους και να διατηρούν μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον.

Η ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες συνδεόταν με την έμφαση που έδιναν στις φιλικές τους σχέσεις, στους δεσμούς με την οικογένειά τους, στη συμμετοχή τους στις τοπικές κοινότητες και στην αίσθηση σύνδεσης με την πατρίδα τους. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, επέλεγαν να αποφεύγουν την υπερβολική έκθεση σε αρνητικές ειδήσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση, ώστε να διατηρούν μια πιο θετική στάση απέναντι στη ζωή.

 

Πηγή:

Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Μια βασική αντίφαση της σύγχρονης ζωής…

Είχε γράψει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος τα εξής: «Όλοι αναζητούμε τον “πλησίον”, αλλά με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη. Άλλοτε ο “πλησίον” μπορούσε να χτυπήσει την πόρτα μας την κάθε στιγμή και να βρει και την πόρτα και την καρδιά ανοιχτή. Τώρα θα πρέπει να προειδοποιήσει για τον ερχομό του, να του πούμε ποια ώρα, ποια μέρα και για πόσο διάστημα χρόνου μπορούμε να βρεθούμε μαζί του. Ακόμη και αν ο  “πλησίον” είναι το πρόσωπο το δικό μας, του πιο στενού οικογενειακού μας κύκλου. Η ανάγκη της ζωής επιβάλλει απάνθρωπες συμπεριφορές. Χτίζουμε σπίτια για πολλούς ανθρώπους, για ολόκληρες πολιτείες. Η μικρή πολιτεία, όπου υπάρχει ακόμη, έχει το δικό της ύφος. Τα σπίτια είναι σπαρμένα εδώ κ’ εκεί, αλλ’ οι άνθρωποι δε βρίσκονται μακριά. Αλληλογνωρίζονται, έχουν τον τρόπο να πουν μια ζεστή  “καλημέρα”, μια “καληνύχτα”». (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, σ.69)

 

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μέσα από αυτά τα λόγια θίγει μια σημαντική αντίφαση της σύγχρονης ζωής: ενώ ο άνθρωπος έχει ανάγκη από επικοινωνία, συντροφικότητα και ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις, οι συνθήκες της καθημερινότητας τον οδηγούν συχνά στην απομόνωση και στην απομάκρυνση από τους άλλους. Ο «πλησίον», δηλαδή ο συνάνθρωπος, ο φίλος, ο συγγενής ή ο γείτονας, δεν αποτελεί πλέον μια αυθόρμητη και διαρκώς παρούσα ή εύκολα παρούσα συντροφιά στη ζωή μας. Η επαφή μαζί του προγραμματίζεται, περιορίζεται χρονικά και συχνά υποτάσσεται στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις. Ρωτήστε τους ανθρώπους γύρω σας, να σας πουν αν οι σχέσεις με τους γονείς ή τα αδέλφια τους είναι τυπικές ή ουσιαστικές. Ρωτήστε τους συναδέλφους σας να σας πουν πόσους φίλους έχουν. Πιστεύουμε ότι πραγματικά θα εκπλαγείτε!  

Στο παρελθόν, ιδιαίτερα στις μικρές κοινότητες, οι ανθρώπινες σχέσεις χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και οικειότητα. Οι άνθρωποι είχαν πιο στενούς δεσμούς, γνώριζαν ο ένας τον άλλον και συμμετείχαν ενεργά στη ζωή της κοινότητας. Η πόρτα του σπιτιού, αλλά και η καρδιά των ανθρώπων, ήταν συμβολικά ανοιχτές για τον επισκέπτη. Η αλληλεγγύη, η φιλοξενία και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο αποτελούσαν βασικά στοιχεία της καθημερινής ζωής.

Αντίθετα, στη σύγχρονη εποχή της ταχύτητας, της εργασιακής πίεσης, με την κατάργηση του οκταώρου προς αύξηση αντί για μείωση, αλλά κυρίως του ατομικισμού και του ναρκισσισμού, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πιο τυπικές και λιγότερο αυθόρμητες. Ακόμη και τα μέλη της ίδιας οικογένειας συχνά δυσκολεύονται να βρουν κοινό χρόνο για επικοινωνία. Η ανάγκη για οργάνωση και αποτελεσματικότητα, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, και η σωματική και κατ’ επέκταση ψυχική κόπωση κι εξάντληση, συχνά στερεί από τους ανθρώπους τη ζεστασιά της αυθόρμητης συνάντησης και της ουσιαστικής επαφής.

Η υπερ-ανάπτυξη των μεγάλων πόλεων δεν συνοδεύεται από ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων. Χτίζονται πολυκατοικίες, συνοικίες και ολόκληρες πολιτείες, όμως οι κάτοικοί τους συχνά παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους. Η φυσική εγγύτητα δεν εξασφαλίζει και συναισθηματική εγγύτητα. Έτσι, πολλοί άνθρωποι ζουν δίπλα-δίπλα, χωρίς να επικοινωνούν πραγματικά ή να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον.

Αντίθετα, στις μικρές κοινότητες που διατηρούν ακόμη τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα, οι άνθρωποι εξακολουθούν να καλλιεργούν σχέσεις αλληλογνωριμίας και αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Ένα απλό «καλημέρα» ή «καληνύχτα» δεν είναι μια τυπική κοινωνική σύμβαση, αλλά έκφραση ανθρώπινης επαφής και αναγνώρισης της παρουσίας του άλλου. Μέσα από αυτές τις μικρές καθημερινές πράξεις διατηρείται το αίσθημα της κοινότητας και της ανθρώπινης ζεστασιάς.

Συνεπώς, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος μας καλεί να αναλογιστούμε αν η πρόοδος και ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς απομακρύνουν από βασικές ανθρώπινες αξίες. Υπενθυμίζει ότι, παρά τις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία, αλληλεγγύη και ανθρώπινη παρουσία παραμένει αναλλοίωτη. Η ποιότητα της ζωής δεν εξαρτάται μόνο από την υλική ή τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και από τη δυνατότητα των ανθρώπων να διατηρούν ζωντανούς τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Οι Εκδόσεις Των Φίλων, Αθήνα, 1983.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Η ψυχοπαθολογία του ακαδημαϊκού δασκάλου

Από τον Santiago Ramon y Cajal

 

Ο Santiago Ramón y Cajal προσεγγίζει με κριτική ματιά τον πανεπιστημιακό χώρο, αναλύοντας ψυχολογικά τα ελαττώματα και τις παθολογικές στάσεις που μπορεί να αναπτυχθούν στον ακαδημαϊκό δάσκαλο. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει στην επιστημονική ανεπάρκεια, αλλά κυρίως σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, που εμποδίζουν την πρόοδο της γνώσης και τη διαπαιδαγώγηση των νέων επιστημόνων. Κατηγοριοποιεί τους ακαδημαϊκούς δασκάλους σε έξι ομάδες, που είναι οι εξής:

Ερασιτέχνες ή θεατές: παρακολουθούν την επιστήμη με ενθουσιασμό αλλά χωρίς ενεργή και συστηματική ενασχόληση. Πρόκειται για επιστήμονες που καταναλώνουν γνώση, συζητούν και κρίνουν, χωρίς να επιλέγουν το ρίσκο της πρωτότυπης έρευνας.

Βιβλιόφιλοι και πολύγλωττοι: αρκεί κριτική στη συσσώρευση της γνώσης ως αυτοσκοπό. Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ξένες γλώσσες, συνδρομή σε άγνωστα περιοδικά… Η γλωσσομάθεια δεν οδηγεί σε σύνθεση και παραγωγή νέας γνώσης και καταλήγει σε πνευματική αδράνεια.

Μεγαλομανείς: χαρακτηρίζονται από υπερβολική φιλοδοξία και ανάγκη αναγνώρισης. Η επιθυμία για δόξα μπορεί να στρεβλώσει την επιστημονική κρίση.

Εθισμένοι στον εξοπλισμό ή οργανόφιλοι: υπερεκτιμούν τη σημασία των τεχνικών μέσων. Επιλέγουν το εργαστήριο. Αν και τα όργανα είναι απαραίτητα, δεν υποκαθιστούν την οξυδέρκεια και τη δημιουργικότητα.

Ανεστίαστοι ή εκτός εστίασης: επιστήμονες που έχουν διάσπαρτα ενδιαφέροντα και έλλειψη συγκέντρωσης. Βρίσκονται ανάμεσα σε θέματα και στόχους, που δεν επιτρέπουν την εις βάθος μελέτη.

Θεωρητικολόγοι: είναι τελείως αποκομμένοι από την εμπειρική παρατήρηση. Είναι σημαντική η θεωρία, αλλά εξίσου σημαντική είναι η πράξη.

Ο Cajal περιγράφει μορφές ακαδημαϊκής παθολογίας όπως τον δογματισμό, την αυταρέσκεια, την προσκόλληση στο κύρος και τον φόβο απέναντι στη νεωτερικότητα. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στον δάσκαλο που αντιμετωπίζει τη γνώση ως προσωπική ιδιοκτησία και όχι ως ζωντανό πεδίο έρευνας, αποθαρρύνοντας την κριτική σκέψη και την πρωτοβουλία των φοιτητών.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η ψυχολογική ρίζα αυτών των συμπεριφορών: η ανασφάλεια, η φιλοδοξία χωρίς ηθικό υπόβαθρο και η ανάγκη για εξουσία. Ο Cajal επισημαίνει ότι τέτοιες στάσεις αλλοιώνουν τον παιδευτικό ρόλο του πανεπιστημίου και μετατρέπουν τη διδασκαλία σε μηχανική μετάδοση γνώσεων, χωρίς δημιουργικό πνεύμα.

Το κεφάλαιο δεν περιορίζεται σε καταγγελία, αλλά προβάλλει έμμεσα ένα πρότυπο υγιούς ακαδημαϊκού δασκάλου: τον επιστήμονα που διατηρεί πνευματική ταπεινότητα, ανοιχτότητα στη νέα γνώση και γνήσιο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των μαθητών του. Έτσι, ο Cajal συνδέει την ψυχολογία της διδασκαλίας με την ηθική ευθύνη της επιστήμης.

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η ψυχολογία του Δον Κιχώτη

Του Santiago Ramón y Cajal

 

Ο Santiago Ramón y Cajal προσεγγίζει τον ήρωα του Θερβάντες όχι απλώς ως λογοτεχνικό χαρακτήρα, αλλά ως σύνθετο ψυχολογικό φαινόμενο. Ο Δον Κιχώτης παρουσιάζεται ως προσωπικότητα που ισορροπεί ανάμεσα στην αυταπάτη και στο ιδεώδες, εκφράζοντας την ανθρώπινη ανάγκη για νόημα, ηθικό σκοπό και υπέρβαση της πεζής πραγματικότητας.

«Όλοι οι μεγάλοι οραματιστές αναμένουν να πραγματώσουν τα όνειρά τους, να ενδύσουν τις χίμαιρές τους με σάρκα και αίμα, λανσάροντας στον κόσμο έναν τύπο ανθρώπου διαφορετικό και ανώτερο του υφιστάμενου, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο ρεύμα ζωής ικανό να εκδιώξει τους φραγμούς που ορθώνει το συναίσθημα, το ενδιαφέρον και η παράδοση» (σελ. 41).

Ο Cajal ερμηνεύει την «τρέλα» του Δον Κιχώτη όχι ως καθαρά παθολογική κατάσταση, αλλά ως αποτέλεσμα υπερβολικής φαντασίας, έντονης συναισθηματικότητας και εμμονικής προσήλωσης σε ιδανικά αντλημένα από τα ιπποτικά αναγνώσματα. Η διαταραχή της κρίσης του ήρωα συνδέεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στον εσωτερικό του κόσμο και την αντικειμενική πραγματικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διττή φύση του χαρακτήρα: από τη μία πλευρά ο Δον Κιχώτης εμφανίζεται παράλογος και γελοίος, από την άλλη όμως ενσαρκώνει την ηθική ανωτερότητα, την ανιδιοτέλεια και την πίστη σε αξίες που η κοινωνία έχει εγκαταλείψει. Κατά τον Cajal, αυτή η αντίφαση εξηγεί γιατί ο ήρωας προκαλεί ταυτόχρονα γέλιο και συγκίνηση. Ο Δον Κιχώτης έχει από τη μια ένα έντονο (υπερτροφικό) εγώ και από την άλλη τυφλή πίστη στην τύχη.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει επίσης τη συμβολική διάσταση του Δον Κιχώτη ως μορφής που αντιπροσωπεύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιστημονική λογική και στο όραμα, ανάμεσα στην πραγματιστική γνώση και στη δημιουργική φαντασία. Επίσης, ο συγγραφέας αναφέρεται στον δονκιχωτισμό, καθώς ένας ήρωας, ένα φανταστικό πρόσωπο κατάφερε να διαμορφώσει ρεύματα σκέψης στην κοινωνική σφαίρα. Συνολικά, το κεφάλαιο προτείνει μια ανθρωπιστική ανάγνωση του Δον Κιχώτη, παρουσιάζοντάς τον όχι ως απλό παράδειγμα ψυχικής παθολογίας, αλλά ως έκφραση της βαθιάς ανάγκης του ανθρώπου να ονειρεύεται και να υπερασπίζεται ιδανικά, ακόμη και με κόστος τη σύγκρουση με την πραγματικότητα.

«Άραγε κι ο ίδιος ο Δον Κιχώτης, που ήταν μολοταύτα το έργο ενός αμετανόητα ρομαντικού, δεν αντιπροσώπευε στην εποχή του, αν εξαιρέσουμε τις εγγενείς ομορφιές και τις έξοχες αρμονίες, παρά μόνο την ισχυρή, και ουσιαστικά συντηρητική, αντίδραση του αυθεντικού εθνικού ρεαλισμού, κόντρα στους υπερβολικούς και εξωτικούς ιδεαλισμούς;» (σελ. 55).

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η ψυχολογία του καλλιτέχνη

Του Santiago Ramón y Cajal


Ο Santiago Ramón y Cajal επιχειρεί μια διεισδυτική ανάλυση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, προσεγγίζοντάς την τόσο ψυχολογικά όσο και νευροβιολογικά. Προσπαθεί να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Για ποιον λόγο εγώ, όπως τόσοι άλλοι λόγιοι, ζω μια κωμωδία, όμως συγγράφω δράματα, έχω έναν ευχάριστο διάλογο, αλλά ταυτόχρονα λυπητερές σκέψεις; Ο συγγραφέας εξετάζει τα ιδιαίτερα ψυχικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον καλλιτέχνη, δίνοντας έμφαση στη φαντασία, τη συναισθηματική ένταση και την αυξημένη ευαισθησία απέναντι στον κόσμο. Επίσης, υποστηρίζει ότι η εναλλαγή ανάμεσα στην πικρή γραφή και την ευχάριστη ομιλία μας θυμίζει το πέρασμα από τον πόνο στη χαρά, από τα δάκρυα στα γέλια.

Ο Cajal υποστηρίζει ότι η καλλιτεχνική δημιουργία δεν αποτελεί προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης, αλλά αποτέλεσμα μακρόχρονης εσωτερικής διεργασίας, όπου η παρατήρηση, η μνήμη και το συναίσθημα συνδυάζονται δημιουργικά. Ο καλλιτέχνης διαθέτει την ικανότητα να μετασχηματίζει προσωπικές εμπειρίες και συγκινήσεις σε αισθητική μορφή, αποκαλύπτοντας πτυχές της ανθρώπινης ψυχής που συχνά παραμένουν ασυνείδητες. Συνήθως, θεωρεί ότι ο συγγραφέας θα επιλέξει να γράψει για το αντίθετο από αυτό που είναι η ζωή του. «Συγγραφείς που διάγουν έναν γαλήνιο, ήρεμο και πράο βίο θα συγγράψουν δράματα, ελεγείες, θρήνους, νουβέλες ή μελαγχολικά διηγήματα. Αυτοί που ζουν ένα πραγματικό δράμα, θα αναζητήσουν στη φαντασία κάποια ανακούφιση και παρηγοριά από τις πικρίες και θα συγγράψουν χρονογραφήματα, χαρούμενους στίχους, ευχάριστα και χαρμόσυνα διηγήματα ή πικάντικα ανέκδοτα» (σελ. 28).

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σχέση ανάμεσα στο ταλέντο και την εργασία. Ο Cajal τονίζει ότι το φυσικό χάρισμα από μόνο του δεν αρκεί· η καλλιτεχνική αριστεία προϋποθέτει πειθαρχία, επιμονή και συνεχή άσκηση. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η έντονη συναισθηματικότητα του καλλιτέχνη μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως πηγή δημιουργίας όσο και ως αιτία ψυχικής ευαλωτότητας. Επιπλέον, ο συγγραφέας συνδέει την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία με τη λειτουργία του εγκεφάλου, υπονοώντας ότι η δημιουργικότητα εδράζεται σε συγκεκριμένες νευρικές διεργασίες, χωρίς ωστόσο να απομυθοποιείται η πνευματική και ανθρωπιστική διάσταση της τέχνης.

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

«Η βία της θετικότητας»

Του Μπιουνγκ- Τσουλ Χαν

 

«Η συσσώρευση του θετικού προκαλεί μια υπερτροφία και στένωση της κυκλοφορίας, η οποία οδηγεί το σύστημα σε έμφραξη. Μετά από ένα ορισμένο σημείο η πληροφορία δεν είναι πια ενημερωτική, η παραγωγή δεν είναι πια παραγωγική, η επικοινωνία δεν είναι πια επικοινωνιακή. Όλα αυξάνονται και διογκώνονται πέρα από τους στόχους τους, πέρα από τους καθορισμούς τους, πέρα από την οικονομία της χρήσης τους. 

 

Έτσι λοιπόν, γράφει ο Μποντριγιάρ: ‘’Υπάρχει μια τρομαχτική συνέπεια της αδιάκοπης παραγωγής θετικότητας, διότι αν η αρνητικότητα γεννά την κρίση και την κριτική, η υπερβολική θετικότητα από τη μεριά της γεννά την καταστροφή. […] Κάθε δομή που καταδιώκει, οστρακίζει, εξορκίζει τα αρνητικά της στοιχεία, διατρέχει τον κίνδυνο μιας καταστροφής μέσω ολικής αναστροφής, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός που καταδιώκει και εξαλείφει τα σπέρματά του, τους βακίλους του, τα παράσιτά του, τους βιολογικούς εχθρούς του, διατρέχει τον κίνδυνο της μετάστασης και του καρκίνου, δηλαδή μιας αδηφάγας θετικότητας των δικών του κυττάρων ή τον μολυσματικό κίνδυνο να καταβροχθιστεί από τα δικά του, άεργα πλέον, αντισώματα. Όποιος εξοντώνει το καταραμένο απόθεμά του, υπογράφει τον θάνατό του. Αυτό είναι το θεώρημα του καταραμένου αποθέματος’’. Ο Μποντριγιάρ, εδώ, ακολουθεί με προβληματικό τρόπο το σχήμα της απώθησης και της επιστροφής. Ο αποκλεισμός του Άλλου ή του καταραμένου αποθέματος προκαλεί μιαν άλλη ετερότητα» (σελ. 157-158).

«Σύμφωνα με τη γενεαλογία της εχθρότητας του Μποντριγιάρ, στο πρώτο στάδιο εχθρός είναι ο λύκος. Είναι ένας εξωτερικός εχθρός που επιτίθεται κι εμείς αμυνόμαστε κατασκευάζοντας οχυρά και υψώνοντας τείχη.

Στα επόμενα στάδια, η ορμή και η ορατότητα του εχθρού εξασθενούν όλο και περισσότερο. Ο εχθρός μικραίνει και κρύβεται.

Έτσι, στο επόμενο στάδιο εμφανίζεται ως αρουραίος που διεξάγει τις επιχειρήσεις του στο υπέδαφος, πράγμα το οποίο καθιστά αναγκαία μια άλλη στρατηγική άμυνας. Τα τείχη και οι φράκτες δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα.

Μόνο η υγιεινή ή οι τεχνικές καθαριότητας απομακρύνουν τον κίνδυνο, που εκπορεύεται από αυτόν.

Μετά το τρίτο στάδιο, αυτό του σκαθαριού, αποκτά τελικά ο εχθρός ιογενή μορφή.

Το τέταρτο στάδιο είναι οι ιοί. Δεν μπορεί να αμυνθείς αποτελεσματικά εναντίον των ιών, καθώς αυτοί βρίσκονται στην καρδιά του συστήματος.

Προκύπτει ένας φασματικός εχθρός, ο οποίος εξαπλώνεται σε όλον τον πλανήτη, ενσταλάζεται παντού όπως ένας ιός και εισχωρεί σε όλες τις ρωγμές της εξουσίας» (σελ. 163-164).

 

Μπιουνγκ- Τσουλ Χαν. 2022. Τοπολογία της βίας. Εκδόσεις Opera.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2025

Ο σαδομαζοχισμός στις αυταρχικές κοινωνίες

«Η αγάπη στηρίζεται πάντως σε μια εντελώς αμφιθυμική συναισθηματική βάση. Αν ο αυταρχικός αγαπά τον ισχυρό και εξουσιαστικό, αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δεν τον φθονεί και δεν τον μισεί. Αυτό το μίσος όμως είναι συνήθως απωθημένο. Συχνά η αμφιθυμία εκφράζεται με την τρόπο τινά διαίρεση των ισχυρών σε δύο κατηγορίες. Στους μεν αποδίδονται όλες οι καλές ιδιότητες και τους χαρίζεται η αγάπη, στους άλλους όλες οι κακές ιδιότητες και τους επιφυλάσσεται το μίσος.

 

Τέτοια παραδείγματα είναι το μίσος που νοιώθουν οι άνθρωποι για τους θεούς των ξένων θρησκειών, για τις αυθεντίες των ξένων λαών ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου, για το χρηματιστικό κεφάλαιο σε αντίθεση προς το παραγωγικό κεφάλαιο ή η ανταρσία κατά  του πατέρα με ταυτόχρονη συμμόρφωση και άκριτη υποταγή σε κάποιον αρχηγό.

Αυτή η αμφιθυμία είναι τόσο πιο έντονη όσο πιο πολλούς λόγους έχει κανείς πραγματικά να νοιώθει μίσος για μια ορισμένη αυθεντία, και αυτή η διαίρεση στηρίζεται και προωθείται συχνά από αυτή την αυθεντία, διότι έτσι μπορεί να επιτευχθεί ο διπλός στόχος: αφενός να μην αναπτυχθεί μίσος για αυτή την ίδια και αφετέρου να κατευθυνθεί το μίσος εναντίον εκείνων των δυνάμεων που αυτή η αυθεντία, με τη βοήθεια των υποτακτικών της, θέλει να καταπολεμήσει. Αν η αυθεντία δεν καταφέρει να οδηγήσει τα άτομα στην απώθηση των αρνητικών συναισθημάτων ή στη μεταβίβασή τους προς άλλα αντικείμενα, τότε ξεσπάει ανοιχτή εχθρότητα κατά της ίδιας της αυθεντίας. Αυτή η εχθρότητα, όμως, έχει τον χαρακτήρα του πείσματος και όχι του ενεργού αγώνα κατά της υφιστάμενης εξουσίας. Η ανικανότητα για έναν τέτοιο αγώνα κατά της εξουσίας ή η έλλειψη επιθετικού σθένους είναι το αρνητικό χαρακτηριστικό της σχέσης αυτού του χαρακτήρα προς την αυθεντία. Αυτή η έλλειψη χαρακτηρίζει τόσο τις πράξεις όσο και τη σκέψη. Ο αυταρχικός μπορεί βέβαια υπό ορισμένες συνθήκες να οδηγηθεί σε πεισματική εξέγερση κατά της υφιστάμενης εξουσίας, αλλά κατά κανόνα θα παραδοθεί σε μια νέα εξουσία.

Αν η ανικανότητα για αυτόνομη δράση χαρακτηρίζει τη στάση του αυταρχικού χαρακτήρα απέναντι στον ισχυρότερο, η στάση του απέναντι στον πιο αδύνατο και αβοήθητο είναι αντισταθμιστική. Όπως ακριβώς η εξουσία προκαλεί μέσα του αυτομάτως φόβο και αμφιθυμική έστω, αγάπη, έτσι και η αδυναμία των άλλων του προκαλεί περιφρόνηση και μίσος. Αυτό το μίσος όμως διαφέρει από εκείνο που αισθάνεται ο μη αυταρχικός χαρακτήρας για τον ισχυρό, όχι μόνο ως προς το αντικείμενο αλλά και ως προς τον ποιον. Ενώ αυτό το μίσος θέλει να θέσει στο περιθώριο ή να εξοντώσει τον ισχυρότερο, το μίσος του αυταρχικού θέλει να βλέπει τον πιο αδύνατο να βασανίζεται και να υποφέρει. Όλη η εχθρότητα και επιθετικότητα που διαθέτει ο αυταρχικός χαρακτήρας και δεν εκφράζει απέναντι στον ισχυρότερο, βρίσκει το αντικείμενό της στον πιο αδύνατο: αν πρέπει κανείς να απωθεί το μίσος του κατά του πιο ισχυρού, μπορεί τουλάχιστον να απολαμβάνει τη βαναυσότητα κατά του πιο αδύνατου, αφού δεν μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του ενάντια στη θέληση του πιο ισχυρού, του απομένει τουλάχιστον η απόλαυση της εξουσίας, η αίσθηση της απεριόριστης κυριαρχίας πάνω στον πιο αδύνατο- και τι περισσότερο από τον εξαναγκασμό του άλλου να υποφέρει θα μπορούσε να σημαίνει η κυριαρχία!

Στις αυταρχικές κοινωνίες βρίσκουν την ικανοποίησή τους τόσο οι μαζοχιστικές όσο και οι σαδιστικές τάσεις. Ο καθένας είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα εξαρτήσεων προς τα πάνω και προς τα κάτω. Όσο χαμηλότερα βρίσκεται η θέση ενός ατόμου μέσα σε αυτή την ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη, ποσοτικά και ποιοτικά, είναι η εξάρτησή του από υψηλότερες αρχές» (σελ. 170-171).

                            

Πηγή:

Horkheimer, M., Fromm E., & Marcuse, H. (1996). Αυθεντία και οικογένεια. Εκδόσεις Νήσος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

«Η κατανάλωση στοιβάζεται, η συνοχή εξαφανίζεται»

«Αναμφίβολα, τα τελευταία πενήντα χρόνια το υλικό επίπεδο διαβίωσης έχει βελτιωθεί σε όλες τις βιομηχανικές χώρες. Δεν είναι τόσο βέβαιο το εάν βελτιώθηκε αντίστοιχα και η ποιότητά του. Κι όμως, χρησιμοποιούμε λίγο- πολύ παρόμοια αγαθά με εκείνα που χρησιμοποιούσε και η προηγούμενη γενιά. Πέραν τούτου, καταναλώνουμε περισσότερο, περισσότερο, κι ακόμα περισσότερο. Η τάση αυτή συνεχίζεται. Οι εικοσάχρονοι είναι τόσο καλά εξοικειωμένοι με μια από τις τεχνολογίες των τηλεφώνων, όσο δεν θα γίνουν ποτέ οι λίγο μεγαλύτεροι άνδρες και γυναίκες. Στις πλούσιες χώρες τα ψώνια έχουν γίνει μια καθημερινή δραστηριότητα για τις μεσαίες τάξεις –κυριολεκτικά μια μορφή αναψυχής. 

 

Τα σχεδόν πρωτοφανή επίπεδα της οικονομικής ανάπτυξης στον κόσμο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προϋποθέτουν την αύξηση της κατανάλωσης. Αυτό μπορεί να γίνει είτε μέσω της εξεύρεσης νέων αγορών, είτε κάνοντας τους ήδη υπάρχοντες καταναλωτές να καταναλώνουν ακόμα πιο εντατικά. Αξιοποιούνται και οι δύο αυτές επιλογές. Για αρκετό καιρό, κάποιοι προέβλεπαν ότι τα νέα εμπορικά κέντρα που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια στους κόμβους μεγάλων αυτοκινητόδρομων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες θα οδηγούσαν τα καταστήματα των αστικών λεωφόρων σε μαζική χρεοκοπία. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη μέχρι σήμερα. Όπως φαίνεται, υπάρχει χώρος για όλους, καθώς και για τα νέα δικτυακά καταστήματα, τα οποία βρίσκονται ακόμα στις αρχές τους.

Προκειμένου να μπορούν οι άνθρωποι να καταναλώνουν περισσότερο, πρέπει είτε να αντικαθιστούν πιο συχνά τα αντικείμενα που έχουν, ή να επιλέγουν μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων. Λοιπόν, μπορούμε άφοβα να πούμε ότι συμβαίνουν αμφότερα, όχι μόνο στο πεδίο της κατανάλωσης, αλλά και σε άλλους τομείς: τόσο τα ρούχα, όσο και τα κεφαλαιουχικά αγαθά έχουν όλο και κοντινότερη ημερομηνία λήξεως κι επίσης ένα σπίτι το 2001 περιέχει πολύ περισσότερα αντικείμενα από όσα είχε ένα το 1981. Η ποικιλία αυξάνεται παντού, όχι μόνο στο πεδίο της πληροφορίας. Λίγο καιρό πριν, βγήκε στην αγορά μια πράσινη κέτσαπ. Η εταιρεία που την παρασκευάζει ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει και μια παραλλαγή σε μπλε χρώμα, ωστόσο τα παιδιά που εκλήθησαν να τη δοκιμάσουν δεν την βρήκαν της αρεσκείας τους. Παρόμοια ποικιλία μπορεί να παρατηρηθεί σχεδόν στα πάντα: δημητριακά για το πρωινό, έπιπλα κήπου, πουκάμισα, λάμπες, σάλτσες για τάκο, τραγανά πατατάκια, γάλα, απορρυπαντικά, προορισμοί για διακοπές… […]

Το φαινόμενο αυτό μελέτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Σουηδός οικονομολόγος Στάφαν Λίντερ. Η μελέτη του είχε τον τίτλο The harried Leisure Class (Η ταλαιπωρημένη τάξη της σχόλης). Ο Λίντερ, συντηρητικός επικριτής της καταναλωτικής κουλτούρας, υποστήριξε ότι οι απαιτήσεις για ανάπτυξη- δομικά στοιχεία του καπιταλισμού- έχουν αναγκάσεις τον κάθε πολίτη να παράγει αποδοτικότερα και να καταναλώνει εντατικότερα. Και τα δύο είναι εξίσου απαραίτητα προκειμένου να διατηρηθεί ένας υγιής ρυθμός ανάπτυξης. […] Ο Λίντερ καταλήγει σε κάποια πρωτότυπα συμπεράσματα όσον αφορά τα ζητήματα που εξετάζουμε: για να δοθεί ώθηση στην παραγωγή, είναι απαραίτητο ένα υψηλό επίπεδο κατανάλωσης, ενώ η αυξημένη παραγωγή είναι απαραίτητη προκειμένου να κατακτηθεί ο γενικότερος στόχος της οικονομικής ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, λέει, υποχρεωνόμαστε να καταναλώνουμε όλο και περισσότερο σε όλο και λιγότερο χρόνο. Ο ελεύθερος χρόνος εξελίσσεται διαρκώς εντονότερα σε μια παρανοϊκή καταναλωτική μανία» (σελ. 202-203). 

 

Πηγή:

Thomas Hylland Eriksen. 2005. Η τυραννία της στιγμής. Γρήγορος και αργός χρόνος στην εποχή της πληροφορίας. Εκδόσεις Σαββάλα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.