Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2021

Οι παρείσακτοι της οικογένειας

 


«Ενώ τα δεσμευμένα παιδιά αγωνίζονται να μην είναι υπερβολικά κλεισμένα στον εσωτερικό κύκλο της οικογένειας και τα παιδιά που τα απορρίπτουν πρέπει να στρέφονται σε άλλους έξω από την οικογένεια για υποστήριξη, μια άλλη ομάδα παιδιών ζουν σε διφορούμενο περιθώριο όπου τους παρέχεται επιδοκιμασία  μόνο αν έχουν μια ορισμένη επίδοση. Συχνά, για να κερδίσουν αυτά τα παιδιά την προσοχή, που έχουν ανάγκη, πρέπει να διακριθούν σε κάτι στον έξω από την οικογένεια κόσμο» (σελ. 272).


 

«Η τακτική επίκριση ή  η φραστική επίθεση είναι ένα από τα πιο κοινά και πιο τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας. Ίσως ο μόνος δεσμός που έχουν μερικά παιδιά με τον γονιό τους να υφίσταται μέσα από την επίκριση. Αυτά τα παιδιά κρατούν μέσα τους την επίκριση του γονιού και αυτή γίνεται αναπόσπαστο μέρος της εικόνας που έχουν για τον εαυτό τους. Μαθαίνουν να είναι επικριτικοί προς τον εαυτό τους, κι έχουν την τάση να αναζητούν συζύγους που αναπαράγουν αυτό το πρότυπο» (σελ. 268).

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Napier, 1995. Το ζευγάρι. ο εύθραυστος δεσμός. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 264-286.

 


Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Το παράθυρο της ανοχής

Ανάμεσα στην υπερδιέγερση και την υποδιέγερση…

 


Το παράθυρο της ανοχής (window of tolerance) είναι μια κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε στη βέλτιστη λειτουργικότητά μας, ενώ βγαίνουμε από αυτό το παράθυρο όταν βρισκόμαστε σε κατάσταση υπερδιέγερσης ή υποδιέγερσης. Πρόκειται για ένα φάσμα συναισθηματικής έντασης που μπορούμε να βιώσουμε και μας οδηγεί στο να νιώσουμε ασφαλείς, να μάθουμε και να μπορούμε να απολαύσουμε τη ζωή μας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Dr Dan Siegel για να περιγράψει τη βέλτιστη ζώνη διέγερσης των ανθρώπινων όντων. Δηλαδή, κατά πόσο το άτομο μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, ακόμη και όταν βρίσκεται σε μια στρεσογόνα κατάσταση. Το άτομο νιώθει ότι φτάνει στην άκρη του παραθύρου της ανοχής όταν βιώνει άγχος ή θυμό, αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα σύνολο από εσωτερικούς πόρους και στρατηγικές, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ώστε να κρατηθεί μέσα στο παράθυρο.

Όταν βιώνουμε έντονα συναισθήματα τότε βρισκόμαστε σε κατάσταση υπερενεργοποίησης, θέτοντας σε λειτουργία το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, ενώ όταν επιλέγουμε να αποφύγουμε να νιώσουμε συναισθήματα ή εμπειρίες βρίσκεται σε λειτουργία το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, μειώνοντας τα επίπεδα λειτουργικότητας. Ο τρόπος που επιλέγουμε να ζήσουμε και να αντιδράσουμε στις διάφορες καταστάσεις εξαρτάται από τις επιλογές που κάνουμε συνήθως στη ζωή μας. 


Η κατάσταση υπερ-διέγερσης είναι γνωστή ως μάχη ή φυγή. Νιώθουμε ανήσυχοι ή συγκλονισμένοι και μπορεί να αντιδράσουμε με θυμό ή με επιθετικά ξεσπάσματα. Συνήθως, αισθανόμαστε ότι είμαστε σε υψηλή επιφυλακή για τον κίνδυνο, που έρχεται, ενώ παλεύουμε με τις αρνητικές σκέψεις που διαρκώς έρχονται στο μυαλό μας, ενώ γινόμαστε επικριτικοί με τον εαυτό μας. Μας είναι δύσκολο να ξεκουραστούμε, να κοιμηθούμε ή να χωνέψουμε και νιώθουμε διαρκώς ότι βρισκόμαστε σε εγρήγορση.

Αντίθετα, η κατάσταση υπο-διέγερσης είναι γνωστή ως παγωμένη αντίδραση (παράλυση), όπου νιώθουμε αποσυνδεδεμένοι από το παρόν και αποσυρμένοι εντελώς, χωρίς να θυμόμαστε καν τι έχει συμβεί. Νιώθουμε μακριά από τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, ενώ οι γύρω μας αντιλαμβάνονται ως κλειστούς.

Οι παραπάνω αντιδράσεις διαφέρουν από άτομο σε άτομο, κάποιος μπορεί να τις βιώσει εξαιτίας μιας απόρριψης ή μιας εγκατάλειψης ή να τις χρησιμοποιήσει ως απάντηση σε ένα αρχικό ενοχλητικό γεγονός. Μόνο με τη χρήση διαφόρων πρακτικών θα μπορέσουμε να παραμείνουμε στο παράθυρο της ανοχής αποφεύγοντας τις ακραίες αντιδράσεις. Τέτοιου είδους πρακτικές είναι η αυτογνωσία, η φροντίδα του εαυτού και η ικανότητα να παραμένουμε ήρεμοι. 


 

Μια πρακτική που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι η ενσυνειδητότητα (mindfulness- ευαισθητοποίηση/ συνειδητοποίηση), που ηρεμεί το νευρικό σύστημα και συμβάλει στην αναγνώριση και τον καλύτερο έλεγχο των συναισθημάτων μας. Μια πρακτική που εστιάζει στο εδώ και τώρα, τι νιώθουμε απέναντι σε συγκεκριμένα ερεθίσματα που είναι παρόντα αυτή τη στιγμή. Ένας ακόμη τρόπος για να ηρεμήσουμε είναι μετρώντας τις βαθιές αναπνοές που παίρνουμε από την κοιλιά, εισπνέοντας από τη μύτη και εκπνέοντας από το στόμα, μέχρι να νιώσουμε πιο ήρεμοι.

Επίσης, η σωματική δραστηριότητα είναι βοηθητική, καθώς μετατοπίζει την ενέργεια και ρυθμίζει τα επίπεδα της διέγερσης, ενώ ταυτόχρονα είναι σημαντικό να ηρεμήσουμε τις αισθήσεις μας. Μπορούμε να βρούμε γύρω μας πράγματα που μπορούμε να κοιτάξουμε, να αγγίξουμε, να μυρίσουμε, να ακούσουμε και να γευτούμε. Αυτό που μας ηρεμεί κάθε στιγμή μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να το ανακαλύψουμε, καθώς είναι μοναδικό και ξεχωριστό για τον καθένα μας. 


 

Ακόμη, είναι μια ευκαιρία να προκαλέσουμε τις σκέψεις μας, να δούμε κατά πόσο ισχύουν οι αρνητικές σκέψεις και να προσπαθήσουμε να τις αμφισβητήσουμε με πιο θετικές σκέψεις. Τι θα μας έλεγε ένας καλός μας φίλος; Πώς θα μας μιλούσε μια ευγενική φωνή και τι θα απαντούσε στις δικές μας αρνητικές κριτικές σκέψεις. Τέλος, βοηθητικό είναι ορισμένες φορές να καταγράφουμε όλα όσα νιώθουμε όταν είμαστε αγχωμένοι. Το γράψιμο είναι ένας τρόπος επεξεργασίας σκέψεων και συναισθημάτων, μια καθαρτική μέθοδος αλλά και ένας τρόπος δόμησης του παρόντος και του μέλλοντος.

Επομένως, ένα σύνολο από τεχνικές μπορούν να μας βοηθήσουν ώστε να παραμένουμε στο παράθυρο της ανοχής.

 


Πηγές:

https://www.nicabm.com/trauma-how-to-help-your-clients-understand-their-window-of-tolerance/.

https://www.goodtherapy.org/blog/psychpedia/window-of-tolerance.

 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό που κάνεις…

 (Η Ιστορία του Αστερία)

 


Ένας φίλος μας περπατούσε σε μια ερημική ακρογιαλιά κάπου στο Μεξικό, την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Καθώς βάδιζε, διέκρινε ένα νεαρό αγόρι εκεί πιο μακριά. Πλησίασε και πρόσεξε ότι το αγόρι αυτό έσκυβε, έπαιρνε κάτι από κάτω και το πετούσε μέσα στο νερό. Η επανάληψη των κινήσεών του, κίνησαν το ενδιαφέρον στον φίλο μας για το τι ήταν αυτό που εκείνο το αγόρι πετούσε κάθε φορά στο νερό. 


Έτσι, ο φίλος μας πλησίασε ακόμη πιο κοντά και είδε ότι το αγόρι μάζευε αστερίες που είχαν μείνει έξω απ’ το νερό και έναν έναν τους πετούσε πίσω στη θάλασσα. Ο φίλος μας παραξενεύτηκε τόσο πολύ που πλησίασε ακόμη περισσότερο το αγόρι και το ρώτησε: «καλησπέρα, σε είδα κι αναρωτήθηκα τι κάνεις».

«Ρίχνω τους αστερίες πίσω στη θάλασσα. Είναι η ώρα της άμπωτης κι όλοι αυτοί έχουν ξεμείνει πίσω στην ακτή. Αν δεν τους ξανά ρίξω πίσω στο νερό, θα πεθάνουν από έλλειψη οξυγόνου», απάντησε το αγόρι. 

«Κατάλαβα, ωστόσο υπάρχουν χιλιάδες αστερίες κατά μήκος όλης της ακτής… Είναι αδύνατο να τους ρίξεις όλους πίσω στο νερό, είναι πάρα πολλοί! Και σκέψου σε πόσες εκατοντάδες παραλίες συμβαίνει αυτό, σε όλο το μήκος των ακτών! Όπως καταλαβαίνεις δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία αυτό που κάνεις!

Το μικρό αγόρι χαμογέλασε, έσκυψε κι έπιασε έναν άλλο αστερία και καθώς τον έριχνε πίσω στο νερό του απάντησε: «έχει ιδιαίτερη σημασία γι’ αυτόν εδώ»!

 

 

Πηγή:

Canfield, J., & Hansen, M. V. (1993). Chicken soup for the soul: 101 stories to open the heart & rekindle the spirit. Deerfield Beach, FL: Health Communications.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2021

Από φίλοι εραστές… ή friends with benefits?

Πόσο συχνά μπορεί να συμβεί δύο άνθρωποι που μέχρι πρότινος είχαν μια φιλική σχέση, τώρα να αναπτύξουν μια ερωτική σχέση; 


Μια πρόσφατη μελέτη με επικεφαλής τον καθηγητή Danu Stinson του πανεπιστημίου της Βικτώρια, στον Καναδά, που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό: Social Psychology & Personality Science (κοινωνική ψυχολογία και επιστήμη της προσωπικότητας), έδειξε ότι όχι μόνο δεν αποτελεί εξαίρεση ο μετασχηματισμός μιας φιλικής σχέσης σε ερωτική, αλλά είναι ο κανόνας! Αυτή είναι μια πραγματικότητα που η επιστήμη των σχέσεων παραβλέπει και εστιάζει στις σχέσεις ατόμων που δεν ήταν ποτέ φίλοι.

Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το 68% των ρομαντικών ερωτικών σχέσεων ξεκινούν από τη φιλία, αλλά μονάχα το 20% των ερευνών που αφορούν στις στενές ρομαντικές σχέσεις που ακολουθούν το μονοπάτι: «πρώτα φίλοι» επικεντρώνεται σε αυτές, με αποτέλεσμα να υφίσταται ένα κενό που προκαλεί μερική κατανόηση σχετικά με το πώς πραγματικά ξεκινούν οι ρομαντικές ερωτικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό για αποφυγή παρανοήσεων, χρησιμοποιούμε τον όρο «ρομαντικές» για να υπογραμμίσουμε το συναίσθημα και να τις διακρίνουμε από τις ερωτικές σχέσεις που βασίζονται μόνο στο σεξ, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το σεξ αποκλείεται από τις ρομαντικές ερωτικές σχέσεις. 


Στην εν λόγω έρευνα, οι επιστήμονες ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν τις ερωτικές σχέσεις που είχαν την πορεία από φίλοι σε εραστές και διαπίστωσαν ότι αξιολογούσαν αυτή την πορεία (φίλοι εραστές) συντριπτικά ως τον καλύτερο τρόπο για να ξεκινήσει μια ρομαντική σχέση, και μάλιστα ότι είναι ακόμη καλύτερος τρόπος από τη γνωριμία μέσω κοινών φίλων ή μέσω του σχολείου – πανεπιστημίου ή της εργασίας. Ο χειρότερος τρόπος για να ξεκινήσει μια σχέση θεωρούσαν ότι είναι μέσω του διαδικτύου ή του ραντεβού στα τυφλά.

Οι μελετητές των σχέσεων έχουν διαπιστώσει ότι υπάρχουν δύο είδη οικειότητας (Berscheid, 2010; Guerrero & Mongeau, 2008). Το πρώτο αφορά στην οικειότητα που βασίζεται στη φιλία και που περιλαμβάνει ψυχολογική αλληλεξάρτηση, ζεστασιά, κατανόηση, συντροφική αγάπη, δηλαδή στοιχεία που συναντώνται στη γνωστική και συναισθηματική εμπειρία των μακροχρόνιων στενών δεσμών. Το δεύτερο είδος είναι η οικειότητα που βασίζεται στο πάθος και περιλαμβάνει ρομαντισμό, δηλαδή μια πρωτίστως συναισθηματική εμπειρία κι επίσης θετική διέγερση, δηλαδή παθιασμένη αγάπη που χαρακτηρίζει τις νέες και συχνά σεξουαλικές σχέσεις. Η Diamond (2003), η οποία εκπροσωπεί το βιοσυμπεριφορικό μοντέλο, υποστηρίζει ότι ενώ η συναισθηματική αγάπη (οικειότητα που βασίζεται στην φιλία), και η σεξουαλική επιθυμία είναι ξεχωριστές, οι βιοσυμπεριφορικοί δεσμοί μεταξύ των συστημάτων είναι αμφίδρομοι. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να προηγηθεί σεξουαλική επιθυμία κι έπειτα οικειότητα που θα οδηγήσει στην φιλία, αλλά η χρονολόγηση μπορεί να είναι και αντίστροφη. Δηλαδή, αρχικά οι δυο άνθρωποι να αναπτύξουν βαθιά οικειότητα που να βασίζεται στη φιλία και σε μελλοντικό χρόνο να αρχίσουν να βιώνουν σεξουαλική επιθυμία. 


Σε άλλη έρευνα, βρέθηκε ότι το 30 – 60% των ατόμων αντιθέτου φύλου που διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, ανέφεραν τουλάχιστον μέτρια σεξουαλική έλξη ο ένας για τον άλλον (Halatsis & Christakis, 2009; Kaplan & Keys, 1997). Δεν είναι λοιπόν, απίθανο μεταξύ δυο φίλων να υποβόσκουν ή να καλλιεργούνται συναισθήματα έλξης και σεξουαλικού πάθους. Από εκεί κι έπειτα θα λέγαμε ότι είναι θέμα επιλογής σχετικά με το αν θα εκδηλώσουν και αν θα εκφράσουν αυτά τα συναισθήματα, αν θα αποφασίσουν να ενεργήσουν ή να μην ενεργήσουν με βάση το πάθος τους, και αν θα δημιουργήσουν μια σχέση του τύπου “friends with benefits” (φίλοι με «σεξουαλικά» οφέλη) ή κάτι άλλο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι παρόλο που αυτός ο τύπος σχέσης είναι πιο δημοφιλής στις νεαρές ηλικίες, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό συνεχίζει προς την πορεία: «από friends with benefits σε παραδοσιακή ρομαντική σχέση» (Bisson & Levine, 2009; Machia et al., 2020).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι τέτοιου είδους σχέσεις όπως αυτή που μόλις περιγράψαμε, δηλαδή, «friends with benefits» φέρνει στην επιφάνεια πολλά διλήμματα ηθικής φύσεως σχετικά με το αν είναι σωστός τύπος σχέσης ή όχι. Επίσης, φαίνεται ότι αυτό που περισσότερο ενδιαφέρει είναι το γεγονός αν θα εγκρίνει τη σχέση αυτή το κοντινό περιβάλλον μας και κυρίως άτομα που γνώριζαν πολύ καλά ότι μέχρι πρότινος η σχέση μας με τον/ τη σύντροφό μας ήταν ξεκάθαρα φιλική. Το ενδιαφέρον και η έγνοια μας δηλαδή, μετατοπίζεται από εμάς στους άλλους, σαν να μας ενδιαφέρει περισσότερο η εικόνα που προβάλλουμε προς τα έξω, παρά το πώς είμαστε μέσα σε αυτή τη σχέση. Αλήθεια, έχουμε αναρωτηθεί ποτέ γιατί χρειαζόμαστε κριτές για να μας πουν με ποιον θα είμαστε, γιατί, τι και πώς θα κάνουμε ό,τι κάνουμε με τον/τη σύντροφό μας; Ίσως, να ήταν πιο σοφό και πιο υγιές για τη σχέση μας το να επικεντρωνόμασταν στα συναισθήματά μας, στη λεκτική και σωματική επικοινωνία, στις εκφράσεις του προσώπου, στη χροιά και τον τόνο της φωνής, στη βλεμματική επαφή. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, κάποιες φορές οι πράξεις αρκούν. Το να φτιάξουμε το πρωινό και να το προσφέρουμε στον/ στη σύντροφό μας, να τον/τη σκεπάσουμε με μια κουβέρτα αν έχει από την κούραση αποκοιμηθεί, να πούμε μια γλυκιά κουβέντα όπως πόσο ευτυχισμένοι νιώθουμε που είμαστε μαζί, πόσο νόημα έχει δώσει στη ζωή μας, πόση αγάπη νιώθουμε! 

Είναι σημαντικό να μάθουμε να επικοινωνούμε τα συναισθήματά μας, τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.  Ο Robert Sternberg (2004), εξέφρασε την άποψη ότι όλοι οι τύποι αγάπης διακρίνονται από τρία διαφορετικά χαρακτηριστικά στοιχεία: οικειότητα, πάθος και δέσμευση. Η οικειότητα περιλαμβάνει τη φροντίδα, την εγγύτητα και τη συναισθηματική υποστήριξη. Το πάθος περιλαμβάνει τη σωματική και τη συναισθηματική διέγερση, δηλαδή, τη σωματική έλξη, αλλά και συναισθηματικές αντιδράσεις που με τη σειρά τους μπορούν να προάγουν τη σεξουαλική διέγερση. Τέλος, η δέσμευση αναφέρεται στην γνωστική διαδικασία, δηλαδή στην απόφαση να δεσμευτείτε ότι, αφενός θα αγαπήσετε ένα άλλο άτομο και αφετέρου ότι θα εργαστείτε, ώστε να διατηρήσετε αυτή την αγάπη.

Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Sterberg, θα μπορούσαμε να πούμε ότι για να παραμείνουμε και να διατηρήσουμε μια υγιή ερωτική σχέση, θα πρέπει να δώσουμε βαρύτητα στο να μην παραμελήσουμε τα τρία αυτά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις, την οικειότητα, το πάθος και τη δέσμευση! Όταν ένας από τους τρεις αυτούς πυλώνες αρχίσει να υπονομεύεται και να ατονεί, τότε και η σχέση μας θα υπονομευθεί και θα ατονήσει.

 


Πηγές:

https://www.psychologytoday.com/intl/blog/social-instincts/202108/friends-turn-lovers-more-often-people-think

The Friends-to-Lovers Pathway to Romance: Prevalent, Preferred, and Overlooked by Science - Danu Anthony Stinson, Jessica J. Cameron, Lisa B. Hoplock, 2021 (sagepub.com)

Lovers and Friends | Psychology Today

Love, Friendship, and Social Support | Noba (nobaproject.com)

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

What is Paranorm and cultural paranoia? How can we understand this phenomenon?

When I read about the cultural paranoia, I felt actually surprised, because I didn’t know that there is a term which describes this phenomenon. While reading all those information, I realized how important it is to know all the details in order to be aware and avoid labeling or criticize people of color as abnormal. So, I strongly believe that it is important for the mental health professional to be aware, however, that certain socioeconomic groups and people of color may not particularly value insight.

It was so useful to know that the statistical criteria equate normality with those behaviors that occur most frequently in the population. Also, that abnormality is defined in terms of those behaviors that occur least frequently.

Despite the word statistical, however, these criteria need not be quantitative in nature: Individuals who talk to themselves, disrobe in public, or laugh uncontrollably for no apparent reason are considered abnormal according to these criteria simply because most people do not behave in that way.

Statistical criteria undergird our notion of a normal probability curve, so often used in IQ tests, achievement tests, and personality inventories. Statistical criteria may seem adequate in specific instances, but they are fraught with hazards and problems. For one thing, they fail to take into account differences in time, community standards, and cultural values. If deviations from the majority are considered abnormal, then many ethnic and racial minorities that exhibit strong cultural differences from the majority have to be so classified.


When we resort to a statistical definition, it is generally the group in power that determines what constitutes normality and abnormality.

Some psychologists and educators have used such findings to label African Americans as paranoid. Statements by Blacks that “The Man” is out to get them may be perceived as supporting a paranoid delusion. This interpretation, however, has been challenged by many Black psychologists as being inaccurate.

Personality tests that reveal Blacks as being suspicious, mistrustful, and paranoid need to be understood from a larger sociopolitical perspective. Marginalized groups who have consistently been victims of discrimination and oppression in a culture that is full of racism have good reason to be suspicious and mistrustful of White society.


The absence of a paranorm may indicate either poor reality testing (denial of oppression/racism in our society) or naiveté in understanding the operation of racism. Normality as Ideal Mental Health Second, humanistic psychologists have proposed the concept of ideal mental health as the criteria of normality. Such criteria stress the importance of attaining some positive goal like consciousness-insight, self-actualization/creativity, competence, autonomy, resistance to stress, and psychological mindedness. The biased nature of such approaches is grounded in the belief in a universal application (all populations in all situations) and reveals a failure to recognize the value base from which the criteria are derived. The particular goal or ideal used is intimately linked with the theoretical frame of reference and values held by the practitioner (psychodynamic, humanistic/existential, or cognitive/behavioral).


Furthermore, the use of self- disclosure as a measure of mental health tends to neglect the earlier discussion presented on the paranorm. One characteristic often linked to the healthy personality is the ability to talk about the deepest and most intimate aspects of one's life: to self-disclose. This orientation is very characteristic of our counseling and therapy process, in which clients are expected to talk about themselves in a very personal manner. The fact that many people of color are initially reluctant to self-disclose can place them in a situation where they are judged to be mentally unhealthy and, in this case, paranoid.

 


Sources:

Derald Wing Sue, David Sue (2003). Counseling the Culturally Diverse: Theory and Practice, New York.

 

 

Nickolas Kouravanas & Papadopoulou Eleni, Psychologist, MSc.

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021

Αγάπη: η μόνη δημιουργική δύναμη…

Μια ιστορία του Eric Butterworth που θα σας εμπνεύσει.

Ένας καθηγητής κολεγίου ζήτησε από τους φοιτητές του στο τμήμα Κοινωνιολογίας, να πάνε στις φτωχογειτονιές της Βαλτιμόρης και να εξετάσουν το ιστορικό 200 νεαρών αγοριών. Επιπροσθέτως, τους ζήτησε να γράψουν μια δική τους εκτίμηση σχετικά με το τι πιστεύουν ότι επιφυλάσσει το μέλλον για καθένα από αυτά τα αγόρια. Για όλες τις περιπτώσεις οι φοιτητές, μηδενός εξαιρουμένου, έγραψαν: «καμία πιθανότητα εξέλιξης». 

 


Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ένας άλλος καθηγητής κοινωνιολογίας έτυχε να ανακαλύψει αυτή την παλιότερη έρευνα. Τότε ζήτησε από τους φοιτητές του να την συνεχίσουν και να ψάξουν, ώστε να βρουν ποια εξέλιξη είχαν τελικά αυτά τα παιδιά. Είκοσι από αυτά τα αγόρια είτε είχαν ξενιτευτεί, είτε είχαν πεθάνει, ενώ από τα υπόλοιπα 180, οι 176 πλέον άνδρες ήταν επιτυχημένοι δικηγόροι, γιατροί και επιχειρηματίες, με βαθμό επιτυχίας πολύ πάνω από τον μέσο όρο. 


Έκπληκτος από τα ευρήματα των φοιτητών, ο καθηγητής αποφάσισε να συνεχίσει την έρευνα σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος. Ευτυχώς, όλα αυτά τα άτομα δεν είχαν εγκαταλείψει την πόλη τους κι έτσι ο καθηγητής μπόρεσε να τους βρει και να μιλήσει με τον καθένα ξεχωριστά και να θέσει την εξής ερώτηση: «που αποδίδεις την επιτυχία σου;» Σε κάθε μία περίπτωση, η απάντηση συναισθηματικά φορτισμένη ήταν: «σε μια δασκάλα μου».

Η δασκάλα ζούσε ακόμα κι έτσι ο καθηγητής τη βρήκε και ρώτησε την ηλικιωμένη πλέον γυναίκα: «ποια ήταν η μαγική συνταγή που χρησιμοποιήσατε, ώστε να βγάλετε αυτά τα παιδιά από τα χαμόσπιτα και να τα εκτοξεύσετε στα ύψη που έχουν φτάσει;». Τα μάτια της δασκάλας έλαμψαν και στα χείλη διαγράφηκε ένα απαλό χαμόγελο: «είναι πολύ απλό», είπε. «Τα αγάπησα αυτά τα παιδιά!».

 


Πηγή:

https://kaching.socialwork.hku.hk/Workshop%20Notes/Resiliency/Baltimore%20Slums.htm