Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Είσαι πρωινός ή βραδινός τύπος προσωπικότητας;

Ενδεχομένως είστε ο τύπος του ανθρώπου που του αρέσει να ξυπνάει αργά και να παραμένει ξύπνιος μέχρι αργά, αφήνοντας τις σχολικές εργασίες για αργά το απόγευμα, οπότε και αισθάνεστε καλύτερα.

Ή ενδεχομένως είτε ένα πιο πρωινό άτομο, που συνήθως ξυπνάει νωρίς, χωρίς βοήθεια από το ξυπνητήρι. Επίσης, όπως συνηθίζετε να κάνετε όλες τις σημαντικές σας δουλειές νωρίς μέσα στην ημέρα, όταν αισθάνεστε καλύτερα, και κοιμάστε σχετικά νωρίς το βράδυ. Το να είναι κανείς πρωινός ή βραδινός τύπος φαίνεται να αποτελεί μια σταθερή διαφορά μεταξύ των ατόμων ως προς την προτίμηση για διαφορετικές ώρες της ημέρας. Ο πρωινός τύπος (morningness) και ο βραδινός τύπος (eveningness) αποτελούν δύο τύπους προσωπικότητας, που φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  

Οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στους ανθρώπους που χαρακτηρίζονται ως «πρωινοί τύποι» και σε εκείνους που προτιμούν να λειτουργούν περισσότερο το βράδυ φαίνεται να συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με τον βιολογικό τους ρυθμό. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες μεταβολές στη σωματική και ψυχολογική του λειτουργία. Πολλές από αυτές τις μεταβολές επαναλαμβάνονται μέσα σε έναν κύκλο περίπου 24 ωρών και αποτελούν αυτό που ονομάζεται κιρκάδιος ρυθμός. Πρόκειται για έναν εσωτερικό βιολογικό μηχανισμό που επηρεάζει τον ύπνο και την εγρήγορση, τη θερμοκρασία του σώματος, την έκκριση ορμονών, την ενέργεια και γενικότερα την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ημερήσιες μεταβολές της σωματικής θερμοκρασίας και της ορμονικής δραστηριότητας. Η θερμοκρασία του σώματος δεν παραμένει σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου, αλλά συνήθως αυξάνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της ημέρας, φτάνοντας σε υψηλότερα επίπεδα προς το απόγευμα ή το βράδυ, ενώ μειώνεται κατά τις νυχτερινές και πρώτες πρωινές ώρες. Παρόμοιες διακυμάνσεις παρατηρούνται και σε διάφορες ορμονικές λειτουργίες, οι οποίες συμβάλλουν στη ρύθμιση του ύπνου, της εγρήγορσης και της ενεργειακής κατάστασης του οργανισμού.

Με βάση αυτές τις βιολογικές διαφοροποιήσεις, ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν έναν πιο «πρώιμο» κιρκάδιο ρυθμό, ενώ άλλοι έναν πιο «όψιμο». Τα άτομα με πρώιμο βιολογικό ρυθμό τείνουν να φτάνουν νωρίτερα στο μέγιστο επίπεδο εγρήγορσης και ενεργητικότητάς τους. Ως αποτέλεσμα, συνήθως ξυπνούν ευκολότερα το πρωί, αισθάνονται πιο δραστήρια κατά τις πρωινές ώρες και προτιμούν να κοιμούνται νωρίτερα. Αντίθετα, τα άτομα με πιο όψιμο ρυθμό μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να ενεργοποιηθούν νωρίς το πρωί και να παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα ενέργειας και εγρήγορσης αργότερα μέσα στην ημέρα ή το βράδυ.

Επομένως, η προτίμηση ενός ατόμου να δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί ή το βράδυ δεν αποτελεί απλώς μια συνήθεια ή μια επιλογή που έχει διαμορφωθεί από τον τρόπο ζωής του. Σε σημαντικό βαθμό, φαίνεται να αποτελεί μια σχετικά σταθερή ατομική διαφοροποίηση, η οποία έχει βιολογική βάση. Οι λεγόμενοι πρωινοί τύποι αναφέρουν ότι ξυπνούν νωρίτερα και ότι αισθάνονται καλύτερα, πιο ενεργητικοί και περισσότερο παραγωγικοί κατά τις πρώτες ώρες της ημέρας. Αντίθετα, οι βραδινοί τύποι τείνουν να αισθάνονται μεγαλύτερη ενεργητικότητα και ευεξία αργότερα μέσα στην ημέρα.

Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση δεν επηρεάζει μόνο τον ύπνο ή την ατομική παραγωγικότητα, αλλά μπορεί να έχει συνέπειες και στις κοινωνικές σχέσεις. Η συμβατότητα ως προς το χρονικό πρότυπο δραστηριότητας φαίνεται να διευκολύνει τη συμβίωση και την καθημερινή αλληλεπίδραση. Όταν δύο άνθρωποι έχουν παρόμοιες προτιμήσεις ως προς το πότε κοιμούνται, ξυπνούν, εργάζονται, ξεκουράζονται ή κοινωνικοποιούνται, είναι πιθανότερο να μπορούν να οργανώνουν ευκολότερα τον κοινό τους χρόνο. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που προτιμούν να ξεκινούν νωρίς την ημέρα μπορεί να έχουν περισσότερες κοινές ώρες δραστηριότητας το πρωί, ενώ δύο βραδινοί τύποι μπορεί να απολαμβάνουν περισσότερο την κοινωνική επαφή και τις κοινές δραστηριότητες αργότερα.

Αντίθετα, όταν υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στους κιρκάδιους ρυθμούς δύο ανθρώπων που ζουν στον ίδιο χώρο, μπορεί να δημιουργηθούν δυσκολίες και εντάσεις. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που χρειάζεται να κοιμάται και να ξυπνά νωρίς μπορεί να ενοχλείται από έναν συγκάτοικο που παραμένει ενεργός μέχρι αργά τη νύχτα. Αντίστοιχα, ο βραδινός τύπος μπορεί να αισθάνεται ότι περιορίζεται όταν ο άλλος επιθυμεί να ξεκινά τις καθημερινές δραστηριότητες πολύ νωρίς. Έτσι, η χρονοτυπική ασυμβατότητα, δηλαδή η σημαντική διαφορά στις χρονικές προτιμήσεις δύο ατόμων, μπορεί να αποτελέσει πηγή άγχους, εκνευρισμού και συγκρούσεων, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να μοιράζονται τον ίδιο χώρο και να συντονίζουν καθημερινά τις δραστηριότητές τους.

Η επίδραση του χρονοτύπου φαίνεται να επεκτείνεται και στις ερωτικές σχέσεις. Οι άνθρωποι φαίνεται να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό τις προτιμήσεις τους ως προς το αν αισθάνονται καλύτερα το πρωί ή το βράδυ ακόμη και όταν βρίσκονται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια σχέση. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία μιας μακροχρόνιας σχέσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην εξάλειψη των αρχικών διαφορών στον κιρκάδιο ρυθμό. Αντίθετα, οι σύντροφοι χρειάζεται να προσαρμόσουν την κοινή τους καθημερινότητα, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες και χρονικές προτιμήσεις τους.

Παράλληλα, είναι πιθανό οι άνθρωποι να έρχονται συχνότερα σε επαφή και να δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς με άτομα που διαθέτουν παρόμοιο χρονοτύπο. Οι πρωινοί τύποι, για παράδειγμα, είναι πιθανότερο να ξεκινούν τις κοινωνικές τους δραστηριότητες νωρίτερα μέσα στην ημέρα, ενώ οι βραδινοί τύποι μπορεί να προτιμούν κοινωνικές επαφές και δραστηριότητες σε μεταγενέστερες ώρες. Με αυτόν τον τρόπο, οι διαφορετικοί χρονοτύποι μπορεί να δημιουργούν διαφορετικά «χρονικά περιβάλλοντα», μέσα στα οποία οι άνθρωποι οργανώνουν την καθημερινότητά τους και αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις.

Συνολικά, ο κιρκάδιος ρυθμός αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την κατανόηση των ατομικών διαφορών στη συμπεριφορά και στην καθημερινή λειτουργία. Η διάκριση μεταξύ πρωινών και βραδινών τύπων δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν διαφέρουν μόνο ως προς το τι κάνουν, αλλά και ως προς το πότε αισθάνονται περισσότερο ενεργητικοί, κοινωνικοί και παραγωγικοί. Οι διαφορές αυτές μπορούν να επηρεάσουν τον ύπνο, την απόδοση, την οργάνωση της καθημερινότητας, αλλά και την ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων. Για τον λόγο αυτό, η κατανόηση του προσωπικού χρονοτύπου και ο σεβασμός στις διαφορετικές χρονικές ανάγκες μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο αρμονική συνύπαρξη και σε αποτελεσματικότερη προσαρμογή της καθημερινής ζωής στις βιολογικές ιδιαιτερότητες κάθε ανθρώπου.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Το τρισδιάστατο μοντέλο της προσωπικότητας

Του Cloninger

Υπάρχουν θεωρίες προσωπικότητας που στηρίζονται στους νευροδιαβιβαστές, που εμπλέκονται στην επικοινωνία ανάμεσα στους νευρώνες που μεταφέρουν πληροφορίες από και προς τον εγκέφαλο. Τρεις από τους πιο γνωστούς νευροδιαβιβαστές είναι η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η νορεπινεφρίνη. Το τρισδιάστατο μοντέλο προσωπικότητας του Cloninger εμπλέκει τους τρεις προαναφερθέντες νευροδιαβιβαστές με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. 

 

Στο μοντέλο του Cloninger, η προσωπικότητα συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη λειτουργία συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών και με τον τρόπο με τον οποίο αυτοί επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τα κίνητρα και τις συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου. Ο Cloninger πρότεινε τρία βασικά χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας: την αναζήτηση της καινοτομίας, την αποφυγή βλάβης και την εξάρτηση από την επιβράβευση. Κάθε ένα από αυτά θεωρείται ότι σχετίζεται με διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς.

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η αναζήτηση της καινοτομίας. Σύμφωνα με τον Cloninger, η τάση αυτή συνδέεται με τη λειτουργία της ντοπαμίνης και ιδιαίτερα με σχετικά χαμηλή βασική δραστηριότητα του συγκεκριμένου νευροδιαβιβαστή. Το άτομο, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να έχει μεγαλύτερη ανάγκη για νέα, έντονα και ενδιαφέροντα ερεθίσματα, τα οποία ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η αναζήτηση νέων εμπειριών, συγκινήσεων και ενθουσιασμού μπορεί επομένως να λειτουργεί ως ένας τρόπος αύξησης της ενεργοποίησης και της ευχαρίστησης. Τα άτομα που παρουσιάζουν έντονα αυτό το χαρακτηριστικό είναι πιθανότερο να έλκονται από την εξερεύνηση, τις αλλαγές, τις νέες δραστηριότητες και τις εμπειρίες που διαφοροποιούνται από τη συνηθισμένη καθημερινότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάγκη για συνεχή διέγερση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε παρορμητικές επιλογές ή σε αναζήτηση έντονων εμπειριών.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αποφυγή βλάβης, η οποία συνδέεται κυρίως με τη λειτουργία της σεροτονίνης. Ο Cloninger, ωστόσο, δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει μια απλή και άμεση σχέση ανάμεσα στην ποσότητα της σεροτονίνης και στον βαθμό αποφυγής βλάβης. Η σχέση αυτή είναι περισσότερο σύνθετη και επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σεροτονινεργικό σύστημα σε διαφορετικές συνθήκες. Για παράδειγμα, οι μεταβολές στη σεροτονίνη έχουν συσχετιστεί με τη διάθεση, το άγχος και την αντίδραση του οργανισμού στο στρες. Επομένως, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τις προσωρινές μεταβολές της σεροτονίνης που μπορεί να εμφανίζονται ως αντίδραση σε μια αγχωτική κατάσταση από τη μακροχρόνια λειτουργία του συστήματος, η οποία μπορεί να σχετίζεται με σταθερότερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Η αποφυγή βλάβης αφορά την τάση του ατόμου να προβλέπει και να αποφεύγει καταστάσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε πόνο, αποτυχία, κίνδυνο ή δυσάρεστες συνέπειες. Τα άτομα που παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα αυτού του χαρακτηριστικού τείνουν να είναι περισσότερο ενεργητικά, κοινωνικά, τολμηρά και αισιόδοξα. Συνήθως δεν ανησυχούν υπερβολικά για πιθανούς κινδύνους και είναι περισσότερο πρόθυμα να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Αντίθετα, τα άτομα με υψηλή αποφυγή βλάβης χαρακτηρίζονται συχνότερα από προσοχή, επιφυλακτικότητα και συγκράτηση. Μπορεί να είναι περισσότερο ντροπαλά ή αγχώδη και να σκέφτονται επανειλημμένα τις πιθανές αρνητικές συνέπειες μιας επιλογής. Έχουν την τάση να αναζητούν προσεκτικά ενδείξεις κινδύνου και να προετοιμάζονται για πιθανά δυσάρεστα γεγονότα, ακόμη και όταν αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβούν.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η εξάρτηση από την επιβράβευση, η οποία στο αρχικό μοντέλο του Cloninger συνδέθηκε με τη λειτουργία της νορεπινεφρίνης. Το χαρακτηριστικό αυτό αναφέρεται στην τάση του ατόμου να διατηρεί μια συμπεριφορά όταν αυτή έχει στο παρελθόν οδηγήσει σε θετική ενίσχυση ή ανταμοιβή. Τα άτομα που παρουσιάζουν υψηλή εξάρτηση από την επιβράβευση είναι πιθανό να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην αναγνώριση, την αποδοχή και την επιβράβευση από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Συχνά επιμένουν στους στόχους τους και συνεχίζουν να καταβάλλουν προσπάθεια ακόμη και όταν η ανταμοιβή δεν είναι άμεση.

Η επιμονή τους μπορεί να γίνει ιδιαίτερα εμφανής στο εργασιακό ή ακαδημαϊκό περιβάλλον. Για παράδειγμα, μπορεί να εργάζονται για πολλές ώρες, να επενδύουν σημαντική προσπάθεια σε μια δραστηριότητα και να συνεχίζουν να προσπαθούν ακόμη και όταν οι γύρω τους έχουν σταματήσει. Η προσδοκία ότι η προσπάθεια θα οδηγήσει τελικά σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για τη διατήρηση της συμπεριφοράς.

Συνολικά, το μοντέλο του Cloninger επιχειρεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την αναζήτηση νέων εμπειριών, την αντίδραση απέναντι στον κίνδυνο και την επιμονή στην επιδίωξη ανταμοιβών. Οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη βιολογία, καθώς η προσωπικότητα διαμορφώνεται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση βιολογικών προδιαθέσεων, εμπειριών, μάθησης και περιβαλλοντικών επιδράσεων. Ωστόσο, η προσέγγιση του Cloninger ανέδειξε τη σημαντική συμβολή των νευροβιολογικών μηχανισμών στην κατανόηση της ανθρώπινης προσωπικότητας και της διαφορετικότητας της συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Η θεωρία του Hebb για το βέλτιστο επίπεδο διέγερσης

Ο Donald Hebb ανέπτυξε τη θεωρία του βέλτιστου επιπέδου διέγερσης, η οποία αποτέλεσε σημαντική βάση για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και αξιοποιήθηκε αργότερα από τον Hans Eysenck στο πλαίσιο της θεωρίας του για την εξωστρέφεια. Σύμφωνα με τον Hebb, ο άνθρωπος δεν επιδιώκει απλώς την αποφυγή της έντασης ή τη διατήρηση μιας κατάστασης ηρεμίας. Αντίθετα, φαίνεται να διαθέτει μια εσωτερική τάση να αναζητά και να διατηρεί ένα συγκεκριμένο, προσωπικά κατάλληλο επίπεδο διέγερσης, στο οποίο αισθάνεται λειτουργικός, ενεργός και ψυχολογικά ισορροπημένος.

 

Όταν το επίπεδο διέγερσης βρίσκεται χαμηλότερα από το επιθυμητό ή βέλτιστο σημείο, το άτομο μπορεί να αισθανθεί ανία, ατονία ή έλλειψη ενδιαφέροντος. Σε μια τέτοια κατάσταση είναι πιθανό να αναζητήσει δραστηριότητες, ερεθίσματα ή εμπειρίες που θα αυξήσουν τη διέγερσή του. Αντίθετα, όταν η διέγερση υπερβαίνει το επίπεδο που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, είναι πιθανό να επιδιώξει τη μείωσή της, αναζητώντας ηρεμία, απομόνωση ή ένα πιο ήσυχο περιβάλλον. Επομένως, η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαρκής προσπάθεια ρύθμισης της διέγερσης, ώστε να επιτευχθεί μια κατάσταση ισορροπίας.

Η συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση ήταν αρκετά καινοτόμος και αμφιλεγόμενη για την εποχή της. Οι περισσότερες τότε θεωρίες υποστήριζαν ότι βασικός στόχος της ανθρώπινης συμπεριφοράς ήταν η μείωση της έντασης και η επιστροφή του οργανισμού σε μια κατάσταση ηρεμίας. Ο Hebb, ωστόσο, πρότεινε μια διαφορετική οπτική: υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν κινητοποιείται μόνο για να περιορίσει την ένταση, αλλά και για να αναζητήσει ενεργά ερεθίσματα, νέες εμπειρίες και ένα ορισμένο επίπεδο ενεργοποίησης. Με άλλα λόγια, η διέγερση δεν αποτελεί πάντοτε κάτι που πρέπει να αποφεύγεται· σε κατάλληλο βαθμό μπορεί να είναι επιθυμητή και να λειτουργεί ως κίνητρο για δράση.

Η θεωρία αυτή μπορεί να εξηγήσει πολλές συμπεριφορές της καθημερινής ζωής που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να κατανοηθούν. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι συχνά απολαμβάνουν να λύνουν γρίφους, να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να βιώνουν μικρές εκπλήξεις ή ανατροπές και να ασχολούνται με δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική ή σωματική προσπάθεια. Παρόλο που αυτές οι εμπειρίες μπορεί να προκαλούν προσωρινή ένταση, ταυτόχρονα προσφέρουν ενδιαφέρον, ενεργοποίηση και αίσθηση ικανοποίησης. Ακόμη και η περιστασιακή ανάληψη ρίσκου μπορεί να ερμηνευθεί με βάση αυτή την ανάγκη για διέγερση. Ορισμένα άτομα επιλέγουν δραστηριότητες που προκαλούν έντονα συναισθήματα, όπως ενθουσιασμό, αγωνία ή φόβο, ακριβώς επειδή αυτές οι εμπειρίες αυξάνουν το επίπεδο ενεργοποίησης και δημιουργούν μια έντονη αίσθηση ζωντάνιας.

Από αυτή την άποψη, η θεωρία του Hebb συνδέεται και με τις ατομικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ανάγκη για ένταση, ποικιλία και καινούργια ερεθίσματα. Κάποιοι μπορεί να αισθάνονται πιο άνετα σε ήρεμα και προβλέψιμα περιβάλλοντα, ενώ άλλοι χρειάζονται περισσότερη δράση, κοινωνική αλληλεπίδραση και εναλλαγές για να αισθανθούν ικανοποιημένοι. Η διαφοροποίηση αυτή συνδέθηκε αργότερα με την έννοια της εξωστρέφειας στη θεωρία του Eysenck, σύμφωνα με την οποία τα εξωστρεφή άτομα θεωρείται ότι έχουν διαφορετικό βασικό επίπεδο διέγερσης και, ως εκ τούτου, μπορεί να αναζητούν περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα.

Η άποψη του Hebb ότι το ανθρώπινο νευρικό σύστημα χρειάζεται ερεθίσματα και αισθητηριακή ενεργοποίηση ενισχύεται και από τα ευρήματα των ερευνών σχετικά με την αισθητηριακή αποστέρηση. Όταν ένα άτομο στερείται για σημαντικό χρονικό διάστημα τα συνήθη αισθητηριακά ερεθίσματα από το περιβάλλον του, μπορεί να εμφανίσει δυσφορία, ανησυχία, δυσκολία συγκέντρωσης και άλλες μεταβολές στην ψυχολογική του κατάσταση. Αυτό υποδεικνύει ότι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα δεν λειτουργούν ιδανικά σε συνθήκες πλήρους απουσίας ερεθισμάτων, αλλά φαίνεται να χρειάζονται τουλάχιστον ένα βασικό επίπεδο αισθητηριακής και περιβαλλοντικής ενεργοποίησης.

Συνεπώς, η θεωρία του Hebb προσφέρει μια διαφορετική κατανόηση των ανθρώπινων κινήτρων. Η συμπεριφορά μας δεν καθοδηγείται αποκλειστικά από την ανάγκη αποφυγής της δυσφορίας και της έντασης, αλλά και από την επιθυμία να βιώνουμε ένα κατάλληλο επίπεδο διέγερσης. Η αναζήτηση νέων εμπειριών, η περιέργεια, η επίλυση προβλημάτων, η εξερεύνηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάληψη κινδύνων μπορούν να θεωρηθούν εκφράσεις αυτής της βασικής ανάγκης του ανθρώπου να διατηρεί μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα στην υποδιέγερση και την υπερδιέγερση.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Ευαισθησία στον έπαινο και την τιμωρία

Ο Jeffrey Gray διατύπωσε μια εναλλακτική βιολογική προσέγγιση για την κατανόηση της προσωπικότητας, γνωστή ως θεωρία ευαισθησίας στην ενίσχυση. Η θεωρία αυτή βασίστηκε σε πειραματικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν κυρίως σε ζώα και επικεντρώθηκαν στη λειτουργία του εγκεφάλου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός ανταποκρίνεται σε ερεθίσματα που σχετίζονται με την επιβράβευση, την τιμωρία και την αποφυγή. Με βάση τα ευρήματα αυτά, ο Gray ανέπτυξε ένα μοντέλο για την ανθρώπινη προσωπικότητα, σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά επηρεάζεται σημαντικά από δύο βασικά υποθετικά βιολογικά συστήματα του εγκεφάλου: το σύστημα ενεργοποίησης της συμπεριφοράς (Behavioral Activation System – BAS) και το σύστημα αναστολής της συμπεριφοράς (Behavioral Inhibition System – BIS).

 

Το BAS σχετίζεται κυρίως με την ανταπόκριση του ατόμου σε ερεθίσματα που σηματοδοτούν πιθανή επιβράβευση ή επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Η λειτουργία του συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το ντοπαμινεργικό σύστημα και ενισχύει την τάση του ατόμου να προσεγγίζει και να επιδιώκει τα ερεθίσματα που θεωρεί ανταποδοτικά. Όταν το BAS αντιληφθεί ένα ερέθισμα ως πιθανή πηγή επιβράβευσης, ενεργοποιεί την κατάλληλη συμπεριφορά, ωθώντας το άτομο να κινηθεί προς τον στόχο του.

Αντίθετα, το BIS ενεργοποιείται κυρίως όταν το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με ενδείξεις τιμωρίας, απογοήτευσης, σύγκρουσης ή αβεβαιότητας. Η λειτουργία του είναι να περιορίζει ή να αναστέλλει μια ήδη εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και να ενισχύει την τάση για αποφυγή καταστάσεων που ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες. Με άλλα λόγια, το BIS λειτουργεί ως ένας μηχανισμός που βοηθά το άτομο να αξιολογεί πιθανούς κινδύνους και να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εμπειρίες.

Για να γίνει πιο κατανοητή η λειτουργία των δύο συστημάτων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μεταφορική εικόνα ενός αυτοκινήτου. Το BAS λειτουργεί σαν επιταχυντής, καθώς κινητοποιεί το άτομο να δράσει, να προσεγγίσει έναν στόχο και να αναζητήσει επιβράβευση. Αντίθετα, το BIS μοιάζει περισσότερο με φρένο, καθώς περιορίζει τη συμπεριφορά, επιβραδύνει την αντίδραση ή οδηγεί το άτομο στην απομάκρυνση από μια δυνητικά δυσάρεστη κατάσταση.

Σύμφωνα με τον Gray, οι άνθρωποι δεν διαθέτουν τα δύο αυτά συστήματα στον ίδιο βαθμό. Αντίθετα, παρουσιάζουν ατομικές διαφορές ως προς την ευαισθησία και την ενεργοποίηση του BIS και του BAS. Ένα άτομο με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ή ευαίσθητο BIS αντιδρά εντονότερα σε ενδείξεις τιμωρίας, αποτυχίας, απογοήτευσης ή αβεβαιότητας. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να βιώνει συχνότερα δυσάρεστα συναισθήματα, όπως άγχος, φόβο και θλίψη, καθώς είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην ανίχνευση πιθανών απειλών και στην αποφυγή αρνητικών συνεπειών. Για τον Gray, η λειτουργία του BIS συνδέεται επομένως με τη διάσταση του άγχους στην προσωπικότητα.

Από την άλλη πλευρά, ένα άτομο με υψηλή ευαισθησία του BAS ανταποκρίνεται πιο έντονα σε ερεθίσματα που σηματοδοτούν επιβράβευση, επιτυχία ή την επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Τα άτομα αυτά είναι περισσότερο πιθανό να βιώνουν θετικά συναισθήματα, όπως ενθουσιασμό και χαρά, και να αναλαμβάνουν δράση προκειμένου να αποκτήσουν την επιθυμητή ανταμοιβή. Καθώς πλησιάζουν στην επίτευξη του στόχου τους, η ικανότητά τους να περιορίζουν ή να ελέγχουν την παρορμητική συμπεριφορά μπορεί να μειώνεται. Για τον λόγο αυτό, ο Gray συνέδεσε το BAS με τη διάσταση του παρορμητισμού, δηλαδή με την τάση του ατόμου να δρα γρήγορα και να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα χωρίς να αναστέλλει εύκολα την αντίδρασή του.

Συνολικά, η θεωρία του Gray υποστηρίζει ότι σημαντικές πλευρές της προσωπικότητας μπορούν να κατανοηθούν μέσα από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και αλληλεπιδρούν τα συστήματα BAS και BIS. Οι ατομικές διαφορές στην ευαισθησία απέναντι στην επιβράβευση και στην τιμωρία συμβάλλουν, σύμφωνα με τη θεωρία, στη διαμόρφωση διαφορετικών προτύπων συναισθηματικής και συμπεριφορικής ανταπόκρισης. Έτσι, η αυξημένη ευαισθησία του BIS συνδέεται κυρίως με το άγχος και την αποφυγή, ενώ η αυξημένη ευαισθησία του BAS σχετίζεται περισσότερο με την αναζήτηση επιβράβευσης, τη θετική συναισθηματικότητα και τον παρορμητισμό.

Πηγή:

Gray, J. A. (1970). The psychophysiological basis of introversion-extraversion. Behaviour Research and Therapy, 8(3), 249–266.

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Zuckerman: Αναζητώντας διεγέρσεις

Ο Marvin Zuckerman υπήρξε ένας σημαντικός ψυχολόγος του 20ού αιώνα και πρωτοπόρος στη μελέτη της προσωπικότητας και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ως ομότιμος καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Delaware, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής και ερευνητικής του πορείας στη διερεύνηση της αναζήτησης αισθήσεων (sensation seeking), ενός χαρακτηριστικού της προσωπικότητας που σχετίζεται με την επιθυμία για νέες, έντονες, πρωτότυπες και συναρπαστικές εμπειρίες. Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική για την κατανόηση των παραγόντων που ωθούν ορισμένους ανθρώπους να αναλαμβάνουν περισσότερους κινδύνους και να επιδιώκουν δραστηριότητες που προσφέρουν έντονη διέγερση και συγκινήσεις.


Ο Zuckerman εντάχθηκε στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου του Delaware το 1969 και παρέμεινε ενεργός μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2002, οπότε και ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας απέκτησε διεθνή αναγνώριση χάρη στις πρωτοποριακές έρευνές του σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στη βιολογία, την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά. Απεβίωσε το 2018 σε ηλικία 90 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο επιστημονικό έργο που εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη ψυχολογική έρευνα.

Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η αναζήτηση αισθήσεων επηρεάζει διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Μελέτησε τη σύνδεσή της με τον αθλητισμό και τα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου, τις κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις, τις συζυγικές αλληλεπιδράσεις, τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις, τα μέσα ενημέρωσης, τη φαντασία, το χιούμορ και τη δημιουργικότητα. Παράλληλα, διερεύνησε τη σχέση της με συμπεριφορές όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και οι διατροφικές συνήθειες. Η έρευνά του επεκτάθηκε επίσης σε ζητήματα ψυχικής υγείας, στρες και ψυχοπαθολογίας, συμβάλλοντας στην κατανόηση των ατομικών διαφορών στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις και τις πιέσεις της ζωής.

Η επιστημονική παραγωγή του ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Συγγραφέας πολλών σημαντικών βιβλίων και περισσότερων από 170 επιστημονικών άρθρων και ανασκοπήσεων, ο Zuckerman συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης θεωρίας της προσωπικότητας. Μέσα από το έργο του ανέπτυξε ένα ψυχοβιολογικό μοντέλο προσωπικότητας, σύμφωνα με το οποίο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας δεν διαμορφώνονται αποκλειστικά από τις εμπειρίες και το κοινωνικό περιβάλλον, αλλά επηρεάζονται και από γενετικούς, νευροβιολογικούς και ψυχοφυσιολογικούς παράγοντες. Η προσέγγισή του συνέδεσε την ψυχολογία με τις βιολογικές επιστήμες, προσφέροντας μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αναζήτηση αισθήσεων αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη εμπειριών και συναισθημάτων τα οποία είναι ποικίλα, πρωτότυπα, πολύπλοκα και έντονα. Τα άτομα με υψηλά επίπεδα αναζήτησης αισθήσεων είναι πρόθυμα να αναλάβουν σωματικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς ή ακόμη και νομικούς κινδύνους προκειμένου να αποκτήσουν τέτοιες εμπειρίες. Ωστόσο, ο Zuckerman υποστήριζε ότι αυτά τα άτομα δεν αναζητούν τον κίνδυνο ως αυτοσκοπό. Αντίθετα, αυτό που τα κινητοποιεί είναι η επιθυμία για εξερεύνηση, διέγερση, περιπέτεια, ανακάλυψη και προσωπική ανάπτυξη. Ο κίνδυνος γίνεται αποδεκτός ως πιθανό κόστος της εμπειρίας και όχι ως ο βασικός στόχος της συμπεριφοράς.

Η αναζήτηση αισθήσεων μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται με δραστηριότητες υψηλής αδρεναλίνης, όπως η ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο, η αναρρίχηση, οι καταδύσεις, τα ακραία αθλήματα ή τα ταξίδια περιπέτειας. Σε άλλες περιπτώσεις εκφράζεται μέσα από πιο καθημερινές επιλογές, όπως η εκμάθηση νέων δεξιοτήτων, η ενασχόληση με δημιουργικές δραστηριότητες, η γνωριμία με διαφορετικούς πολιτισμούς, η συμμετοχή σε νέες κοινωνικές εμπειρίες ή η ανάληψη απαιτητικών προσωπικών στόχων. Επομένως, η αναζήτηση αισθήσεων δεν περιορίζεται απαραίτητα σε επικίνδυνες συμπεριφορές, αλλά μπορεί να αποτελέσει πηγή δημιουργικότητας, καινοτομίας και προσωπικής εξέλιξης.

Ο Zuckerman τόνισε επίσης ότι η τάση για εξερεύνηση και ανάληψη ρίσκου πιθανότατα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους. Χάρη σε άτομα που ήταν πρόθυμα να αντιμετωπίσουν το άγνωστο, να εξερευνήσουν νέες περιοχές και να δοκιμάσουν διαφορετικούς τρόπους ζωής, οι ανθρώπινες κοινωνίες μπόρεσαν να επεκταθούν, να προσαρμοστούν σε νέα περιβάλλοντα και να αναπτύξουν νέες μορφές γνώσης και πολιτισμού. Από αυτή την οπτική, η αναζήτηση αισθήσεων δεν αποτελεί απλώς ένα ατομικό χαρακτηριστικό προσωπικότητας, αλλά μια δύναμη που έχει συμβάλει διαχρονικά στην πρόοδο, την καινοτομία και την εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Η κληρονομιά του Marvin Zuckerman παραμένει ιδιαίτερα σημαντική στη σύγχρονη ψυχολογία, καθώς οι θεωρίες και τα ερευνητικά του ευρήματα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται για την κατανόηση της προσωπικότητας, της λήψης αποφάσεων, της ανάληψης κινδύνων και των ατομικών διαφορών στη συμπεριφορά. Το έργο του ανέδειξε ότι η επιθυμία για νέες εμπειρίες αποτελεί ένα βαθιά ριζωμένο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να επηρεάζει τόσο τις προσωπικές επιλογές όσο και την πορεία των κοινωνιών συνολικά.

 

Πηγές:

https://www.udel.edu/udaily/2018/november/in-memoriam-marvin-zuckerman/.

Schultz, D.P. & Schultz, S.E. (2021). Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η νευρωτική –υστερική, ιδεοψυχαναγκαστική- οργάνωση

Η νευρωτική οργάνωση του χαρακτήρα προκύπτει όταν επιμέρους χαρακτηριστικά και στάσεις συνδυάζονται με τρόπο που θυμίζει τις νευρώσεις. Ωστόσο, διαφέρει από τη νεύρωση, γιατί δεν βασίζεται σε σχηματισμούς συμβιβασμού που δημιουργεί το Εγώ για να επιλύσει μια σύγκρουση. Αντίθετα, ο σχηματισμός χαρακτήρα, ακόμη κι όταν βρίσκεται κοντά στη νεύρωση, λειτουργεί και ως τρόπος εκτόνωσης της εσωτερικής έντασης μέσα από τη συμπεριφορά και τις σωματικές εκδηλώσεις.

 

Η αναγνώριση του «νευρωτικού χαρακτήρα» αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη: ένα άτομο μπορεί να μην εμφανίζει εμφανή συμπτώματα, αλλά ο τρόπος που αγαπά, εργάζεται και σχετίζεται κοινωνικά να καθορίζεται από ιδεοψυχαναγκαστικούς μηχανισμούς. Η έννοια του χαρακτήρα επιτρέπει να συνδέσουμε την παρατηρήσιμη συμπεριφορά με την εσωτερική ψυχική οργάνωση, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκρούσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, τις φαντασιώσεις, αλλά και ζητήματα ταυτότητας και οικογενειακών δεσμών.

Ο Jean Baudry διέκρινε σαφώς το σύμπτωμα από το στοιχείο χαρακτήρα. Όρισε τον χαρακτήρα ως ένα ευρύ σύνολο σταθερών και τυπικών γνωρισμάτων και στάσεων που μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο. Ο χαρακτήρας λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται εξωτερικά και σε αυτό που είναι δομικό στον ψυχισμό, υπερβαίνοντας την απλή λογική των συμβιβαστικών σχηματισμών. Τον μελέτησε σε συνάρτηση με το Εγώ, την οργάνωση του ψυχικού οργάνου, την αυτονομία, τις ασυνείδητες φαντασιώσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, την παιδική νεύρωση και την προσαρμογή.

Από τη σταθερότητα των συμπεριφορών και των στάσεων μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία χαρακτήρα. Εφόσον αναγνωρίσουμε αρκετά από αυτά, αναζητούμε έναν βασικό «οργανωτή» που να εξηγεί τη μεταξύ τους συνοχή. Αν αυτός είναι επαρκώς περιεκτικός, συγκροτεί έναν τύπο χαρακτήρα. Μέσα από τη μελέτη τέτοιων τύπων επιχειρείται η διατύπωση γενικών αρχών που εξηγούν τη δομή και την ύπαρξη του χαρακτήρα συνολικά — δηλαδή την οργάνωσή του.

Το πρώτο ψυχαναλυτικό μοντέλο ήταν ο «πρωκτικός χαρακτήρας», όπως περιγράφηκε από τον Sigmund Freud. Μια φαινομενικά απλή τριάδα γνωρισμάτων απέκτησε θεωρητικό βάθος, καθώς συνδέθηκε με έννοιες όπως η ενόρμηση, η άμυνα, η ταύτιση, η επιθετικότητα, το Υπερεγώ, η αντίληψη, η μνήμη, ο ναρκισσισμός και το τραύμα. Σε αντίθεση με λογοτεχνικούς τύπους όπως ο Don Juan, ο πρωκτικός χαρακτήρας δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αναφορά στη θεωρία των ενορμήσεων.

Ο Freud επισήμανε ότι οι στάσεις που συγκροτούν τους αμυντικούς μηχανισμούς εμπεριέχουν και ενορμητικά στοιχεία. Η γνωσιακή ιδιοτυπία των ασθενών αντανακλά την αλληλεπίδραση ενόρμησης και άμυνας, ενώ συχνά παρατηρείται έντονη αυτοκριτική και δυσκολία άμεσης έκφρασης της επιθετικότητας.

Σε δομικό επίπεδο, ο χαρακτήρας συνδέεται με το Εγώ αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Δεν αποτελεί ανεξάρτητη ψυχική λειτουργία με δική της ενέργεια ούτε έχει από μόνος του αιτιώδη δύναμη. Είναι το αποτέλεσμα της συνθετικής και απαρτιωτικής δράσης του Εγώ. Τα στοιχεία του χαρακτήρα είναι το τελικό προϊόν αυτής της επεξεργασίας. Όταν παγιωθούν, το Εγώ γίνεται δύσκαμπτο. Ο Freud τόνισε τον ρόλο των ταυτίσεων στη διαμόρφωση του Εγώ, γεγονός που εγείρει το ερώτημα αν ο χαρακτήρας αποτελεί υποδιαίρεσή του ή ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τη λειτουργία του από άτομο σε άτομο.

Εξ ορισμού, τα στοιχεία του χαρακτήρα υποδηλώνουν σταθερότητα και περιορίζουν την ελευθερία επιλογής, λειτουργώντας ως «διακόπτες» που κατευθύνουν τη συμπεριφορά. Παραμένουν σταθερά ακόμη και σε συνθήκες κινδύνου. Η δυσκαμψία του χαρακτήρα αφορά την αδυναμία αλλαγής συμπεριφοράς, ακόμη κι όταν η αλλαγή θα ήταν προσαρμοστική. Δεν πρόκειται απλώς για πείσμα· το άτομο βιώνει την αλλαγή ως απώλεια της ίδιας του της ταυτότητας.

Η αυτονομία του χαρακτήρα κατακτάται σταδιακά και προσφέρει μια σχετική ανεξαρτησία από τις συγκρούσεις, προστατεύοντας από παλινδρόμηση και αποδιοργάνωση. Ωστόσο, σε συνθήκες έντονης πίεσης μπορεί να εμφανιστούν παροδικές μεταβολές στη συμπεριφορά. Για να μιλήσουμε όμως για πραγματική αλλαγή χαρακτήρα, απαιτείται βαθιά δομική μεταβολή, όπως τροποποίηση μιας ασυνείδητης φαντασίωσης. Τελικά, η αυτονομία του χαρακτήρα συνδέεται με το υποκειμενικό αίσθημα ότι ενεργούμε με σχετική ανεξαρτησία και ελεύθερη βούληση.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Πόσο σημαντική είναι η εντιμότητα;

Ποιος είναι ο έκτος παράγοντας που μπορεί να προστεθεί στο μοντέλο των πέντε παραγόντων;

Οι Costa και McCray μέσα από έρευνες εντόπισαν πέντε παράγοντες για την περιγραφή της προσωπικότητας… πέντε χαρακτηριστικά που θεωρούσαν ότι περιγράφουν επαρκώς την προσωπικότητα. Οι πέντε παράγοντες είναι η εξωστρέφεια, ο νευρωτισμός, το άνοιγμα στην εμπειρία, η προσήνεια και η ευσυνειδησία. Κάθε παράγοντας περιλαμβάνει ένα σύνολο από χαρακτηριστικά που περιγράφουν το άτομο. 

Οι παράγοντες φαίνονταν όχι μόνο αναγκαίοι, αλλά και λογικά επαρκείς για την περιγραφή των μέσων διαφορών στα άτομα. Πρόκειται για πέντε παράγοντες που βρέθηκε ότι αφορούν και τα δύο φύλα και τα άτομα διαφορετικών φυλών. Καλύπτουν τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, δίνοντας μια εικόνα για το κάθε άτομο.

Ωστόσο, σύμφωνα με πολλαπλά δεδομένα, οι ερευνητές των χαρακτηριστικών είχαν παραλείψει έναν παράγοντα. Φαίνεται λοιπόν πως υπάρχει και ένας έκτος παράγοντας τον οποίο παραβλέψαμε σε προηγούμενες αναλύσεις.

Για να κατανοήσουμε αυτόν τον παράγοντα, ας σκεφτούμε 2 υποθετικές περιπτώσεις:

Έναν έξυπνο, καλόβολο, σκληρά εργαζόμενο, συνεργάσιμο και κοινωνικά επιδέξιο γενικό διευθυντή ενός ομίλου εταιρειών και…

Έναν έξυπνο, καλόβολο, σκληρά εργαζόμενο, συνεργάσιμο και κοινωνικά επιδέξιο γενικό διευθυντή ενός ομίλου εταιρειών, ο οποίος κάνει παρανομίες και ψεύδεται όσον αφορά τα οικονομικά της εταιρείας.

Είναι σαφές πως οι δύο άνθρωποι διαφέρουν. 

Οπότε φαίνεται πως το μοντέλο των πέντε παραγόντων αποτυγχάνει να εντοπίσει τις διαφορές αυτές.

Και τα δύο άτομα μοιάζουν ως προς τη μεγάλη πεντάδα, αλλά διαφέρουν σε κάτι άλλο που είναι η εντιμότητα ή ειλικρίνεια/ταπεινότητα. 

Υπάρχει πράγματι ο έκτος παράγοντας της εντιμότητας ή ταπεινότητας και η σημασία των άλλων μεταβάλλεται ελαφρά όταν τον αναγνωρίσουμε. 

Οι ατομικές διαφορές στην τάση να είμαστε ειλικρινείς και αξιόπιστοι έναντι του να είμαστε πανούργοι και ανάξιοι εμπιστοσύνης, είναι ένας αξιόπιστος έκτος παράγοντας.

Το μοντέλο των έξι παραγόντων είναι μια καινούργια εξέλιξη στην ψυχολογία των χαρακτηριστικών. Δεν έχει ενσωματωθεί πλήρως ούτε στη βασική θεωρία, ούτε στην εφαρμοσμένη έρευνα. Ωστόσο, παίζει καθοριστικό ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις, τόσο στις διαπροσωπικές όσο και στις επαγγελματικές…

 

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 2 Απριλίου 2024

Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας (ΟΔΠ): Επιπλοκές και Θεραπεία

Επιπλοκές

Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας μπορεί να βλάψει πολλούς τομείς της ζωής σας. Μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις οικείες σχέσεις, τις θέσεις εργασίας, το σχολείο, τις κοινωνικές δραστηριότητες και την εικόνα του εαυτού σας, με αποτέλεσμα:

-Επανειλημμένες αλλαγές ή απώλειες εργασίας.

-Μη ολοκλήρωση εκπαίδευσης.

-Πολλαπλά νομικά ζητήματα, όπως η φυλάκιση ή παραβατικές συμπεριφορές.

-Σχέσεις γεμάτες συγκρούσεις, συζυγικό στρες ή διαζύγιο.

-Αυτοτραυματισμός, όπως κόψιμο ή κάψιμο σημείων στο σώμα σας, και συχνές νοσηλείες.

-Εμπλοκή σε καταπιεστικές σχέσεις.

-Απρογραμμάτιστες εγκυμοσύνες, σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, ατυχήματα με αυτοκίνητο/μοτοσυκλέτα και σωματική βία, λόγω παρορμητικής και επικίνδυνης συμπεριφοράς.

-Απόπειρα ή ολοκληρωμένη αυτοκτονία.

 

Επιπλέον, μπορεί να έχετε άλλες διαταραχές ψυχικής υγείας, όπως:

-Κατάθλιψη.

-Κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών.

-Αγχώδεις διαταραχές.

-Διατροφικές διαταραχές.

-Διπολική διαταραχή.

-Διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD).

-Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

-Άλλες διαταραχές προσωπικότητας.

Πώς γίνεται η διάγνωση της οριακής διαταραχής προσωπικότητας;

Ένας εξουσιοδοτημένος επαγγελματίας ψυχικής υγείας —όπως ψυχίατρος, ψυχολόγος ή κλινικός κοινωνικός λειτουργός— μπορεί να διαγνώσει την οριακή διαταραχή προσωπικότητας αξιολογώντας ενδελεχώς τα συμπτώματα, τις εμπειρίες και το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό ενός ατόμου. Μια προσεκτική και ενδελεχής ιατρική εξέταση μπορεί να βοηθήσει στον αποκλεισμό άλλων πιθανών αιτιών συμπτωμάτων.

Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας συνήθως διαγιγνώσκεται στα τέλη της εφηβείας ή στις αρχές της ενηλικίωσης. Περιστασιακά, άτομα κάτω των 18 ετών μπορεί να διαγνωστούν με οριακή διαταραχή προσωπικότητας εάν τα συμπτώματά τους είναι σημαντικά και διαρκούν τουλάχιστον 1 χρόνο.

Πώς αντιμετωπίζεται η οριακή διαταραχή προσωπικότητας;

Είναι σημαντικό τα άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας να λαμβάνουν θεραπεία από έναν εξουσιοδοτημένο επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να βελτιωθούν τα συμπτώματα μετά την έναρξη της θεραπείας. Είναι σημαντικό τα άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας και τα αγαπημένα τους πρόσωπα να είναι υπομονετικά, να τηρούν το σχέδιο θεραπείας και να αναζητούν υποστήριξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Μερικά άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας μπορεί να χρειάζονται εντατική, συχνά ενδο-νοσοκομειακή φροντίδα για να διαχειριστούν σοβαρά συμπτώματα, ενώ άλλα μπορεί να είναι σε θέση να διαχειριστούν τα συμπτώματά τους με εξωτερική φροντίδα.

Ψυχοθεραπεία

Η ψυχοθεραπεία αποτελεί την κύρια αντιμετώπιση για άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας. Η ψυχοθεραπεία γίνεται με έναν αδειούχο, εκπαιδευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας σε ατομικές συνεδρίες ή με άλλα άτομα σε ομαδικά περιβάλλοντα. Οι ομαδικές συνεδρίες μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας να μάθουν πώς να αλληλεπιδρούν με άλλους και να εκφράζονται αποτελεσματικά. Αποτελεσματικές προσεγγίσεις ψυχοθεραπείας είναι οι εξής παρακάτω:

• Η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία (DBT) αναπτύχθηκε ειδικά για άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας. Η DBT χρησιμοποιεί έννοιες της ενσυνειδητότητας (mindfulness), δηλαδή της επίγνωσης της παρούσας κατάστασης και της συναισθηματικής κατάστασης του ατόμου. Η DBT διδάσκει επίσης δεξιότητες για να βοηθήσει τους ανθρώπους να διαχειριστούν έντονα συναισθήματα, να μειώσουν τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και να βελτιώσουν τις σχέσεις τους.

• Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) μπορεί να βοηθήσει τα άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας να αναγνωρίσουν και να αλλάξουν βασικές πεποιθήσεις, σκέψεις και συμπεριφορές που προέρχονται από ανακριβείς αντιλήψεις και προβλήματα αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Η CBT μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να μειώσουν τις εναλλαγές της διάθεσης και τα συμπτώματα άγχους και μπορεί να μειώσει τον αριθμό των αυτό-τραυματιστικών ή αυτοκτονικών συμπεριφορών.

Εάν έχετε οριακή διαταραχή προσωπικότητας, μην αποθαρρύνεστε. Πολλοί άνθρωποι με αυτή τη διαταραχή βελτιώνονται με την πάροδο του χρόνου με τη θεραπεία και μπορούν να μάθουν να ζουν ικανοποιητικά και ποιοτικά.

 

Πηγές:

https://www.mayoclinic.org/diseases-conditions/borderline-personality-disorder/symptoms-causes/syc-20370237 (retrieved at 10:00, 12/28/23)

https://www.nimh.nih.gov/health/topics/borderline-personality-disorder (retrieved at 17:00, 04/02/24)

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.