Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

"Θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί…"

Ίσως, αυτή τη φράση να την έχετε ακούσει από ένα κοντινό σας πρόσωπο. Ίσως, κάποτε να την είπατε κι εσείς σε κάποιον άλλον ή και στον ίδιο σας τον εαυτό. Ίσως να την πιστεύετε ακόμη και σιωπηρά ή φωναχτά να την επαναλαμβάνετε μέσα σας ή στους άλλους γύρω σας…

 

Πίσω από αυτή τη φράση, πίσω από αυτές τις λέξεις, κρύβονται σκέψεις. Σκέψεις αρνητικές, σκοτεινές, απαισιόδοξες και μίζερες. Επαναλαμβάνοντας αυτή τη φράση, επαναλαμβάνετε αυτές τις σκέψεις, τους δίνετε δύναμη, αξία, βαρύτητα, τις καλλιεργείτε, τις μεγεθύνετε, τις παγιώνετε, τις συνηθίζετε, τις «αγαπάτε», τις αποζητάτε, δεν κάνετε χωρίς αυτές. 

Προφανώς, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σε θέση να επιλέξει σχετικά με το αν θα γεννηθεί ή όχι. Δεν είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε για κάτι τέτοιο. Για να φτάσουμε όμως στο να εκφράσουμε αυτή τη σκέψη, τότε η αξιολόγηση της ζωής μας δεν έχει θετικό πρόσημο. Τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά.

Είναι όμως έτσι ή εμείς έχουμε προβεί σε μια πολύ αυστηρή αξιολόγηση του εαυτού μας και κατ’ επέκταση όλης μας της ζωής; Επιπλέον, έχει σημασία η ηλικία στην οποία θα εκφράσουμε αυτή την σκέψη; Ίσως, και να έχει σημασία, διότι αν είμαστε πολύ νέοι, τότε έχουμε χρόνο να μετατρέψουμε το πρόσημο από πλην (-) σε συν (+). Αν πάλι τα χρόνια της νιότης έχουν παρέλθει και το πρόσημο δεν μπορεί να αντιστραφεί, τότε γιατί να μην χρησιμοποιήσουμε αυτή τη σοφία που αποκτήσαμε, προκειμένου να βοηθήσουμε άλλους ανθρώπους να αποφύγουν τους δρόμους που πήραμε;

Τι πιο σημαντικό από αυτό; Από το να παραδεχτείς ότι έσφαλες, ότι έχεις κάνει λάθη κι ότι η ζωή σου δεν ήταν τέλεια. Όμως αναρωτήσου: ποιανού η ζωή ήταν ή είναι τέλεια; Υπάρχουν τέλειες κι αλάνθαστες ζωές; Υπάρχουν τέλειοι κι αλάνθαστοι άνθρωποι; Αν όχι, τότε μήπως απλά κάποιοι βλέπουν τα λάθη τους, ενώ κάποιοι όχι; Μήπως κάποιοι δεν έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν την αλήθεια κατάματα και να παραδεχθούν τα λάθη τους; 

 

Αν όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε ποιος είναι πιο αληθινός κι αυθεντικός άνθρωπος; Αυτός που βλέπει την αλήθεια ή αυτός που την σκεπάζει με ένα πέπλο που είναι βουτηγμένο στο ψέμα, στην αποσιώπηση, στην ωραιοποίηση; Ποιος λοιπόν, από τους δύο βρίσκεται σε καλύτερη θέση; Αυτός που ζει μέσα στην αλήθεια ή αυτός που ζει μέσα στο ψέμα επειδή δεν αντέχει την αλήθεια;

Και ποιος από τους δυο πιστεύετε ότι μπορεί να αλλάξει; Αυτός που έχει δει και έχει παραδεχθεί τα λάθη του ή αυτός που τα κρύβει και που προσποιείται ότι δεν έχει κάνει λάθη;

Ας επανέλθουμε όμως στην αρχική μας φράση: «Θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί…» Γιατί; Γιατί σου είπαν ότι οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή χωρίς να κάνουν λάθη; Ή μήπως γιατί η ζωή θα πρέπει να είναι εύκολη, χωρίς εναλλαγές ανάμεσα στη χαρά και στον πόνο; Κι αν δεν υπήρχε πόνος… αν δεν υπήρχε θλίψη, αν δεν υπήρχαν αποτυχίες, αν δεν υπήρχαν δυσκολίες, αν δεν υπήρχε κλάμα, δυστυχία κοκ, τότε πώς θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει τη χαρά, την επιτυχία, τις ευκολίες, το γέλιο, την ευτυχία;

Γιατί θα πρέπει να πιστεύουμε ότι μονάχα αν μας πάνε όλα καλά και μόνο τότε, θα έχουμε το δικαίωμα στη χαρά, στην ικανοποίηση, στην ευτυχία; Γιατί να μην μπορούμε να πάρουμε χαρά και ικανοποίηση από τα μικρά πραγματάκια που καταφέρνουμε να επιτύχουμε κάθε μέρα; Τόσο δα μικρά όπως ένα νόστιμο φαγητό που γευθήκαμε, μια βολτούλα στη λιακάδα, μια όμορφη συζήτηση με ένα αγαπημένο μας πρόσωπο κοκ. Οι μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας, συμπληρώνουν ένα παζλ από στιγμές, που είναι ανεπανάληπτες και γι’ αυτό μοναδικές κι απαράμιλλες. Εντοπίστε αυτές τις στιγμές και δώστε τους αξία! Αν για εσάς αυτές οι στιγμές είναι αυτονόητες και δεδομένες, για κάποιους άλλους αποτελούν έναν θησαυρό στον οποίο δεν έχουν πρόσβαση. Εκτιμήστε τα δώρα που σας δίνονται καθημερινά, γιατί μόνο έτσι η ζωή αποκτά νόημα κι αξία.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Μήπως είναι πια αργά για να σπουδάσω;

Έχουν οι σπουδές ηλικία;

 

Αν κάποιος ρίξει μια προσεκτική ματιά γύρω του θα διαπιστώσει ότι ολοένα κι αυξάνονται οι άνθρωποι που αποφασίζουν να σπουδάσουν σε μεγαλύτερες ηλικίες, παραδείγματος χάρη από τα 40 και μετά. Αρκετοί άνθρωποι ίσως έχουν ήδη ένα ή περισσότερα πτυχία και παρόλα αυτά αισθάνονται μια σφοδρή επιθυμία να συνεχίσουν να σπουδάζουν και να μαθαίνουν. Πλέον τέτοιοι άνθρωποι δεν αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα, αλλά με τη στάση τους, ήδη εδώ και κάποιες δεκαετίες έχουν διαμορφώσει την αντίληψη για τη σημασία της επονομαζόμενης «διά βίου μάθησης».

Ως εκ τούτου, βλέπουμε ανθρώπους που συμμετέχουν σε σεμινάρια, ή ακόμη και σε προπτυχιακά, μεταπτυχιακά, αλλά και διδακτορικά προγράμματα, κάνοντας τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ασφαλώς, στη μέση ηλικία οι προκλήσεις είναι περισσότερες, καθώς οι οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις «αποτελούν τροχοπέδη», αλλά πλέον πολλά πανεπιστήμια και άλλα κέντρα μάθησης υιοθετούν νέα μοντέλα εκπαίδευσης όπως «εξ αποστάσεως», εκμεταλλευόμενα και τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας (σύγχρονης ή ασύγχρονης παρακολούθησης). Ζούμε, λοιπόν, σε μια εποχή όπου όλα είναι δυνατά κι εφικτά αρκεί να υπάρχει θέληση για εξέλιξη και επιθυμία για αυτοπραγμάτωση, όπως θα υπογράμμιζαν εμφατικά οι σπουδαίοι ψυχολόγοι: Abraham Maslow & Carl Rogers.

Πιο συγκεκριμένα ο Maslow (1943) διατύπωσε μια θεωρία στην οποία περιλαμβάνει ένα μοντέλο πέντε επιπέδων ανθρώπινων αναγκών, που συχνά απεικονίζεται με τη μορφή ιεραρχικών επιπέδων μέσα σε μια πυραμίδα. Από το κάτω μέρος της ιεραρχίας προς τα πάνω, οι ανάγκες διακρίνονται σε: φυσιολογικές ή βιολογικές (π.χ. τροφές και ρουχισμός), ασφάλεια (π.χ. ασφάλεια εργασίας), ανάγκες της αγάπης και του ανήκειν (π.χ. φιλία), εκτίμηση και αυτοπραγμάτωση. Οι ανάγκες που βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία πρέπει να ικανοποιηθούν πρώτα, προκειμένου τα άτομα να μπορέσουν να ανταποκριθούν σε υψηλότερες ανάγκες. 

Συνεπώς, ο Maslow ενδιαφερόταν για το ανθρώπινο δυναμικό και πώς εκπληρώνουμε αυτό το δυναμικό, και είχε δηλώσει ότι το ανθρώπινο κίνητρο βασίζεται στους ανθρώπους που αναζητούν την εκπλήρωση και την αλλαγή μέσω της προσωπικής ανάπτυξης. Οι «αυτοπραγματωμένοι» άνθρωποι είναι εκείνοι που εκπληρώθηκαν και έκαναν όλα όσα ήταν ικανοί να κάνουν.

Η ανάπτυξη της αυτοπραγμάτωσης, λοιπόν, αναφέρεται στην ανάγκη για προσωπική ανακάλυψη και ανάπτυξη και υφίσταται καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου. Για τον Maslow, ένα άτομο τείνει πάντα προς το "γίγνεσθαι" και ποτέ δεν παραμένει στατικό. Στην αυτοπραγμάτωση, ένα άτομο επιδιώκει να βρει ένα νόημα στη ζωή που είναι σημαντικό για το ίδιο. Ο Maslow περιγράφει την αυτοπραγμάτωση ως εξής: «…επιθυμία του ατόμου για αυτοεκπλήρωση, δηλαδή, η τάση να πραγματωθεί σε αυτό που είναι δυνητικά» (S. Mcleod, 2023).

Από την άλλη, για τον Carl Rogers, η αυτοπραγμάτωση δεν ήταν ανθρώπινη ανάγκη ή επιθυμία όπως ήταν για τον Maslow, αλλά περισσότερο ένα ένστικτο της ανθρώπινης φύσης που έχει την ικανότητα να μας θεραπεύσει. Ο Rogers είδε την αυτοπραγμάτωση ως ενσωματωμένη τάση του ατόμου να «γίνει οι δυνατότητές του … να εκφράσει και να ενεργοποιήσει όλες τις ικανότητες του οργανισμού». Επομένως, είναι μια διεργασία προσβάσιμη σε όλους/ες, όχι απλώς ένα επίτευγμα που πρέπει να επιτευχθεί μόνο από εκείνους/ες που έχουν καλύψει όλες τις άλλες απαιτήσεις της ζωής.

Ο Rogers πίστευε ότι οδηγούμαστε προς την ανάπτυξη, αλλά μπορούμε να βιώσουμε εμπόδια και να τα παρατήσουμε, να πάθουμε κατάθλιψη. Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να αποφασίσουμε να βοηθήσουμε τη δική μας ανάπτυξη και να προχωρήσουμε προς τις δυνατότητές μας, να νιώθουμε όλο και πιο άνετα με τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Για να προχωρήσουμε προς την αυτοπραγμάτωση, θα πρέπει να διαμορφώσουμε μια αυθεντική «αυτο-αντίληψη». Η αυτοαντίληψη αφορά τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και  πώς τον προσδιορίζουμε.

Αν ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας επηρεάζεται υπερβολικά από την έγκριση και τις επιθυμίες των άλλων, τότε ο εαυτός μας δεν θα είναι σύμφωνος με τις πραγματικές μας ανάγκες και αξίες, και θα ζούμε μια ζωή «ασυμφωνίας». Έτσι, θα νιώθουμε αγχωμένοι και δυστυχισμένοι. Εάν όμως οδεύουμε όλο και περισσότερο προς μια ζωή όπου το άτομο που παρουσιάζουμε στον κόσμο είναι πραγματικά αυτό που είμαστε –αν ζούμε τις αξίες μας, την αληθινή μας φύση– τότε θα λειτουργούμε πληρέστερα και με αυτοπραγμάτωση (Sh. Jacobson, 2022).

Πέραν των Maslow & Rogers, το ζήτημα είχε απασχολήσει και τον Jung. Ο Jung θεωρούσε ότι οι μεγάλες και σημαντικές αλλαγές στην προσωπικότητα, λαμβάνουν χώρα κατά τη μέση ηλικία, μεταξύ 35 και 40 χρόνων. Ο Jung παρατηρώντας τους ασθενείς του είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη ηλικιακή περίοδος αποτελεί μια φάση προσωπικής κρίσης. Πολλοί από τους ασθενείς του επαναλάμβαναν το ίδιο, ότι: «ένιωθαν άδειοι και κενοί. Η περιπέτεια, ο ενθουσιασμός, ο ζήλος και το πάθος τους είχαν εξαφανιστεί. Η ζωή είχε χάσει το νόημά της» (Schultz & Schultz, 2021).

Καθώς, ο Jung ανέλυε αυτή την περίοδο ζωής των ατόμων, ερχόταν όλο και πιο κοντά στο συμπέρασμα ότι οι δραστικές αλλαγές είναι αναπόφευκτες και καθολικές. Η μέση ηλικία αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο και παρότι τα άτομα έχουν ήδη εκπληρώσει και ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις και στις δραστηριότητες της ζωής τους, εξακολουθούν να διαθέτουν μεγάλα ποσά ενέργειας και αναρωτιούνται που αλλού μπορούν να τα επενδύσουν. Έτσι, σύμφωνα με τον Jung, αυτό το περίσσευμα ενέργειας θα πρέπει να διοχετευθεί σε νέες δραστηριότητες και ενδιαφέροντα (Schultz & Schultz, 2021).

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα γιατί στις μέρες μας πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να σπουδάζουν διεκδικώντας την αυτοπραγμάτωσή τους, δηλαδή, να εξελίξουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις ικανότητες και τις δυνατότητές τους, προσεγγίζοντας το δυναμικό τους και τον αληθινό τους εαυτό, το άτομο που θέλουν οι ίδιοι να είναι ή να γίνουν.

Εν κατακλείδι, αν σας απασχολεί η ηλικία σας και έχετε ενδοιασμούς σχετικά με το αν είναι αργά για να σπουδάσετε, αναθεωρείστε! Σταματήστε να ακούτε τις απόψεις των άλλων κι ακούστε τη δική σας φωνή, το τι θέλετε εσείς να κάνετε και το πώς βλέπετε τον εαυτό σας στο κοντινό ή μακρινό μέλλον. Να θυμάστε: οι σπουδές και τα όνειρα δεν έχουν ηλικία! 

 

Πηγές:

Maslow's Hierarchy of Needs (simplypsychology.org), retrieved at 12:10 pm, 26/6/23.

What is Self-Actualization? And How Can it Help You? - Harley Therapy™ Blog retrieved at 3:00 pm, 26/6/23.

D.P.Schultz & S.E.Schultz (2021), Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας, Πεδίο, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Κυριακή 25 Ιουνίου 2023

Η σημασία του «κοντά» και του «μακριά» για τη ζωή και τις σχέσεις μας

Η Ντέμπορα Τάννεν στην ενδοσκόπηση που επιχειρεί για τη σχέση ανάμεσα στις αδελφές, μέσα από το βιβλίο της με τίτλο «αδελφές, ένα εκρηκτικό δίπολο που καθορίζει τη ζωή μας, την κάνει καλύτερη ή χειρότερη», μεταξύ πολλών σημαντικών άλλων θεμάτων, αναφέρεται και σε ένα ζήτημα που θεωρούμε ότι παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, αναφέρει τα εξής παρακάτω:  

 

«Κατά μία έννοια, αναρωτιόμαστε για όλους όσους ξέρουμε ή συναντάμε, “πόσο κοντά είσαι σε εμένα;” Παραθέτουμε σε ένα “συνεχές” σχεδόν τα πάντα στον κόσμο, σύμφωνα με το πόσο κοντά ή μακριά μας βρίσκονται. Ο γλωσσολόγος Α.Λ. Μπέκερ, το αποκαλεί “το συνεχές του ατόμου”. Τονίζει ότι βλέπουμε το συνεχές ενός ατόμου στη γραμματική ξεκινώντας με τις αντωνυμίες “εγώ” και “εσύ” και εκτείνεται σε γλωσσολογικά ζεύγη, όπως “αυτό” (κοντά σε εμάς) και “εκείνο” (μακριά από εμάς), “εδώ” (κοντά σε εμάς) και “εκεί’ (μακριά από εμάς), “τώρα” (κοντά σε εμάς) και “τότε” (μακριά από εμάς). Το βλέπουμε και σε άλλες κατηγορίες. Παραδείγματος χάρη, τα ζώα μπορούν να είναι κατοικίδια (κοντά σε εμάς) ή άγρια (μακριά από εμάς)• οι άνθρωποι μπορούν να είναι συγγενείς (κοντά σε εμάς) ή ξένοι (μακριά από εμάς).

Οι κατηγορίες “κοντινός εναντίον μακρινού” είναι ένα “συνεχές”, επειδή το κοντινός και μακρινός δεν είναι χαρακτηριστικά του “μέσα/έξω”, αλλά σημεία ενός συνεχούς. Άνθρωποι, πράγματα και έννοιες τοποθετούνται κάπου μέσα στο συνεχές και όχι αυστηρά στον έναν ή στον άλλον πόλο. Το “εδώ” μπορεί να αναφέρεται σε κάτι που κρατάμε ή κάτι μέσα στο δωμάτιο, το “εκεί” μπορεί να σημαίνει στην άλλη άκρη του δωματίου ή στην άλλη άκρη της χώρας. Το “τώρα” μπορεί να σημαίνει αυτή τη στιγμή ή την εποχή που ζούμε, το “τότε” μπορεί να είναι το χθες ή ο προηγούμενος αιώνας. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Δεν έχουμε μόνο δύο κατηγορίες: τα οικογενειακά μέλη και τους ξένους. Έχουμε “κοντινή” οικογένεια ή έχουμε “ευρύτερη” οικογένεια και φίλους που είναι “οικογενειακοί”. Επίσης έχουμε φίλους, γνωστούς και “εντελώς” άγνωστους. Και κάποιοι συγγενείς είναι πιο κοντά μας, ενώ άλλοι είναι μακρινοί, είτε εξαιτίας της συγγένειας (τα αδέλφια είναι πιο κοντά από τα ξαδέλφια) ή της συμπάθειας (μία συγκεκριμένη ξαδέλφη μπορεί να είναι πιο κοντά από μια αδελφή).

Το συνεχές ενός ατόμου – δηλαδή ο τρόπος που παρατάσσουμε τους ανθρώπους και τα αντικείμενα ως πιο κοντινά ή πιο μακρινά από εμάς – είναι ένας θεμελιώδης τρόπος για να βλέπουμε τον κόσμο σε τάξη και τη θέση μας σε αυτόν. Γι’ αυτό κάνουμε πάντα την ερώτηση “Είμαστε –και σε ποιον βαθμό- κοντά ή μακριά;”» (Ν. Τάννεν, 2019).

Αυτή η τελευταία ερώτηση, λοιπόν, θα λέγαμε ότι είναι ουσιαστική για το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας σε σχέση με τους άλλους, δηλαδή, το ποιοι άνθρωποι είναι κοντά μας και ποιοι είναι μακριά μας. Ως εκ τούτου, έχει σημασία το που στοχεύουμε να φθάσουμε, δηλαδή να αφήσουμε την απόσταση ως έχει ή να έρθουμε πιο κοντά με κάποιους ανθρώπους; Από την άλλη, πώς, πότε και γιατί επιλέγουμε να μεγαλώσει η απόσταση και να απομακρυνθούμε από κάποιους που μέχρι πρότινος ήταν ή τους θεωρούσαμε κοντινούς μας;

Από ότι αντιλαμβανόμαστε το να παραμείνουν τα πράγματα ή οι σχέσεις ως έχουν ή να αλλάξουν ως προς την απόσταση, αποτελεί μια διεργασία δυναμική που μπορεί να μεταβληθεί σε βάθος χρόνου και που ταυτοχρόνως αποτελεί μια «κατασκευή», καθώς σχετίζεται με το πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις μας. Και κάνουμε λόγο για κατασκευή, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που αν όχι όλοι, αρκετοί έχουμε πέσει στην παγίδα να βλέπουμε κάποιους ανθρώπους ως κοντινούς μας, απλά και μόνο επειδή κρατούν μια τακτική επαφή μαζί μας. Ενδεχομένως, να μας ρωτούν για να μάθουν τα νέα μας, αλλά αυτό που εμείς εκλαμβάνουμε ως ενδιαφέρον για τη ζωή μας, να μην ήταν πραγματικό, αλλά να σχετιζόταν περισσότερο με το κουτσομπολιό, ή απλώς με μια περιέργεια. Καταλαβαίνουμε με την πάροδο του χρόνου ότι το ενδιαφέρον τους δεν ήταν πραγματικό, καθώς «προσποιούνταν» ότι μας νοιάζονταν κι ότι μας καταλάβαιναν κάθε φορά που μας συνέβαιναν άσχημα ή θλιβερά γεγονότα, αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν να μας πουν ένα μπράβο ή να χαρούν στις χαρές μας. Όταν ένας συγγενής ή ένας φίλος μας, μας αγαπά αληθινά, τότε μας αγαπά και όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, αλλά κι όταν μας συμβαίνουν υπέροχα πράγματα! Δεν είναι παρών στα άσχημα, αλλά εξαφανίζεται στα όμορφα, γιατί η ζήλεια δεν του επιτρέπει να τα αντέξει.  

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να αξιολογήσει κανείς τις συμπεριφορές και τις στάσεις των ανθρώπων γύρω του, προκειμένου να δει ποιοι είναι οι αυθεντικοί και αληθινοί και ποιοι οι ψεύτικοι, οι δήθεν και οι επιφανειακοί, αυτοί που προσποιούνται ότι ενδιαφέρονται κι ότι νοιάζονται. Εδώ ίσως να σκεφτείτε: γιατί να μπει κανείς σε μια τέτοια διαδικασία; Μα φυσικά για να μην αναλωθεί σε σχέσεις με άτομα που μόνο ζητούν χωρίς να δίνουν, χωρίς να προσφέρουν τίποτα παρά μόνο χάσιμο χρόνου. Ας μην χάνουμε χρόνο με ανθρώπους που δεν αξίζουν τον χρόνο μας. Ας επικεντρωθούμε σε αυτούς που αξίζουν το χρόνο μας κι αν είναι δύσκολο να βρούμε τέτοιους ανθρώπους, τότε τι καλύτερο από το να περιμένουμε και στο μεταξύ να επενδύσουμε στον εαυτό μας. Να εντοπίσουμε εκείνα τα χαρακτηριστικά που οφείλουμε να αλλάξουμε ή εκείνα που χρειάζεται να διατηρήσουμε ή να ενισχύσουμε για να ζήσουμε μια πιο ποιοτική και πιο χαρούμενη ζωή! Μια ζωή αυθεντική που θα μας περιστοιχίζουν άνθρωποι που θα μας αγαπούν χωρίς συμφέρον, χωρίς διάθεση κουτσομπολιού, περιέργειας ή σύγκρισης που πολλές φορές φέρνει ζήλεια ή φθόνο. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, ποιοι είναι πραγματικά κοντά μας και γιατί, καθώς και ποιους ανθρώπους θα θέλαμε να φέρουμε πιο κοντά μας και γιατί. 

 

Πηγή:

Ν. Τάννεν, 2019, Ήσουν πάντα η αγαπημένη της μαμάς! Αδελφές, Ένα εκρηκτικό δίπολο που καθορίζει τη ζωή μας, την κάνει καλύτερη ή χειρότερη, Ενάλιος, Αθήνα.  

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι: Έπος του 40

Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης της κυρίας Αγγελικής που ήταν μικρό κοριτσάκι όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε από καρδιάς την κυρία Αγγελική για όσα μοιράστηκε μαζί μας, διότι όσα έζησε πρέπει να εξιστορούνται για να μην επαναλαμβάνονται. Αντιλαμβανόμαστε ότι το να ξύνεις πληγές μπορεί να είναι αρκετά επώδυνο, ειδικά όταν σκαλίζουμε βιώματα όπως αυτά της βαρβαρότητας και της φρίκης του πολέμου, τα οποία σημάδεψαν ανεξίτηλα και για πάντα την ψυχή της κυρίας Αγγελικής. Όμως, και η ίδια αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα να ξύσει αυτές τις πληγές και να προσφέρει και να συμβάλλει με τον δικό της τρόπο στην ανάδειξη και διατράνωση της αλήθειας. Α-λήθεια, εκ του (α) στερητικού και της λήθης, δηλαδή για να μην ξεχαστούν όσα άσχημα συνέβησαν. Γιατί η ζωή έχει δύο όψεις, και είναι και οι δυο τους, οι αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος. Αφιερώνουμε αυτή την συγκινητική συνέντευξη σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που θυσίασαν τη ζωή τους στο όνομα του υπέρτατου ιδανικού του ανθρώπου, της ελευθερίας, και κυρίως σε όλες εκείνες τις γυναίκες που έμειναν πίσω για να κρατήσουν ζωντανά τα μικρά παιδιά και να ράβουν ρούχα για τους στρατιώτες. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι αφανείς ηρωίδες, όπως ακριβώς και η κυρία Αγγελική.   

 


«Τον πόλεμο τον έζησα το ‘40, θέλετε να σας πω καμιά ιστορία από εκεί από το ‘40;»

«Βεβαίως, ό,τι θέλετε, ό,τι εσείς θεωρείτε σημαντικό και θέλετε να το μοιραστείτε».

«Γιατί με φωνάξανε και στο σχολείο και είπα την ιστορία του ‘40. Ήμουνα εννιά χρονών κοριτσάκι, το ‘31 γεννήθηκα. Έπεσε Δευτέρα, στις 28 Οκτωβρίου. Τον πατέρα μου, που τον λέγανε Δημήτριο, γιόρταζε το Σαββάτο, κάναμε τη γιορτή την Κυριακή, ξέρεις ένα δωμάτιο είχαμε τότε, βγάλαμε και τις πόρτες… τότε ερχότανε ο κόσμος, γιορτές κάνανε, όχι όπως τώρα, τώρα βγαίνουν έξω. Αφού τα ξοδέψαμε όλα, το πρωί έφυγε ο πατέρας μου για να πάει για μεροκάματο. Κι άρχισε ο συναγερμός. Αφού άρχισε ο συναγερμός η μητέρα μου έψαχνε για ψωμί, στον φούρνο ήταν όλοι, λεφτά δεν είχε η μητέρα μου. Είχα έναν κουμπαρά που μου ‘ρίχναν καμιά δεκάρα και μου λέει: Αγγελική δε σπας τον κουμπαρά σου να πας να πάρεις λίγο ψωμί; Εννιά χρονών παιδάκι ήμουνα, πήγα λοιπόν, πήρα ψωμί με τη σειρά μου, μια κουλούρα ήταν, θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Μετά έγινε ο συναγερμός, έπεσαν οι βόμβες, οι Ιταλοί ήρθαν πρώτα, τέλος πάντων, ήρθε ο πατέρας μου χωρίς μεροκάματο, χωρίς τίποτα. Από την άλλη μέρα ό,τι είχαμε, που δεν είχαμε τότε τα ψυγεία μας, είχαμε το φανάρι που κράταγε, τέλος πάντων, άρχισε ο πόλεμος, ο συναγερμός. Μετά ανοίξαμε ένα καταφύγιο μέσα στο σπίτι μας, είχαμε μια αυλή μικρή. Άνοιξαν ένα καταφύγιο, το έσκαψε ο πατέρας μου, βάλαμε τσίγκους και από πάνω χώμα και μπαίναμε όταν ρίχναν τις βόμπες. Σκεφτείτε…

 

Εγώ έκλαιγα και έλεγα στον πατέρα μου γιατί να καθόμαστε εδώ και να μην πάμε στο απέναντι σπίτι που είχε μια πλάκα στην ταράτσα τότε. Σπάνια είχαν τα σπίτια πλάκα. Με κεραμίδια ήταν. Τέλος πάντων, ο πατέρας μου ήθελε εκεί… εγώ, η αδερφή μου και η μητέρα μου. Είχαμε ένα πραγματάκι τέτοιο και είχε ένα εικόνισμα μέσα του η μητέρα μου και σκεφτείτε να δείτε πηγαίναμε σε ένα μπακάλικο, το οποίο είχε τον τρόπο του και πηγαίναμε το τραπεζομάντηλό μας που είχαμε, για φιγούρα και το δίναμε ενέχυρο για να πάρουμε λίγο λαδάκι να φάμε. Τι κατάσταση ήτανε τότε; Τέλος πάντων, άρχισε μετά και έγινε συσσίτιο. Βγαίναμε με το κουβαδάκι και παίρναμε μια κουτάλα ρεβύθια όταν είχε, όταν είχε φακές τρώγαμε. Μετά έγινε το ψωμί με δελτίο. Είχαμε ένα δελτίο, τώρα αυτά είσαι μικρός βέβαια, μπορεί να τα έχεις διαβάσει κιόλας».

 


«Ναι, έχω διαβάσει αλλά είναι αλλιώς να σου τα διηγούνται».

 

«Πηγαίναμε με σειρά στον φούρνο, το θυμάμαι το όνομά του, λεγόταν κυρ Θανάσης, κι εγώ μικρό κορίτσι, έστελνε η μητέρα μου πάντα εμένα, γιατί είχα την αδερφή μου μωρό. Λοιπόν, κι έπαιρνα το ψωμάκι, τη φετούλα, μια φετούλα το κάθε άτομο. Μετά ήρθε πάρα πολλή πείνα. Είχαμε μια καγκελόπορτα και μια αυλή που ήταν με ξύλινα κάγκελα τότε. Τα κόβαμε και ανάβαμε φωτιά να ζεσταθούμε τον χειμώνα. Σκεφτείτε να δείτε… που τα θυμάμαι τώρα όλα αυτά και λέω: πώς ζήσαμε; Αφού, λοιπόν, ανάβαμε τη σόμπα κι αυτά... το μαγκάλι, μετά πέθανε ένας γείτονάς μας, τον θυμάμαι πολύ καλά, και δεν πήγαν να τον θάψουν, τον πετάξανε στον τρίτο νεκροταφείο για να συνεχίσουν να παίρνουν το ψωμί, τη φέτα με το δελτίο του. Τέλος πάντων, αυτή η ζωή μας ήταν… μέχρι τις πόρτες κάψαμε για να ζεσταθούμε. Μετά άρχισαν οι μαυραγορίτες που ήτανε, δε θυμάμαι ποια χρονολογία ακριβώς ήταν οι μαυραγορίτες να σας πω την αλήθεια… Κι η μητέρα μου έπλεκε κάτι καλτσάκια και τα έδινε στη θεία, στην αδερφή της μάνας μου. Οι μαυραγορίτες ήταν άνθρωποι, όπου πήγαινες έδινες ένα πράγμα και έπαιρνες κάτι που χρειαζόσουν, καλαμπόκι, αλεύρι, κτλ. Της μητέρας μου της φέρνανε καλαμπόκι, της φέρνανε κάτι από το χωριό να φάμε. Έτσι ήταν και πηγαίναμε που λέτε μια φορά στην Κόρινθο και πουλάγανε σταφίδες στον δρόμο κι όταν έπεφτε καμιά σταφίδα πηγαίνανε τα παιδιά και την τρώγανε από κάτω. Για να καταλάβετε τι πείνα ήτανε. Λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι, έτσι την περνάγαμε. Τέλος πάντων, μια φορά με πήρε η θεία μου και είχαμε γκαζιέρα, αλλά στη γκαζιέρα πια ούτε πετρέλαιο δεν είχαμε, ανάβαμε ένα τζάκι και κάναμε το “αλαλόσουπο” που λένε.

Μια φορά με πήρε η θεία μου και πήγαμε στη Θήβα, δεν μπορώ να το ξεχάσω, έκανε τη μοδίστρα η θεία μου, ήξερε ράψιμο και με πήρε και μένα για να τρώω και μια άλλη κυρία, μας κοιμίζανε στον στάβλο, λες και δεν είμαστε άνθρωποι…  αυτό το είπα προχθές στο σχολείο, στο Γυμνάσιο, με τόση κακία, λέω μας κοιμίσανε στον στάβλο και μας φάγανε οι ψύλλοι, καταλάβατε τί ζωή ήταν αυτή; Τέλος πάντων, μας δώσανε τραχανά, μας δώσανε πολλά πράγματα, αφού τους ράψαμε και φύγαμε. Για να έρθω όμως στην Αθήνα, πώς να έρθω; Με τι λεωφορείο; Μόνο φορτηγά περνάγανε, εμένα με ανεβάσανε επάνω σε ένα φορτηγό, που ήταν Γερμανοί βέβαια, αλλά ήταν και Έλληνες. Η θεία μου με άφησε εννέα χρονών σε ένα φορτηγό, μόνη μου, κι όταν κατεβήκαμε στο Xαϊδάρι μας κάνανε έλεγχο και βρέθηκε κάποιος κύριος, βέβαια τον ήξερε η θεία μου και λέει δικό μου είναι το παιδί. Και του λένε οι Γερμανοί: μόνο ένα παιδί μέσα εδώ πέρα, πώς γίνεται; Τέλος πάντων, με πήγε στο σπίτι του από το Χαϊδάρι με τα πόδια. Και με πιάνει η μητέρα μου να με χτενίσει και οι ψείρες αρχίζουν να πέφτουν με τις χούφτες.

Αυτή ήταν η ζωή μας τότε. Έγινε πρώτα ο πόλεμος, έγινε μετά η κατοχή… βάλαμε το σπίτι μας ενέχυρο για να μας δώσουν έναν τενεκέ λάδι. Το σπίτι μας το δώσαμε σε έναν άλλο που είχε μικρότερο σπίτι για να μας δώσει έναν τενεκέ λάδι. Το σπίτι το δώσαμε σε μια οικογένεια, εκείνο ήταν ένα δωμάτιο, το δικό μας ήταν δύο δωμάτια. Ο πατέρας μου πήγε εξορία, με την κατοχή που πάνε εκεί κι όταν γύρισε λέει τι κάνατε; Και πήγε, δεν ξέρω, αφού δεν είχαμε κάνει χαρτιά και το πήραμε το σπίτι πίσω. Καταλάβατε; Όλα αυτά ήτανε η ζωή μας.

Ο πατέρας μου όταν γύρισε από την εξορία έπιασε δουλειά, όταν φύγανε οι Γερμανοί. Η μάνα μου δούλευε σε ένα εργοστάσιο, που φτιάχναν μπαρούτια οι Γερμανοί και σακούλες άσπρες με μπαρούτι, τις έβαζε η μάνα μου κάτω από το φουστάνι της, τις έκλεβε δηλαδή και τις μοίραζε στους δικούς μας, γιατί ήθελε να μας ράψει ένα φουστανάκι. Αυτή ήταν η ζωή μας, τέλος πάντων. Μια φορά σκοτώσανε έναν Γερμανό κι αυτοί τότε βάλανε φωτιά και καίγανε τα σπίτια κι εμείς πήραμε το μπογαλάκι μας να φύγουμε και να πάμε αλλού, που είχαμε μια θεία, για να μην κάψουνε και το σπίτι το δικό μας και μας σκοτώσουνε. Σαν αντίποινα που σκοτώσανε τον Γερμανό έκαιγαν τα σπίτια δηλαδή. Ένα καίγανε, ένα δεν καίγανε. Ένας γείτονας εκεί κρύφτηκε στο μπαούλο, σου λέει άνδρες θα γυρέψουνε. Και ανοίξανε το μπαούλο και τον σκοτώσανε μέσα. Τα παιδιά του εντάξει δεν τα πειράξανε. 

Αυτά σας λέω… ε μετά φύγανε οι Γερμανοί και ήρθε ο εμφύλιος. Εντάξει μετά ήταν δύσκολη η ζωή. Δούλευε η μητέρα μου, πήγαινε σε ξενοδοχεία, πήγαινε από εδώ, πήγαινε από εκεί. Για να μας μεγαλώσει λίγο. Ε, πέθανε και ο πατέρας μου, μείναμε ορφανοί. Μετά πήγα στη μοδίστρα, όμως. Κι έμαθα μοδίστρα. Δεν βγαίναμε πέρα, γιατί ήθελα και εισιτήρια το πρωί. Και μου λέει η μητέρα μου: “Αγγελική, δεν έχω εισιτήρια να σου δίνω, πήγαινε μου λέει για φραγκοραφτού. Πήγα φραγκοραφτού και μοδίστρα. Εγώ όμως ήθελα να μάθω μοδίστρα. Και πάω στη μοδίστρα μου και της λέω: Μπορείτε να μου δίνετε πέντε δραχμές την εβδομάδα να πληρώνω τα εισιτήριά μου γιατί δε θέλω να πάω φραγκοραφτού; Και μου ‘δινε η μοδίστρα, θεός σχωρέστην. Κι έτσι έμαθα μοδίστρα και σιγά- σιγά έραβα στη γειτονιά μου, από εδώ κι από εκεί, και πήρα και μηχανή, γιατί δεν είχα και μηχανή, δεν είχα και σίδερο, δεν είχα τίποτα.

Ε, μετά, μεγάλωσα κιόλας, ήρθανε καλύτερες μέρες, το ‘55 αρραβωνιάστηκα με τον άνδρα μου. Έραβα μεροκάματο σε σπίτια, πήγα σε ένα σπίτι να ράψω κι αυτή ευχαριστήθηκε από το ράψιμο και με σύστησε σε μιαν άλλη, και η άλλη σ’ άλλη…

 


 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.