Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η αγάπη: η κορυφαία αρετή;

Ο Comte-Sponville ξεκινά από ένα παράδοξο: Η αγάπη είναι ίσως η σημαντικότερη από όλες τις αρετές, αλλά δεν μπορούμε να διατάξουμε τον εαυτό μας να αγαπήσει.

Μπορούμε να πούμε σε κάποιον: «Να είσαι δίκαιος», «Να είσαι γενναιόδωρος», «Να είσαι ανεκτικός», «Να είσαι ειλικρινής», αλλά δεν μπορούμε να πούμε απλώς: «Αγάπησε!». 

Η αγάπη δεν υπακούει άμεσα στη βούληση. Γι' αυτό υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα: πώς μπορεί η αγάπη να είναι αρετή, εφόσον η αρετή προϋποθέτει κάποια μορφή ελεύθερης επιλογής; Η απάντηση του συγγραφέα είναι ότι η ηθική συχνά λειτουργεί σαν υποκατάστατο της αγάπης. Όταν δεν αγαπάμε αυθόρμητα τον άλλο, μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να του φερθούμε σαν να τον αγαπούσαμε: να είμαστε δίκαιοι, ευγενικοί, ανεκτικοί, γενναιόδωροι. Η ίδια η παρουσία της ηθικής δείχνει, λοιπόν, ότι δεν αγαπάμε πάντοτε αρκετά. Αυτή η σύνδεση ανάμεσα στην αγάπη και στις προηγούμενες αρετές είναι θεμελιώδης για το βιβλίο.

Ο Comte-Sponville δίνει τρεις ορισμούς για την αγάπη, περιγράφοντας τρεις μορφές αγάπης: τον Έρωτα, τη Φιλία και την Αγάπη.

Έρως: Ο έρωτας ενδιαφέρει όλο τον κόσμο, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο έρωτας είναι ο έρωτας της επιθυμίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την πλατωνική ιδέα: επιθυμούμε αυτό που μας λείπει. Ο έρωτας γίνεται αντιληπτός ως μια έλλειψη, καθώς η έλλειψη δημιουργεί επιθυμία, η επιθυμία προκαλεί την ανάγκη για απόκτηση και η απόκτηση οδηγεί στην ικανοποίηση. Η ικανοποίηση θα οδηγήσει σε απώλεια της επιθυμίας και σε μια νέα έλλειψη. Αυτή η πορεία εξηγεί το γιατί ο παθιασμένος έρωτας είναι τόσο έντονος αλλά και τόσο ασταθής.

Ο έρωτας είναι ένας εγωκεντρικός έρωτας, όχι απαραίτητα επειδή είναι κακός άνθρωπος ο ερωτευμένος, αλλά επειδή το κέντρο του είναι το δικό του πάθος. Ο άλλος γίνεται εν μέρει αντικείμενο της επιθυμίας του ατόμου.  Ο συγγραφέας αναφέρει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του έρωτα είναι η μετάβαση από τον έρωτα ως πάθος στον έρωτα ως σχέση.

Ο συγγραφέας αναφέρει: Αν αγαπώ κάποιον μόνο επειδή μου λείπει, τότε η αγάπη μου εξαρτάται από την έλλειψή του. Ο έρωτας δεν αρκεί για να στηρίξει μια μακρόχρονη ευτυχισμένη σχέση. Ο έρωτας μπορεί να ξεκινήσει μια σχέση· δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί μόνος του να τη διατηρήσει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την έννοια του ζευγαριού: η σχέση δεν μπορεί να παραμένει για πάντα στην κατάσταση της πρώτης ερωτικής έξαρσης.

Φιλία: ο δεύτερος ορισμός είναι η φιλία, που είναι η αγάπη ως χαρά. Στη φιλία, το άτομο δεν αγαπά πλέον μόνο αυτό που του λείπει, αλλά αγαπά και αυτό που υπάρχει. Ο συγγραφέας συνδέει τη φιλία με τη χαρά, καθώς το άτομο χαίρεται με την ύπαρξη του άλλου. Ενώ στον έρωτα, το κέντρο είναι η επιθυμία, στη φιλία, το κέντρο είναι η χαρά της ύπαρξης του άλλου. Ο άλλος δεν είναι απλά μια επιθυμία, αλλά ο άλλος είναι αυτός που προκαλεί χαρά. Η φιλία μπορεί να γίνει η βάση για μια φιλική σχέση, για μια οικογενειακή αγάπη, για μια ώριμη ερωτική σχέση ή για συντροφικότητα.

Οι εραστές γνωρίζουν πως να μετατρέψουν τον έρωτα σε χαρά, γλυκύτητα, ευγνωμοσύνη, νηφαλιότητα, εμπιστοσύνη, σε ευτυχία της συνύπαρξης, δηλαδή σε φιλία. Μια ακόμη διάσταση της αγάπης είναι η τρυφερότητα, ενώ η φιλία περιλαμβάνει συνενοχή, πίστη, χιούμορ, οικειότητα και η επαναλαμβανόμενη ηδονή. Ο καλύτερος φίλος είναι εκείνος που αγαπάμε περισσότερο, χωρίς να μας λείπει, χωρίς να υποφέρουμε, χωρίς να πάσχουμε, εκείνος που έχουμε επιλέξει, εκείνος που μας ξέρει καλύτερα από όλους και εκείνος που μπορούμε να στηριχτούμε πάνω του, εκείνος με τον οποίο μοιραζόμαστε όνειρα και αναμνήσεις, φόβους και ελπίδες, ευτυχίες και δυστυχίες.

Αγάπη: Ο συγγραφέας προχωρά στον τρίτο ορισμό για την αγάπη, γιατί η αγάπη δεν αφορά μόνο την επιθυμία και την χαρά. Η φιλία δεν είναι καθήκον, αφού η αγάπη δεν επιβάλλεται, είναι όμως αρετή, αφού η αγάπη είναι μια ενεργός δύναμη, ένα προσόν, μια υπεροχή. Ο τρίτος ορισμός για την αγάπη περιγράφει την πιο ριζοσπαστική μορφή αγάπης. Η αγάπη εδώ περιγράφεται με την ανιδιοτελή της μορφή, αποτελώντας την πιο ριζοσπαστική μορφή αγάπης. Το άτομο δεν αγαπά επειδή ο άλλος ικανοποιεί τις ανάγκες του, δεν αγαπά επειδή του προσφέρει χαρά, αγαπά, χωρίς να απαιτεί ανταπόδοση. Η αγάπη περιγράφεται εδώ ως προσφορά, ανιδιοτέλεια, καλοσύνη, συγχώρεση, φροντίδα και αποδοχή του άλλου. Η αγάπη δεν χρειάζεται να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα, καθώς το άτομο δεν αγαπά μόνο όποιος είναι αγαπητός, αλλά προσπαθεί να αγαπήσει τον άλλο, επειδή είναι άνθρωπος. Η αγάπη δεν είναι απλώς μια ακόμη αρετή. Μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή των υπόλοιπων αρετών.

Αυτά τα τρία είδη αγάπης περιγράφουν μια σταδιακή απομάκρυνση από το εγώ. Το άτομο αρχικά αναρωτιέται τι του λείπει, βιώνοντας τον έρωτα, στη συνέχεια, αναρωτιέται τι του προκαλεί χαρά, βιώνοντας τη φιλία και έπειτα αναρωτιέται τι μπορεί να προσφέρει; Αυτό το πέρασμα από το παίρνω προς το μοιράζομαι και τελικά προς το δίνω σκιαγραφεί τα τρία είδη της αγάπης.

 

Πηγή:

Andre Comte-Sponville.  2002. Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών. Εξάντας- Νήματα.

 

Νίκος Κουραβάνας- Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών

Του Andre Comte-Sponville

 

«Για τις αρετές δεν μιλάμε πια καθόλου, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τις έχουμε πλέον ανάγκη, ούτε μας δίνει το δικαίωμα να τις αποκηρύξουμε. Καλύτερα να διδάξουμε τις αρετές παρά να καταδικάζουμε τα ελαττώματα, έλεγε ο Σπινόζα: καλύτερη η χαρά από τη θλίψη, καλύτερος ο θαυμασμός από την περιφρόνηση, καλύτερο το παράδειγμα προς μίμηση από την ντροπή. Σκοπός του βιβλίου δεν είναι να δώσει μαθήματα ηθικής, αλλά να βοηθήσει τον καθένα μας να γίνει κύριος του εαυτού του, όπως του ταιριάζει, και μοναδικός του κριτής. Αλλά με τι σκοπό; Να γίνει πιο ανθρώπινος, πιο δυνατός, πιο γλυκός. 

 

Η αρετή είναι δύναμη, είναι αριστεία, είναι απαίτηση. Οι αρετές είναι οι ηθικές μας αξίες, αλλά ενσαρκωμένες, στο μέτρο του δυνατού, βιωμένες, δρώσες: πάντοτε μοναδικές. Όπως ο καθένας μας, πάντοτε πολύμορφες, όπως οι αδυναμίες τις οποίες μάχονται ή διορθώνουν. Δεν υπάρχει καλό από μόνο του, το καλό είναι κάτι που πρέπει να γίνει και είναι αυτό που αποκαλούμε αρετές. Αυτές λοιπόν θα αποτελέσουν εδώ το αντικείμενό μου: από την ευγένεια ως την αγάπη, δεκαοκτώ κεφάλαια με θέμα τις αρετές που μας λείπουν (όμως όχι εντελώς: πως αλλιώς θα μπορούσαμε να τις εννοήσουμε;) και που μας φωτίζουν» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Ένα βιβλίο που μέσα από τον δρόμο της φιλοσοφίας προσπαθεί να απαντήσει σε ένα διαχρονικό ερώτημα: πώς μπορούμε να ζήσουμε καλά και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι;

Ο Comte-Sponville δεν αντιμετωπίζει την αρετή ως σύνολο θρησκευτικών εντολών ή κοινωνικών κανόνων. Την αντιλαμβάνεται ως τρόπο ύπαρξης και πράξης. Για τον συγγραφέα, αρετή είναι η ποιότητα που κάνει έναν άνθρωπο καλύτερο και που εκδηλώνεται στην πράξη, όχι απλώς στις προθέσεις του. Δεν αρκεί, για παράδειγμα, να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο· πρέπει να πράττουμε δίκαια. Το βιβλίο είναι περισσότερο μια ηθική φιλοσοφία της καθημερινής ζωής.

Ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα ήθελε να είναι, ανάμεσα στις επιθυμίες και στις υποχρεώσεις του, ανάμεσα στον εγωισμό και στις σχέσεις με τους άλλους, καθώς και ανάμεσα στην αδυναμία και στην προσπάθεια για ηθική βελτίωση. Οι αρετές ουσιαστικά είναι πρακτικές μορφές ελευθερίας και ανθρωπιάς.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο αναλύει τις πιο βασικές αρετές, που είναι οι εξής:

Η ευγένεια, η πίστη, η φρόνηση, η εγκράτεια, το θάρρος, η δικαιοσύνη, η γενναιοδωρία, η συμπόνια, η μεγαλοθυμία, η ευγνωμοσύνη, η ταπεινότητα, η απλότητα, η ανοχή, η αγνότητα, η γλυκύτητα, η καλή πίστη, το χιούμορ και η αγάπη.

Μία από τις πρώτες μορφές ηθικής συμπεριφοράς είναι η ευγένεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να μην είναι ακόμη πραγματικά ενάρετος, αλλά η ευγένεια τον μαθαίνει να υπολογίζει την παρουσία του άλλου.  Μια ακόμη αρετή είναι η φρόνηση, που αναφέρεται στην ικανότητα να κρίνουμε τι πρέπει να κάνουμε σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Δεν υπάρχει ένας κανόνας για το ποια είναι η σωστή πράξη, το άτομο χρειάζεται κρίση, εμπειρία και επίγνωση των συνεπειών. Ο συγγραφέας αναφέρεται επίσης στο θάρρος, που δε σημαίνει απουσία φόβου, αλλά κατά πόσο μπορούμε να πράττουμε ακόμη κι όταν φοβόμαστε, παρά τον φόβο. Επίσης, μια από τις κορυφαίες κοινωνικές αρετές είναι η δικαιοσύνη, που σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε ότι ο άλλος έχει δικαιώματα και αξία ανεξάρτητα από το προσωπικό μας συμφέρον. Ακόμη, η γενναιοδωρία είναι η ικανότητα να δίνουμε χωρίς να απαιτούμε αντίστοιχο όφελος, και περιλαμβάνει τόσο υλικά όσο και συμβολικά αγαθά, όπως ο χρόνος, η προσοχή και η κατανόηση.

Μία ακόμη αρετή είναι η ευγνωμοσύνη, η οποία αντιστρέφει τη λογική της απαίτησης. Η ευγνωμοσύνη μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε το καλό που ήδη υπάρχει στη ζωή μας. Ο συγγραφέας περιλαμβάνει στις αρετές την ταπεινοφροσύνη, που είναι το να μην έχει υπερβολική ιδέα το άτομο για τον εαυτό του. Δεν σημαίνει ότι το άτομο υποτιμά τον εαυτό του, αλλά ότι ο άνθρωπος γνωρίζει ότι μπορεί να κάνει λάθος, ότι δεν γνωρίζει τα πάντα και ότι η αξία του δεν εξαρτάται από το να αποδεικνύει συνεχώς την ανωτερότητά του. Επίσης, η ανοχή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σύγχρονη κοινωνία. Το να είμαστε ανεκτικοί απέναντι στον άλλο σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του άλλου να έχει διαφορετικές απόψεις, εφόσον αυτές δεν παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα.

Μία ακόμη από τις αρετές που θεωρείται σημαντική από τον συγγραφέα είναι η αγάπη, η οποία μπορεί να κάνει πολλές από τις υπόλοιπες αρετές σχεδόν φυσικές. Η αγάπη βοηθάει την ύπαρξη και άλλων αρετών, καθώς η πραγματική αγάπη κάνει πιο εύκολη τη γενναιοδωρία, πιο αυθόρμητη τη συμπόνια, πιο ανθρώπινη τη δικαιοσύνη και χωρίς εξωτερική επιβολή τη φροντίδα για τον άλλο.

Οι αρετές είναι ένας τρόπος να προσεγγίζουμε, μέσα από τις πράξεις μας, αυτό που δεν μπορούμε πάντοτε να αισθανθούμε αυθόρμητα.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η αρετή μπορεί να απαιτεί θυσίες και να μας φέρνει αντιμέτωπους με δυσκολίες. Ωστόσο, ένας άνθρωπος που ζει χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς γενναιοδωρία και χωρίς σχέσεις ουσιαστικής αγάπης μπορεί να αποκτήσει επιτυχία, αλλά δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι ζει μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη ζωή. Άρα η ευτυχία δεν ταυτίζεται με την απόλαυση ή την επιτυχία. Συνδέεται με έναν τρόπο ζωής που θεωρούμε άξιο να ζούμε.

Μέσα από το διάβασμα του βιβλίου, φαίνεται ότι δεν γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι επειδή γνωρίζουμε θεωρητικά το καλό, αλλά επειδή προσπαθούμε να το πραγματοποιούμε στην πράξη. Η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Η αρετή επομένως βρίσκεται στη συνέπεια ανάμεσα στη σκέψη, στη στάση και στην πράξη.

 

Πηγή:

Andre Comte-Sponville.  2002. Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών. Εξάντας- Νήματα.

 

Νίκος Κουραβάνας- Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Η αδυσώπητη σκέψη των «μη πεπραγμένων»…

Μια εσωτερική δύναμη που μας ανυψώνει!

 

Αναφέρει ο διάσημος Γάλλος φιλόσοφος, ελληνιστής και σινολόγος Φρανσουά Ζυλλιέν στο βιβλίο του με τίτλο: «Εγκώμιο της απραξίας», τα εξής παρακάτω:

«Υπάρχει άραγε κανείς που μετά από μια κοπιαστικότατη μέρα εντατικής εργασίας όπου “έκανε” πολλά, δεν αναφώνησε το βράδυ αποκαμωμένος: “Αχ, κι όλα όσα δεν έκανα!”; Ας στραφούμε λοιπόν στην εμπειρία μας: όσο περισσότερα “κάνουμε”, όσο περισσότερο “πράττουμε”, τόσο περισσότερο φέρνουμε στο φως, γύρω από τα “πεπραγμένα” μας, όσα δεν κάναμε, εκείνα που δεν έγιναν - το πεδίο του “μη πεπραγμένου”. » (Ζυλλιέν, 2013).

Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη παράγραφος πραγματεύεται ένα βαθύ φιλοσοφικό ζήτημα: τη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη πράξη και στη συνειδητοποίηση όσων παραμένουν ανεκπλήρωτα. Ο Ζυλλιέν δεν επιχειρεί να διατυπώσει μια αφηρημένη θεωρία, αλλά ξεκινά από μια εμπειρία που είναι σχεδόν καθολική, τουλάχιστον στους ανθρώπους του Δυτικού κόσμου. Με το ρητορικό ερώτημα «Υπάρχει άραγε κανείς που μετά από μια κοπιαστικότατη μέρα εντατικής εργασίας όπου "έκανε" πολλά, δεν αναφώνησε το βράδυ αποκαμωμένος: "Αχ, κι όλα όσα δεν έκανα!";» καλώντας τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε μια γνώριμη και οικεία κατάσταση. Παρόλο που η ημέρα υπήρξε γεμάτη προσπάθεια και παραγωγικότητα, το κυρίαρχο συναίσθημα δεν είναι η πληρότητα, αλλά η αίσθηση ότι απομένουν ακόμη πράγματα να πραγματοποιηθούν, πράγματα που «έπρεπε» να γίνουν.

Στη συνέχεια ο Ζυλλιέν στρέφεται στην ίδια την ανθρώπινη εμπειρία ως μέσο επιβεβαίωσης της σκέψης του. Αντί να στηριχθεί σε θεωρητικά επιχειρήματα, προτείνει να παρατηρήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή μας. Διατυπώνει τότε ένα παράδοξο: όσο περισσότερο πράττουμε και όσο περισσότερα κατορθώνουμε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε όσα δεν έχουμε ακόμη κάνει. Η κοινή λογική θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι όσο περισσότερες υποχρεώσεις ολοκληρώνουμε, τόσο λιγότερες απομένουν. Ωστόσο, η πραγματικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας φαίνεται να λειτουργεί διαφορετικά. Κάθε πράξη δεν κλείνει έναν κύκλο· αντίθετα, ανοίγει νέους ορίζοντες και αποκαλύπτει νέες δυνατότητες ή προκλήσεις.

Η φράση «φέρνουμε στο φως» είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν σημαίνει ότι δημιουργούμε περισσότερες υποχρεώσεις, αλλά ότι αποκαλύπτουμε εκείνες που μέχρι τότε παρέμεναν αόρατες. Πριν αναλάβει κανείς ένα έργο, συχνά αγνοεί τις πολλές διαστάσεις και τις συνέπειές του. Μόλις όμως αρχίσει να δρα, αντιλαμβάνεται νέες ανάγκες, νέες προοπτικές και νέες ευθύνες. Έτσι, η ίδια η πράξη διευρύνει την επίγνωση του ανθρώπου και τον κάνει να βλέπει έναν πολύ μεγαλύτερο κόσμο από εκείνον που φανταζόταν αρχικά.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι έννοιες «πεπραγμένα» και «μη πεπραγμένα». Τα «πεπραγμένα» είναι όλα όσα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, τα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης. Αντίθετα, τα «μη πεπραγμένα» δεν αναφέρονται μόνο στις εκκρεμότητες της καθημερινότητας, αλλά σε ολόκληρο το πεδίο των δυνατοτήτων που παραμένουν ακόμη ανοιχτές. Είναι όλα όσα θα μπορούσαν να γίνουν, όσα δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν ως δυνατότητες μπροστά στον άνθρωπο. Όσο αυξάνονται τα πεπραγμένα, τόσο γίνεται πιο ευδιάκριτο αυτό το απέραντο πεδίο των μη πεπραγμένων.

Η σκέψη αυτή δεν αφορά μόνο τη φιλοσοφία, αλλά και την ψυχολογία του ανθρώπου. Συχνά οι πιο δραστήριοι και δημιουργικοί άνθρωποι είναι εκείνοι που αισθάνονται περισσότερο ότι δεν προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν όσα επιθυμούν. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή εργάζονται λιγότερο ή αποτυγχάνουν, αλλά επειδή η συνεχής δράση, τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται ολοένα περισσότερες δυνατότητες και περισσότερους στόχους. Με άλλα λόγια, όσο διευρύνεται η γνώση και η εμπειρία τους, τόσο διευρύνεται και η επίγνωση όσων παραμένουν ακόμη ανεξερεύνητα ή ανολοκλήρωτα.

Σε βαθύτερο επίπεδο, το θέμα που θίγει ο Ζυλλιέν εκφράζει μια αισιόδοξη αλλά και απαιτητική αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ζωή δεν είναι μια διαδικασία που κάποτε ολοκληρώνεται οριστικά, ούτε υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί ότι «τα έκανε όλα». Αντίθετα, κάθε επίτευγμα αποτελεί την αφετηρία νέων δυνατοτήτων, κάθε απάντηση γεννά νέα ερωτήματα και κάθε τέλος ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο δημιουργίας. Τα «μη πεπραγμένα» δεν είναι μόνο πηγές ανησυχίας ή άγχους· είναι συγχρόνως η απόδειξη ότι η ανθρώπινη ζωή παραμένει ανοιχτή, δημιουργική και γεμάτη προοπτικές ή νέες προκλήσεις.

Εν κατακλείδι, ο Ζυλλιέν αναδεικνύει το παράδοξο της ανθρώπινης δράσης: όσο περισσότερο πράττει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται την απεραντοσύνη όσων απομένουν να πραγματοποιηθούν. Η πράξη, επομένως, δεν περιορίζει τον ορίζοντα των δυνατοτήτων, αλλά τον διευρύνει. Η συνειδητοποίηση των «μη πεπραγμένων» δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας ή ανεπάρκειας, αλλά φυσική συνέπεια της δημιουργικής πορείας του ανθρώπου, ο οποίος, μέσα από κάθε έργο που ολοκληρώνει, ανακαλύπτει νέους στόχους, νέες ευθύνες και νέες δυνατότητες για δημιουργία. Ίσως, τελικά η αδυσώπητη σκέψη των μη πεπραγμένων, να αποτελεί εκείνη τη δύναμη που μας ωθεί σε κυνήγι νέων στόχων και που μας κινητοποιεί προς μια συνεχή εξέλιξη. Ίσως αυτή η δύναμη των μη πεπραγμένων να ερμηνεύει τους ανθρώπους που έχουν άσβεστη δίψα για σπουδές, για επαγγελματική ανέλιξη, για διαρκή σωματική, πνευματική και ψυχική ανάταση.

 

Πηγή:

Φ. Ζυλλιέν, 2013, Εγκώμιο της απραξίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου κατά τον Επίκουρο

Η επικούρεια φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η αληθινή ευτυχία προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς όμως να αποτελεί πραγματικό κακό για τον άνθρωπο. Σύμφωνα δηλ. με την επικούρεια φιλοσοφία, «η ευδαιμονική ζωή εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος, “το φρικωδέστατον δεινόν”, αφενός είναι αναπόφευκτος αλλά αφετέρου δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο. Το σκεπτικό του Επίκουρου για την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου προέρχεται από την ατομική φυσική, η οποία ήταν στην εποχή του, όπως και σήμερα, η μόνη συμβατή θεώρηση με τις παρατηρήσεις των φαινομένων» (Επίκουρος, 2016, σ. 51). 

 

Ο Επίκουρος, λοιπόν, βασίζει τη θέση του πως ο θάνατος αν και αναπόφευκτος δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο, στην ατομική θεωρία της φύσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αποτελείται από άτομα που σχηματίζουν το σώμα και την ψυχή του. Με τον θάνατο η σύνθεση αυτή διαλύεται, με αποτέλεσμα να παύουν να υπάρχουν οι αισθήσεις και κάθε δυνατότητα εμπειρίας. Εφόσον κάθε ευχάριστο ή δυσάρεστο γίνεται αντιληπτό μόνο μέσω των αισθήσεων, ο θάνατος δεν μπορεί να βιωθεί από εκείνον που πεθαίνει. Για τον λόγο αυτό, ο Επίκουρος καταλήγει ότι ο φόβος του θανάτου είναι αβάσιμος, αφού όσο ζούμε ο θάνατος δεν είναι παρών και όταν έρθει ο θάνατος δεν υπάρχουμε πλέον εμείς.

Παράλληλα, ο φιλόσοφος θεωρούσε ότι η επίγνωση της θνητότητας δίνει μεγαλύτερη αξία στη ζωή. Η βεβαιότητα ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος μας ωθεί να αξιοποιούμε κάθε στιγμή και να επιδιώκουμε μια ζωή ποιοτική και ευτυχισμένη, αντί να επιζητούμε απλώς τη μεγαλύτερη διάρκειά της. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στάση ζωής έχει η φρόνηση, η οποία βοηθά τον άνθρωπο να ελέγχει τα παράλογα συναισθήματα και τους ασυνείδητους φόβους που διαταράσσουν την ψυχική του ηρεμία.

Ο Επίκουρος πίστευε ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος τον θάνατο εξαρτάται από τον τρόπο που έχει ζήσει. Όποιος έχει συμφιλιωθεί με τους φόβους του μπορεί να δεχτεί το τέλος της ζωής με γαλήνη και αξιοπρέπεια. Αντίθετα, όποιος ζει διαρκώς υπό την κυριαρχία του φόβου είναι πιθανό να παραμείνει δυστυχισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η ιστορία δείχνει ότι οι Επικούρειοι, αλλά και αρκετοί μεταγενέστεροι υλιστές φιλόσοφοι που επηρεάστηκαν από τη σκέψη του, αντιμετώπισαν τον θάνατο με ψυχραιμία «όπως ο Χιουμ, ο Ντιντερό, ο Μπένθαμ, ο Μιλ και ο Σανταγιάνα. Αντίθετα, ο μεγάλος φόβος του επερχόμενου θανάτου έχει καταγραφεί για πολλούς ιδεαλιστές φιλοσόφους, όπως ο Καντ, ο Κίρκεγκααρντ, ο Λακάν και ο Ντεριντά, παρ’ όλο που πίστευαν σε παραμυθίες, όπως η μεταθανάτια ζωή και η θεία πρόνοια» (Επίκουρος, 2016, σ.52).

Αντίστοιχες απόψεις διατύπωσε και ο ψυχίατρος Ίρβιν Γιάλομ, ο οποίος υποστηρίζει ότι όταν ο άνθρωπος δεν αναμετριέται συνειδητά με τον φόβο του θανάτου, δυσκολεύεται να ζήσει ουσιαστικά και βιώνει έντονο άγχος. Για να προστατευτεί από αυτή την αγωνία, αναπτύσσει διάφορους ασυνείδητους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως η ταύτιση με τα παιδιά ή το έργο του, η προσκόλληση σε θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι καταναγκαστικές συμπεριφορές, η υπερβολική εργασία ή η αδιάκοπη επιδίωξη πλούτου και εξουσίας. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν εξαλείφουν πραγματικά τον φόβο, καθώς οι καταπιεσμένες σκέψεις επανέρχονται.

Η επικούρεια φιλοσοφία αποτελεί μια ιδιαίτερα αποτελεσματική υπαρξιακή και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, επειδή βοηθά τον άνθρωπο να αποδεχτεί τη θνητή φύση του και να αντιμετωπίσει συνειδητά τον φόβο του θανάτου. Η αποτελεσματικότητά της βασίζεται στην ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να μεταβάλλει τον τρόπο σκέψης του.

Τέλος, ο Επίκουρος, ήδη από την αρχαιότητα, είχε αντιληφθεί τη στενή σχέση ανάμεσα στη βιολογία, την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Υποστήριζε ότι η λανθασμένη χρήση της λογικής και των φυσικών μας τάσεων οδηγεί σε φόβους, υπερβολές και δυστυχία. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε τη φιλοσοφία θεραπεία της ψυχής, ικανή να βοηθήσει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις κενοδοξίες, τα ελαττώματα και τους φόβους του και να κατακτήσει την ευδαιμονία.

 

Πηγή:

Φιλόδημος, Περί Παρρησίας, Επικούρεια Ψυχοθεραπεία, μτφρ. Χ. Γιαπιτζάκης, Εκδόσεις Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2016. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Οι ψυχολογικές απόψεις του Τζων Λοκ

Ο Τζων Λοκ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του βρετανικού εμπειρισμού. Οι βασικές του ψυχολογικές και φιλοσοφικές απόψεις παρουσιάζονται στο έργο του «Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση» (1690). Επηρεασμένος από τον Χομπς, υποστήριξε ότι κάθε γνώση προέρχεται από την εμπειρία, διατυπώνοντας την άποψη ότι «δεν υπάρχει τίποτα στον νου που να μην έχει προηγουμένως περάσει από τις αισθήσεις».

 

Σύμφωνα με τον Λοκ, ο ανθρώπινος νους κατά τη γέννηση είναι μια tabula rasa, δηλαδή ένα «άγραφο χαρτί», χωρίς έμφυτες γνώσεις ή ιδέες. Όλες οι γνώσεις αποκτώνται σταδιακά μέσα από τις εμπειρίες που συλλέγει το άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Για τον λόγο αυτό απέρριψε την ιδέα ότι ο άνθρωπος γεννιέται με έμφυτες γνώσεις, είτε αυτές προέρχονται από τον Θεό είτε είναι ήδη ενσωματωμένες στη φύση του. Αντίθετα, πίστευε ότι ακόμη και οι έννοιες του Θεού και της ηθικής διαμορφώνονται μέσω της εμπειρίας.

Ο Λοκ έκανε διάκριση ανάμεσα στις αισθήσεις και στις αντιλήψεις. Οι αισθήσεις αποτελούν τα άμεσα ερεθίσματα που λαμβάνουμε από τον εξωτερικό κόσμο, ενώ οι αντιλήψεις δημιουργούνται όταν ο νους επεξεργάζεται και ερμηνεύει αυτά τα αισθητηριακά δεδομένα. Έτσι, οι βασικές μονάδες της σκέψης, δηλαδή οι ιδέες, προέρχονται από τις αισθήσεις και αναπτύσσονται μέσω του αναλογισμού.

Επιπλέον, ο Λοκ διαχώρισε τις ιδιότητες των αντικειμένων σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες. Οι πρωτεύουσες ιδιότητες, όπως το μέγεθος, το σχήμα, ο αριθμός και η κίνηση, υπάρχουν αντικειμενικά στα ίδια τα αντικείμενα. Αντίθετα, οι δευτερεύουσες ιδιότητες, όπως τα χρώματα, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι οσμές, δεν υπάρχουν αυτούσιες στα αντικείμενα, αλλά δημιουργούνται στον νου μας κατά τη διαδικασία της αντίληψης.

Η διάκριση αυτή οδήγησε τον Λοκ να εξετάσει τη φύση της πραγματικότητας και να υποστηρίξει ότι υπάρχουν δύο είδη ουσιών. Οι υλικές ουσίες αποτελούν τα αντικείμενα του φυσικού κόσμου, τα οποία γνωρίζουμε μέσω των πρωτευουσών ιδιοτήτων τους. Οι πνευματικές ουσίες, αντίθετα, σχετίζονται με τον νου και αντιστοιχούν στις νοητικές αναπαραστάσεις που σχηματίζουμε για τα αντικείμενα.

Σε αντίθεση με τους Γάλλους αισθησιοκράτες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι οι αισθήσεις αρκούν από μόνες τους για τη γνώση και υποβάθμιζαν τον ρόλο του νου, ο Λοκ υποστήριξε ότι ο νους είναι απαραίτητος. Ωστόσο, τον αντιμετώπιζε κυρίως ως παθητικό δέκτη των εμπειριών, αφού δεν δεχόταν την ύπαρξη έμφυτων ιδεών και θεωρούσε ότι η λειτουργία του εξαρτάται από τα αισθητηριακά ερεθίσματα.

Παρ' όλα αυτά, αναγνώρισε στον νου δύο σημαντικές λειτουργίες. Η πρώτη είναι ο συνειρμός, δηλαδή η ικανότητα να συνδέει μεταξύ τους διαφορετικές εμπειρίες και ιδέες. Οι συνδέσεις αυτές μπορεί να βασίζονται σε λογικές σχέσεις μεταξύ των γεγονότων ή να δημιουργούνται τυχαία. Οι τυχαίοι συνειρμοί αντιστοιχούν σε αυτό που σήμερα περιγράφεται ως ενισχυμένη τελετουργική ή προκατειλημμένη συμπεριφορά.

Η δεύτερη λειτουργία είναι ο αναλογισμός. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο νους συνδυάζει απλές ιδέες που προέρχονται από τις αισθήσεις και δημιουργεί νέες, πιο σύνθετες έννοιες. Σε αυτό το σημείο ο Λοκ διαφοροποιείται από τον Χομπς, καθώς θεωρεί ότι ο αναλογισμός αποτελεί μια νοητική διεργασία που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αισθήσεις.

Οι απόψεις του Λοκ επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της ψυχολογίας και της φιλοσοφίας. Η θεωρία του χαρακτηρίζεται ως ορθολογικός εμπειρισμός, επειδή, ενώ υποστήριζε ότι η γνώση προέρχεται από την εμπειρία, διατηρούσε τον ενεργό ρόλο του νου και ταυτόχρονα απομάκρυνε την παραδοσιακή θεολογική έννοια της ψυχής. Μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως ο Κοντιγιάκ, υιοθέτησαν τη βασική ιδέα ότι η γνώση προέρχεται από την εμπειρία, αλλά έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις αισθήσεις, αμφισβητώντας την αναγκαιότητα του ίδιου του νου. Παρ' όλα αυτά, η θεωρία του Λοκ για την καθοριστική επίδραση του περιβάλλοντος αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε ο βρετανικός εμπειρισμός.

 

Πηγή:

Brennan, J.F. (2009). Ψυχολογία. Ιστορία και Συστήματα. Επ. Επ. Π.Σ. Κορδούτης, Αθήνα: Τόπος

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου κατά τον Έριχ Φρομ

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθερία», ο Φρομ αναφέρει τα εξής:

«Οι ανάγκες οι οποίες διαμορφώνονται με βάση τις φυσικές επιταγές δεν είναι και οι μόνες επιτακτικές ανάγκες της ανθρώπινης φύσης. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία εξίσου επιτακτικών αναγκών που δεν είναι ριζωμένες στις οργανικές διαδικασίες, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα του ανθρώπινου τρόπου και της πρακτικής ζωής: Είναι οι ανάγκες του ατόμου να σχετιστεί με τον κόσμο γύρω του και να αποφύγει την απομόνωση. Αυτή η αίσθηση της απόλυτης μοναξιάς και της πλήρους απομόνωσης οδηγεί σε ψυχική αποδόμηση, όπως ακριβώς η ασιτία οδηγεί στον θάνατο. Αυτός ο συσχετισμός με τον κόσμο και με τους άλλους δεν είναι ταυτόσημος με την φυσική επαφή. 

 

Ένα άτομο μπορεί να είναι μόνο του υπό φυσική έννοια για πολλά χρόνια, αλλά να σχετίζεται με ιδέες ή με αξίες, ή έστω με κοινωνικά πρότυπα που του δίνουν μια αίσθηση κοινότητας και ανήκειν. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να ζει ανάμεσα σε άλλα άτομα και όμως να καταβάλλεται από ένα αίσθημα απόλυτης απομόνωσης, του οποίου συνέπεια είναι, αν μάλιστα το αίσθημα αυτό υπερβεί ένα όριο, μια κατάσταση ψυχικής αστάθειας με εκδήλωση σχιζοφρενικών διαταραχών. Αυτή η απουσία σύνδεσης με κάποιες αξίες, σύμβολα, πρότυπα μπορεί να ονομαστεί κατάσταση ηθικής απομόνωσης και είναι εξίσου αφόρητη με τη φυσική απομόνωση, ή μάλλον η φυσική απομόνωση γίνεται αφόρητη όταν συνδυάζεται και με ηθική απομόνωση. 

Ο πνευματικός συσχετισμός του ατόμου με τον κόσμο μπορεί να λάβει πολλές μορφές˙ ο καλόγερος στο κελί του ο οποίος πιστεύει στον Θεό, όπως και ο πολιτικός κρατούμενος που είναι φυλακισμένος στην απομόνωση, αλλά νιώθει ότι είναι κοντά στους συναγωνιστές του, δεν βιώνουν ηθική μοναξιά. Ούτε και ο Άγγλος ευγενής, ο οποίος φορά το σακάκι του για να δειπνήσει ακόμη και στο πλέον εξωτικό περιβάλλον ή ο μικροαστός, ο οποίος, αν και βαθύτατα απομονωμένος από τους συνανθρώπους του, αισθάνεται ενότητα με το έθνος του ή με τα σύμβολά του. Η μορφή του συσχετισμού με τον κόσμο ενδέχεται να είναι ευγενής ή κοινή, και πάλι όμως είναι προτιμότερο το τελευταίο από το να είναι κάποιος ολομόναχος. Η θρησκεία και ο εθνικισμός, όπως και κάθε έθιμο, και κάθε δοξασία, όσο παράλογα και μειωτικά και αν είναι, από τη στιγμή που συνδέουν το άτομο με τους άλλους αποτελούν καταφύγια απέναντι στον μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου: την απομόνωση» (Φρομ, σ.σ.39,40).

Στα ανωτέρω λόγια ξεδιπλώνεται το βάθος της σκέψης του Φρομ υπογραμμίζοντας ότι η ανάγκη του «ανήκειν» είναι ταυτόχρονα σωτήρια και επικίνδυνη, επειδή μπορεί να οδηγήσει τόσο στην ολοκλήρωση του ανθρώπου όσο και στην απώλεια της ελευθερίας του. Ο Φρομ, λοιπόν, στο απόσπασμα αυτό ασχολείται με την ανάγκη του ανθρώπου για σύνδεση. Η ανάγκη αυτή διαφαίνεται πως δεν αποτελεί απλώς μια ψυχολογική επιθυμία, αλλά έναν θεμελιώδη όρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος δεν συγκροτεί την ταυτότητά του εν κενώ· αποκτά επίγνωση του εαυτού του μέσα από τη σχέση με τον άλλον, μέσα από τον συγχρωτισμό και τη συναναστροφή, ανταλλάσει ιδέες, απόψεις, σκέψεις κι ως εκ τούτου μέσα από αυτή την ανταλλαγή, γίνεται συμμέτοχος σε ένα κοινό πλαίσιο αξιών, πεποιθήσεων, νορμών και στόχων ή σκοπών, νοηματοδοτώντας τη ζωή του.

Η αποκοπή από κάθε τέτοιο πλαίσιο δεν γεννά μόνο μοναξιά, αλλά και υπαρξιακή αβεβαιότητα, καθώς αν επέλθει η αποκοπή και η συναισθηματική ή η σωματική αλλοτρίωση, τότε το άτομο αδυνατεί να προσδώσει συνοχή στις σκέψεις, τις πεποιθήσεις, τις αξίες και τις εμπειρίες του και να εντάξει τη ζωή του σε μια ευρύτερη και πιο αισιόδοξη προοπτική. Συνεπώς, η ανάγκη του ανήκειν δεν εξαντλείται στη συναναστροφή με άλλους ανθρώπους· εκτείνεται στη βαθύτερη αναζήτηση νοήματος, εκεί όπου οι σκοποί, οι στόχοι, οι προσωπικές επιδιώξεις και τα όνειρα συναντούν συλλογικά ιδανικά, πολιτισμικές παραδόσεις ή πνευματικές αναζητήσεις.

Ωστόσο, θα πρέπει κανείς να λάβει σοβαρά υπόψη ότι η ίδια αυτή ανάγκη του ανήκειν, καθιστά τον άνθρωπο ευάλωτο. Προκειμένου να διαφύγει τον φόβο της απομόνωσης, συχνά προσκολλάται άκριτα σε ομάδες, ιδεολογίες ή δόγματα, θυσιάζοντας την αυτονομία και την ελευθερία της σκέψης και της κρίσης του. Η βαθειά αυτή ανάγκη για αποδοχή μπορεί να αποβεί ισχυρότερη από την επιδίωξη της αλήθειας, με αποτέλεσμα το άτομο να συμμορφώνεται σε αντιλήψεις ή πρακτικές που υπό διαφορετικές συνθήκες θα απέρριπτε. Κατά συνέπεια, η ανθρώπινη πρόκληση δεν συνίσταται μόνο στην υπέρβαση της μοναξιάς, αλλά και στην εξεύρεση μορφών σύνδεσης που να διαφυλάσσουν συγχρόνως την ελευθερία, την κριτική σκέψη και την προσωπική ακεραιότητα της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του. Η αυθεντική σχέση με τον κόσμο δεν οικοδομείται πάνω στην άκριτη ταύτιση, αλλά στην ελεύθερη και συνειδητή συμμετοχή σε κοινότητες και αξίες που αναγνωρίζουν και σέβονται τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου ή αλλιώς τον αληθινό εαυτό.

Πόσες φορές βλέπουμε ανθρώπους που παραμένουν σε σχέσεις, οι οποίες δεν τους ικανοποιούν κι ακόμη χειρότερα πόσες φορές βλέπουμε συνανθρώπους μας να παραμένουν σε σχέσεις καταπιεστικές, τοξικές, ακόμη και κακοποιητικές; Πόσες φορές δεν πιάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό να υπομένει λόγια προσβλητικά, άδικα, γεμάτα έλλειψη σεβασμού, ή χρωματισμένα με γερές δόσεις ειρωνείας; Κι όμως μείναμε εκεί υπομένοντας και περιμένοντας πως κάτι θα αλλάξει, και προσπαθήσαμε να προσποιηθούμε πως δήθεν καταλάβαμε λάθος, πως κάτι άλλο εννοούσαν αυτοί που μας πρόσβαλλαν. Κι έτσι παραμένουμε εκεί προσπαθώντας να πείσουμε τον εαυτό μας ότι όλη αυτή η αμηχανία και η πικρία που νιώθουμε είναι μια κατασκευή του μυαλού μας, μια πλάνη ή ένα αδικαιολόγητο συναίσθημα πικρίας. Το δίλημμα όμως είναι πολύ συγκεκριμένο: μήπως θυσιάζουμε την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας, εξαιτίας του φόβου της απομόνωσης και της μοναξιάς που μας κυριεύει;

 

Πηγή:

Erich Fromm, 2017, Ο Φόβος μπροστά στην Ελευθερία, Εκδόσεις Διόπτρα, Αθήνα. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Η μητέρα του Μέγγιου… Ένας πολύ διδακτικός θρύλος

Ένας από τους θρύλους για τον σπουδαίο Κινέζο φιλόσοφο Μέγγιο που έχει ως θέμα τη μητέρα του αξίζει της προσοχής μας, καθώς μέσα από αυτόν φανερώνεται η σημασία της ορθής εκπαίδευσης των παιδιών. Παραθέτουμε αυτούσιο τον θρύλο κι έπειτα ακολουθούν κάποια δικά μας σχόλια: 

 

https://www.shenyuncollections.com/blogs/blog/the-mother-of-mengzi-one-of-the-four-virtuous-mother

 

«Η μητέρα του Μέγκ Κέ από το Τσόου ήταν γνωστή ως η μητέρα Μέγκ. Το σπίτι της ήταν δίπλα σ’ ένα νεκροταφείο. Μικρό παιδί ο Μέγγιος στα παιχνίδια του υποδύονταν τον νεκροθάφτη κι έδειχνε ζήλο για το σκάψιμο και το χτίσιμο. “Αυτός δεν είναι τόπος για το παιδί μου”, είπε η μητέρα του βλέποντάς τον να παίζει. Άλλαξαν λοιπόν σπίτι και πήγαν να μείνουν δίπλα στην αγορά. Στα παιχνίδια του ο μικρός Μέγγιος υποδύονταν πλέον τον έμπορο, κι άρχισε ν’ αγοράζει και να πουλάει ό, τι έβρισκε. “Αυτός δεν είναι τόπος για το παιδί μου” είπε πάλι η μητέρα του, βλέποντάς τον να παίζει. Άλλαξαν σπίτι άλλη μια φορά και πήγαν να μείνουν δίπλα σ’ ένα σχολείο. Στα παιχνίδια του ο μικρός Μέγγιος υποδύονταν πλέον τον λόγιο της Αυλής κι άρχισε να τηρεί τελετικά. “Αυτός είναι τόπος για το παιδί μου”, είπε η μητέρα του βλέποντάς τον να παίζει και δεν άλλαξαν άλλο σπίτι. Όταν μεγάλωσε ο Μέγγιος, μελέτησε με θέρμη τις Έξι Τέχνες κι έγινε ξακουστός ως ένας από τους μεγάλους κομφουκιανούς…» (Μέγγιος, σ.17).

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι ο εν λόγω θρύλος επιχειρεί να αναδείξει τη μεγάλη επίδραση που έχει το περιβάλλον στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα ενός παιδιού. Μέσα από τον θρύλο για τη μητέρα του Μέγγιου, παρουσιάζεται η ιδέα ότι τα παιδιά μιμούνται όσα βλέπουν γύρω τους και επηρεάζονται έντονα από τα πρότυπα, τις δραστηριότητες και τις αξίες του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Ίσως, αυτό υποτιμάται στις μέρες μας, διότι τονίζονται τα οικογενειακά πρότυπα και η επίδρασή τους, ενώ το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και η επίδρασή του στα παιδιά υποτιμώνται σε μεγάλο βαθμό.

Η μητέρα του Μέγγιου παρατήρησε ότι ο γιος της αναπαριστούσε στα παιχνίδια του ό,τι κυριαρχούσε στον χώρο όπου ζούσε. Όταν κατοικούσαν κοντά σε νεκροταφείο, μιμούνταν τους νεκροθάφτες. Όταν μετακόμισαν δίπλα στην αγορά, υιοθέτησε συμπεριφορές εμπόρου. Αντίθετα, όταν βρέθηκαν κοντά σε σχολείο, άρχισε να μιμείται τους μορφωμένους ανθρώπους, τους δασκάλους δηλαδή, κι έτσι άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση και την πνευματική καλλιέργεια. Η μητέρα του αντιλήφθηκε ότι το κατάλληλο περιβάλλον μπορούσε να συμβάλει θετικά στην ανατροφή και την εκπαίδευσή του και γι’ αυτό επέλεξε να παραμείνει κοντά στο σχολείο.

Επεκτείνοντας αυτό τον βασικό συλλογισμό, θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε ότι η εκπαίδευση ενός παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από τη διδασκαλία που λαμβάνει από το σπίτι του, αλλά και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Οι γονείς βεβαίως έχουν τον σημαντικότερο ρόλο, καθώς καλούνται να δημιουργούν διαρκώς συνθήκες που θα ενθαρρύνουν τη μάθηση, την ηθική ανάπτυξη και την καλλιέργεια θετικών προτύπων για το παιδί. Το ζητούμενο, λοιπόν, που θα έπρεπε να απασχολήσει πρωταρχικά τους γονείς έχει να κάνει με το πώς θα ελέγξουν αυτό το περιβάλλον, προκειμένου το παιδί να έχει στη διάθεσή του τα κατάλληλα ερεθίσματα κι εκείνες τις προσλαμβάνουσες που θα το βοηθήσουν να ξεδιπλώσει μια σταθερή και συγκροτημένη προσωπικότητα. Η υπερ-έκθεση του παιδιού σε κάθε λογής οθόνες συμβάλλει λόγου χάρη σε αυτό το ζητούμενο;

Ο θρύλος καταλήγει να δείχνει ότι η σωστή ανατροφή και το κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην εξέλιξη ενός παιδιού και στην επίτευξη σημαντικών στόχων στη ζωή του. Ο θρύλος, αναδεικνύει επίσης, έναν βασικό τρόπο μέσα από τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν˙ κυρίως παρατηρώντας, μιμούμενα και αφομοιώνοντας τα ερεθίσματα που δέχονται από τον κόσμο γύρω τους. Οι συμπεριφορές, οι αξίες και οι συνήθειες που επικρατούν στο περιβάλλον τους, επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο κι αυτά θα σκέφτονται, θα παίζουν και θα αντιλαμβάνονται τη ζωή.

Η μητέρα του Μέγγιου παρατηρούσε προσεκτικά τη συμπεριφορά του παιδιού της και αντιλαμβανόταν ότι τα παιχνίδια του αντανακλούσαν όσα έβλεπε καθημερινά. Η μητέρα του, κατανοώντας τη σημασία αυτής της επιρροής, αναζήτησε έναν χώρο που θα παρείχε πιο θετικά και μορφωτικά πρότυπα. Άραγε οι γονείς σήμερα έχουν την παρατηρητικότητα που είχε η μητέρα του Μέγγιου; Όταν τελικά εγκαταστάθηκαν κοντά σε ένα σχολείο, ο μικρός Μέγγιος άρχισε να μιμείται τους λογίους και να δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση, την πειθαρχία και τις τελετουργικές πρακτικές. Τότε η μητέρα του θεώρησε ότι είχε βρει το κατάλληλο περιβάλλον για την ανατροφή του. Η απόφασή της αυτή αποδείχθηκε σωστή, καθώς ο Μέγγιος μεγάλωσε, αφιερώθηκε στη μελέτη και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της κινεζικής παράδοσης.

Εν κατακλείδι, η εκπαίδευση των παιδιών δεν περιορίζεται μόνο στη διδασκαλία που προσφέρει η οικογένεια ή το σχολείο. Εξίσου σημαντικό είναι το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά. Οι γονείς έχουν ευθύνη να επιλέγουν και να διαμορφώνουν συνθήκες που ενισχύουν τη μάθηση, την ηθική καλλιέργεια και την ανάπτυξη θετικών προτύπων. Ο θρύλος υπογραμμίζει ότι ένα υποστηρικτικό και παιδαγωγικά κατάλληλο περιβάλλον μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην εξέλιξη ενός παιδιού και στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων του. Τελικά, η ιστορία αυτή της μητέρας του Μέγγιου αποτελεί ένα διαχρονικό παράδειγμα για τη σημασία της σωστής αγωγής και της προσεκτικής επιλογής των επιρροών που δέχεται ένα παιδί, δείχνοντας ότι το περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει είτε ως παράγοντας ανάπτυξης είτε ως παράγοντας περιορισμού των δυνατοτήτων του. Ας έχουμε υπόψη αυτά και για την ανατροφή των δικών μας παιδιών!

 

Πηγή:

Μέγγιος, Το βιβλίο του Μέγγιου, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Εκδόσεις Ινδίκτος, Αθήνα, 2006.

  

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Mahatma Gandhi: Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη, έπεσε θύμα βίας!

Ο Mohandas Karamchand Gandhi γεννήθηκε το 1869 στην Ινδία, σε μια απλή οικογένεια. Η μητέρα του ήταν βαθιά θρησκευόμενη και επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των αξιών του. Στο σπίτι του υπήρχε σεβασμός προς διαφορετικές θρησκείες, καθώς εκτός από τις ινδουιστικές παραδόσεις, διάβαζαν κείμενα του Βουδισμού, του Ισλάμ και του Χριστιανισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Gandhi ανέπτυξε μια φιλοσοφία ζωής βασισμένη στην απλότητα, την αυτοθυσία και την προσφορά προς τους άλλους.

 

Αφού σπούδασε νομικά στην Αγγλία και εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος στη Νότια Αφρική, επέστρεψε στην πατρίδα του. Εκείνη την εποχή η Ινδία βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή και πολλοί Ινδοί επιθυμούσαν την ελευθερία τους. Ο Gandhi αφιερώθηκε στον αγώνα για την ανεξαρτησία της χώρας, προωθώντας την ειρηνική αντίσταση. Όταν οι Βρετανοί απαίτησαν να συλλέξουν τα δακτυλικά αποτυπώματα των Ινδών, εκείνος κάλεσε τον λαό να αρνηθεί ειρηνικά να συμμορφωθεί.

Από το 1919 έως το 1922 οργάνωσε μεγάλες αλλά μη βίαιες κινητοποιήσεις, απεργίες και μποϊκοτάζ. Παρότρυνε τους Ινδούς να μη συνεργάζονται με τις βρετανικές αρχές, να μη φοιτούν σε βρετανικά σχολεία, να μη χρησιμοποιούν τα βρετανικά δικαστήρια και να αποφεύγουν ακόμη και την αγγλική γλώσσα. Οι βρετανικές δυνάμεις συχνά αντέδρασαν βίαια, προκαλώντας τον θάνατο πολλών διαδηλωτών. Παρ’ όλα αυτά, ο Gandhi έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στον λαό, ο οποίος τον θεωρούσε πρότυπο. Γι’ αυτό και απέκτησε το προσωνύμιο «Mahatma», που σημαίνει «Μεγάλη Ψυχή».

Το 1930 ηγήθηκε μιας ακόμη σημαντικής πράξης πολιτικής ανυπακοής. Διαμαρτυρόμενος για τον βρετανικό νόμο που απαγόρευε στους Ινδούς να παράγουν δικό τους αλάτι, ξεκίνησε μια πορεία προς τη θάλασσα μαζί με τους υποστηρικτές του. Καθώς η πορεία προχωρούσε, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συμμετείχαν. Την ίδια περίοδο χιλιάδες Ινδοί είχαν φυλακιστεί επειδή παραβίαζαν ειρηνικά τους αποικιακούς νόμους. Η κατάσταση αυτή εξέθεσε τη βρετανική διοίκηση διεθνώς και ενίσχυσε το αίτημα για ανεξαρτησία.

Παρότι δεν κατείχε κάποιο επίσημο κυβερνητικό αξίωμα, ο Gandhi έγινε ο βασικός συνομιλητής των Βρετανών στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Ινδίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των συζητήσεων φυλακίστηκε αρκετές φορές, γεγονός που προκάλεσε νέες διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Τελικά, το 1947, η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία.

Ο Gandhi συνέβαλε καθοριστικά στη μετάβαση της χώρας στην αυτοδιοίκηση με ειρηνικά μέσα. Οι ιδέες του για τη μη βία και την πολιτική ανυπακοή επηρέασαν αργότερα πολλούς λαούς και κινήματα σε όλο τον κόσμο που αγωνίζονταν για ελευθερία και δικαιώματα.

Το 1948 δολοφονήθηκε από έναν ακραίο Ινδουιστή, ο οποίος διαφωνούσε με τη στάση του απέναντι στους μουσουλμάνους. Ο Gandhi υποστήριζε τη συμφιλίωση, την ανοχή και τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων της Ινδίας. Έτσι, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη έπεσε θύμα της βίας.

Παρά τη μεγάλη του φήμη και τον τίτλο του «Πατέρα της Ινδίας», ο Gandhi παρέμεινε πάντα λιτός και ταπεινός. Ζούσε με απλότητα, αποφεύγοντας τις πολυτέλειες και κατασκευάζοντας ο ίδιος τα ρούχα του. Η αυτάρκεια, η εγκράτεια και η αφοσίωσή του στις αρχές του χαρακτήρισαν ολόκληρη τη ζωή του, ακόμη και όταν βρέθηκε στο επίκεντρο σημαντικών ιστορικών εξελίξεων.

 

Πηγή:

Randy Larsen, David M. Buss, 2020, Ψυχολογία της προσωπικότητας: τα πεδία της γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση, επιστημονική επιμέλεια Γρηγόρης Ποταμιάνος, μετάφραση Μαριάννα Μήκου, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.