Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Απριλίου 2023

Βιογραφίες: Άννα Φρόυντ (1895- 1982)

Η Άννα Φρόυντ για πολλά χρόνια ζούσε και εργαζόταν κάτω από τη  σκιά του πατέρα της. Ωστόσο, αναγνωρίστηκε και εδραιώθηκε ως ψυχαναλύτρια παιδιών, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας της υποστήριζε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να ψυχαναλυθούν. Η ίδια επέκτεινε το έργο του πατέρα της δίνοντας περισσότερη έμφαση στους μηχανισμούς άμυνας και στον τρόπο που προστατεύουν το Εγώ από το άγχος καθώς και με το Εγώ, σε σύγκριση με το ασυνείδητο. Ασχολήθηκε, δηλαδή, με την Ψυχολογία του Εγώ. 

 

Ήταν το νεότερο από τα έξι παιδιά του Φρόυντ και μεγάλωσε εξαιρετικά κοντά με τον πατέρα της. Δεν ήταν τόσο δεμένη με τη μητέρα της και είχε τεταμένες σχέσεις με τα πέντε αδέλφια της. Φοίτησε σε ιδιωτικό σχολείο, αλλά αργότερα είπε ότι έμαθε ελάχιστο στο σχολείο. Το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσής της ήταν από διδασκαλίες φίλων και συνεργατών του πατέρα της.

Μετά το Γυμνάσιο, η Άννα εργάστηκε ως δασκάλα δημοτικού και άρχισε να μεταφράζει κάποια από τα έργα του πατέρα της στα γερμανικά, αυξάνοντας το ενδιαφέρον που είχε για την παιδική ψυχολογία και την ψυχανάλυση. Δεν έλαβε κάποιο ανώτερο πτυχίο, παρόλα αυτά άρχισε να ασχολείται με τον τομέα της ψυχολογίας και κυρίως ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική σε παιδιά και έγινε και πρόεδρος της Ψυχοαναλυτικής Εταιρείας της Βιέννης. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Βιέννη άσκησε σημαντική επίδραση στον Έρικ Έρικσον, ο οποίος αργότερα έγινε επίσης ένας γνωστός θεραπευτής στον χώρο της ψυχανάλυσης και της ψυχολογίας του Εγώ.

Το 1938 ανακρίθηκε από την Γκεστάπο και κατέφυγε στο Λονδίνο μαζί με τον πατέρα της, ο οποίος πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Οι εμπειρίες που είχε στο νηπιαγωγείο όπου εργάζονταν την οδήγησαν στη συγγραφή τριών έργων: Νέα παιδιά κατά την εποχή του πολέμου (1942), Παιδιά χωρίς Οικογένειες (1943) και Πόλεμος και Παιδιά (1943). Μετά το κλείσιμο του παιδικού σταθμού, η Άννα άνοιξε ένα δικό της θεραπευτικό κέντρο- κλινική στο Λονδίνο, στο οποίο ήταν διευθύντρια από το 1952 μέχρι το 1982, που πέθανε. Από τη δεκαετία του 1950 ταξίδευε συχνά στις ΗΠΑ και δίδασκε ψυχανάλυση και επισκεπτόταν φίλους της. 

 

Η Άννα είχε αφιερώσει τη ζωή της στα παιδιά, ενώ διαφωνούσε επιστημονικά με τη Μέλανι Κλάιν, που βρισκόταν και αυτή στο Λονδίνο και η βασική της ενασχόληση ήταν η ψυχανάλυση των παιδιών. Για πολλά χρόνια ζούσε με τη στενή της φίλη, Dorothy Burlingham, η οποία γνωρίστηκε με την Άννα το 1925 όταν έφτασε στη Βιέννη αναζητώντας βοήθεια για τον 10χρονο γιο της, Μπομπ. Η Άννα δέχθηκε τον Μπομπ ως ασθενή της, μαζί με την 8χρονη αδερφή του, τη Μάμπι και η Ντόροθι ξεκίνησε θεραπεία με τον Ρέικ και αργότερα με τον Φρόυντ. Η θεραπευτική σχέση ανάμεσα στους Burlingham και την οικογένεια του Φρόυντ γρήγορα συμπληρώθηκε από μια προσωπική σχέση ανάμεσα στη Ντόροθι και την Άννα. Η ζωή που έζησαν μαζί ήταν ιδιαίτερα παραγωγική, αλλά γεμάτη από προκλήσεις, απογοητεύσεις και θριάμβους.

 

Πηγές:

Michael John Burlingham. (1991). The relationship of Anna Freud and Dorothy Burlingham. Psychodynamic Psychiatry, 19 (4), 612-619.

https://www.verywellmind.com/anna-freud-biography-1895-1982-2795536. 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

Βιογραφίες: L.S. Vygotsky (1896-1934)

Ο Σοβιετικός ψυχολόγος L.S. Vygotsky γεννήθηκε το 1896 στην Λευκορωσία, σε μια οικογένεια που αγαπούσε την τέχνη και τη λογοτεχνία και πέθανε το 1934 στην Μόσχα. Σπούδασε γλωσσολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, πριν εμπλακεί στην ψυχολογική έρευνα. Έγινε μια σημαντική προσωπικότητα στην εξελικτική ψυχολογία και κυρίως στη προεπαναστατική Σοβιετική ψυχολογία. Μελέτησε τον ρόλο των κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.  Η θεωρία του άσκησε επιδράσεις στην ανάπτυξη του λόγου και της σκέψης και επηρέασε τους Luria και Piaget. 

 

Ο Vygotsky επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη του παιδιού, στην αναπτυξιακή ψυχολογία και στην εκπαιδευτική φιλοσοφία. Θεώρησε ότι τα παιδιά αναπτύσσουν τις συμπεριφορές και τις συνήθειές τους από τον πολιτισμό τους και μέσα από τις διαπροσωπικές εμπειρίες που έχουν. Υποστήριξε ότι η ανώτερη σκέψη αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα κοινωνικοπολιτισμικών αλληλεπιδράσεων και θεώρησε ότι το άτομο εσωτερικεύει τις πολιτιστικές νόρμες.

Η ζώνη εγγύτερης ανάπτυξης είναι από τις πιο δημοφιλείς έννοιες στη θεωρία του  Vygotsky και αφορά την απεικόνιση της μαθησιακής διαδικασίας ενός παιδιού. Τα παιδιά μαθαίνουν να επιτυγχάνουν πιο δύσκολες εργασίες με τη βοήθεια ενός πιο έμπειρου ατόμου. Ο ενήλικας βοηθάει το παιδί να κάνει κάτι, χωρίς όμως να το κάνει ο ίδιος αντί για το παιδί. Ο Vygotsky ανακάλυψε ότι το παιχνίδι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μάθηση και ότι τα παιδιά συχνά μαθαίνουν έννοιες που στηρίζονται σε παιχνίδια φαντασίας. Το παιχνίδι μπορεί να αποκτήσει συμβολική σημασία και είναι μια δραστηριότητα που μαθαίνει στα παιδιά να ρυθμίζουν και να ελέγχουν τη συμπεριφορά τους.

Ο Vygotsky το 1925 ολοκλήρωσε τη διατριβή του και πήγε σε ένα συνέδριο για την εκπαίδευση κωφών στο Λονδίνο. Όταν επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση, υποτροπίασε η φυματίωση, αλλά κατάφερε να επιβιώσει. Παρέμεινε εκτός εργασίας μέχρι το 1926. Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Vygotsky βίωσε μια βαθιά κρίση, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο και πέρασε μια περίοδο αυτοκριτικής, με αποτέλεσμα να κάνει ριζικές αναθεωρήσεις στη θεωρία του. Ωστόσο, το έργο του παρέμεινε πρόχειρο και ημιτελές, καθώς προσβλήθηκε ξανά από φυματίωση. Δεν κατάφερε να επιβιώσει από την ασθένεια και πέθανε σε ηλικία 37 ετών στη Μόσχα.

 

Πηγές:

https://www.goodtherapy.org/famous-psychologists/lev-vygotsky.html.

https://totallyhistory.com/lev-vygotsky/.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Βιογραφίες: Piaget (1896- 1980)

Ο Jean Piaget γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1896 στην Ελβετία και ήταν ψυχολόγος, ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά την απόκτηση κατανόησης στα παιδιά. Ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειάς του. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής της μεσαιωνικής λογοτεχνίας και επηρέασε την αφοσίωση του στην εκπαίδευσή του. 

 

Αποτελεί μια σημαντική και προεξέχουσα προσωπικότητα  στον κλάδο της αναπτυξιακής ψυχολογίας του 20ου αιώνα. Τα πρώτα ενδιαφέροντα του Piaget κινήθηκαν γύρω από τη ζωολογία. Όταν ήταν νεαρός δημοσίευσε ένα άρθρο για να καταγράψει τις παρατηρήσεις που έκανε για ένα αλμπίνο σπουργίτι και από τα 15 του έτη είχε πολλές δημοσιεύσεις για τα μαλάκια που είχαν κερδίσει τη φήμη μεταξύ των Ευρωπαίων ζωολόγων. Στο Πανεπιστήμιο, ο Piaget σπούδασε ζωολογία και φιλοσοφία και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1918. Αργότερα, το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ψυχολογία, όπου συνδύαζε τη βιολογία με την επιστημολογία. Αρχικά πήγε στη Ζυρίχη, όπου σπούδασε κοντά στον Carl Jung και τον Eugen Bleuler και στη συνέχεια άρχισε σπουδές στη Σορβόννη.

 Ο Piaget κατασκεύασε και χορήγησε τεστ ανάγνωσης σε μαθητές και ενδιαφέρθηκε για τα είδη των λαθών που έκαναν, οδηγώντας τον να εξερευνήσει τη συλλογιστική διαδικασία σε αυτά τα παιδιά. Από το 1925-1929 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Neuchatel και από το 1929 εντάχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ως καθηγητής παιδοψυχολογίας. Παρέμεινε σε αυτή την πανεπιστημιακή έδρα μέχρι τον θάνατό του. Το 1955 ίδρυσε το Διεθνές Κέντρο Γενετικής Επιστημολογίας στη Γενεύη και έγινε διευθυντής του. Ενδιαφερόταν για την επιστημονική σκέψη, την κοινωνιολογία και την πειραματική ψυχολογία. Στην ακαδημαϊκή του πορεία έγραψε πάνω από 50 βιβλία και μονογραφίες, ενώ στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του ήταν πώς αναπτύσσεται η σκέψη του παιδιού περιγράφοντας συγκεκριμένα στάδια από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση.

Ο Piaget μελέτησε το πώς το παιδί αντιλαμβάνεται τις έννοιες, δημιουργώντας και ξαναδημιουργώντας το δικό του μοντέλο πραγματικότητας. Όσον αφορά στην ανάπτυξη της ικανότητας του παιδιού να σκέπτεται, ο Piaget εντόπισε τέσσερα στάδια σε αυτή την ανάπτυξη. Τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του καλύπτουν το αισθητηριοκινητικό στάδιο, όπου το παιδί ασχολείται με τον έλεγχο των δικών του έμφυτων σωματικών αντανακλαστικών και την επέκτασή τους σε ευχάριστες ή ενδιαφέρουσες ενέργειες. Την ίδια περίοδο, το παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως ξεχωριστή φυσική οντότητα και στη συνέχεια συνειδητοποιεί ότι τα αντικείμενα γύρω του έχουν ξεχωριστή και μόνιμη ύπαρξη. 

Το δεύτερο στάδιο, καλύπτει τις ηλικίες από δύο έως έξι ή επτά ετών, όπου το παιδί μαθαίνει να χειρίζεται με συμβολικό τρόπο το περιβάλλον του μέσα από εσωτερικές αναπαραστάσεις ή σκέψεις για τον εξωτερικό κόσμο. Το παιδί μαθαίνει να αναπαριστά αντικείμενα με λέξεις και να χειρίζεται τις λέξεις διανοητικά.

Στο τρίτο στάδιο, που αφορά τις ηλικίες επτά έως έντεκα ή δώδεκα ετών, εμφανίζεται η αρχή της λογικής στις διαδικασίες σκέψης του παιδιού και η αρχή της ταξινόμησης των αντικειμένων με βάση τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Το παιδί αρχίζει να κατανοεί τις έννοιες του χρόνου και του αριθμού, της ποσότητας.

Το τέταρτο στάδιο, που ξεκινά από την ηλικία των δώδεκα ετών και φτάνει μέχρι την ενηλικίωση, ο έφηβος χαρακτηρίζεται από μια τάξη στη σκέψη  και κυρίως στη λογική σκέψη, επιτρέποντας ένα πιο ευέλικτο είδος νοητικού πειραματισμού. Ο έφηβος μαθαίνει να χειρίζεται αφηρημένες ιδέες, να κάνει υποθέσεις και να μπορεί να αντιληφθεί τις συνέπειες της δικής του σκέψης και των άλλων.   

Οι ιδέες του Piaget συνέβαλαν στην εξέλιξη των ιδεών που υπήρχαν για το παιδί, τη μάθηση και την εκπαίδευση. Η νοητική ανάπτυξη του παιδιού θα πρέπει να βρίσκεται στο κατάλληλο στάδιο για να αφομοιώσει αυτές τις έννοιες. Έτσι, ο δάσκαλος είναι ένας οδηγός που βοηθάει το παιδί να ανακαλύψει τον κόσμο γύρω του.

 

Πηγές:

https://www.britannica.com/biography/Jean-Piaget.

https://totallyhistory.com/jean-piaget/.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Βιογραφίες: Carl Rogers (1902 – 1987)

Ο Carl Rogers, που ανέπτυξε την προσωποκεντρική προσέγγιση (πελατοκεντρική προσέγγιση), γεννήθηκε το 1902 στο Ιλινόις, σε ένα προάστιο του Σικάγο. Ήταν το τέταρτο στη σειρά γέννησης παιδί, μιας οικογένειας με έξι παιδιά. Προέρχονταν από ένα οικογενειακό περιβάλλον, όπου οι γονείς του είχαν αυστηρές θρησκευτικές αρχές και έδιναν έμφαση στην ηθική συμπεριφορά και στις αρετές της σκληρής εργασίας, ενώ δεν συμφωνούσαν με την εκδήλωση των συναισθημάτων. Ο Rogers μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να ζει με βάση τις αντιλήψεις των γονιών του, ενώ δεν έπρεπε να χορεύει, να παίζει χαρτιά, να καπνίζει, να πίνει ή να εκδηλώνει σεξουαλικό ενδιαφέρον. Η κοινωνική του ζωή ήταν περιορισμένη και επικεντρώνονταν κυρίως στην αλληλεπίδραση με την οικογένεια, με αποτέλεσμα να νιώσει έντονο ανταγωνισμό για τον μεγαλύτερο αδερφό του, που θεωρούσε ότι είχε ευνοϊκή μεταχείριση από τους γονείς. 

«Ο Rogers μεγάλωσε με πικρές και δυσάρεστες αναμνήσεις, όντας ο περίγελος και ο αναπόφευκτος στόχος των αστείων του αδερφού του, την ίδια στιγμή που η μητέρα του του στερούσε τη χαρά» (Milton, 2002). Στην ηλικία των 12 ετών, η οικογένειά του μετακόμισε σε ένα αγρόκτημα έξω από το Σικάγο και ο Rogers άρχισε να αναπτύσσει ενδιαφέρον για τη γεωπονία, που ήταν σχετική με τις σπουδές των γονιών του και των αδερφών του. Όμως, μετά το δεύτερο έτος φοίτησης, ο Rogers εγκατέλειψε τη γεωπονία για να γίνει κληρικός. Η απόφαση αυτή προκάλεσε λύπη στους γονείς του, ενώ ο ίδιος ένιωσε συναισθηματικά και πνευματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος.

Το 1924 ο Rogers παντρεύτηκε μια παιδική του φίλη για να μπορέσει να γίνει ιερωμένος. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα αποφάσισε να σπουδάσει στο Παιδαγωγικό Κολέγιο, όπου επέλεξε σπουδές στην κλινική και εκπαιδευτική ψυχολογία. Το 1931 έλαβε διδακτορικό τίτλο πάνω στην ψυχολογία. Έπειτα, ασχολήθηκε με τη διάγνωση και τη θεραπεία παραβατικών και μη προνομιούχων παιδιών. Το 1940 διορίστηκε καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Ohio, όπου άρχισε να διαμορφώνει τις προσωποκεντρικές του απόψεις για τη συμβουλευτική ατόμων με συναισθηματικές διαταραχές. Τη δική του προσέγγιση την ανάπτυξε από το 1945 έως το 1957 ενώ βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο του Chicago.

Ο Rogers κατέρρευσε όταν δεν κατάφερε να βοηθήσει έναν πελάτη με σοβαρή διαταραχή. Εμφάνισε νευρικό κλονισμό, ενώ καταστράφηκε τελείως η αυτοπεποίθησή του. Ένιωθε ανάξιος ως άτομο και ανεπαρκής ως θεραπευτής. Μετά από ένα εξάμηνο απομόνωσης στο εξοχικό του σπίτι μαζί με τη σύζυγό του, ανάρρωσε από τον νευρικό κλονισμό και επέστρεψε στους πελάτες του. Αυτό που συνειδητοποίησε ήταν ότι είχε βαθιά αισθήματα ανασφάλειας, ενώ πίστευε:

«Κανένας δε θα μπορούσε ποτέ να με αγαπήσει, έστω κι αν σε κάποιους μπορεί να αρέσουν αυτά που κάνω»

Από το 1957 έως και το 1963 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin, όπου δημοσίευσε πολλά άρθρα και βιβλία, μέσα από τα οποία το ευρύ κοινό γνώρισε τη θεωρία του για την προσωπικότητα και την προσωποκεντρική θεραπεία.

 

Πηγές:

Milton, J. (2002). The Road to Malpsychia: Humanistic Psychology and Our Discontents. ‎Encounter Books.

Schultz, D.P. & Schultz, S.E. (2021). Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Πεδίο.

https://counsellingtutor.com/biography-of-carl-rogers/. Carl Rogers - Person Centred Therapy.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.