Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχανάλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχανάλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Αρσενική διαμαρτυρία, Adler

Στη θεωρία της Ατομικής Ψυχολογίας του Alfred Adler, η αρσενική διαμαρτυρία (masculine protest) αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο αντιστάθμισης και υπεραντιστάθμισης απέναντι σε βιώματα κατωτερότητας, αδυναμίας ή ανεπάρκειας. Ο Adler υποστήριζε ότι ο άνθρωπος, ιδιαίτερα όταν βιώνει έντονα αισθήματα κατωτερότητας, αναπτύσσει προσπάθειες προκειμένου να τα υπερβεί και να αποκτήσει μεγαλύτερη αίσθηση ικανότητας, αξίας και ελέγχου.

 

Η αρσενική διαμαρτυρία εκδηλώνεται όταν το άτομο προσπαθεί να αποδείξει —στον εαυτό του και στους άλλους— ότι είναι δυνατό, ανεξάρτητο, ικανό, κυρίαρχο και ανώτερο. Έτσι, μια εσωτερική αίσθηση αδυναμίας μπορεί να μετατραπεί σε εξωτερική επίδειξη δύναμης. Η συμπεριφορά αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο αισθάνεται πραγματικά ισχυρό· αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις η έντονη ανάγκη επίδειξης δύναμης μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε βαθύτερα αισθήματα ανεπάρκειας.

Ο όρος «αρσενική» δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλώς ως βιολογικό χαρακτηριστικό ή ως συμπεριφορά που αφορά αποκλειστικά τους άνδρες. Ο Adler χρησιμοποίησε την έννοια για να περιγράψει την προσπάθεια υιοθέτησης χαρακτηριστικών που, στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής του, θεωρούνταν «ανδρικά», όπως η δύναμη, η επιθετικότητα, η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η αποφασιστικότητα. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε ότι και οι γυναίκες μπορούσαν να εκδηλώσουν αρσενική διαμαρτυρία, ιδιαίτερα όταν ένιωθαν ότι βρίσκονταν σε θέση κοινωνικής ή προσωπικής μειονεξίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση της αρσενικής διαμαρτυρίας με το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Στο αντλεριανό πλαίσιο, το αίσθημα κατωτερότητας δεν είναι από μόνο του παθολογικό. Ένα ορισμένο αίσθημα ανεπάρκειας μπορεί να κινητοποιήσει το άτομο να μάθει, να εξελιχθεί και να βελτιώσει τη ζωή του. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η αίσθηση κατωτερότητας γίνεται υπερβολική ή όταν το άτομο προσπαθεί να την καλύψει μέσω μιας άκαμπτης ανάγκης να φαίνεται πανίσχυρο ή ανώτερο.

Η αρσενική διαμαρτυρία, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ως μια αντισταθμιστική στρατηγική. Για παράδειγμα, ένα παιδί που αισθάνεται αδύναμο, παραμελημένο, εξαρτημένο ή διαρκώς υποτιμημένο μπορεί να αναπτύξει την πεποίθηση ότι «πρέπει να γίνω δυνατός για να αξίζω». Στην ενήλικη ζωή αυτή η πεποίθηση μπορεί να εκφραστεί ως υπερβολική ανάγκη ελέγχου, ανταγωνιστικότητας, επιτυχίας, κυριαρχίας ή αποφυγής οποιασδήποτε κατάστασης θα μπορούσε να αποκαλύψει αδυναμία ή εξάρτηση.

Σημαντική είναι επίσης η έννοια του ιδεώδους του εαυτού. Το άτομο μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα του ανθρώπου που «πρέπει» να γίνει —πανίσχυρου, αλάνθαστου, επιτυχημένου και ανεξάρτητου— και να προσπαθεί συνεχώς να προσεγγίσει αυτή την εικόνα. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό βίωμα του εαυτού και σε αυτό το ιδανικό, τόσο ισχυρότερη μπορεί να γίνει η ανάγκη για αντισταθμιστική συμπεριφορά.

Από αντλεριανή σκοπιά, επομένως, δεν έχει σημασία μόνο τι κάνει ένα άτομο, αλλά και ποιον ψυχολογικό σκοπό εξυπηρετεί η συμπεριφορά του. Η επιθετικότητα, η ανάγκη κυριαρχίας ή η υπερβολική επιδίωξη επιτυχίας μπορεί, σε διαφορετικά άτομα, να εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Στην περίπτωση της αρσενικής διαμαρτυρίας, ο σκοπός μπορεί να είναι η αποκατάσταση μιας αίσθησης προσωπικής αξίας και δύναμης που το άτομο αισθάνεται ότι στερείται.

Επομένως, η αρσενική διαμαρτυρία στον Adler είναι η υπεραντισταθμιστική προσπάθεια του ατόμου να υπερνικήσει ή να καλύψει αισθήματα κατωτερότητας υιοθετώντας και επιδεικνύοντας υπερβολικά χαρακτηριστικά δύναμης, κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και ανωτερότητας.

Ένα σημαντικό σημείο είναι ότι ο Adler δεν θεωρούσε κάθε φιλοδοξία, δύναμη ή επιθυμία επιτυχίας «αρσενική διαμαρτυρία». Κρίσιμο είναι το κίνητρο και ο ψυχολογικός σκοπός της συμπεριφοράς, ιδιαίτερα όταν αυτή λειτουργεί ως αντιστάθμιση ενός βαθύτερου αισθήματος ανεπάρκειας.

 

Πηγή:

David Funder, 2025. Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Freud, Jung & May: Το δαινομικό στοιχείο

Ο Sperber χρησιμοποιεί την έννοια του δαιμονικού για να περιγράψει ισχυρές εσωτερικές δυνάμεις ή παρορμήσεις που μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτές μπορεί να είναι η σεξουαλικότητα, η επιθυμία, ο έρωτας, η επιθετικότητα, ο θυμός, η οργή ή η ανάγκη για δύναμη. Το σημαντικό είναι ότι αυτές οι δυνάμεις δεν είναι απαραίτητα αρνητικές· μπορούν να οδηγήσουν τόσο σε δημιουργικές όσο και σε καταστροφικές εκδηλώσεις.

 

Ο Sperber εξετάζει την έννοια μέσα από τρία διαφορετικά θεωρητικά πλαίσια:

Freud: οι ισχυρές παρορμήσεις συνδέονται περισσότερο με ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις και ενστικτώδεις ορμές.

Jung: το δαιμονικό μπορεί να συνδεθεί με βαθύτερες πλευρές της ψυχής και με την ευρύτερη έννοια της ψυχικής ενέργειας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στη σεξουαλικότητα.

Υπαρξισμός: δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ελευθερία, την επιλογή και την προσωπική ευθύνη απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις.

Η υπαρξιακή διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική: ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωτικά υποδουλωμένος στις παρορμήσεις του. Μπορεί να τις αναγνωρίσει, να τις βιώσει συνειδητά και να αποφασίσει πώς θα τις εκφράσει. Σε σχετική αναπαραγωγή αποσπάσματος του άρθρου τονίζεται ότι το άτομο μπορεί να σταθεί απέναντι στη δαιμονική εμπειρία, να «παύσει» και στη συνέχεια να αποφασίσει αν, πότε και πώς θα ενεργήσει πάνω στην παρόρμηση.

Επομένως, το δαιμονικό δεν ταυτίζεται με το κακό. Είναι περισσότερο μια ισχυρή, πρωταρχική ψυχική ενέργεια που μπορεί να πάρει διαφορετική κατεύθυνση. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια τέτοια δύναμη καταλαμβάνει υπερβολικά την προσωπικότητα και περιορίζει την ελευθερία επιλογής.

Η συζήτηση του Sperber βρίσκεται πολύ κοντά στην υπαρξιακή αντίληψη του Rollo May για το daimonic. Για τον May, το δαιμονικό μπορεί να αφορά φυσικές ανθρώπινες δυνάμεις όπως ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η οργή και η επιθυμία για δύναμη. Αυτές μπορούν να γίνουν δημιουργικές ή καταστροφικές ανάλογα με το πώς ενσωματώνονται στη συνειδητή ζωή του ατόμου.

Ο Sperber παρουσιάζει το «δαιμονικό» ως μια βαθιά και ισχυρή ψυχική δύναμη που μπορεί να εκδηλωθεί τόσο δημιουργικά όσο και καταστροφικά. Εξετάζοντας την έννοια από τη φροϋδική, τη γιουνγκιανή και την υπαρξιακή σκοπιά, υπογραμμίζει ιδιαίτερα την υπαρξιακή δυνατότητα του ανθρώπου να μην παραμένει παθητικός απέναντι στις εσωτερικές του παρορμήσεις, αλλά να τις αναγνωρίζει, να τις ενσωματώνει στη συνείδησή του και να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα τις εκφράσει. Έτσι, η ψυχολογική υγεία δεν σημαίνει εξάλειψη του «δαιμονικού», αλλά συνειδητή σχέση και δημιουργική διαχείρισή του.

 

Πηγή:

Sperber, M. (1975). The daimonic: Freudian, Jungian, and existential perspectives. The Journal of Analytical Psychology, 20(1), 41–49.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση του μύθου

Κατά τους γαλλόφωνους ψυχαναλυτικούς θεραπευτές της οικογένειας, οι μύθοι λειτουργούν εποικοδομητική, συνιστούν ερμηνείες και απαντήσεις σε αρχέγονα ερωτήματα που αφορούν στην καταγωγή, τη γέννηση, τον θάνατο, τις σχέσεις μεταξύ γενεών, συζυγών, αδελφών και συγγενών. Επικεντρώνοντας την προσοχή τους στους οικογενειακούς δεσμούς, οι ψυχαναλυτικοί θεραπευτές αναγνωρίζουν στους μύθους ρόλο θεσμοθέτη των σχέσεων της οικογένειας –του βαθμού και του τύπου συμμετοχής και εξάρτησης των μελών της.  

Οι μύθοι λειτουργούν ως εξής:

«Διασφαλίζουν τη συνοχή της οικογένειας. Αποτελούν πεδίο συνάντησης του ενδοψυχικού με το διαπροσωπικό, διαμορφώνουν τους δεσμούς των μελών συνεισφέροντας στον ορισμό των σχέσεων, των προσδοκιών και των αγορεύσεων μεταξύ των μελών, αλλά και μεταξύ της οικογένειας και του κοινωνικού συνόλου.

Προτείνουν μια οργάνωση των διαγενεακών και οικογενειακών σχέσεων καθώς και μια ερμηνεία της εξωτερικής πραγματικότητας.

Λειτουργούν ως δίαυλοι μετάδοσης της συλλογικής μνήμης της οικογένειας, την εντάσσουν σε μια γενεαλογία, σε μια ιστορικότητα και συνεπώς ενδυναμώνουν την ταυτότητά της.

Συνεπικουρούν στις διεργασίες προσαρμογής και αλλαγών στη λειτουργία της οικογένειας, ώστε αυτή να εξασφαλίσει τη συνέχεια της αναπτυξιακής της πορείας μέσω της μυθοποίησης, μιας συνεχούς δηλαδή αναδιαμόρφωσης των υπαρχόντων οικογενειακών μύθων. Με αυτή την έννοια, η οικογένεια είναι κληρονόμος αλλά και δημιουργός μύθων. Η μυθοποίηση αυτή επιτρέπει την αλαλγή στις προσδοκίες που έχει το κάθε μέλος για τα άλλα, στις απαγορεύσεις, στα όρια καθώς και στη νοηματοδότηση των σχέσεων. Είναι μια ομοιοστατική λειτουργία που διασφαλίζει την απρόσκοπτη εμφάνιση των ψυχοκοινωνικών αλλαγών της οικογένειας και τη διαχρονικότητα των δεσμών της» (σελ. 144-145).

Η οικογένεια φαίνεται πως αντιδρά απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση του μύθου που συνοδεύει την οικογένεια και διέπει τις σχέσεις της. Αν η οικογένεια ακολουθείται από τον μύθο περί επικίνδυνου εξωτερικού κόσμου και οι γονείς διαρκώς υπενθυμίζουν στα παιδιά τους ότι όλοι οι άλλοι γύρω τους θέλουν το κακό και μόνο οι ίδιοι μπορούν να τα προστατεύσουν, τότε η αυτονόμηση ενός ή περισσότερων μελών αποτελεί απειλή. Η ενεργοποίηση του μύθου δίνει τη δυνατότητα στο οικογενειακό σχήμα να συνεχίσει να ισορροπεί με τον τρόπο που έχει μάθει, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο λειτουργίας της, και εξασφαλίζει μια άμυνα απέναντι σε αυτό που φοβάται.

 

Πηγή:

Αναστασία Τσαμπαρλή, 2004, Η Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας, Εκδόσεις Ατραπός.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Τα πέντε θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή, του Bowlby

Μετά το πρωτοποριακό έργο του John Bowlby, η Θεωρία του Δεσμού εξελίχθηκε σημαντικά και εμπλουτίστηκε από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι μεταγενέστεροι ερευνητές επιχείρησαν να ταξινομήσουν τις συμπεριφορές δεσμού και να αναπτύξουν τρόπους αξιολόγησης και εφαρμογής τους στην ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του δεσμού. Ορισμένες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν τον δεσμό ως ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό που διαθέτει το άτομο, ενώ άλλες τον θεωρούν μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως με στατικές μετρήσεις.

Η σύγχρονη προσέγγιση που βασίζεται στο Δυναμικό Μοντέλο Ωρίμανσης Δεσμού και Προσαρμογής (Dynamic Maturational Model – DMM) δίνει έμφαση στον δεσμό ως μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τις απειλές του περιβάλλοντος. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του δεσμού συνδέεται στενά με τη λειτουργία του προβλεπτικού εγκεφάλου και των συστημάτων μνήμης, τα οποία συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συμπεριφορών που αποσκοπούν στην ασφάλεια και την επιβίωση.

Κεντρικό στοιχείο της θεραπευτικής σκέψης του Bowlby ήταν η έννοια της ασφάλειας. Σε αντίθεση με ορισμένες ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της εποχής του, που έδιναν έμφαση στη φαντασίωση ως πηγή τραύματος, ο Bowlby υποστήριξε ότι τα τραυματικά γεγονότα είναι πραγματικές εμπειρίες που επηρεάζουν βαθιά την ψυχική ανάπτυξη. Με βάση αυτή την παραδοχή, διατύπωσε πέντε βασικά θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή:

Να προσφέρει στον θεραπευόμενο μια ασφαλή βάση, μέσα από μια σχέση εμπιστοσύνης, υποστήριξης και αποδοχής.

Να τον βοηθήσει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και τις προσδοκίες που διαμορφώνει για τον εαυτό του και τους άλλους.

Να διερευνήσει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο κατανόησης των σχεσιακών του μοτίβων.

Να συνδέσει τις σημερινές του αντιλήψεις και συμπεριφορές με τις πρώιμες εμπειρίες του, ιδιαίτερα με τους γονείς ή άλλους σημαντικούς φροντιστές.

Να αναγνωρίσει ότι οι εικόνες που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του και τους άλλους μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον στην παρούσα πραγματικότητα και να χρειάζονται αναθεώρηση.

Στη σύγχρονη κατανόηση της θεωρίας του δεσμού, η ασφάλεια δεν θεωρείται μια σταθερή κατάσταση που είτε υπάρχει είτε απουσιάζει. Αντίθετα, αποτελεί μια διαρκή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τους κινδύνους του περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος αξιολογεί συνεχώς πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο αλλά και από το σώμα του, προκειμένου να εκτιμήσει πιθανές απειλές και να οργανώσει την κατάλληλη συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη λειτουργία του «προβλεπτικού εγκεφάλου», ο οποίος χρησιμοποιεί προηγούμενες εμπειρίες για να προβλέψει τι είναι πιθανό να συμβεί και να προετοιμάσει τις κατάλληλες αντιδράσεις. Έτσι, το παρελθόν λειτουργεί ως οδηγός για τη διαχείριση του παρόντος και τη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας.

Η θεωρία του δεσμού έχει εξελιχθεί σε μια θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών, όπου οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και ανταποκρινόμαστε στις σχέσεις μας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικαστική ή έμμεση μνήμη, η οποία καθοδηγεί πολλές από τις αντιδράσεις μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε συνειδητά.

Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται κίνδυνο, συχνά αντιδρά αυτόματα, πριν προλάβει να σκεφτεί λογικά την κατάσταση. Οι αντιδράσεις αυτές βασίζονται σε παλαιότερα μοτίβα μάθησης και εμπειρίας, τα οποία έχουν καταγραφεί στα συστήματα μνήμης. Για τον λόγο αυτό, οι συμπεριφορές που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από όσα δηλώνουμε συνειδητά, αλλά και από ασυνείδητες διαδικασίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες μας.

Στο πεδίο της παιδοψυχιατρικής, η έννοια της ασφαλούς βάσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η ασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη σχέση παιδιού–θεραπευτή. Αντίθετα, βασικός στόχος είναι η δημιουργία ενός επαρκώς ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το παιδί θα μπορεί να αναπτυχθεί και να επεξεργαστεί τις δυσκολίες του.

Ο θεραπευτής λειτουργεί ως υποστηρικτικός παράγοντας, βοηθώντας την οικογένεια να διαχειριστεί τις εντάσεις και να δημιουργήσει συνθήκες που ευνοούν τη συναισθηματική ανάπτυξη. Παράλληλα, η θεραπεία εστιάζει στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και των μοτίβων συμπεριφοράς που συντηρούν τις δυσκολίες. Επομένως, η σύγχρονη θεώρηση του δεσμού υπογραμμίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, η μνήμη, η επεξεργασία των πληροφοριών και η αναζήτηση ασφάλειας αποτελούν αλληλένδετες διαδικασίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.

 

Πηγή:

Wilkinson, S.R. (2024). Bowlby’s five therapeutic tasks: Bringing them up to date for children.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Bowlby: Η ζωή του και το έργο του

Ο John Bowlby (1907–1990) υπήρξε διακεκριμένος Βρετανός ψυχολόγος και ψυχίατρος, γνωστός κυρίως για τη διαμόρφωση της Θεωρίας του Δεσμού (Attachment Theory). Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, αναδεικνύοντας τη σημασία των πρώιμων σχέσεων με τους βασικούς φροντιστές για τη μετέπειτα ψυχική υγεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα του ατόμου.

Ο Bowlby γεννήθηκε σε μια οικογένεια της βρετανικής μεσαίας τάξης και οι προσωπικές του εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία επηρέασαν σημαντικά τις επιστημονικές του αναζητήσεις. Σε ηλικία επτά ετών στάλθηκε σε οικοτροφείο, μια εμπειρία που αργότερα χαρακτήρισε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πρόωρος αποχωρισμός από την οικογένειά του συνέβαλε στη διαμόρφωση των απόψεών του σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της συναισθηματικής στέρησης και της παρατεταμένης απομάκρυνσης των παιδιών από τους γονείς τους.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Κατά τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν συναισθηματικές δυσκολίες και παραβατική συμπεριφορά. Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να εστιάσει στον ρόλο που διαδραματίζουν οι πρώιμες οικογενειακές σχέσεις στη διαμόρφωση της ψυχικής υγείας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Bowlby παρατήρησε τις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που βίωναν τα παιδιά τα οποία είχαν αποχωριστεί τους γονείς τους λόγω των πολεμικών συνθηκών. Οι παρατηρήσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη της Θεωρίας του Δεσμού, η οποία συνδύασε στοιχεία από την ψυχανάλυση, την εξελικτική βιολογία και την ηθολογία.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι συμπεριφορές προσκόλλησης των βρεφών – όπως το κλάμα, η αναζήτηση εγγύτητας και η προσκόλληση στον φροντιστή – αποτελούν έμφυτους μηχανισμούς που έχουν εξελικτικό σκοπό: τη διασφάλιση της προστασίας και της επιβίωσης του παιδιού.

Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Bowlby είναι η έννοια του «Εσωτερικού Μοντέλου Εργασίας» (Internal Working Model). Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με τον βασικό φροντιστή, το παιδί διαμορφώνει εσωτερικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και τους άλλους. Οι εμπειρίες αυτές επηρεάζουν τις προσδοκίες του σχετικά με το κατά πόσο οι σημαντικοί άνθρωποι θα είναι διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί, καθώς και το αν το ίδιο αξίζει αγάπη, φροντίδα και αποδοχή.

Η θεωρία του Bowlby εμπλουτίστηκε περαιτέρω από το έργο της ψυχολόγου Mary Ainsworth, η οποία προσδιόρισε τέσσερις βασικούς τύπους δεσμού:

Ασφαλής δεσμός: Το παιδί αισθάνεται εμπιστοσύνη ότι ο φροντιστής θα είναι διαθέσιμος και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.

Αγχώδης-Αμφιθυμικός δεσμός: Το παιδί βιώνει έντονη αναστάτωση κατά την απομάκρυνση του φροντιστή και δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και μετά την επιστροφή του, λόγω αβεβαιότητας σχετικά με τη διαθεσιμότητά του.

Αποφευκτικός δεσμός: Το παιδί τείνει να αποφεύγει τη στενή επαφή και δεν αναζητά εύκολα παρηγοριά από τον φροντιστή, καθώς έχει μάθει ότι οι συναισθηματικές του ανάγκες δεν ικανοποιούνται επαρκώς.

Αποδιοργανωμένος δεσμός: Χαρακτηρίζεται από αντιφατικές, συγκεχυμένες ή ασυνεπείς συμπεριφορές απέναντι στον φροντιστή και συνδέεται συχνά με εμπειρίες τραύματος, φόβου ή παραμέλησης.

Η Θεωρία του Δεσμού εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά πλαίσια στην αναπτυξιακή ψυχολογία, επηρεάζοντας τόσο την έρευνα όσο και την κλινική πρακτική. Οι ιδέες του Bowlby έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνουν την προσωπικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ευημερία κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής.

 

Πηγή:

https://thevoiceofearlychildhood.com/an-introduction-to-john-bowlby/.

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η Ψυχαναλυτική Θεωρία του Freud

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου επηρεάζεται από εσωτερικές δυνάμεις, αναμνήσεις και συγκρούσεις που συνήθως βρίσκονται έξω από τη συνειδητή του επίγνωση. Οι παράγοντες αυτοί δρουν χωρίς το άτομο να τους ελέγχει πλήρως.

 

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, η προσωπικότητα και η συμπεριφορά διαμορφώνονται κυρίως από ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις. Το ασυνείδητο αποτελεί το τμήμα της προσωπικότητας που δεν γίνεται αντιληπτό από το άτομο. Σε αυτό βρίσκονται επιθυμίες, ανάγκες, αναμνήσεις και συγκρούσεις, κυρίως από την παιδική ηλικία, οι οποίες παραμένουν κρυμμένες επειδή προκαλούν άγχος ή ψυχική αναστάτωση. Ο Freud θεωρούσε ότι το ασυνείδητο επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές μας σκέψεις και πράξεις. Ο Freud πίστευε ότι η προσωπικότητα αποτελείται από τρία βασικά μέρη: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.

Το Εκείνο (Id)

Το Εκείνο είναι το πιο πρωτόγονο και έμφυτο μέρος της προσωπικότητας και υπάρχει από τη γέννηση. Περιλαμβάνει τα βασικά ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες, όπως η πείνα, η σεξουαλικότητα, η επιθετικότητα και οι παρορμήσεις. Λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ηδονής, δηλαδή επιδιώκει την άμεση ικανοποίηση των αναγκών και την αποφυγή της δυσφορίας ή της έντασης.

Το Εγώ (Ego)

Το Εγώ είναι το λογικό και ρεαλιστικό μέρος της προσωπικότητας. Λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στις απαιτήσεις του Εκείνου και στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Στόχος του είναι να ικανοποιεί τις ανάγκες του ατόμου με τρόπους που είναι κοινωνικά αποδεκτοί και ασφαλείς. Το Εγώ λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της πραγματικότητας.

Το Υπερεγώ (Superego)

Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει την ηθική συνείδηση του ατόμου. Περιλαμβάνει τις αξίες, τους κανόνες και τις αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος που αποκτά το παιδί από τους γονείς, τους δασκάλους και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η ανάπτυξή του ξεκινά περίπου στην ηλικία των 5-6 ετών και συνεχίζεται σταδιακά.

Η ανάπτυξη της προσωπικότητας

Ο Freud δεν ασχολήθηκε μόνο με τη δομή της προσωπικότητας αλλά και με τον τρόπο που αυτή αναπτύσσεται κατά την παιδική ηλικία. Υποστήριξε ότι η ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα από μια σειρά ψυχοσεξουαλικών σταδίων. Σε κάθε στάδιο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση του παιδιού συνδέονται με μια συγκεκριμένη περιοχή του σώματος.

Στο πρώτο στάδιο, το στοματικό, η ευχαρίστηση σχετίζεται με το στόμα, όπως το θηλασμό και το πιπίλισμα. Στη συνέχεια ακολουθεί το πρωκτικό στάδιο, όπου η ευχαρίστηση συνδέεται με τον έλεγχο των σωματικών λειτουργιών. Αργότερα εμφανίζεται το φαλλικό στάδιο, στο οποίο το ενδιαφέρον στρέφεται στα γεννητικά όργανα. Τέλος, κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, το άτομο εισέρχεται στο στάδιο της γενετήσιας λειτουργίας, όπου η σεξουαλική ενέργεια κατευθύνεται προς ώριμες διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Freud θεωρούσε ότι οι εμπειρίες που αποκτά το παιδί σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ενήλικα.

 

Πηγή: 

Feldman, Robert. Αναπτυξιακή ψυχολογία, Δια βίου προσέγγιση, Αθήνα, 2025.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Για τον χαρακτήρα»

Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση

 

«Ο χαρακτήρας συνιστά θυσία του αυθορμητισμού μας. Σήμερα μπορούμε να σκεφθούμε ψυχαναλυτικά τις περιπτώσεις όπου πάσχουν οι διαδικασίες της εσωτερίκευσης και το Εγώ λειτουργεί με ελλείμματα ψυχοποίησης. Στο μέτρο που δεν λειτουργεί επαρκώς η συμβολοποίηση το Εγώ οργανώνει στοιχεία του χαρακτήρα, που αναλαμβάνουν τις λειτουργίες της μητέρας - περιβάλλον. Οργανώνει τις δυσκολίες απαρτίωσης με "διοικητικές αποφάσεις", συνήθεις τρόπους συμπεριφοράς. 

 

Με τα στοιχεία του χαρακτήρα ρυθμίζουμε με "γεωγραφικές λύσεις" την απόσταση από το αντικείμενο που δεν έχουμε επαρκώς εσωτερικεύσει. Θέτουμε τα εξωτερικά αντικείμενα στη θέση των συμβολικών. Τα εμπλέκουμε σε δράσεις και αντιδράσεις. Τα στοιχεία του χαρακτήρα τονίζουν τη δομή της οργάνωσης, όχι τη σύγκρουση. Αντιμετωπίζουν τις εμπειρίες που το Εγώ δεν μπορεί να μεταβολίσει. Αποφεύγουν τις δευτερογενείς απωθήσεις. Συνδέουν "έξω - μέσα". Αφορούν την επεξεργασία των συγκρούσεων αλλά και την εκτόνωση των εντάσεων. Συντίθενται από το Εγώ από λιβιδινικές και τραυματικές πηγές.

Έχουν αμυντικό ρόλο, συγκρατούν έναν τόπο καθήλωσης, όπου θα σταθεί το Εγώ με διάρκεια και σταθερότητα για να αποκρούσει ή να αναδιοργανώσει μια παλινδρόμηση μέσα σε μια μεταβίβαση που θα ανοίξει νέους αναπαραστατικούς δρόμους.

Ο χαρακτήρας με μια "λογική μαφίας" προσφέρει προστασία από τις απειλές που ενεργοποιεί. Οργανώνει επαναλήψεις συμπεριφορών "αυτοθεραπείας" [θεραπείας συμπεριφοράς], μηχανισμών με τους οποίους το Εγώ ελέγχει τις άμυνες εναντίον της απειλής επανατραυματισμού» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Ο ασυνάρτητος χαρακτήρας εξαρτάται από τις δυσκολίες που συναντά το Εγώ ως προς καθέναν από τους τρεις παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Οι ασυνάρτητοι χαρακτήρες δεν είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας τη λειτουργία της εναρμόνισης των τριών διαφορετικών απαιτήσεων. Το να επιτύχουν τα άτομα τη γενετήσια κυριαρχία είναι η καλύτερη εγγύηση. Η σεξουαλική συμπεριφορά είναι το μοντέλο της γενικής συμπεριφοράς όλου του χαρακτήρα. Όταν έχει κατακτηθεί η γενετήσια κυριαρχία, οι διάφορες συνιστώσες ενορμήσεις εμφανίζονται ως μια απαρτιωμένη οργάνωση» (σελ. 126).

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Οι επαναλήψεις και η έννοια της μεταβίβασης στην ψυχανάλυση

«Η αποτυχία της ανάλυσης της 18χρονης Dora -Ida Bauer- το 1900, η οποία εγκατέλειψε σε κατάσταση σοκ τον Freud μετά από έντεκα εβδομάδες θεραπείας, οδήγησε στην ανακάλυψη της μεταβίβασης. Ο Freud κατάλαβε εκ των υστέρων ότι σε αυτή την ανάλυση δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως μια αντίσταση που πήγαζε από τη μεταβίβαση της εφήβου: ‘’Η μεταβίβαση, που φαίνεται να ορίζεται ως το μεγαλύτερο εμπόδιο, γίνεται ο πιο δυνατός σύμμαχος, εάν η παρουσία της μπορέσει να ανιχνευθεί και εξηγηθεί στην ασθενή’’.

 

Η Dora επισκέφθηκε τον Freud μετά την ερωτική σχέση που ανέπτυξε ο πατέρας της με την κ.Κ., τη γυναίκα ενός φιλικού ζευγαριού. Ο κ. Κ, για να εκδικηθεί την προδοσία, φλέρταρε την Dora, την κόρη του αντιζήλου του, φιλώντας τη μια μέρα ξαφνικά στο στόμα. Αυτό που τη σόκαρε, είπε στον Freud, είναι ότι όταν την έσφιξε ένιωσε το εν στύσει πέος πάνω στο σώμα της. Μετά ανέπτυξε αηδία και σοκ όταν ερχόταν σε επαφή με άνδρες, κατάθλιψη και ιδέες αυτοκτονίας» (σελ. 181).

Ο Sigmund Freud, στην περίπτωση της Dora, φαίνεται να ασκεί και ο ίδιος μια μορφή «σαγήνης», επιβάλλοντας τη δική του ερμηνεία ώστε να επιβεβαιώσει τη θεωρία του ότι τα υστερικά συμπτώματα έχουν σεξουαλική προέλευση και ότι τα όνειρα αποκαλύπτουν τις ασυνείδητες συγκρούσεις. Παρά τη διακοπή της θεραπείας, μετέτρεψε αυτή την αποτυχία σε θεωρητικό κέρδος: διαπίστωσε ότι η Dora μετέφερε στον αναλυτή συναισθήματα και σενάρια από σημαντικά πρόσωπα του παρελθόντος της. Έτσι, η σαγήνη που είχε βιώσει από τον φίλο του πατέρα της αναβίωνε στη σχέση της με τον ίδιο τον αναλυτή, ως συνέχεια μιας ακόμη παλαιότερης εμπειρίας με τον πατέρα της.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Freud αναθεώρησε εν μέρει τη στάση του. Το 1923 παραδέχθηκε σε υποσημείωση ότι δεν είχε αναγνωρίσει επαρκώς την έντονη ομόφυλη προσκόλληση της Dora στη μητέρα της ούτε τη σημασία του ομόφυλου έρωτα στον ψυχισμό της. Ομολόγησε ότι δεν τη βοήθησε να το συνειδητοποιήσει. Η αδυναμία του αυτή συνδεόταν και με τα θεωρητικά του όρια: ενώ στο κλινικό υλικό αναφερόταν στις πρώιμες εμπειρίες του θηλυκού σώματος και στις εσωτερικές γενετήσιες διεγέρσεις, στη θεωρία του απέρριπτε την ιδέα μιας πρωτογενούς θηλυκότητας, υποστηρίζοντας ότι το μικρό κορίτσι βιώνει τον εαυτό του ως «ευνουχισμένο αγόρι».

Η έννοια της μεταβίβασης είχε ήδη παρουσιαστεί από τον Freud το 1895 στις Μελέτες επί της Υστερίας, όπου περιγράφεται ως η μεταφορά ασυνείδητων αναπαραστάσεων στον αναλυτή — αρχικά θεωρούμενη κυρίως ως μορφή αντίστασης στην ανάκληση τραυματικών αναμνήσεων. Στην Η Ερμηνεία των Ονείρων (1900) μίλησε για «σκέψεις εκ μεταβίβασης»: όταν μια ασυνείδητη αναπαράσταση δεν μπορεί να εισέλθει αυτούσια στο συνειδητό, συνδέεται με μια προσυνειδητή ή συνειδητή παράσταση (όπως τα κατάλοιπα της ημέρας), διοχετεύοντας εκεί τη συναισθηματική της ένταση.

Αργότερα, ο Freud έδωσε έναν πιο δυναμικό ορισμό: οι μεταβιβάσεις είναι νέες εκδοχές παλαιών ενορμήσεων και φαντασιώσεων που ενεργοποιούνται στη θεραπεία και βιώνονται όχι ως αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανές εμπειρίες που αφορούν τον αναλυτή στο παρόν. Έτσι, ανοίχθηκε ένας νέος δρόμος κατανόησης του ασυνειδήτου.

Η μελέτη της μεταβίβασης εμπλουτίστηκε και από άλλους ψυχαναλυτές, όπως ο Sándor Ferenczi, ο οποίος τόνισε ότι οι ασθενείς συχνά ωθούν τον αναλυτή να ενσαρκώσει τον γονεϊκό ρόλο που ταυτόχρονα αγαπούν, φοβούνται και μισούν. Η μεταβίβαση είναι επομένως αμφιθυμική — θετική και αρνητική μαζί.

Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη, η μεταβίβαση δεν θεωρείται μόνο επανάληψη του παρελθόντος στο παρόν. Είναι και δημιουργία: μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να αναδυθεί και να μορφοποιηθεί ένα βίωμα που ποτέ πριν δεν είχε αναπαρασταθεί, εκφραστεί ή εγγραφεί στην ψυχική ιστορία του υποκειμένου. Έτσι, η μεταβίβαση γίνεται όχι μόνο ανάμνηση, αλλά και πρωτογενής εμπειρία.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Λακάν και Αριστοτέλης: το αίτιο

Η σύνδεση ανάμεσα στον Jacques Lacan και τον Αριστοτέλη γίνεται πιο σαφής αν δούμε ότι και οι δύο διαμορφώνουν τη σκέψη τους αντιπαρατιθέμενοι σε παρόμοιους θεωρητικούς «αντιπάλους». Ο Αριστοτέλης στράφηκε εναντίον των Ελεατών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το Είναι είναι ενιαίο, αμετάβλητο και ότι η μεταβολή είναι ψευδαίσθηση. Αντίθετα, ο ίδιος έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφίας του τη μεταβολή και το γίγνεσθαι: η πραγματικότητα δεν είναι στατική, αλλά μια ενιαία διαδικασία που δεν μπορεί να τεμαχιστεί σε εξωτερικά, άσχετα μεταξύ τους μέρη.

 

Ένα κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Bergson αφορά την τελεολογία. Ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε την τελεολογική εξήγηση, δηλαδή την ιδέα ότι τα φυσικά όντα κινούνται προς έναν σκοπό (τέλος). Ο Bergson, αντίθετα, άσκησε έντονη κριτική σε κάθε μορφή «εσωτερικού φιναλισμού», θεωρώντας ότι μια προκαθορισμένη τελική μορφή ακυρώνει την πραγματική διάρκεια του χρόνου και τη δημιουργική καινοτομία. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν υιοθετεί έναν ιδεαλισμό όπου η μορφή προϋπάρχει σε έναν υπερβατικό χώρο και κατευθύνει τα πράγματα εξ αρχής. Για εκείνον, η μορφή είναι το αποτέλεσμα —ο τερματικός σταθμός— της φυσικής διαδικασίας μεταβολής. Ο χρόνος, όπως και στον Bergson, δεν επιτρέπει να δοθούν όλα μονομιάς· παρεμβάλλεται ως καθυστέρηση και ανάπτυξη. Η τελεολογία, λοιπόν, στον Αριστοτέλη δεν είναι μηχανιστική πρόβλεψη αλλά μια προσπάθεια να εξηγηθεί η μεταβολή χωρίς να αναχθεί σε απλή εξωτερική ώθηση.

 

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά σημασία ο αριστοτελικός όρος «αυτόματον» (το αυτόματο). Ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να ορίσει την αιτία, υποστήριξε ότι κάθε φυσική υπόσταση διαθέτει μια εσωτερική αρχή μεταβολής. Παράλληλα όμως, για να διασφαλίσει τόσο την ποικιλία όσο και τη συνέχεια της κίνησης, εισήγαγε την έννοια του ‘’Πρώτο Κινούν’’, ως θεμελιακή αρχή που καθιστά δυνατή την κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται.

Το «αυτόματο», ωστόσο, δηλώνει μια διαφορετική κατηγορία συμβάντων: εκείνα που προκύπτουν από τη σύμπτωση ανεξάρτητων αιτιακών αλυσίδων. Δεν καθοδηγούνται από εσωτερικό σκοπό ούτε από ενιαία τελική αιτία. Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης γεγονότων που το καθένα έχει τη δική του αιτία, χωρίς να υπάρχει συνολική εξήγηση για τον συγχρονισμό τους. Με αυστηρούς όρους, η σύμπτωση δεν είναι ένα «ενιαίο» γεγονός με ενιαία αιτία.

Το κλασικό παράδειγμα που δίνει ο Αριστοτέλης είναι ο άνθρωπος που πηγαίνει στην αγορά για έναν συγκεκριμένο λόγο και τυχαίνει να συναντήσει εκεί έναν οφειλέτη που του επιστρέφει τα χρήματα. Η συνάντηση αυτή δεν συνέβη «για να» εισπράξει το χρέος· είναι προϊόν σύμπτωσης. Εδώ φαίνεται το όριο της τελικής αιτίας: δεν εξηγούνται όλα με όρους σκοπού.

Αυτή ακριβώς η διάσταση της «αποτυχίας» της τελικής αιτίας θα απασχολήσει τον Λακάν, ιδίως όταν επανερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου του Freud. Για τον Λακάν, το σημαίνον δίκτυο —ο συμβολικός μηχανισμός της γλώσσας— λειτουργεί με έναν τρόπο που θυμίζει το «αυτόματο»: κινείται πέρα από τις προθέσεις του υποκειμένου. Η αιτία, υποστηρίζει, δεν ταυτίζεται με το καθοριστικό στοιχείο μιας αλυσίδας· κάθε φορά που μιλάμε για αιτία, υπάρχει ένα υπόλοιπο ακαθοριστίας, ένα ρήγμα στο νόημα.

Έτσι, ενώ ο Αριστοτέλης διακρίνει ανάμεσα στην τελεολογική κίνηση και στη σύμπτωση, ο Λακάν θα αναδείξει το στοιχείο της αποτυχίας, του αστάθμητου και του μη-πλήρως-καθορισμένου ως δομικό στοιχείο της ίδιας της αιτιότητας. Η αιτία, στον Λακάν, δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα μέσα στην αλυσίδα των γεγονότων· είναι αυτό που τη διακόπτει, που εισάγει το απρόβλεπτο — ένα «αυτόματο» του σημαίνοντος που υπερβαίνει τόσο τον κλασικό τελεολογισμό όσο και τον καθαρό μηχανισμό.

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Ψυχαναλυτική προσέγγιση του παιδικού σχεδίου

«Η πρώτη μελέτη που έγινε αποκλειστικά πάνω στο σχέδιο, στο πλαίσιο της ψυχανάλυσης, είναι αυτή της Sophie Morgenstern το 1927 σε ένα κορίτσι άλαλο. Ήταν τότε που για πρώτη φορά μελετήθηκε ουσιαστικά η αξιοποίηση των σχεδίων στις ψυχαναλυτικές παρεμβάσεις. Η Morgenstern προσέγγισε την προβολική αξία του σχεδίου και έδειξε ότι το σχέδιο έχει εκφραστική αξία στο παιδί πολύ ανώτερη από τη γλώσσα και επίσης ότι ακολουθεί νόμους διαφορετικούς από αυτούς των ενηλίκων. Έδωσε έμφαση και ερμήνευσε τα σύμβολά που είχαν κυρίως σχέση με τη σεξουαλικότητα. Υποστήριζε ότι η έκφραση ασυνείδητων επιθυμιών στο σχέδιο παίζει τον ρόλο μιας βαλβίδας ασφαλείας που προσφέρει μια ακίνδυνη εκτόνωση των συναισθημάτων. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτά θα εγκλωβίζονταν και ίσως να γίνονταν επικίνδυνα. Οι εργασίες της έδωσαν ώθηση στις μετέπειτα ψυχαναλυτικές έρευνες σχετικά με το παιδικό σχέδιο, αλλά αναμφίβολα είχε προτείνει μια πολύ γενική ερμηνεία των σχεδίων. Τα συμπεράσματα της Morgenstern θεωρούνται έκτοτε βασικές αρχές στη φροϋδική- ψυχαναλυτική ερμηνεία του σχεδίου.

 

Αργότερα, η Francoise Dolto θέλησε να δώσει μεγαλύτερη αυστηρότητα σε αυτή την ερμηνεία με το να συγκρίνει διαφορετικές κλινικές περιπτώσεις, επιχειρώντας μια άλλη προσέγγιση μέσα από μια προβολική οπτική, εμπνευσμένη όμως από μεταγενέστερα ψυχαναλυτικά ρεύματα. Πίστευε στην ψυχαναλυτική αξιοποίηση του παιδικού σχεδίου. ‘’Με το παιδικό σχέδιο αποκτάμε πρόσβαση στις φαντασιακές αναπαραστάσεις, στο συναισθηματισμό, στην εσωτερική συμπεριφορά και στον συμβολισμό του υποκειμένου. Με αυτόν τον τρόπο το ίδιο το σχέδιο μας βοηθά αρχικά να το κατανοήσουμε σιωπηρά και στη συνέχεια να προσανατολίσουμε τη συζήτησή μας με τα παιδιά.

Ορισμένοι επιστήμονες αξιοποίησαν το παιδικό σχέδιο κατά την ψυχαναλυτική θεραπεία, συσχετίζοντάς το με το παιχνίδι και το όνειρο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Melanie Klein. Όσον αφορά τη σχέση με το όνειρο, η Klein διαπιστώνει τη στενή συγγένεια του σχεδίου και του ονείρου, αφού στο σχέδιο συναντάμε τους μηχανισμούς του ονείρου, όπως τη συμβολοποίηση, τη συμπύκνωση και τη μετατόπιση.  

Υποστηρίζει ότι τόσο το σχέδιο όσο και το όνειρο συμμετέχουν σε δύο επίπεδα έκφρασης: στο συνειδητό, που είναι και εμπρόθετο και στο ασυνείδητο, που κυριαρχείται από πολύπλοκο συμβολισμό. Η ψυχανάλυση ξεκινά από το πρώτο επίπεδο και το έκδηλο περιεχόμενό του, δηλαδή το σχέδιο, και προσπαθεί να φθάσει στο δεύτερο (ασυνείδητο) και στο λανθάνον περιεχόμενό του. Το παιδικό σχέδιο αντιμετωπίζεται από την Klein ως προνομιακός χώρος προβολής των φαντασιώσεων» (σελ. 147-150).

 

Πηγή:

Ηρώ Μυλωνάκου- Κεκέ. 2022. Πώς τα παιδιά μιλούν με το σχέδιο. Ψυχοπαιδαγωγική αξιοποίηση και εφαρμογές. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και οιδιπόδειος μύθος

Του Erich Fromm

 

«Με το κείμενό του "Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και οιδιπόδειος μύθος" ο Erich Fromm αποφασίζει να αναμετρηθεί με ό,τι θεωρείται, ακόμη και σήμερα, εν πολλοίς ως ο "ακρογωνιαίος λίθος" της φροϋδικής ψυχανάλυσης, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και την "αιμομικτική" σχέση μεταξύ γιου και μητέρας. 

 

Εξετάζοντας τη σχέση του φροϋδικού συμπλέγματος με τον αρχαιοελληνικό μύθο του Οιδίποδα και συγκεκριμένα με τη σοφόκλεια "τριλογία" -Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολωνώ και Αντιγόνη-, ο Fromm ερωτά ευθέως: "δικαιούνταν ο Freud να συμπεράνει ότι ο μύθος αυτός επιβεβαιώνει την άποψή του πως ασυνείδητες αιμομικτικές ενορμήσεις και το συνεπαγόμενο μίσος κατά του πατέρα-αντιζήλου μπορούν να ανιχνευτούν σε κάθε αρσενικό παιδί;" Αντί για μια οριστική απάντηση προβαίνει σε μία θεωρητική υπόθεση με ψυχαναλυτικές, αλλά και πολιτικές συνδηλώσεις, καθώς μέσα από την εξέταση της κοινωνικής αλλαγής από το μοντέλο της μητριαρχίας σε εκείνο της πατριαρχίας, εστιάζει όχι στη σχέση μητέρας-γιου, αλλά στη σχέση του γιου με τον πατέρα». (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

"[...] ο μύθος μπορεί να γίνει κατανοητός ως σύμβολο όχι της αιμομικτικής αγάπης ανάμεσα σε μητέρα και γιο, αλλά της εξέγερσης του γιου ενάντια στην εξουσία του πατέρα, στο πλαίσιο της πατριαρχικής οικογένειας. Ο γάμος του Οιδίποδα και της Ιοκάστης είναι μόνο ένα δευτερεύον στοιχείο, μόνο ένα από τα σύμβολα της νίκης του γιου που παίρνει τη θέση του πατέρα του και, μαζί με αυτήν, όλα τα προνόμιά του". (Erich Fromm)

Το βιβλίο αυτό είναι ένα φιλοσοφικό και ψυχαναλυτικό δοκίμιο, στο οποίο ο Fromm επανεξετάζει κριτικά τη φροϋδική ερμηνεία του μύθου του Οιδίποδα. Ο συγγραφέας μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη βιολογική ορμή στη σχέση εξουσίας, ευθύνης και ελευθερίας. Ο μύθος αποκτά κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, ενώ ο άνθρωπος αποτελεί το ον που αγωνίζεται να γνωρίσει την αλήθεια και να αναλάβει τις συνέπειες των πράξεών του.

 

Πηγή:

Erich Fromm. 2025. Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και οιδιπόδειος μύθος. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

«Κάθε πατέρας είναι ανέκαθεν νεκρός»

Του Massimo Recalcati

 

«’’Ένας πατέρας μπορεί να πεθάνει;’’ Φαίνεται να αναρωτιέται εμβρόντητος ο Φίλιπ Ροθ, όπως φαίνεται να αναρωτιέται κάθε παιδί μπροστά στο τραύμα της αποδήμησής του. Η συνάντηση με την ασθένεια του πατέρα και με τον θάνατό του είναι πάντα μια συνάντηση που σημαδεύει. Είναι η συνάντηση με μια ουσιαστική αλήθεια. Είναι η συνάντηση με την έλλειψη συνεκτικότητας του Άλλοι, με την αδυνατότητα του πατέρα να προστατέψει και να εγγυηθεί τη ζωή μας από την απεριόριστη τυχαιότητα της ύπαρξης.  

 


Υπό αυτή την οπτική κάθε πατέρας είναι ανέκαθεν νεκρός. Και είναι νεκρός όχι μόνο γιατί ο λόγος του πατέρα, στη θεμελιώδη σχέση του με τον Νόμο, υπερβαίνει τον ζωντανό κόσμο του πραγματικού πατέρα, όχι μόνο γιατί το Όνομα-του-Πατέρα, η συμβολική δηλαδή λειτουργία του πατέρα, δεν μπορεί να αναχθεί στο φυσικό πρόσωπο του πατέρα, όπως θα έλεγε η λακανική θεωρία, αλλά γιατί κάθε πατέρας είναι προορισμένος να κουβαλάει πάνω του το ίδιο του το όριο, τον ίδιο του τον ευνουχισμό, ακριβώς γιατί κανένας πατέρας δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι η έσχατη εγγύηση των απογόνων του. Όντως αυτή η εγγύηση δεν υπάρχει, είναι αδύνατη και ο θανάσιμος χαρακτήρας του πατέρα αντανακλά αυτή την έσχατη αλήθεια της δομής. Για αυτό ο Λακάν μας θυμίζει ότι ο τάφος του Μωυσή, όπως και ο τάφος του Χριστού, είναι ανέκαθεν κενοί.

Ο θάνατος ενός πατέρα είναι πάντα μια στιγμή κομβικής μετάβασης της ζωής μας. ‘’Μπορούν ακόμα και εκείνοι να πεθάνουν;’’ Αναρωτιέται κάποια στιγμή το παιδί σκεφτόμενο τους γονείς του. Ερώτηση που θέτει και ο Φρόυντ σχετικά με την έμφυλη φύση της σχέσης ανάμεσα στον πατέρα και τη μητέρα: μπορούν πραγματικά να απολαύσουν σεξουαλικά ο ένας την άλλη, μπορούν να έχουν μια σεξουαλικότητα; Διπλή ερώτηση, μόνο φαινομενικά διαφορετική, καθώς αυτό που την τροφοδοτεί είναι πάντα η ερώτηση πάνω στην απόσταση και την απόκλιση μεταξύ του πραγματικού Άλλου και του ιδεώδους Άλλου και πάνω στη αδυνατότητα του δεύτερου να καλύψει χωρίς κατάλοιπα το δύσκολο πεδίο του πρώτου.

Ο θάνατος ενός πατέρα θέτει ομοίως το πρόβλημα της καταγωγής μας, της προέλευσής μας και της αδυνατότητάς τους να φτιάξουν ένα στέρεο, σίγουρο έδαφος προστατευμένο από τους απρόβλεπτους κινδύνους της ζωής. Η μετάδοση μιας κληρονομιάς συμβαίνει στο φόντο της αδυναμίας να απαλλαγούμε από τη συνάντηση με την ανυπαρξία του Άλλου, την ανυπαρξία του Άλλου του Άλλου, όπως ορίζει ο Λακάν. Επομένως, ούτε ο τόπος του πατέρα μπορεί να σώσει την ύπαρξη από την απεριόριστη τυχαιότητά της παρόλο που αυτός ο τρόπος είναι ουσιαστικός στο να καταστήσει δυνατόν να κατοικήσουμε αυτή την τυχαιότητα» (σελ. 101-103).

 

Massimo Recalcati. 2021. Τι απομένει από τον πατέρα; Η πατρότητα στην υπερμοντέρνα εποχή. Εκδόσεις Κέλευθος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Οι βάσεις της ατομικής ψυχολογίας

«Η οικογένεια λοιπόν που είναι η πρώτη κοινωνική ομάδα, την οποία γνωρίζει το άτομο και η προσαρμογή του προς αυτήν είναι συνάρτηση δύο μεταβλητών, δηλαδή της αναπτυσσόμενης προσωπικότητάς του και της μεταβαλλόμενης προσωπικότητας αυτής της ομάδας. […] το άτομο και η οικογένειά του είναι αλληλέγγυοι. 

[…] δεν πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι, όταν οι οικογενειακές συνθήκες είναι πολύ απότομες (σκληρές), η αρμονική ανάπτυξη είναι αδύνατη, όπως ακριβώς είναι αδύνατη η ανάβαση σε μια παγωμένη επιφάνεια, που δεν έχει στηρίγματα για τα πόδια. Όταν πάλι οι οικογενειακές συνθήκες είναι δίχως καμιά αντίσταση, η πρόοδος είναι τόσο δύσκολη, όσο και η διάβαση μέσα από το στοιβαγμένο χιόνι. Να λοιπόν, γιατί διακηρύσσει ο Άντλερ, ότι οι συνθήκες της ζωής και οι σχέσεις με τον πατέρα, τη μητέρα, τους αδερφούς και τις αδερφές –η θέση μέσα στην οικογένεια- παίζουν τόσο τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, κανονίζουν δηλαδή ποιου είδους απάντηση θα δώσει το άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής σε αυτές ή σε εκείνες τις δυσκολίες, που θα συναντήσει. 

Αυτό κατά την έκφραση του Άντλερ είναι το πρόγραμμα της ζωής. Θεωρείται ότι σκέφτεται φυσιολογικά εκείνος, που από πολύ νωρίς κάνει ορθή αυτοεκτίμηση, πράγμα που κάνει πάντοτε κάθε άνθρωπος που είναι ορθά προσαρμοσμένος και επιζητεί ασφάλεια και ανακούφιση από εκείνους στους οποίους παρέχει ο ίδιος ασφάλεια και ανακούφιση. Ευτυχής υγιή ζωή λοιπόν δημιουργείται μόνον, όταν το συναίσθημα του εγώ και το κοινωνικό συναίσθημα, φαινομενικά αντίθετα, συμφιλιωθούν» (σελ. 31-32). 

Ο Άντλερ υποστηρίζει για τον νευρωτικό τα εξής: «ο νευρωτικός όμως αναπληρώνει το οξύτατο μειονεκτικό του συναίσθημα, με την υπεροπτική υψηλή του υπερεκτίμηση. Αντιδρά άσχημα στις πρώτες δοκιμασίες και απογοητεύσεις της ζωής, οπότε οι δοκιμασίες αυτές και απογοητεύσεις παίρνουν τη μορφή της επιτίμησης ή των χαδιών. Και οι δύο μορφές είναι κακές. Και οι δύο μορφές υπονομεύουν το αίσθημα της άμιλλας και της ανεξαρτησίας, που μόνο αυτό μας οπλίζει με θαρραλέα στάση απέναντι στις απαιτήσεις της ζωής» (σελ. 32).

Grookshank, F.G. Οι βάσεις της ατομικής ψυχολογίας.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.