Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Γονική μέριμνα με βάση το μυαλό (Mind-minded parenting)

Βοηθά η διορατική συζήτηση για το μυαλό τα παιδιά να συνδεθούν και να μάθουν;

Η γονική μέριμνα με επίκεντρο το μυαλό (mind-minded parenting) αποτελεί μια σύγχρονη προσέγγιση ανατροφής που δίνει έμφαση στην αναγνώριση του παιδιού ως αυτόνομου ψυχικού υποκειμένου, με δικές του σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες και προθέσεις. Οι γονείς που υιοθετούν αυτή τη στάση δεν εστιάζουν αποκλειστικά στην εξωτερική συμπεριφορά του παιδιού, αλλά προσπαθούν να κατανοήσουν τα εσωτερικά κίνητρα που την καθοδηγούν. Παρατηρούν προσεκτικά τα λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματα του παιδιού, ερμηνεύουν τις συναισθηματικές του καταστάσεις και συζητούν μαζί του για τον κόσμο των σκέψεων και των συναισθημάτων. 

Η προσέγγιση αυτή έχει συνδεθεί με σημαντικά αναπτυξιακά οφέλη, όπως η δημιουργία ασφαλών δεσμών προσκόλλησης, η ανάπτυξη κοινωνικής νοημοσύνης, η ενίσχυση της ενσυναίσθησης και η καλλιέργεια καλύτερων δεξιοτήτων αυτορρύθμισης και αυτοελέγχου.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι «πολύ νωρίς» για να αντιμετωπίσουμε ένα βρέφος ως συνομιλητή ή ως πρόσωπο με νοητικές καταστάσεις. Οι ψυχολόγοι Elizabeth Meins και Charles Fernyhough υποστηρίζουν ότι όχι μόνο δεν είναι νωρίς, αλλά ότι το πρώτο έτος ζωής αποτελεί μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη αυτής της μορφής αλληλεπίδρασης.

Τα βρέφη φαίνεται να ωφελούνται σημαντικά όταν οι γονείς τους θεωρούν ότι διαθέτουν έναν εσωτερικό κόσμο και προσπαθούν να κατανοήσουν τι αισθάνονται ή τι επιδιώκουν να επικοινωνήσουν. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι γονείς αυτοί χρησιμοποιούν συχνά αυτό που ονομάζεται «κατάλληλα νοητικά σχόλια» (appropriate mind-related comments), δηλαδή λεκτικές παρεμβάσεις που αποτυπώνουν με ακρίβεια την ψυχική κατάσταση του παιδιού.

Για παράδειγμα, μια μητέρα μπορεί να πει: «Μάλλον απογοητεύτηκες επειδή δεν κατάφερες να πιάσεις το παιχνίδι» ή «Βλέπω ότι σε ενδιαφέρει πολύ αυτό που κοιτάζεις». Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των σχολίων εξαρτάται από την ακρίβειά τους. Αν το παιδί δείχνει ενθουσιασμένο και ένας γονέας σχολιάσει ότι βαριέται, το σχόλιο δεν αντανακλά την πραγματική του κατάσταση και χάνει την αναπτυξιακή του αξία. Επομένως, το κλειδί δεν είναι απλώς να μιλάμε για σκέψεις και συναισθήματα, αλλά να είμαστε συντονισμένοι με αυτά που πραγματικά βιώνει το παιδί.

Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ της γονικής μέριμνας με επίκεντρο το μυαλό και της ασφαλούς προσκόλλησης. Η Elizabeth Meins διαπίστωσε ήδη από το 1998 ότι οι μητέρες που απέδιδαν νόημα στις πρώιμες φωνητικές εκδηλώσεις των βρεφών τους είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν με αυτά ασφαλείς σχέσεις προσκόλλησης. Σε μεταγενέστερες μελέτες, ερευνητές παρατήρησαν μητέρες και βρέφη ηλικίας έξι μηνών κατά τη διάρκεια παιχνιδιού και κατέγραψαν τη συχνότητα των κατάλληλων νοητικών σχολίων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα βρέφη των οποίων οι μητέρες χρησιμοποιούσαν συχνότερα τέτοιου είδους σχόλια είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν ασφαλή προσκόλληση στους δώδεκα μήνες ζωής. Παρόμοια ευρήματα έχουν καταγραφεί τόσο για τις σχέσεις με τους πατέρες όσο και για τις σχέσεις με επαγγελματίες φροντιστές σε βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Η ασφαλής προσκόλληση αποτελεί θεμέλιο για τη μετέπειτα ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς συνδέεται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, καλύτερη διαχείριση των συναισθημάτων και πιο υγιείς κοινωνικές σχέσεις.

Η ανάπτυξη της θεωρίας του νου και της κοινωνικής νοημοσύνης

Πέρα από τη συναισθηματική σύνδεση, η γονική μέριμνα με επίκεντρο το μυαλό φαίνεται να συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη της λεγόμενης «θεωρίας του νου» (Theory of Mind).

Η θεωρία του νου αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να κατανοεί ότι οι άλλοι άνθρωποι έχουν σκέψεις, πεποιθήσεις, γνώσεις, επιθυμίες και συναισθήματα που μπορεί να διαφέρουν από τα δικά του. Πρόκειται για μια θεμελιώδη δεξιότητα κοινωνικής κατανόησης που επιτρέπει την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, της συνεργασίας και της αποτελεσματικής επικοινωνίας.

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που εκτέθηκαν από νωρίς σε κατάλληλη νοητική γλώσσα παρουσιάζουν καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες κατανόησης συναισθημάτων και ψευδών πεποιθήσεων. Επιπλέον, αναπτύσσουν μεγαλύτερη ικανότητα να υιοθετούν την οπτική γωνία των άλλων ανθρώπων κατά την προσχολική και σχολική ηλικία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μελέτες δείχνουν πως δεν αρκεί οι γονείς να αντιλαμβάνονται το παιδί ως νοητικό ον· καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζει η ίδια η λεκτική συζήτηση για τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Με άλλα λόγια, τα παιδιά μαθαίνουν να κατανοούν τα μυαλά των άλλων μέσα από τις καθημερινές συζητήσεις για τον εσωτερικό κόσμο.

Γονίδια ή περιβάλλον; Ένα σημαντικό ερώτημα που απασχόλησε τους ερευνητές είναι κατά πόσο τα παραπάνω αποτελέσματα οφείλονται στη γονική συμπεριφορά ή σε γενετικούς παράγοντες.

Αν και η γενετική επιρροή δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως, αρκετά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η γονική αλληλεπίδραση διαδραματίζει ανεξάρτητο ρόλο. Για παράδειγμα, παρόμοιες συσχετίσεις έχουν βρεθεί μεταξύ παιδιών και φροντιστών που δεν είχαν καμία βιολογική συγγένεια. Επιπλέον, μελέτες διδύμων έδειξαν ότι οι γενετικοί παράγοντες εξηγούν μόνο ένα μικρό μέρος της ανάπτυξης των δεξιοτήτων θεωρίας του νου.

Παράλληλα, η παρουσία μεγαλύτερων αδελφών φαίνεται να επιταχύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής κατανόησης, πιθανότατα επειδή τα μικρότερα παιδιά εκτίθενται συχνότερα σε συζητήσεις για σκέψεις, προθέσεις και συναισθήματα.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα είναι η πιθανή σχέση της γονικής μέριμνας με επίκεντρο το μυαλό με την ανάπτυξη του αυτοελέγχου.

Τα παιδιά που αναπτύσσουν ασφαλείς σχέσεις προσκόλλησης και καλύτερες δεξιότητες θεωρίας του νου φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη ικανότητα αυτορρύθμισης. Είναι πιο αποτελεσματικά στον έλεγχο των παρορμήσεών τους, στην τήρηση κανόνων και στην αναβολή της άμεσης ικανοποίησης για την επίτευξη μεγαλύτερων μελλοντικών ανταμοιβών.

Επιπλέον, η συζήτηση για συναισθήματα, επιθυμίες και σκέψεις προσφέρει στα παιδιά ένα πολύτιμο λεξιλόγιο για να κατανοούν και να διαχειρίζονται τις εσωτερικές τους εμπειρίες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αποκτούν σταδιακά τα γνωστικά εργαλεία που απαιτούνται για την αυτοπαρατήρηση και τον αυτοέλεγχο.

Μελέτες σε διαφορετικούς πολιτισμούς έχουν δείξει ότι η νοητική γονική στάση κατά τη βρεφική ηλικία προβλέπει καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες αυτορρύθμισης και καθυστέρησης της ικανοποίησης κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής.

Η γονική μέριμνα με επίκεντρο το μυαλό αναδεικνύεται ως μια ιδιαίτερα σημαντική διάσταση της ποιοτικής ανατροφής. Μέσα από τη συντονισμένη παρατήρηση και τη συζήτηση για τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις των παιδιών, οι γονείς συμβάλλουν ουσιαστικά στη δημιουργία ασφαλών συναισθηματικών δεσμών, στην ανάπτυξη κοινωνικής κατανόησης και πιθανώς στην ενίσχυση του αυτοελέγχου.

Τα ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι τα παιδιά δεν ωφελούνται μόνο από τη φροντίδα των σωματικών τους αναγκών, αλλά και από την αναγνώριση και κατανόηση του εσωτερικού τους κόσμου. Όταν οι γονείς προσπαθούν να «διαβάσουν» με ακρίβεια το μυαλό του παιδιού και να το βοηθήσουν να εκφράσει όσα σκέφτεται και αισθάνεται, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια πιο υγιή συναισθηματική, κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη.

 

Πηγή:

https://parentingscience.com/mind-minded-parenting/.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Σχέσεις γονέων- εφήβων: Είναι τόσο ‘άσχημα’ τα πράγματα;

Μια έρευνα των Μπεζεβέγκη & Γεωργουλέα

 

Σε μια έρευνα των Μπεζεβέγκη & Γεωργουλέα, μελετήθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και εφήβους. Οι σχέσεις γονέων- εφήβων και κυρίως η γονική συμπεριφορά έχουν μελετηθεί εκτενώς στη διεθνή και την ελληνική βιβλιογραφία. Έχουν προταθεί μοντέλα για τη μελέτη της γονικής συμπεριφοράς, που στηρίζονται σε παράγοντες όπως αγάπη- εχθρότητα και αυτονομία- έλεγχος. Οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε αυτούς τους παράγοντες οδηγούν στις διαστάσεις της δημοκρατικότητας, της αυταρχικότητας και της ανεκτικότητας. 

 

«Οι δημοκρατικοί γονείς σέβονται τα παιδιά τους, τα ενθαρρύνουν να συμμετέχουν στις συζητήσεις και να εκφράζουν τις απόψεις τους για θέματα που τα αφορούν, ενθαρρύνουν την εκδήλωση αυτονομίας από μέρους των εφήβων, ενώ παράλληλα διατηρούν την τελική ευθύνη για τη λήψη των αποφάσεων από κοινού» (σελ. 120). Οι δημοκρατικοί γονείς ενθαρρύνουν τα παιδιά για λεκτική αλληλεπίδραση όταν ασκούν τη γονική εξουσία, διατυπώνοντας απαιτήσεις ή απαγορεύσεις, μιλώντας στα παιδιά για τους λόγους που τους οδήγησαν σε αυτό.

Οι αυταρχικοί γονείς ανακοινώνουν στα παιδιά τις επιθυμίες τους χωρίς να δίνουν εξηγήσεις για τους λόγους που τους οδήγησαν να πάρουν μια απόφαση. Οι γονείς αυτοί επιβάλλουν τη θέλησή τους και δεν επιτρέπουν στους εφήβους να εκφράσουν τις απόψεις τους για θέματα σχετικά με τη συμπεριφορά τους. Η υπακοή βρίσκεται στο επίκεντρο για αυτούς, καθώς θεωρείται σημαντική αρετή. Όταν το παιδί επιχειρεί να διαμαρτυρηθεί οι γονείς το τιμωρούν ή το εξαναγκάζουν να συμμορφωθεί.

Οι ανεκτικοί γονείς επιτρέπουν στα παιδιά να αγνοούν τις γονικές επιθυμίες. Οι έφηβοι είναι ελεύθεροι να αποφασίζουν μόνοι τους για θέματα που τους αφορούν, χωρίς να υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον από την πλευρά των γονιών τους. Οι γονείς δεν ενδιαφέρονται για το τι κάνουν οι έφηβοι και συχνά αδιαφορούν για τις αποφάσεις τους. Επίσης, οι γονείς με ανεκτική συμπεριφορά λειτουργούν ισοπεδωτικά στη σχέση με τα παιδιά τους, καθώς δεν καταφέρνουν να είναι παρόντες και να τους δείχνουν τη στήριξη που έχουν ανάγκη.

Σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο, εξετάστηκαν σε γονείς και εφήβους οι αντιλήψεις τους για τη γονική συμπεριφορά, οι συγκρούσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε εφήβους και γονείς καθώς και η επικοινωνία εφήβων- γονέων και το συναισθηματικό κλίμα της οικογένειας.

Οι περισσότεροι έφηβοι χαρακτήριζαν τη σχέση που είχαν με τους γονείς τους ως δημοκρατική, ενώ ένα μικρό ποσοστό τη χαρακτήριζε ως αυταρχική. Πιο συγκεκριμένα, οι έφηβοι θεωρούν τις μητέρες ως περισσότερο στοργικές και υποστηρικτικές, ενώ οι πατέρες είναι πιο αυστηροί και ασκούν περισσότερο έλεγχο στα παιδιά. Οι γονείς είχαν ακόμη πιο θετική εικόνα για τη σχέση με τα παιδιά τους.

Οι έφηβοι με δημοκρατικούς γονείς είχαν μια πιο θετική αναπτυξιακή πορεία, είχαν καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο, εμφάνιζαν χαμηλότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, έχουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, είναι λιγότερο πιθανό να εμπλακούν σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, εγκλήματα και χρήση ουσιών, ενώ προσαρμόζονται περισσότερο στους στόχους τους, και έχουν χαμηλά επίπεδα προσδοκίας για αποτυχία.

Τα θέματα που φαίνεται ότι προκαλούν πιο συχνά εντάσεις στη σχέση γονέων- εφήβων είναι τα εξής: θέματα σχετικά με το σχολείο –κυρίως η μελέτη και οι βαθμοί-, τις ώρες εξόδου –κυρίως της επιστροφής στο σπίτι-, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι έφηβοι, το είδος ψυχαγωγίας και διασκέδασης που επιλέγουν, τις διακοπές και τις παρέες των εφήβων και τον τρόπο επιλογής τους. Στα θέματα που υπήρχαν πιο συχνά συγκρούσεις, οι έφηβοι αντιλαμβάνονταν τη συμπεριφορά των γονιών τους ως αυταρχική.

Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «έφηβοι και γονείς έχουν παρόμοιες αντιλήψεις για τη γονική συμπεριφορά. Στο σύνολό της αξιολογείται θετικά και από τις δύο πλευρές, αλλά σε επιμέρους θέματα, που προκαλούν ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις, έφηβοι και γονείς αναγνωρίζουν την ύπαρξη συγκρούσεων και δυσκολιών. Ωστόσο το στοιχείο αυτό δεν αλλοιώνει την ύπαρξη καλής ποιότητας επικοινωνίας και θετικού συναισθηματικού κλίματος στην οικογένεια» (σελ. 138). Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζει η αποτελεσματική επικοινωνία ανάμεσα σε γονείς και εφήβους για τη διατήρηση της ισορροπίας στις σχέσεις μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο.

 

Πηγή:

Ανθρώπινη ανάπτυξη και οικογένεια. Επιμέλεια: Σπύρος Τάνταρος. Εκδόσεις Πεδίο, 2011.

 

Κουραβάνας Νίκος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Η ψυχική διαταραχή ενός γονέα

Πώς η ψυχική διαταραχή ενός γονέα επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών και κατ’ επέκταση τη δυναμική της οικογένειας;

Η ψυχική διαταραχή ενός γονέα φαίνεται πως ασκεί σημαντικές επιδράσεις στην ψυχική υγεία και ανάπτυξη των παιδιών, καθώς όταν ο γονέας εκδηλώνει μια σοβαρή ψυχική διαταραχή επιβαρύνει σημαντικά τα παιδιά του. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα παιδιά θα εκδηλώσουν αντίστοιχα προβλήματα ψυχικής φύσεως. Η εμφάνιση ψυχοκοινωνικών δυσκολιών στο παιδί είναι συνάρτηση σύνθετων γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει ο χαρακτήρας του παιδιού και η ψυχική του ανθεκτικότητα. 

 


Οι επιπτώσεις που βιώνουν τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε μια οικογένεια με έναν γονέα με ψυχική διαταραχή είναι σε πολλαπλά επίπεδα: τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με θέματα κοινωνικού στιγματισμού, με την ελλιπή φροντίδα από τον γονέα που φέρει τα προβλήματα, καθώς και από την ύπαρξη ή όχι του διαθέσιμου κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου για την οικογένεια. Υπάρχουν και ορισμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες, που μπορεί να επηρεάσουν περισσότερο την ανάπτυξη των παιδιών που μεγαλώνουν με έναν γονέα με ψυχική διαταραχή που είναι οι εξής: οι σχέσεις του ζευγαριού, η παρουσία καθημερινών συγκρούσεων και διαφωνιών, οι οικονομικές δυσκολίες, η απουσία στήριξης της οικογένειας από την κοινότητα ή το διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο των γονέων.

Πολλές φορές τα παιδιά των γονέων με ψυχική διαταραχή περιγράφονται ως αθέατα παιδιά ή παιδιά του ονείρου, ενώ οι ανάγκες τους παραγκωνίζονται και η φροντίδα τους είναι περιορισμένη. Νιώθουν ότι παραμελούνται, δεν αναγνωρίζονται ή αγνοούνται οι ανάγκες τους μέσα στην οικογένεια, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνουν την απαραίτητη στήριξη. Τα παιδιά που επιβαρύνονται περισσότερο είναι όσα ζουν με έναν μόνο γονέα, που υποφέρει από ψυχική διαταραχή.

Μέσα από έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί έχει βρεθεί ότι οι μητέρες που έπασχαν από σχιζοφρένεια είχαν μειωμένη οπτική επαφή με τα παιδιά τους γονείς, απουσία κινητοποίησης, δυσκολία στους συναισθηματικούς δεσμούς και δυσκολία να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών τους. Επίσης, οι μητέρες είχαν δυσκολία στη διατήρηση σταθερών σχέσεων και είχαν συχνά ιστορικό κακοποίησης από τους συντρόφους τους κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης. Το πόσο επαρκείς είναι οι γονείς επηρεάζεται περισσότερο από τη σχιζοφρένεια, παρά από την κατάθλιψη. Τα παιδιά επηρεάζονται από το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον και παράγοντες, όπως οι συνθήκες διαβίωσης, η λειτουργία της οικογένειας, οι συζυγικές συγκρούσεις, καθώς και οι περιορισμένες κοινωνικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες για τα μέλη της οικογένειας. Οι αρνητικές εμπειρίες των παιδιών επιδεινώνονται από τις συχνές εναλλαγές στη διάθεση του γονέα, την απόσυρσή του ή την απρόβλεπτη συμπεριφορά του. Τα παιδιά μαθαίνουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και από νωρίς επωμίζονται με περισσότερες ευθύνες.

Επίσης, τα παιδιά που μεγαλώνουν με έναν γονέα με ψυχική διαταραχή μπορεί να ζουν σε ένα οικογενειακό πλαίσιο με απρόβλεπτες αλλαγές και απουσία οργάνωσης στις καθημερινές δραστηριότητες, ενώ είναι χαοτική η οργάνωση της καθημερινής λειτουργίας της οικογένειας. Η εχθρική στάση και οξυθυμία που βιώνουν τα παιδιά από τον γονέα μπορεί να παρεμποδίσει τη συναισθηματική τους ανάπτυξη. Συχνά, ο γονέας ανταποκρίνεται με απρόβλεπτο τρόπο στις επιθυμίες του παιδιού και το παιδί δυσκολεύεται να κατανοήσει τις αντιδράσεις του γονέα.

Ωστόσο, τα παιδιά που έρχονται από νωρίς αντιμέτωπα με το σκληρό πρόσωπο της ζωής, μαθαίνουν να δείχνουν περισσότερη κατανόηση, να ανέχονται περισσότερα πράγματα, να πιστεύουν και να εκτιμούν την αξία της ζωής και την ηρεμία. Ακόμη, τα παιδιά μαθαίνουν να αφουγκράζονται τις ανάγκες των άλλων, να τους κατανοούν περισσότερο και να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες γύρω τους.

 

Πηγή:

Μπίμπου- Νάκου, Ιωάννα. Η ψυχική διαταραχή ενός γονέα. Στο βιβλίο: Φρόσω Μόττη- Στεφανίδη. 2015. Παιδιά και έφηβοι σε έναν κόσμο που αλλάζει. Προκλήσεις, προσαρμογή και ανάπτυξη. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

«Γιατί η σχέση γονέων- παιδιών εμπεριέχει όλα τα θέματα της ζωής»

Της Alba Marcoli

«Η ζωή είναι η πραγματική δασκάλα του να ζούμε: Είναι αυτή που μας μαθαίνει να διορθώσουμε τη βολή μας κάθε φορά που είναι απαραίτητο. Πολλές φορές μένουμε έκπληκτοι με τον εαυτό μας και με την ικανότητα προσαρμογής μας στις καταστάσεις. Και είναι η σχέση γονέων- παιδιού αυτή που μεταδίδει όχι μόνο τη ζωή, αλλά και την τέχνη του να ζει κανείς, έτσι όπως διαμορφώθηκε στη δική μας οικογενειακή γραμμή, μέσα στην ιδιαιτερότητα και στο ανεπανάληπτο της κάθε ξεχωριστής ιστορίας.

Το να εμπλουτίσουμε τη συναισθηματική μας γνώση ως ενήλικες σχετικά με τις ψυχολογικές δυσκολίες του να ζεις, γίνεται συχνά μια κληρονομιά και μια πολύτιμη αποσκευή όχι μόνο για μας, αλλά και για τα παιδιά τα οποία συνοδεύουμε στους δρόμους της ζωής.

Το να ασχοληθούμε από ψυχολογική άποψη όχι μόνο με ένα παιδί, αλλά και με τους γονείς του, ιδιαίτερα όταν αναδύεται ένα σύμπτωμα παιδικής δυσφορίας, βελτιώνει σχεδόν πάντα την ποιότητα ζωής όλης της οικογένειας, και επομένως του ίδιου του παιδιού.

Θεωρώ ότι αυτή την ιδιαίτερη στιγμή υπάρχει ένα κενό στη δική μας δυτική κοινωνία, σχετικά με το θέμα του να ζεις, που στο παρελθόν και σε άλλες κοινωνίες ήταν γεμάτο από τελετουργίες περάσματος, από συλλογικές επεξεργασίες, πολιτιστικές, θρησκευτικές, οικογενειακές, κτλ.

Σήμερα λείπουν συχνά οι συλλογικές στιγμές επεξεργασίας των μεγάλων θεμάτων της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο, που ωστόσο καθένας από εμάς βρίσκεται υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει στη ζωή του. Νομίζω πως για αυτό τον λόγο υπάρχει μια μεγαλύτερη μοναξιά στο να τα αντιμετωπίσει, αλλά και να καταφέρει να συζητήσει κανείς για αυτά.

Αυτή η σκέψη γεννήθηκε πολύ συχνά στις ομάδες γονέων, ιδιαίτερα στους πατέρες, ενώ οι γυναίκες μοιάζουν να καταφέρνουν, έστω και με μεγάλη προσπάθεια, μεγαλύτερη συναισθηματική επικοινωνία σε αυτά τα θέματα.

Παρόλα αυτά, το θέμα του γιατί γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μας αγγίζει όλους: Τα παιδιά, όπως αναφέρει η Dolto, θέτουν τα αληθινά γιατί της ζωής, επαναφέροντας πολύ συχνά, για παράδειγμα το θέμα του θανάτου, τόσο ρητά όσο και μεταφορικά, όπως ο φόβος θανάτου ή ότι τελειώνει ο χρόνος ή ο δρόμος, ή ότι δεν θα ξαναβγεί ο ήλιος κτλ.

Τις απαντήσεις βέβαια σε αυτά τα ερωτήματα είναι δύσκολο να τις βρει κανείς στις αξίες που συχνά γεμίζουν τις εφημερίδες ή την τηλεόραση: τη λατρεία της ευημερίας, την ιερότητα του σώματος, το να κυνηγά κανείς οτιδήποτε τον ξεγελά πως θα σταματήσει τον χρόνο και θα εξαλείψει τα σημάδια, τη θεραπευτική επιμονή με τη μάταιη προσπάθεια να αρνηθεί κανείς τον θάνατο, αντί να πάρει πίσω την αξιοπρέπειά του φυσικού γεγονότος της ζωής. […]

Κάθε παιδί που γεννιέται, πράγματι, κοιτάζει σιγά- σιγά τους ενήλικες που το περιβάλλουν για να μάθει από αυτούς τον τρόπο να αντιμετωπίζει όλα αυτά τα θέματα, έτσι όπως όταν μπουσουλούσε, τους παρατηρούσε να περπατούν για να μάθει να το κάνει με τη σειρά του, τους άκουγε να μιλούν για να μάθει με τη σειρά του να μιλάει, και μάλιστα την ίδια γλώσσα και όχι μια άλλη, κτλ.

Η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι μόνο βιολογική, αλλά και ψυχολογική και του διασφαλίζεται από τον τύπο και την ποιότητα της σχέσης που έχει με τους ενήλικες που ασχολούνται μαζί του. Δίχως μια σχέση συναισθηματική και εξατομικευμένη με έναν ενήλικα που το φροντίζει, ένα νεογνό δυσκολεύεται ακόμη και να επιβιώσει. Ακόμη και αν επιβιώσει, αυτή η έλλειψη της φροντίδας θα σημαδεύει τον ψυχολογικό του κόσμο για όλη του τη ζωή, όπως ακριβώς συνέβηκε και συμβαίνει με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα.

Ένα τραγικό παράδειγμα υπήρξε το πείραμα που έγινε αιώνες πριν, προκειμένου να μελετηθεί αν υπήρξε ή όχι μια διεθνής γλώσσα, και ποια θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι. […]

Μερικοί από τους τρόπους ζωής που συχνά συναντάμε, μεταξύ άλλων, στις συμβουλευτικές γονέων είναι:

Να προγραμματίζουν και να σχεδιάζουν τα πάντα με λεπτομέρειες, Με τα παιδιά αυτό είναι αδύνατον να γίνει, όπως άλλωστε και με τη ζωή. Θα υπάρχουν πάντα γεγονότα που θα ξεφεύγουν από αυτόν τον  προγραμματισμό, αλλά και για αυτά, όπως και για όλα τα άλλα μπορούμε να βρούμε μέσα μας τρόπους. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε προγραμματισμένοι για να ζήσουμε.

Να αποφεύγουμε τα απρόβλεπτα. Με τα παιδιά αυτό είναι αδύνατον, τα απρόβλεπτα είναι ο κανόνας από τη μική τους ηλικίας.

Να μην αποδεχόμαστε τις απώλειες, τους αποχωρισμούς από πρόσωπα, καταστάσεις, ιδέες κτλ, Με τα παιδιά χάνεται συνεχώς ο χώρος και ο χρόνος για τον εαυτό μας, οι προηγούμενες ισορροπίες μας, τα σχέδια που υπήρχαν στη σκέψη μας, ο χρόνος για το ζευγάρι και τους φίλους κτλ.

Τα παιδιά είναι μια συνεχής απώλεια, αλλά, όπως και κάθε απώλεια, είναι και μια συνεχής κατάκτηση, όπως ακριβώς και η ζωή. Είναι το χαμόγελο με το οποίο το παιδί μου με κατακτά κάθε πρωί και με αμείβει για τον ύπνο που χάνω γι’ αυτό τα βράδια, αναφέρει μια νεαρή μητέρα.

Να αντιδρούμε στις ματαιώσεις με επιθετικότητα, ή να ψάχνουμε έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να αποφύγουμε να κριτικάρουμε το δικό μας ψυχικό κόσμο.

Να σκεφτόμαστε ότι υπάρχει άσπρο ή μαύρο πηγαίνοντας από το ένα άκρο στο άλλο.

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα θέματα που συχνότερα αναδύονται στις συμβουλευτικές και στις ομάδες γονέων. […]

Κάθε ζευγάρι γονιών ή και κάθε γονιός ξεχωριστά μπορεί να θεωρηθεί ένας πειραματιστής και παθιασμένος ερευνητής από μόνος του και μάλιστα συχνά σε μια απόλυτη μοναξιά πάνω σε αυτά τα θέματα, σιωπηλά, ταπεινά και κοπιαστικά.

Είναι ένα τεράστιο ερευνητικό εργαστήριο, που φθάνει σε όλες τις γωνιές της γης, ό η ζωή περνά από τη μια γενιά στην άλλη, με όλες τις αποσκευές που απέκτησε ο άνθρωπος στη διάρκεια του χρόνου» (σελ. 43-48).

 

Πηγή:

Alba Marcoli. 2016. Το παιδί που χάθηκε και ξαναβρέθηκε. Παραμύθια για να συμφιλιωθούμε με το παιδί που υπήρξαμε. University Studio Press.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025

Γονεϊκοί ρόλοι… Ποια η ευθύνη μας απέναντι στα παιδιά;

Στη ρευστή πραγματικότητα που το άτομο βιώνει στον σύγχρονο κόσμο, είναι πιο δύσκολο να διαχειριστεί και να αφομοιώσει τις ραγδαίες εξελίξεις των καιρών μας που «επιβάλλονται» μεταξύ άλλων θεσμών και σε αυτόν της  οικογένειας. Τα ερωτήματα που μας απασχολούν είναι πολλά, όπως λόγου χάρη: οι σχέσεις των δύο συζύγων είναι πιο ειλικρινείς και πιο αυθόρμητες σήμερα; Κι αν ναι, γιατί τα διαζύγια ολοένα κι αυξάνονται με αλματώδεις ρυθμούς; Είναι άραγε οι ευθύνες του ζεύγους ισότιμα κατανεμημένες; Ακόμη, σε τι βαθμό έχει απελευθερωθεί η γυναίκα από τα στερεότυπα του φύλου που την ήθελαν απόλυτα ενταγμένη εντός της οικίας, να υπηρετεί τα παιδιά και να είναι εξαρτημένη από τον άντρα της; Από την άλλη, σε τι βαθμό ο άνδρας έχει αποδεσμευτεί από όλα εκείνα τα στερεότυπα που τον παρουσίαζαν ως το ισχυρό φύλο, τον κουβαλητή, που θα έπρεπε να κρύβει τον συναισθηματισμό και τις ευαισθησίες του, προβάλλοντας το πρότυπο του δήθεν σκληρού αλλά ταυτοχρόνως γνήσιου στις αντιδράσεις του; 

 

Ενδεχομένως, να χρειαζόντουσαν αν όχι αμέτρητες μελέτες κι έρευνες, τουλάχιστον πολλές για να μας δώσουν έγκυρες απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Το σίγουρο είναι ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν παντού και πάντα στον ίδιο βαθμό. Οι παθογένειες στα κοινωνικά συστήματα δεν ξεριζώνονται εύκολα, ούτε έτσι απλά, αλλά μάλλον παράλληλα «συμβιώνουν», σαν σε λανθάνουσα και ληθαργική κατάσταση δίπλα και παράλληλα με τις νέες αλλαγές κι εξελίξεις μέχρις ότου τελικά ξεχαστούν.

Ο έγγαμος βίος όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κι ο πιο απλός νους, συνεπάγεται υποχρεώσεις κι ευθύνες, ειδικά όταν υπάρχουν παιδιά, και για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά όλο αυτό το σύστημα, θα πρέπει οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας να διέπονται από ειλικρίνεια κι όχι από διάθεση κυριαρχίας των γονέων, μέσα από έναν στείρο απαγορευτισμό, επιβολή, καταπίεση και καταναγκασμό απέναντι στα παιδιά τους. Όσο κι αν πηγαίνει κόντρα στα παραδοσιακά πρότυπα για τους γονεϊκούς ρόλους, το βάρος της ανατροφής των παιδιών δεν θα πρέπει να πέφτει στον έναν από τους δυο, αλλά και στους δυο.

Ο παιδίατρος και ψυχαναλυτής Αλντό Ναούρι, επί του θέματος που εξετάζουμε, είχε αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά: «Όταν η μητέρα δεχτεί να παίξει το ρόλο της αξιόπιστης και πάντα διαθέσιμης μεταφράστριας, εισάγοντας έτσι μια μορφή αυτοματισμού στη διαδικασία επικοινωνίας του παιδιού με τον πατέρα, τότε προσδιορίζει τον πατέρα ως τέτοιον εισάγοντας ταυτόχρονα το παιδί στον κόσμο του συμβολικού. Δηλαδή, του δηλώνει έμμεσα ότι δεν πρέπει να τη θεωρεί μοναδικό σημείο αναφοράς, όπως δεν πρέπει να θεωρεί και τον εαυτό του μοναδικό σημείο αναφοράς για εκείνη· ότι δεν είναι μόνοι στον κόσμο αλλά συνοδεύονται από τον πατέρα, η θέση του οποίου είναι άκρως σημαντική, καθώς αυτός είναι που επέτρεψε αφενός σε εκείνη να συλλάβει και να τεκνοποιήσει και αφετέρου σε κείνο να έρθει στον κόσμο».

Επομένως, ο ρόλος του πατέρα είναι εξίσου σημαντικός, εφόσον χωρίς την συμμετοχή του δεν θα ερχόταν το παιδί στον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο από αυτό, εκείνο που αξίζει είναι η επικοινωνία. Η επικοινωνία, όχι μόνο ανάμεσα στον πατέρα και το παιδί, αλλά η επικοινωνία όλων μαζί, δηλαδή μεταξύ τους, προκειμένου να γίνουν οι σχέσεις τους ποιοτικότερες και ουσιαστικότερες.

Κι επικοινωνία δεν σημαίνει απλώς να ακούω τον άλλον, αλλά να τον αφουγκράζομαι, να είμαι ενεργητικός ακροατής, να είμαι παρόν, να δείχνω ενδιαφέρον κι ανταπόκριση στις σκέψεις, στις ανησυχίες, στις ανάγκες του. Η επικοινωνία δεν αντικαθίσταται με το να παρέχουν οι γονείς αφθονία υλικών αγαθών στο παιδί. Καμιά πληθώρα υλικών ανέσεων δεν θα μπορέσει να καλύψει την πνευματική και συναισθηματική στέρηση που νιώθουν τα παιδιά, αλλά το μόνο που θα προκαλέσει θα είναι να εντείνει το επικοινωνιακό αδιέξοδο μετατρέποντας τη σχέση γονέων παιδιών σε σχέση συμφέροντος. Το παιδί θα γαλουχηθεί σε μια ναρκισσιστική λογική και νοοτροπία, δηλαδή αυτή ενός «αυτονόητου δικαιώματος» να του παρέχουν υλικά αγαθά, χωρίς να κοπιάζει γι’ αυτά και το χειρότερο είναι ότι ακόμη κι όταν ενηλικιωθεί το παιδί θα μεταφέρει αυτή του τη νοοτροπία στις στενές διαπροσωπικές του σχέσεις. Θα προσδοκά από τους φίλους ή ακόμη χειρότερα κι από τις ερωτικές του σχέσεις να τον/την υπηρετούν, να προσφέρουν αφειδώς υλικά αγαθά λες και του/της τα χρωστούν.

Και τελικά καταλήγουμε σε αυτό που αναφέραμε παραπάνω περί υποχρεώσεων. Στην πλάστιγγα των υποχρεώσεων εντός του γάμου, τι είναι αυτό που βαραίνει πιο πολύ; Η σωστή επικοινωνία που οδηγεί στη συναισθηματική στήριξη και το νοιάξιμο, ή η αφειδώς παροχή υλικών αγαθών που οδηγεί στον ωφελιμισμό και στην ατομικότητα; 

 

Πηγή:

Aldo Naouri. 2015. Όρια στην παιδική παντοδυναμία, εκπαιδεύοντας σωστά παιδιά. Καθημερινή.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.