Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

Η υγεία πάνω από όλα…;


Πολύ συχνά ακούμε ότι η υγεία είναι το πιο πολύτιμο «αγαθό», ότι η υγεία είναι πάνω απ’ όλα, ότι «ας έχουμε την υγειά μας και όλα τα άλλα έρχονται»… και ίσως από συνήθεια ή λόγω του τρόπου που μεγαλώσαμε να περιλαμβάνεται και στο δικό μας λεξιλόγιο, όμως, δεν είναι σίγουρο ότι αυτό το κάνουμε και πράξη, ούτε ότι συνειδητοποιούμε τη σημαντικότητα αυτών των φράσεων, δηλαδή πόσο σημαντική είναι η υγεία και πόσο όλα εξαρτώνται από αυτή…

Τις τελευταίες εβδομάδες ίσως ήρθε η ώρα να το αποδείξουμε και στον εαυτό μας και στους άλλους γύρω μας ότι το πιο σημαντικό είναι η υγεία και κατ’ επέκταση η ζωή και όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Πόσο δύσκολο μας είναι να συμμορφωθούμε σ’ αυτό και πόσο με αυτή τη συμπεριφορά μας δείχνουμε ότι αψηφούμε ότι μπορεί να συμβεί και σε εμάς…; Πόσο άτρωτοι νιώθουμε και πόσο προσπαθούμε να συνεχίσουμε να ζούμε την καθημερινότητά μας παριστάνοντας ότι δε συμβαίνει τίποτα;



Τα αφήσαμε όλα στην άκρη και στην προσπάθεια να προστατεύσουμε την υγεία μείναμε σπίτι… μέσα στο σπίτι δεν υπάρχει λόγος ούτε να σκεφτόμαστε διαρκώς αυτή την κατάσταση, ούτε να ενημερωνόμαστε όλες τις ώρες σχετικά με τον ιό, δεν μπορούμε να ζούμε έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας ότι εκεί έξω υπάρχει μια απειλή, μια αόρατη απειλή που όλοι για αυτή συζητούν, που αρκετοί την έχουν βιώσει και που κάποιοι δεν υπάρχουν πλέον σ’ αυτή τη ζωή… 


Μείναμε σπίτι, αλλά ας βρούμε τρόπους να παραμείνουμε ψυχικά υγιείς μέσα στο σπίτι… Η διαρκής ενασχόληση με τον ιό, δε θα μας βοηθήσει να σωθούμε από τον ιό, αλλά να αποκτήσουμε προβλήματα ψυχικής υγείας. Όσο σημαντική είναι η σωματική μας υγεία άλλο τόσο σημαντική είναι και η ψυχική μας υγεία… Επομένως, μένουμε σπίτι, αλλά βρίσκουμε να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν, πράγματα για εμάς… για όσους είναι γύρω μας, μαζί μας… πράγματα που μας κάνουν να ξεχνιόμαστε, αλλά και να νιώθουμε δημιουργικοί, χρήσιμοι, ζωντανοί… 


Μείναμε σπίτι, αλλά φροντίζουμε τον εαυτό μας και φροντίζουμε να είμαστε καλά εμείς και οι γύρω μας… ίσως είναι μια ευκαιρία ή και μια πρόκληση να έρθουμε πιο κοντά στον εαυτό μας, να σκεφτούμε τι κάνουμε και τι θα θέλαμε να κάνουμε σ’ αυτή τη ζωή…

Και αν σκεφτόμαστε ότι εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς θα ζούμε χαλαρά μέσα στο σπίτι… το σημαντικό είναι να μείνουμε σπίτι… από εκεί και πέρα ο τρόμος, ο φόβος, η διαρκής απειλή δε μας βοηθούν σε κάτι… 


Είναι σημαντικό να μείνουμε σπίτι, αλλά να είμαστε και να νιώθουμε καλά… ασφαλείς, με θετικά συναισθήματα και σκέψεις… Οι κρίσεις πάντα μας βοηθούν να δούμε τα όρια μας, να δοκιμάσουμε τον εαυτό μας, να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε, να κάνουμε μια επαναξιολόγηση της ζωής μας… και ίσως… πολλοί σκεφθούν ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή… όμως, η κατάλληλη στιγμή είναι όταν έχουμε πιο πολύ χρόνο… και τώρα έχουμε χρόνο… οπότε αντί να διαμαρτυρόμαστε γιατί αναγκαζόμαστε να μένουμε σπίτι, ας προσπαθήσουμε να γίνουμε λίγο καλύτεροι άνθρωποι ή τουλάχιστον ας γνωρίσουμε τον εαυτό μας λίγο καλύτερα… 




Κανείς μας δεν επιλέγει μια κρίση, ούτε θα επέλεγε αυτή την κατάσταση, όμως, ας σταματήσουμε να τρομοκρατούμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας και ας αναλογιστούμε: είναι το πιο πολύτιμο αγαθό η υγεία και η ζωή; Πόσο αναλωνόμαστε σε κακίες, σε υλικά αγαθά, σε ανήθικες πράξεις, σε αδικίες, σε ανταγωνισμούς, σε καθημερινές διαμάχες και σε ασυδοσίες; Ας παραμείνουμε στα σημαντικά πράγματα στη ζωή μας και ας μην ξεχνάμε ότι χωρίς υγεία και χωρίς ζωή δεν μπορούμε να έχουμε και τίποτα άλλο…   

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

Πόσο σταθεροί είμαστε στις σχέσεις μας;


Σύμφωνα με τη θεωρία του Bowlby, τα άτομα στα πρώτα στάδια της ζωής τους, κυρίως στο πρώτο εξάμηνο, μπορεί να αναπτύξουν έναν ασφαλή ή μη ασφαλή δεσμό με τη μητέρα τους, που εξαρτάται από το πόσο κοντά συναισθηματικά και σταθερά νιώθουν ότι είναι η μητέρα τους. Ο Bowlby διέκρινε τρεις τύπους δεσμού: 


O ασφαλής δεσμός του βρέφους με τη μητέρα, όπου τα βρέφη μπορούν να εξερευνήσουν γύρω τους υπό την παρουσία της μητέρας και παρηγορούνται εύκολα όταν η μητέρα επιστρέφει, παρά την αναστάτωση που τους προκάλεσε ο αποχωρισμός. Η μητέρα συνήθως είναι θερμή, τρυφερή και ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές ανάγκες του βρέφους. 


Ο αποφευκτικός δεσμός του βρέφους με τη μητέρα, που χαρακτηρίζεται από αποστασιοποίηση και αποφυγή της στενής επαφής, καθώς το βρέφος βιώνει πολύ έντονα το άγχος όταν φεύγει η μητέρα και δεν καθησυχάζεται ούτε κατά την επιστροφή της. Η μητέρα συνήθως είναι απόμακρη ή ιδιαίτερα αυστηρή.


Ο αγχώδης- αμφίθυμος δεσμός του βρέφους με τη μητέρα, όπου το βρέφος εμφανίζει έντονη δυσφορία κατά τον αποχωρισμό της μητέρας και εκδηλώνει θυμό ή αμφιθυμία κατά την επιστροφή της μητέρας. Η μητέρα συνήθως δεν χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και από συνέπεια. 


Οι Hazan & Shaver (1994) διαπίστωσαν ότι τα είδη σύναψης δεσμού του βρέφους με τη μητέρα διατηρούνται και κατά τη σύναψη στενών διαπροσωπικών –ερωτικών- σχέσεων όταν το άτομο είναι πλέον ενήλικας. 


Τα άτομα με ασφαλή δεσμό εμφανίζουν άνεση για αναζήτηση για εγγύτητα και δεν έχουν άγχος από τις στενές σχέσεις. Είναι άτομα που κάνουν εύκολα γνωριμίες, δεν αμφισβητούν πολύ τον εαυτό τους και θεωρούν ότι η ερωτική αγάπη θα έχει διάρκεια, χωρίς να φοβούνται να επενδύσουν σ’ αυτή τη σχέση. Εμπιστεύονται σταδιακά το άλλο πρόσωπο και δεν έχουν πρόβλημα να έρθουν κοντά με τον άλλο. Οι σχέσεις με τους γονείς τους συνήθως ήταν ζεστές και τρυφερές.  Σε περίπτωση απουσίας του/ της συντρόφου δεν εμφανίζουν άγχος, αν και νιώθουν ότι τους λείπει. 


Τα άτομα με αποφευκτικό δεσμό νιώθουν δυσφορία με την εγγύτητα και δυσκολεύονται να έχουν πολύ στενές σχέσεις ή να νιώθουν ότι ο άλλος εξαρτάται από τα ίδια. Πιστεύουν ότι η ερωτική αγάπη δεν έχει διάρκεια και σταδιακά χάνει την έντασή της, ενώ συνήθως εκδηλώνουν φόβο για τη στενή επαφή και χαμηλή αποδοχή του συντρόφου, καθώς δε θέλουν να επενδύσουν σ’ αυτή τη σχέση και πολύ γρήγορα εντοπίζουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των άλλων. Οι μητέρες συνήθως ήταν έντονα ψυχρές και απορριπτικές. Συνήθως, το άτομο είναι ψυχρό απέναντι στο άλλο μέλος της σχέσης και θυμώνει κατά την απουσία του άλλου, καθώς αρχίζει να κάνει διάφορα σενάρια.  


Τα άτομα με αγχώδη- αμφιθυμικό δεσμό εμφανίζουν μια επιθυμία για έντονη ακραία εγγύτητα, ενώ έχουν έντονο άγχος εγκατάλειψης και φόβο μήπως χάσουν την ερωτική αγάπη. Αμφισβητούν συχνά τον εαυτό τους, θεωρούν σπάνια την ερωτική αγάπη, δεν εμπιστεύονται τον άλλο μέσα στη σχέση και πιστεύουν ότι ο άλλος έχει λίγη διάθεση για δέσμευση. Ζουν με το φόβο ότι θα διαλυθεί σύντομα η σχέση και ο άλλος θα τους εγκαταλείψει, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να εξαρτώνται από τον άλλο και να χαρακτηρίζεται η σχέση από υπερεμπλοκή ή εμμονή, συναισθηματική αστάθεια και ισχυρή σεξουαλική έλξη. Οι πατέρες περιγράφονται ως άδικοι από τα παιδιά τους. Τα υπερεμπλεκόμενα άτομα κατά την απουσία του/ της συντρόφου νιώθουν άδεια, κενά, ανασφαλή για την πιθανή μη επιστροφή του άλλου και έντονη ανάγκη για άμεση εγγύτητα. 



Στην πορεία στα τρία αυτά είδη προστέθηκε ένα ακόμη είδος κι έτσι έγιναν συνολικά τέσσερα τα είδη σύναψης δεσμού: το ασφαλές, το υπερεμπλεκόμενο, το απορριπτικό και το φοβικό. 


Τα ασφαλή άτομα μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να μιλούν για τη δυσφορία που νιώθουν, αναζητώντας τη στήριξη από τους άλλους. Ως προς τη σεξουαλικότητα, το σεξ άρχιζε κυρίως με αμοιβαία πρωτοβουλία και δεν αναζητούσαν σεξουαλικές εμπειρίες με άλλα πρόσωπα. 


Τα αποφευκτικά άτομα μαθαίνουν να αποφεύγουν να αναγνωρίσουν και να μιλήσουν για τη δυσφορία που νιώθουν. Ως προς τη σεξουαλικότητα, χαρακτηρίζονται από αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, κυρίως ευκαιριακό σεξ, χωρίς εγγύτητα και ανάπτυξη συναισθηματικής επένδυσης. 


Τα αγχώδη- αμφιθυμικά άτομα εστιάζουν στις σκέψεις και στα συναισθήματα που τους προκαλούν δυσφορία, προσπαθώντας να μη χάσουν τους ασυνεπείς δότες φροντίδας. Ως προς τη σεξουαλικότητα, λάμβαναν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να κρατούν ο ένας τον άλλο παρά από τις αυτές καθαυτές τις σεξουαλικές συμπεριφορές. 


Είναι σημαντικό να έχουμε μια εικόνα με βάση τη σχέση με τη μητέρα και το μοτίβο των σχέσεων που κάνουμε ως ενήλικες ώστε να δούμε που μπορούμε να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας όσον αφορά τη σύναψη δεσμού. Αυτό παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στις στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις, αλλά και σε ένα σύνολο άλλων συμπεριφορών, όπως τη στάση μας απέναντι στον γάμο, στη γονεϊκότητα, στην εμφάνιση εκδηλώσεων βίας και στην αντιμετώπιση αυτών των περιστατικών, καθώς και ένα σύνολο από ζητήματα που συνδέονται με τις σχέσεις μας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.




Βιβλιογραφία

Hazan, C. & Shaver, P.R. (1994). Attachment as an organizational framework for research on close relationships. Journal of Psychological Inquiry, 5, 1-22.

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (2012). Στενές σχέσεις. Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (Επιμ. Π. Κορδούτης). Αθήνα: Πεδίο.


Περιορίζεται η αρνητικότητα στο ζευγάρι;


Τα ζευγάρια που βιώνουν υψηλά επίπεδα αρνητικών συμπεριφορών φέρουν περισσότερες πιθανότητες να βιώνουν δυσαρέσκεια και τάση για αποδέσμευση από τη σχέση. Τα επίπεδα αρνητικότητας μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονα, σε σημείο που το ίδιο το άτομο να μην μπορεί να το ελέγξει, καθώς νιώθει να δυσφορεί μέσα σ’ αυτή τη σχέση. 


Είναι δύσκολο όταν το ζευγάρι έχει εγκαταστήσει έναν αρνητικό φαύλο κύκλο, όπου οι επιθετικές και εχθρικές αλληλεπιδράσεις επαναλαμβάνονται, να μπορέσει να ξεφύγει από αυτόν. Η κάθε πλευρά αποδίδει αυτή την αρνητικότητα στην άλλη πλευρά, ενώ ταυτόχρονα ο καθένας ανταποδίδει αυτές τις αρνητικές συμπεριφορές. Αυτό οδηγεί το ζευγάρι στο να πληγώνει ο ένας τον άλλο, απαντώντας στην αρνητική συμπεριφορά που έχει δεχθεί. 


Έτσι, το ζευγάρι καταλήγει να είναι καταπονημένο και να νιώθει διαρκώς δυσφορία και ένταση, μη μπορώντας να βγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο. Και οι δύο συχνά παραπονιούνται ή επικρίνουν την άλλη πλευρά, περιφρονούν τον άλλο, αμύνονται ή κρατούν μια διφορούμενη στάση. Τα μηνύματα που δίνει ο κάθε σύντροφος στον άλλο εντείνουν τα αρνητικά συναισθήματα, με αποτέλεσμα το ζευγάρι να γίνεται αμυντικό και αποτραβηγμένο, λόγω των έντονων αρνητικών συναισθημάτων.


Με διαφορετικό τρόπο φαίνεται πως αντιδρούν άνδρες και γυναίκες απέναντι στην αρνητικότητα που βιώνουν μέσα στη σχέση. Οι άνδρες εμφανίζουν συνήθως θυμό και περιφρόνηση για τη σύντροφο ή σύζυγο, ενώ οι γυναίκες νιώθουν κυρίως λύπη και φόβο, εξαιτίας της κατάστασης που βιώνουν. Οι Gottman & Levenson (1992) βρήκαν ότι τα ευτυχισμένα ζευγάρια εμφανίζουν λιγότερα παράπονα, συμπεριφορές επίκρισης , περιφρόνησης, αμυντικότητας και διφορούμενης στάσης, σε σύγκριση με τα ζευγάρια με υψηλά επίπεδα αρνητικότητας. Επίσης, τα ευτυχισμένα ζευγάρια δεν έχουν αμοιβαία αρνητικά συναισθήματα και καταστρεπτικές συμπεριφορές. 



Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα αποφυγή της σύγκρουσης. Παίζει σημαντικό ρόλο ο τρόπος που το ζευγάρι μπορεί να διαχειριστεί τη σύγκρουση ώστε να καταφέρει να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο. Στις περιπτώσεις που το ζευγάρι δεν καταφέρνει να επιλύσει αποτελεσματικά τις συγκρούσεις που βιώνει, οδηγείται σε αύξηση των συγκρούσεων φτάνοντας στην απόφαση του χωρισμού (Hendrick & Hendrick, 2012).




Βιβλιογραφία

Gottman, J.M. & Levenson, R.W. (1992). Marital processes predictive of later dissolution: Behavior, physiology and health. Journal of Personality and Social Psychology, 63, 221-233.

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (2012). Στενές σχέσεις. Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (Επιμ. Π. Κορδούτης). Αθήνα: Πεδίο.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020

Ερωτικές σχέσεις μέσα από έγχρωμους φακούς ωραιοποίησης


Η μεροληψία της θετικότητας στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις



Στα πρώτα στάδια μιας ερωτικής σχέσης, τα άτομα φορούν το καλύτερο προσωπείο τους και υιοθετούν τις πιο επιθυμητές συμπεριφορές, ώστε να δημιουργήσουν θετικές εντυπώσεις. Συμπεριφέρονται δηλαδή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, χωρίς να εκφράζουν τις πραγματικές πτυχές του εαυτού τους. Αυτό έχει ως συνέπεια να αποκρύπτουν αρνητικά συναισθήματα και να δείχνουν μόνο την ευχάριστη, χαρούμενη και αισιόδοξη πλευρά του εαυτού τους. Έτσι, οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν τον καλύτερο εαυτό τους και έχουν την τάση με τον ίδιο τρόπο να βλέπουν και τις σχέσεις τους.


Σύμφωνα με τους Hendrick & Hendrick, «οι καινούργιοι εραστές τείνουν να βλέπουν ο ένας τον άλλο μέσα από έγχρωμους φακούς ωραιοποίησης» (1988: σελ. 161).



Όταν κάποιος ξεκινάει τη σχέση έχοντας μια θετική μεροληπτική στάση, δεν μπορεί να δει ξεκάθαρα ούτε το άτομο που έχει απέναντί του, ούτε αυτά που μπορεί να του προσφέρει αυτή η σχέση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται εσφαλμένες προσδοκίες, που ξεπερνούν κατά πολύ την επιθυμία ή την ικανότητα του άλλου να προσφέρει σ’ αυτή τη σχέση. Κι έτσι το άτομο καταλήγει να απογοητεύεται γιατί μια άλλη εικόνα είχε στην αρχή της σχέσης από το άτομο που είχε απέναντί του. 


Στα πρώτα στάδια εξέλιξης της σχέσης, φαίνεται πως πολλά άτομα επιλέγουν την αναστολή της έκφρασης αρνητικών συναισθημάτων, θεωρώντας ότι είναι μη κατάλληλες συμπεριφορές και ότι μπορεί να επηρεάσουν την έκβαση της σχέσης ή την εικόνα που θα διαμορφώσει η άλλη πλευρά. Γενικά, έχει βρεθεί ότι ο κάθε άνθρωπος μέσα σε μια ερωτική/ συντροφική σχέση, στην αρχή θεωρεί ότι ο άλλος θα πρέπει να εκφράζει περισσότερα θετικά παρά αρνητικά συναισθήματα, ενώ όποιος εκφράζει περισσότερα αρνητικά συναισθήματα εύκολα χαρακτηρίζεται ως αντιπαθής ή αποκλίνων. 


Όταν η σχέση γίνει πιο στενή και αναπτυχθεί οικειότητα λόγω αύξησης της εγγύτητας, μειώνεται και η μεροληψία της θετικότητας, καθώς το άτομο νιώθει πλέον ότι δε χρειάζεται να αποκρύπτει τα αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, οι κανόνες κοινωνικής ευγένειας που διέπουν τη συμπεριφορά στα πρώτα στάδια μιας σχέσης αντικαθίστανται τώρα από πιο γνήσιες και ειλικρινείς συμπεριφορές, που δεν είναι μόνο θετικές, αλλά και αρνητικές. Αυτό βέβαια δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στην αρχική και την τωρινή εικόνα του άλλου. Κι έτσι προκαλούνται πολλά ερωτήματα: μα γιατί άλλαξε τόσο, γιατί δεν είναι τρυφερός/ή όπως στην αρχή, γιατί νευριάζει τόσο εύκολα, γιατί δεν έχει υπομονή, γιατί δεν είναι γλυκός/ια όπως στα πρώτα βήματα της σχέσης;



Το ζητούμενο δεν είναι να αποφύγουμε τελείως τη μεροληψία της θετικότητας στα πρώτα βήματα της σχέσης, αλλά να καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε μια σχέση με ειλικρινείς συμπεριφορές και συναισθήματα, χωρίς έντονους εντυπωσιασμούς και υπερβολική καλοσύνη. Είναι σημαντικό να γνωρίζει ο ένας τις θετικές και αρνητικές πτυχές του άλλου, αρκεί να μην φτάσουμε στο άλλο άκρο: οι αρνητικές αποδόσεις για τον άλλο να είναι περισσότερες και να υπερισχύουν έναντι των θετικών (Hendrick & Hendrick, 2012). 


Σύμφωνα με τους Metts & Bowers (1994, σελ. 535), «η εγγύτητα είναι εξ ορισμού μια κατάσταση ευθύτητας και εξοικείωσης. Είναι ο χώρος στον οποίο οι προδιαγραφές περί θετικών συναισθημάτων καταργείται. Θεωρητικά, αποτελεί σημάδι εγγύτητας, τα άτομα να μπορούν να αισθάνονται και να εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο για αποδόσεις αρνητικών προδιαθέσεων». Ωστόσο, κατά την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων, που αγγίζει τα όρια της υπερβολικής αρνητικότητας ελλοχεύει ο κίνδυνος να εμφανιστεί έλλειμμα ικανοποίησης και στοιχεία δυσαρέσκειας στη σχέση.  

              
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   



Βιβλιογραφία

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (1988). Lovers wear rose-colored glasses. Journal of Social and Personal Relationships, 5, 161-183.

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (2012). Στενές σχέσεις. Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (Επιμ. Π. Κορδούτης). Αθήνα: Πεδίο.

Metts, S. & Bowers, J.W. (1994). Emotion in interpersonal communication. In M.L. Knapp & G.R. Miller (Eds.), Handbook of interpersonal communication (2nd ed., pp. 508-541). Thousand Oaks, CA: Sage.


"Ο εαυτός μου που είναι;" του Μπουκάι


«Ήταν μια φορά ένας κύριος που κάθε πρωί έφευγε από το σπίτι του για να πάει στη δουλειά. Παρόλο που το ωράριό του δεν είχε αλλάξει τα τελευταία είκοσι χρόνια, συνέχιζε να αργεί κάθε μέρα. Πάντα έχανε τα πρώτα λεπτά της μέρας προσπαθώντας να βρει τα ντοσιέ του, τα παπούτσια του ή τα έσωρουχά του. Τέτοια ήταν η αφηρημάδα του, που μερικές φορές, όταν επιτέλους κατάφερνε να βγει και να πάει στη στάση του λεωφορείου, αναγκαζόταν να γυρίσει ξανά σπίτι του για να πάρει κάτι που μόλις συνειδητοποιούσε πως είχε ξεχάσει. Όταν δεν ήταν τα λεφτά του, ήταν η ταυτότητά του, όταν δεν ήταν η γραβάτα του ήταν μία από τις κάλτσες του.


Ένα βράδυ, αποφάσισε πως αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. 


‘Θα φτιάξω μια λίστα’, είπε στον εαυτό του, ‘θα σημειώνω κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ που αφήνω το κάθε πράγμα, και θα αφήσω το σημειωματάριό μου στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι μου. Όταν σηκωθώ, θα δω τη λίστα μου και θα ξέρω που είναι το κάθε τι που πρέπει να πάρω μαζί μου’.


Ο άνθρωπος, ευχαριστημένος από την ιδέα του, στον δρόμο για το σπίτι αγόρασε ένα μικρό τετράδιο και ένα μολύβι, κατάλληλα για τον σκοπό του. Μπαίνοντας σπίτι έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε. Στο τετράδιό του σημείωσε: ‘το παλτό, στην κρεμάστρα’ και βγάζοντας τη γραβάτα πρόσθεσε: ‘και η γραβάτα, επίσης’. Άφησε τα ντοσιέ και τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι και το σημείωσε. Αργότερα, όταν ξάπλωσε, σημείωσε τη θέση κάθε πράγματος που έβγαζε: ‘το πουκάμισο και το παντελόνι στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι… τα παπούτσια κάτω από το κρεβάτι και οι κάλτσες μέσα στα παπούτσια…’


Το άλλο πρωί, μόλις ξύπνησε, πήρε το τετράδιό του και διάβασε από κάτω προς τα πάνω: ‘οι κάλτσες μέσα στα παπούτσια… που είναι κάτω από το κρεβάτι…’ Τα βρήκε και τα φόρεσε. Κι έτσι συνέχισε να ντύνεται με ηρεμία και τάξη, αξιοποιώντας τον κόπο του… Όταν ήταν έτοιμος, πήρε τα ντοσιέ από το τραπέζι και ετοιμάστηκε να βγει. Όταν έφτασε στην πόρτα, πριν βγει, ξανακοίταξε τη λίστα, για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξεχάσει τίποτα. Άρχισε να τα επαναλαμβάνει: ‘οι κάλτσες, τα παπούτσια, το πουκάμισο, η γραβάτα, τα χαρτιά μου, τα ντοσιέ…’


Και ξαφνικά χλόμιασε. 


‘Κι εγώ;;; Εγώ πού είμαι;’ Αναρωτήθηκε. 


Ξαναμπήκε για να ψάξει, χωρίς επιτυχία. Έκατσε σχεδόν απελπισμένος στην πολυθρόνα και μάταια έψαξε στη λίστα, αλλά δεν υπήρχε τρόπος: είχε ξεχάσει τον εαυτό του» (σελ. 67-68).



Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera.

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Μπουκάι: περί ερωτικών σχέσεων


«Το να χτίσεις μια σχέση με διάρκεια απαιτεί δεξιοτεχνία, κι αυτό επιτυγχάνεται μόνο με εξάσκηση. Όταν θα είσαστε σε θέση να ξέρετε ποιο είναι το κέντρο της σχέσης που επιθυμείτε, τότε θα μπορέσετε να στοχεύσετε προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν δεν αποφασίσετε πρώτα να ξεκαθαρίσετε κατά πόσο τα σχέδιά σας συμπίπτουν, -δηλαδή τον κύκλο όπου θα στοχεύσετε τα βέλη σας-, η ευτυχία που θα βρείτε θα είναι απλά μια σύμπτωση ή μια πλασματική κατασκευή για τα μάτια του κόσμου. Και αυτό που ήθελα περισσότερο να σας επισημάνω: όταν η αγάπη παραμένει, ο πόνος μιας διαφωνίας περιέχει πάντα διπλή θλίψη: τον πόνο που υποφέρω εγώ ο ίδιος και τη θλίψη για τον πόνο του ανθρώπου που αγαπώ, ακόμα κι αν ξέρω ότι δεν μπορώ να συνεχίσω τον δρόμο μου μαζί του» (σελ. 37).


Συχνά μέσα στη σχέση μας επιλέγουμε να σχεδιάσουμε ομόκεντρους κύκλους γύρω από κάθε πράξη, έτσι ώστε να μπορέσουμε ο καθένας να αποφύγει τον δικό του πόνο ή τον πόνο του άλλου. 


Ορισμένες φορές υπάρχει η δυνατότητα να «μην είναι σκοπός ο στόχος». Μπορεί να είναι η ίδια η διαδρομή ο σκοπός της κίνησης. Μπορούμε να κινούμαστε σε μια πορεία χωρίς κάθε βήμα να αποτελεί μια δοκιμασία. Έτσι έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε ευχαρίστηση προχωρώντας προς μια κατεύθυνση. 


Ο Χόρχε αναφέρει: «Όταν σταμάτησα να κυνηγάω τη σκιά των προσδοκιών μου, άρχισαν να εμφανίζονται μεγαλύτερες ευκαιρίες που ποτέ δεν είχα φανταστεί, και συνοδοιπόροι πιστοί και αξιόπιστοι. Εγώ ήμουν ξύπνιος και μπόρεσα να τους δω…».



«Είναι αλήθεια πως δεν μπορούμε ούτε να το προβλέψουμε ούτε να το ελέγξουμε, αλλά δέξου αυτή την ιδέα για αληθινή. Η τύχη ποτέ δεν πλησιάζει αυτούς που, αντί να πηγαίνουν σε αναζήτηση του ονείρου, περιορίζονται στο να τρέχουν πίσω από ματαιόδοξους στόχους» (σελ. 271).  




Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera.

Στα δύσκολα…


Στα δύσκολα δεν είναι κανείς εκεί… δεν είναι κανείς πουθενά… και όσο κι αν ψάχνεις εκείνες τις γνώριμες φιγούρες βλέπεις… δεν μπορείς να εντοπίσεις καμιά… Πού είναι άραγε; Πού πήγαν όλοι εκείνοι που μέχρι χθες ήταν εδώ; Και αφού σκεφθείς και αναπολήσεις και νοσταλγήσεις για λίγο… απορείς: έφυγαν ή τους έδιωξες; Έφυγαν ή ποτέ δεν ήταν εδώ; Και τι ακριβώς σου πρόσφεραν όταν ήταν; Και τι θα μπορούσαν να σου προσφέρουν τώρα; Και τι θα ήθελες να τους πεις; Και τι θα σου έλεγαν; Ίσως τίποτα… η παρουσία μερικές φορές αρκεί… επιβεβαιώνει… καθησυχάζει… 


Στα δύσκολα δεν ήσουν εδώ… και ίσως ποτέ να μην ήσουν εδώ… και ίσως ποτέ να μην κατάλαβες τι από όλα ήταν δύσκολο… και τώρα μένω να αναρωτιέμαι… τι περιμένω; Τι προσδοκώ και γιατί; Θα φανεί πολύ πεσιμιστικό αν πω τίποτα, κανέναν, εδώ στο πουθενά…

Έμαθα, σκέφτηκα, προβληματίστηκα, παρέμεινα εδώ να περιμένω… ποιος άραγε θα είναι παρών; Κανείς; Είναι κανείς εδώ; Και τελικά που πήγαν όλοι; Μήπως τόσο καιρό πίστευα πώς είναι εδώ, αλλά ποτέ δεν ήταν; Και τώρα, που ήθελα απλά να μιλήσω… να ξεχαστώ… να ακούσω μια κουβέντα… κανείς δεν είναι εδώ… 


Στα δύσκολα… κανείς δεν είναι εδώ… και οι σχέσεις κρίνονται και δοκιμάζονται… και αξιολογούνται… κι εσύ παραμένεις ένας αυστηρός κριτής που δεν ξεχνά και δεν προσδοκά πλέον… γιατί ξέρεις… ότι κανείς δεν είναι εδώ… κανείς δεν μπορεί να απαλύνει όλα αυτά που κατέκλυσαν βίαια και άξαφνα την ίδια σου την ύπαρξη… γιατί ξέρεις… ότι κανείς δεν είναι εδώ… κανείς… κανείς…


Ίσως να σε τρόμαζε αυτή η μοναξιά… ίσως να σ’ έκανε να απορείς… όμως, πέρασαν πολλές μέρες τώρα που αναρωτιέσαι… που πήγαν όλοι; Και γιατί ‘φύγαν και γιατί δεν γυρνούν; Να γυρίσουν που; Δεν υπάρχει επιστροφή… 



Εκεί στα δύσκολα κανείς… μετά τα δύσκολα… όλα είναι τόσο διαφορετικά… ησυχία, παντού ησυχία… κανείς δεν είναι εδώ… αλλά τουλάχιστον υπάρχει μια ανακούφιση… μια ηρεμία… μια ήσυχη και γνώριμη ερημιά… εδώ χωρίς κανέναν, εδώ στο ίδιο γνώριμο μέρος, περιμένοντας τη ζωή… όπως κι αν είναι… με πολλές εκπλήξεις… αν και αυτό που θα σε εκπλήσσει πάντα πιο πολύ από όλα… θα είναι οι άνθρωποι… που μπορούν να φτάσουν… τι λόγια μπορούν να ξεστομίσουν… σε τι συμπεριφορές μπορεί να οδηγηθούν… 



Εκεί στα δύσκολα… κατάλαβες ότι είναι μια ευκαιρία να ανακαλύψεις τους ανθρώπους… να μάθεις τι σημαίνει άνθρωπος… να μάθεις τι σημαίνει ζωή… και ότι εκεί στα δύσκολα τίποτα δεν είναι δεδομένο… ούτε καν η παρουσία των ανθρώπων… ούτε καν η ουσία αυτών… και δεν μπορείς να σκεφθείς ότι  έτσι είναι οι άνθρωποι…


Ο άνθρωπος και η φυλακή του…


Σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγουμε εμείς οι ίδιοι να εγκλωβίσουμε τον εαυτό μας μέσα σε μια φυλακή, μη γνωρίζοντας τι μπορούμε να κάνουμε την απεριόριστη ελευθερία μας. Ενώ μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε, να πάμε ότι θέλουμε… πολλές φορές καταλήγουμε να μην κάνουμε τίποτα και να μην πάμε πουθενά… 


Μπαίνοντας στη φυλακή, θα πρέπει να καθορίσουμε ένα νέο πρόγραμμα, ένα ωράριο για την καθημερινότητά μας… «Ωστόσο, παρά το μεγαλείο της ικανοποίησης των πρώτων ημερών και την απόλυτη αφοσίωση στη φυλακή της λήθης μου, άρχισε απρόσμενα να μου λείπει ο κόσμος πίσω από τα κάγκελα του παραθύρου μου» (σελ. 257).  


 «Πόσο δύσκολο μου ήταν τελικά να αντιμετωπίσω την αλήθεια! 


Ήθελα να επιστρέψω σε όλα εκείνα που είχα υποτιμήσει: στη ζωή και στους ανθρώπους. Ήθελα να βγω. Ορκίζομαι πως το ήθελα. Αλλά θυμήθηκα ότι το κλειδί ήταν έξω εκεί που δεν έφταναν τα χέρια μου, ακόμα πεταμένο δίπλα στην άκρη του δρόμου. Στην πραγματικότητα, σκέφτηκα, αρκούσε να ζητήσω το κλειδί από κάποιον περαστικό, για να βρεθώ ξανά ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα.


Στην αρχή παρακάλεσα με χαμηλή φωνή, μετά με δυνατή και τέλος φωνάζοντας, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία στην παράκλησή μου. Ο κόσμος περπατούσε βιαστικός, σαν να μην με έβλεπε, σαν να μην ήξερε πως η ελευθερία μου βρισκόταν στα χέρια του.

Ποτέ δεν υπέφερα τόσο. Η φυλακή μου, ιδανικό καταφύγιο άλλων εποχών, με είχε απομονώσει από τη ζωή. 


Ξαφνικά ακούστηκαν ακανόνιστα βήματα στα αριστερά του παραθύρου μου. Μια ηλικιωμένη πλησίασε αργά και σταμάτησε δίπλα στο κλειδί της φυλακής μου. 


Οι αισθήσεις μου ήταν τεταμένες σε σημείο έκρηξης. Είχε δει το κλειδί, αναμφιβόλως. Ακολούθησα το βλέμμα της… Φαντάσου να μην το καταλάβει και να εξαφανιστεί μαζί με το κλειδί για πάντα, σκέφτηκα.


‘Ε… ακούστε… εσείς… Το κλειδί είναι δικό μου…’ της φώναξα. Αν μου ανοίξετε, σας χαρίζω αυτό το μέρος… με ακούτε;’


Αλλά εκείνη δεν μ’ άκουγε.


Αργά αργά άπλωσε το χέρι της –όπως φοβόμουν- προς το κλειδί. 


Πριν φτάσει, όμως, να το αγγίξει, σκόνταψε κι έπεσε στον δρόμο χτυπώντας στο κεφάλι.

‘Βοήθεια’, φώναξε. ‘Δεν μπορώ να σηκωθώ’.


Κανείς δεν πήγαινε να τη βοηθήσει. Ο δρόμος ήταν έρημος.

‘Βοήθεια’ φώναξε. ‘Δεν μπορώ να σηκωθώ’.


Κανείς δεν πήγαινε να τη βοηθήσει. Ο δρόμος ήταν έρημος.

‘Βοήθεια!’ ικέτευσε με τρεμάμενη φωνή.


Μόνο εγώ μπορούσα να τη βοηθήσω. Δεν συγκρατήθηκα άλλο. Έτρεξα προς την πόρτα και, παρόλο που ήξερα πως η κλειδαριά μου ήταν απαραβίαστη, ρίχτηκα πάνω της με όλο το βάρος του σώματός μου.


Πριν καταλάβω τι συνέβαινε, βρέθηκα ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο.

Η πόρτα δεν είχε ποτέ κλειδωθεί!


Εγώ ήμουν που ποτέ δεν είχα προσπαθήσει να την ανοίξω. Είχα περιοριστεί να ζητάω βοήθεια απ’ έξω…


Τα βογγητά και οι αναστεναγμοί της ηλικιωμένης με επανέφεραν από τους συλλογισμούς μου. Πλησίασα και τη βοήθησα να σηκωθεί. Την έβαλα να καθίσει στα σκαλιά της φυλακής κι έτρεξα να της φέρω ένα ποτήρι νερό. 



Μόλις τελείωσα την περιποίηση των τραυμάτων της, η ηλικιωμένη ανέκτησε τις δυνάμεις της, με ευχαρίστησε φιλώντας μου τα χέρια κι έφυγε». (σελ. 258-260).  




Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Ο εικονικός έρωτας




«Στον εικονικό έρωτα, οι άνθρωποι και οι καταστάσεις βρίσκονται μέσα σε σχέσεις εξ αποστάσεως. Εγώ ζω στη Νέα Υόρκη κι εκείνη στη Βοστόνη. Γνωριστήκαμε όταν πήγα επίσκεψη σ‘ ένα φίλο από το κολέγιο κι αμέσως ήρθαμε πολύ κοντά: ενδιαφέρουσες συζητήσεις και καταπληκτικό σεξ. Άρχισα να πηγαίνω στη Βοστόνη κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κι εκείνη να έρχεται στη Νέα Υόρκη. Ποτέ δε βαριόμασταν ο ένας τον άλλο και τα Σαββατοκύριακά μας ήταν γεμάτα ευχάριστες δραστηριότητες και διασκεδάσεις.  



Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί… Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι, σελ. 83-87. 

Ο ναρκισσιστικός έρωτας




«Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νάρκισσος μιλούσε στην εικόνα του εαυτού του που έβλεπε να αντανακλάται στο νερό της λίμνης και τα λόγια που έλεγε η Ηχώ ήταν κι αυτά αντανάκλαση- ηχητική αντανάκλαση των δικών του λόγων. Αξιοσημείωτο, βέβαια, είναι πως ο Νάρκισσος και η Ηχώ ξεγελάστηκαν και οι ίδιοι- όπως ξεγελιόμαστε όταν βρεθούμε σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες. Από εκεί που στεκόταν η Ηχώ δεν μπορούσε να δει το είδωλο του Νάρκισσου μέσα στη λίμνη, κι έτσι νόμισε ότι τα λόγια του ήταν για αυτήν. Κι ο Νάρκισσος –που το βλέμμα του είχε μαγνητιστεί από το είδωλό του στο νερό της λίμνης- νόμισε ότι τα λόγια που άκουσε ήταν απάντηση από τα’ αγαπημένο του είδωλο, και είδε τα χείλη του μέσα στο νερό να σχηματίζουν πράγματι αυτά τα λόγια αγάπης».


«Συνήθως, πιστεύουμε ότι ο παθολογικός ναρκισσισμός είναι μια μορφή υπέρμετρης αγάπης για τον εαυτό μας –στην πραγματικότητα, όμως, ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Ο νάρκισσος, έχει – συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιεί- χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακόμα και απέχθεια για τον εαυτό του. Και για να καταφέρει να τα παραβλέψει αυτά, μεγαλοποιεί τις επιτυχίες του, τη δύναμή του ή την ομορφιά του, και κομπάζει για τα χαρίσματά του».


«Ο ρόλος του ναρκισσισμού στον έρωτα έχει δύο πλευρές: τη θετική και την αρνητική. Από τα πρώτα χρόνια μας και σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, η αυτοεκτίμησή μας αναπτύσσεται όταν μας αγαπάνε –για αυτό και κάθε έρωτάς μας την επηρεάζει θετικά. Νιώθουμε ότι αξίζουμε, όταν ο έρωτάς μας βρει ανταπόκριση, και, αντίθετα, μειώνεται η αυτοεκτίμησή μας όταν τον απορρίψουν. Αφού, λοιπόν, είναι σημαντικό για εμάς να έχουμε υψηλή αυτοεκτίμηση για να αισθανόμαστε καλά, ο ναρκισσισμός μας θέτει σε ενέργεια διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς με στόχο να την αυξήσει. Μια από τις σημαντικότερες άμυνες που συναντάμε στον έρωτα είναι η άμυνα της εξιδανίκευσης. Η συναισθηματική γενναιοδωρία, που νιώθουμε όταν είμαστε ερωτευμένοι, οφείλεται στην εξιδανίκευση του ερωτικού μας συντρόφου. Παραβλέπουμε τις ατέλειές του και πιστεύουμε ότι επιτέλους συναντήσαμε το τέλειο ταίρι μας που δεν θα μας προδώσει και δε θα μας εγκαταλείψει. Τιε περισσότερες φορές δεν γνωρίζουμε πραγματικά τον άνθρωπο που ερωτευόμαστε γιατί δεν έχουμε αρκετά δεδομένα…»




«Στην καλύτερη περίπτωση ερωτευόμαστε ένα στοιχείο του ερωτικού μας συντρόφου, περιορίζουμε το βλέμμα μας σ’ αυτό το στοιχείο και επιμένουμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι ολόκληρο το άτομο…»  




Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί… Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι, σελ. 45-48.