Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2023

«Οι σχέσεις με τους γονείς μας»: μαρτυρίες γυναικών μέσης ηλικίας

Η σχέση με τη μητέρα

«Μεγαλώνοντας διαπιστώνουμε το ισχυρό αποτύπωμα της μητέρας μας μέσα μας. Τον καθοριστικό ρόλο που εξακολουθεί να διαδραματίζει στη ζωή μας ως πρότυπο με το οποίο φτάνουμε να συγκρινόμαστε. Έχοντας ενσωματώσει πολλές από τις αντιλήψεις, τις τάσεις και τις αξίες της, άλλοτε υιοθετούμε ή αντιγράφουμε ακόμα και άθελά μας τη συμπεριφορά της κι άλλοτε προσπαθούμε να την αποφύγουμε απορρίπτοντάς την. Πρωταρχική και καθοριστική η σχέση μας μαζί της, καθώς σχεδόν αναπότρεπτα σημαδεύει κάθε φάση της ανάπτυξής μας και εξελίσσεται μαζί της. Με το πέρασμα του χρόνου μας δίνεται η ευκαιρία να ξανακοιτάξουμε τη γυναίκα που είναι μάνα μας, πιθανόν αναθεωρώντας την κρίση μας για αυτήν, προσεγγίζοντας με διαφορετικό τρόπο κάποιες πλευρές της. Ιδιαίτερα όταν γινόμαστε με τη σειρά μας μητέρες συμβαίνει η σχέση μας μαζί της να αποκτά μεγαλύτερο βάθος και περισσότερη εγγύτητα. Καθώς ταυτιζόμαστε ασυνείδητα μαζί της, παρακολουθούμε πάνω της τα στάδια της ζωής που πρώτη αυτή διέρχεται: την ώριμη ηλικία, τα γεράματα ακόμα και τον θάνατο, όταν φεύγοντας εκείνη μένουμε πιο εκτεθειμένες στο επικείμενο τέλος. Γνωρίζουμε θεωρητικά την ακολουθία των σταδίων της ζωής, όμως η βιωματική εξοικείωση μας γίνεται λιγότερο επίπονη επειδή οι γονείς μας και ιδιαίτερα η μητέρα μας μοιάζει να λειτουργεί σαν προστατευτικό ανάχωμα προς όφελός μας» (σελ. 110-111).

Κατά τη μέση ηλικία πραγματοποιείται μια αξιολόγηση όλων των τομέων της ζωής μας, μεταξύ των οποίων είναι και οι σημαντικές μας σχέσεις: σχέσεις με τη μητέρα, σχέσεις με τον πατέρα, σχέσεις με άλλα σημαντικά πρόσωπα. Μέσα από τις περιγραφές για τη σχέση με τη μητέρα, οι περισσότερες δεν αναφέρθηκαν σε μια ισότιμη- φιλική σχέση και εξομολογούνταν τα μυστικά τους. Πολλές γυναίκες ανέφεραν το παράπονο ότι δεν τις χάιδευαν, γιατί ‘δεν έπρεπε’, ενώ πολλές ένιωθαν ότι οι μητέρες δεν ασχολούνταν μαζί τους όσο οι ίδιες επιθυμούσαν. Επίσης, ορισμένες μητέρες έδιναν ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα θρησκείας, ενώ εμφανίζονταν υποταγμένες ή καταπιεστικές.

Η οικοδόμηση μιας δύσκολης σχέσης εξαρτάται από τα προβλήματα υγείας της μητέρας (που πολλές φορές εκφράζονται στη μεσήλικη κόρη ως έλλειψη τρυφερότητας από αυτή προς τους άλλους), τον χωρισμό της μητέρας από τον πατέρα που δημιούργησε κλειστοφοβία στην κόρη, τα ατελείωτα ‘πρέπει’ και ‘δεν πρέπει’, καθώς και τη χειριστική συμπεριφορά της μητέρας προς τη θυγατέρα. Πολλές από τις γυναίκες που μίλησαν για τη μητέρα τους ένιωθαν θυμό, ενώ είχαν μια εχθρική σχέση με τη μητέρα τους. Σε κάποιες περιπτώσεις οι σχέσεις μητέρας- κόρης χαρακτηρίζονταν από την πλευρά της κόρης ως καλές, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει σχέση: «δεν της άνοιξα ποτέ την καρδιά μου», «δεν έμαθε ποτέ σημαντικά πράγματα για μένα», «έκρυβα τα μυστικά μου από αυτή. Ίσως επειδή και η ίδια δεν συζητούσε» (σελ. 117).

Ωστόσο, υπήρχαν και γυναίκες που περιέγραψαν με θετικό τρόπο τη μητέρα τους: «φύλακας άγγλος, αγκαλιά, παντοτινή φίλη, καλός άνθρωπος που μ’ αγαπάει, εξισορροπίστρια ανάμεσα στην οικογένεια και τα αδέλφια». Πολλές φορές οι σχέσεις μητέρας- κόρης ήταν κακές και παρέμειναν κακές και σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους (σχέσεις δύσκολες και ανταγωνιστικές). Με το πέρασμα των γυναικών στη μέση ηλικία πραγματοποιείται και το πέρασμα της μητέρας τους στην τρίτη ηλικία, σε μια κατάσταση αδυναμίας και ανάγκης για φροντίδα.

Από τα πιο δύσκολα συναισθήματα είναι οι ενοχές: για όσα δεν εκπληρώθηκαν, για το ότι η γυναίκα- κόρη δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος της, καθώς επέλεξε να ζήσει τη δική της ζωή. Το βασικό ερώτημα είναι αν έχει υπάρξει αποδοχή της μιας από την άλλη… Το πέρασμα του χρόνου μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά και να αποκαταστήσει τη σχέση ή μπορεί να διευρύνει το χάσμα…

 

Η σχέση με τον πατέρα

«Καθοριστική είναι και η σχέση με τον πατέρα, εφόσον το πρόσωπο και η παρουσία του εγγράφονται και λειτουργούν ως το κατεξοχήν πρότυπο –θετικό ή αρνητικό- στη σχέση με το άλλο φύλο. Δεν είναι λίγες οι φορές που όχι τυχαία μέσα στον γάμο μας βρισκόμαστε να ενσαρκώνουμε τους ρόλους που είδαμε να παίζουν οι γονείς μας στη δική τους σχέση. Ειδικότερα η δική μας γενιά, που γνώρισε την εφηβεία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, αμφισβήτησε την παραδοσιακή δομή της οικογένειας και εναντιώθηκε συνειδητά κάποιες φορές στην πατρική εξουσία, αφήνοντας ως παρακαταθήκη, μεταξύ άλλων, το σύνθημα ‘’Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι της μητρός μου, θέλω να είμαι ο εαυτός μου’’.

Η αναζήτηση αυτής της προσωπικής ταυτότητας στη νεανική ηλικία ως γυναίκας μπορεί αργότερα να συσσωρεύσει κάποιες ενοχές απέναντι στον εαυτό ή απέναντι στους γονείς. Στη φάση της ωριμότητας συμβαίνει να αναλογιζόμαστε τις φορές εκείνες που δεν υπηρετήσαμε αυτό που θέλαμε ή που αποτύχαμε να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των γονιών μας. Προσπαθούμε τότε να εκτιμήσουμε τι κάναμε ή τι παραλείψαμε να κάνουμε για το οποίο σήμερα μετανιώνουμε. Κάποιες φορές πάλι καταλήγουμε να φέρουμε το βάρος καταστάσεων που δεν προλάβαμε να ξεκαθαρίσουμε στη σχέση με τους γονείς μας όσο εκείνοι ζούσαν» (σελ. 128-129).

Οι γυναίκες που μίλησαν για τη σχέση τους με τον πατέρα δυσκολεύτηκαν να περιγράψουν μονολεκτικά αυτή τη σχέση ως καλή ή κακή, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα συναισθήματα ήταν αμφίθυμα και αντιφατικά. Ένας πατέρας στοργικός,  υποστηρικτικός, φροντιστικός, ή ένας πατέρας αυστηρός, απόμακρος, αυταρχικός, αδιάφορος. Για κάποιες γυναίκες η σχέση με τον πατέρα αποτελούσε ένα μελανό σημείο στη ζωή τους. Η καλή και συμφιλιωμένη σχέση πατέρα- κόρης όσο ο πατέρας ζούσε βοηθούσε ώστε η κόρη να έχει μια θετική εικόνα για τον πατέρα και μετά τον θάνατό του και να μπορεί να αποδεχθεί τον θάνατό του. Σε ορισμένες κακές σχέσεις πατέρα- κόρης, η κόρη μετά τον θάνατο του πατέρα ένιωσε λύτρωση, απελευθέρωση, ανακούφιση… Σε κάθε περίπτωση, η σχέση με τον πατέρα είτε ήταν θετική είτε ήταν αρνητική σημαδεύει τη ζωή της γυναίκας, αλλά και τη σχέση με τους άνδρες.

 

Πηγή: …και μετά τα πενήντα τι; Μαρτυρίες γυναικών για τη μέση ηλικία. (2011). Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Η «διπλή σχέση» και η τριαδική σχέση στη σχιζοφρένεια

Η υπόθεση της διπλής σχέσης ή αλλιώς διπλοσύνδεση είναι ένα σχήμα επικοινωνίας που οδηγεί στη χαρακτηριστική συμπεριφορά για τη σχιζοφρένεια. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δύο άτομα και ειδικά η επικοινωνία ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Ωστόσο, σταδιακά το ενδιαφέρον επεκτάθηκε στην τριαδική σχέση, στην οποία συμμετέχουν ο πατέρας- η μητέρα- και το παιδί. 

Η διπλή σχέση βοηθάει στην κατανόηση της σχιζοφρένειας. Τα γενικά χαρακτηριστικά της διπλοσύνδεσης είναι τα εξής:

«Το άτομο έχει εμπλακεί σε μια έντονη σχέση, σε μια σχέση δηλαδή που είναι ζωτικό να διακρίνει τι είδους ακριβώς μήνυμα του στέλνεται για να αντιδράσει ανάλογα.

Το άτομο είναι αιχμαλωτισμένο σε μια κατάσταση στην οποία το άλλο άτομο εκφράζει στη σχέση δύο αλληλοαναιρούμενα είδη μηνυμάτων.

Το άτομο δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει κριτικά τα μηνύματα που του μεταδίδονται, για να διορθώσει την απόφασή του σε ποιο μήνυμα πρέπει να αντιδράσει, αυτό σημαίνει πως δεν μπορεί να κάνει μια μετεπικοινωνιακή διαπίστωση.

Αυτός ο τρόπος παρουσίασης της επικοινωνιακής κατάστασης στη διπλοσύνδεση αποβλέπει φυσικά στο να χαρακτηρίσει τη δομή των μηνυμάτων που ξεκινούν από τον πρωταίτιο αυτής της κατάστασης, τον binder» (σελ. 178).

Επομένως, σε μια κατάσταση διπλοσύνδεσης, το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με αντιφατικά μηνύματα, ενώ δεν αντιλαμβάνεται εύκολα την κατάσταση εξαιτίας της άρνησης ή της συγκάλυψης ή και επειδή τα μηνύματα μεταδίδονται σε διαφορετικά επίπεδα. Ακόμη, το άτομο δεν μπορεί να διαφύγει από αυτή την κατάσταση, να διαπιστώσει και να σχολιάσει τις αντιφάσεις.

Στο πλαίσιο της τριαδικής σχέσης η ασυμφωνία ανάμεσα στους γονείς μπορεί να συγκαλύπτεται και να εκφράζεται μέσα από τη δυσκολία να λάβουν αποφάσεις για τα παιδιά. Η μητέρα μπορεί να δικαιολογεί τη φιλονικία με τον άνδρα της, όχι με βάση τη δική της ατομικότητα και τη σχέση της μαζί του, αλλά με βάση το ανιδιοτελές ενδιαφέρον της για την υγεία των παιδιών. Αποδίδεται, δηλαδή, στα παιδιά η ευθύνη για τις διαφορές των απόψεων ανάμεσα στους γονείς. Ουσιαστικά οι γονείς φαινομενικά συμφωνούν, αλλά κρυφά έχουν διαφορετικές απόψεις. Πρόκειται για καταστάσεις που περιέχουν αντιφατικά μηνύματα ως προς την επικοινωνία με τα παιδιά, αλλά εμφανίζονται με συγκάλυψη, άρνηση και απαγόρευση σχολιασμού με τις γνωστές συνέπειες.

Πηγή:

Weakland. (1978). Στο βιβλίο «Σχιζοφρένεια και οικογένεια». Γράμματα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023

Τι είναι πραγματικά η νεύρωση;

«Ένας άνθρωπος που αισθάνεται καλά πάνω στη γη, που ξέρει πολύ καλά ότι έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις ευχάριστες αλλά και τις δυσάρεστες πλευρές της ζωής, που είναι πρόθυμος να συμβάλλει και να συνεργαστεί, δε θα παρουσιάσει υπερευαισθησίες. Η υπερευαισθησία είναι έκφραση του αισθήματος κατωτερότητας. Έτσι, προκύπτουν εύκολα άλλα γνωρίσματα του χαρακτήρα του νευρικού, όπως π.χ. η ανυπομονησία, που δεν την έχει αυτός που αισθάνεται σίγουρος, που έχει αυτοπεποίθηση, που δε δειλιάζει μπρος στα προβλήματα της ζωής. 

 

Όταν προσθέσουμε ότι αυτό το αίσθημα της ανασφάλειας αναζητά επίμονα την ήσυχη κατάσταση, την ασφάλεια, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί είναι ερεθισμένη  η τάση του νευρικού για υπεροχή, για τελειότητα, και ότι αυτό το γνώρισμα που τείνει προς το ύψος το βρίσκουμε σαν φιλοδοξία που την έχει αυτός που λαμβάνει υπόψη του μόνο τον εαυτό του. Αυτό είναι ευνόητο για έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη. Μερικές φορές αυτή η τάση προς το ύψος παίρνει μορφές όπως απληστία, φιλαργυρία, ζηλοτυπία, που απορρίπτονται προκαταβολικά από την κοινωνία, πρόκειται για ανθρώπους που τείνουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες βίαια, γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ομαλή λύση τους. εδώ προστίθεται ότι το αυξημένο αίσθημα κατωτερότητας συμβαδίζει με ελλιπή ανάπτυξη του θάρρους, στη θέση του οποίου μπαίνει ένας σωρός από τεχνάσματα για την παράκαμψη των προβλημάτων της ζωής και το φόρτωμά τους σε άλλους, αυτό συνδέεται με έλλειψη ενδιαφέροντος απέναντι στους άλλους. Απέχουμε πολύ από το να ασκήσουμε κριτική ή να καταδικάσουμε αυτούς τους ανθρώπους που παρουσιάζουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτή τη συμπεριφορά, επειδή γνωρίζουμε ότι και τα μεγαλύτερα ελαττώματα δεν έχουν προέλθει από συνειδητή ευθύνη, αλλά ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι θύματα της κακής στάσης τους απέναντι στη ζωή. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα σκοπό στο μυαλό τους, στην επιδίωξη του οποίου έρχονται σε αντίφαση με τη λογική. Ακόμη δεν έχουμε πει τίποτε για τη φύση της νευρικότητας, για τη δημιουργία της και τη δομή της. Προχωρήσαμε ένα βήμα παραπέρα και μπορέσαμε να διαπιστώσουμε με βάση το ελλιπές θάρρος του νευρικού τη διστακτική του στάση απέναντι στα προβλήματα της ζωής. Είναι σίγουρο ότι μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη μικρή ικανότητα για ενεργητικότητα πίσω ως την παιδική ηλικία. Αυτό δεν μια ξαφνιάζει, γιατί η μορφή ζωής αναπτύσσεται στα πρώτα χρόνια της ζωής, είναι αμετάβλητη και προσιτή σε αλλαγή μόνο όταν ο άνθρωπος καταλαβαίνει το λάθος στην εξέλιξη και έχει την ικανότητα να επανασυνδεθεί με την κοινότητα με σκοπό το καλό της ανθρωπότητας» (σελ. 66-67).

«Όταν ένα παιδί αποτύχει διαθέτει μεγαλύτερη ενεργητικότητα σε κακή έννοια, μπορούμε να προϋποθέσουμε ότι αυτό το παιδί, αν αργότερα αποτύχει, δε γίνεται νευρικός, αλλά παρουσιάζεται με άλλη μορφή της αποτυχίας, εγκληματίας, αυτόχειρας, πότης, κλπ. Ο νευρικός έχει μικρή ακτίνα δράσης σε σύγκριση με αυτή περισσότερο φυσιολογικών ανθρώπων. Το ερώτημα από πού προέρχεται η μεγαλύτερη ενεργητικότητα, είναι σημαντικό. Όταν διαπιστώνουμε ότι είναι δυνατό να αναπτύσσουμε και να καταπιέζουμε την ακτίνα δράσης του παιδιού, καταλαβαίνουμε ότι το ζήτημα της κληρονομικότητας δε μιας ενδιαφέρει, αλλά αυτό που βλέπουμε ένα προϊόν των δημιουργικών ικανοτήτων του παιδιού. Το σώμα και η επίδραση του περιβάλλοντος είναι θεμέλια που χρησιμοποιεί το παιδί για την οικοδόμηση της προσωπικότητάς του. Παρατηρούμε στα συμπτώματα της νευρικότητας, που τα κατανέμουμε σε σωματικές διαταραχές ορισμένων οργάνων και σε ψυχικές διαταραχές, ότι είναι μόνιμα συμπτώματα. Διαρκούν πολύ χρόνο και αν δεν θέλουμε να πέσουμε στο σκοτάδι σκοτεινών θεωριών και να παραδεχτούμε ότι έχουν εξελιχθεί χωρίς νόημα, αλλά αναζητήσουμε τη συσχέτιση, θα βρούμε ότι το πρόβλημα που έχει το παιδί μπροστά του είναι πολύ βαρύ για το παιδί και το απασχολεί διαρκώς. Έτσι διαπιστώνεται και εξηγείται η σταθερότητα των νευρικών συμπτωμάτων. Τα νευρικά συμπτώματα εμφανίζονται εν όψει ορισμένου προβλήματος. Έχουμε κάνει εκτεταμένες έρευνες για να ανακαλύψουμε που βρίσκεται η δυσκολία στη λύση προβλημάτων και η ατομική ψυχολογία έχει διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι έχουν πάντα προβλήματα μπροστά τους, για τα οποία χρειάζεται κοινωνική προετοιμασία. Τα προβλήματα είναι διαφόρων ειδών. Μια φορά είναι το πρόβλημα της κοινωνίας. Μια άλλη φορά απογοήτευση στη φιλία. Ποιος δεν την έχει ζήσει, ποιος δε συγκλονίστηκε από αυτή; Ο κλονισμός δεν είναι ακόμη σημάδι νευρικότητας. Είναι σημάδι νευρικότητας και γίνεται νευρικότητα μόνο όταν συνεχίζεται, όταν αποτελεί μόνιμη κατάσταση, όταν ο άνθρωπο αποστρέφεται τους άλλους ανθρώπους, όταν με δειλία, διστακτικότητα, σωματικά συμπτώματα, καρδιοχτύπι, ίδρωμα, στομαχικές ανωμαλίες δείχνει καθαρά πως εμποδίζεται να πλησιάσει τους άλλους, μια κατάσταση που από την άποψη της ατομικής ψυχολογίας μιλάει καθαρά ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει αναπτύξει αρκετά το αίσθημα επαφής, πράγμα που προκύπτει και από το ότι η απογοήτευσή του τον έσπρωξε στην απομόνωση. Τώρα έχουμε πλησιάσει το πρόβλημα πιο κοντά και μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη για τη νευρικότητα» (σελ. 67-68).

«Ο νευρωτικός στρέφει ολόκληρο το ενδιαφέρον του στην υποχώρηση. Κάθε βήμα προς τα μπρος θεωρείται από αυτόν σαν πτώση στον γκρεμό. Για αυτό προσπαθεί με όλη του τη δύναμη, με όλα του τα αισθήματα, με όλα του τα δοκιμασμένα μέσα της υποχώρησης να κρατηθεί στα μετόπισθεν. Η εκμετάλλευση των βιωμάτων των σοκ για την προστασία του απειλημένου γοήτρου, αυτό είναι η νεύρωση. Η ψυχική κατάσταση του νευρωτικού παίρνει τη μορφή ενός ναι αλλά. Στο ναι βρίσκεται η αναγνώριση του αισθήματος κοινωνικότητας, στο αλλά η υποχώρηση και οι διασφαλίσεις της» (σελ. 71-72). 

 

Πηγή:

Άντλερ, Α. (1974. Το νόημα της ζωής. Επίκουρος.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Το συναισθηματικά διαταραγμένο παιδί σαν αποδιοπομπαίος τράγος της οικογένειας

Ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά εκτενώς με πολλά παραδείγματα από τον James Frazer στο “The Golden Bough”, το 1927 στη Νέα Υόρκη. Ο ίδιος θεωρούσε το κυνήγι του αποδιοπομπαίου τράγου «σαν διαδικασία στην οποία οι επιδράσεις του κακού ενσαρκώνονται ή έστω καταλογίζονται αντιληπτά σε ένα υλικό μέσο που θα απελευθερώσει τους ανθρώπους από όλα τα κακά που τους μαστίζουν» (σελ. 197). Ο Frazer εξέτασε το φαινόμενο σε επίπεδο κοινωνίας, ενώ σύμφωνα με τους Vogel & Bell, το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται και μέσα στις οικογένειες. Σε κάθε ομάδα υπάρχει η ανάγκη ο στιγματισμός ενός μόνο μέλους έτσι ώστε να εξασφαλίσει συνοχή και ενότητα η ομάδα. Η ομάδα μπορεί να καταφέρει να αποκτήσει ενότητα προβάλλοντας την εσωτερική της εχθρότητα προς τα έξω. Αν όμως αυτό δεν είναι εφικτό, η ομάδα μπορεί να επιλέξει ως αποδιοπομπαίο τράγο ένα δικός της μέλος. 

 

Το συναισθηματικά διαταραγμένο παιδί αποτελεί ενσάρκωση ορισμένων τυπικών συγκρούσεων ανάμεσα στους γονείς. Σε όλες τις διαταραγμένες οικογένειας διαπιστώθηκε ότι ένα παιδί περιπλεκόταν στις εντάσεις που υπήρχαν ανάμεσα στους γονείς. Μέσα από τις συγκρούσεις αυτές, η οικογένεια είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ισορροπία, μειώνοντας στο ελάχιστο την εχθρότητα και βελτιώνοντας τη συμβίωση. Η ισορροπία όμως στηρίζονταν στην αντιμετώπιση του παιδιού ως αποδιοπομπαίο τράγο της οικογένειας. Οι εντάσεις των γονέων που δεν κατάφεραν να λυθούν με διαφορετικό τρόπο ικανοποιητικά οδήγησαν στην εύρεση ενός αποδιοπομπαίου τράγου.

«Οι σύζυγοι στις διαταραγμένες οικογένειες είχαν βαθύτατο άγχος για τη συζυγική τους σχέση και για τη συμπεριφορά του συζύγου τους. Καθένας ήταν πάντα ανασφαλής στη συμπεριφορά του ως προς τις αντιδράσεις του άλλου. Η αντίδρασή του είχε παράλληλα μεγάλη σημασία και θεωρούνταν ελλιπής. Οι σύζυγοι αισθάνονταν ότι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν άμεσα για την κατάσταση γιατί τους φαινόταν επικίνδυνο, και κατέφευγαν έτσι στην απόκρυψη, την υπεκφυγή κλπ. Η τεταμένη ατμόσφαιρα είχε διάφορες αιτίες. Μια από αυτές ήταν τα προσωπικά προβλήματα των γονέων στην ανάλυσή μας, ωστόσο, θα θέσουμε το κέντρο βάρους σε εκείνες τις αιτίες που διαπιστώσαμε στην ομάδα. Τέτοιες εντάσεις οφείλονται συνήθως σε περισσότερες αιτίες, και πολύ γενικά μπορούμε να πούμε ότι μια από τις κυριότερες αιτίες ήταν η σύγκρουση στο επίπεδο των πολιτιστικών αξιών. […] Οι σύζυγοι μπορεί να έχουν ανατραφεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες και άρα ξεκινούν τώρα από διαφορετικές προϋποθέσεις. Όλες οι διαταραγμένες οικογένειες είχαν τέτοια προβλήματα. Μερικές προσπαθούσαν να τα αντιμετωπίσουν παίρνοντας γρήγορα θέση, χωρίς να την εσωτερικεύουν και να εξουδετερώνουν την παλιά, και άλλες ζούσαν με αντιφατικό προσανατολισμό. […] Μια άλλη αιτία συγκρούσεων ήταν οι σχέσεις της οικογένειας με την ευρύτερη κοινότητα. Οι διαταραγμένες οικογένειες είχαν κατά κανόνα προβλήματα σε αυτόν τον τομέα, στον βαθμό που αρνούνταν την κοινότητα ή και απορρίπτονταν από αυτή. […] Όλες οι οικογένειες είχαν λίγο πολύ μεγάλα προβλήματα ως προς τις σχέσεις τους με τις οικογένειες σύμφωνα με τις ποίες προσανατολίζονταν. Ήταν χαρακτηριστικό ότι η σύζυγος ήταν προκατειλημμένη υπέρ της οικογένειάς της και έτρεφε εχθρικά αισθήματα για την οικογένεια του άντρα της, ο οποίος πάλι ήταν αφοσιωμένος στην οικογένειά του και απέρριπτε τη δική της» (σελ. 199-201).

Ο αποδιοπομπαίος τράγος μέσα στην οικογένεια δέχεται όλες τις εντάσεις και διατηρεί ισορροπίες μέσα στην οικογένεια. Η οικογένεια συνήθως επιλέγει για αποδιοπομπαίο τράγο το παιδί εκείνο που φέρει τα περισσότερα κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα που επιδρούν σε μια οικογένεια. Το παιδί ως πιο αδύναμο από τους δύο γονείς αποτελεί το κατάλληλο πρόσωπο που θα δεχτεί τις εντάσεις και τις συγκρούσεις που υπάρχουν μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Σε κάποιες περιπτώσεις το πιο διαταραγμένο παιδί έχει τη θέση του αποδιοπομπαίου τράγου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το παιδί που ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδιά, για παράδειγμα το πιο έξυπνο και ώριμο παιδί, μπορεί να έχει αυτή τη θέση. Όποιο παιδί και αν επιλεγεί για αυτή τη θέση φορτώνεται όλα τα προβλήματα της οικογένειας, με αποτέλεσμα να γίνεται ψυχικά και συναισθηματικά διαταραγμένο. Κάνοντας το παιδί αποδιοπομπαίο τράγο, οι γονείς μπορούν να ανταποκριθούν στις κοινωνικές υποχρεώσεις τους, καθώς χρησιμοποιούν το παιδί για να εκτονώσουν τη σύγχυση και τις εντάσεις.

 

Πηγή:

Vogel & Bell. (1978). Στο βιβλίο «Σχιζοφρένεια και οικογένεια». Γράμματα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Πόσοι έρωτες υπάρχουν;

Σύμφωνα με τους Hendrick και Hendrick, υπάρχουν έξι είδη έρωτα, που είναι τα εξής:


 

Έρωτας πάθους: ο έρωτας αποτελεί μια συναισθηματική εμπειρία που απορροφά το άτομο πλήρως. Γεννιέται έρωτας με την πρώτη ματιά, ενώ ο σωματικός έρωτας –σεξ- είναι απαραίτητος.

Φιλία ή συντροφικός έρωτας: ο έρωτας αποτελεί μια άνετη οικειότητα που σταδιακά αναπτύσσεται μέσα από τη συντροφικότητα, την αμοιβαία δοτικότητα και την αυτοαποκάλυψη. Ένας εραστής που είναι ταυτόχρονα και ο καλύτερος φίλος είναι αβρός, θερμός και συντροφικός.

Παιγνιώδης έρωτας: το άτομο παίζει με τον έρωτα όπως παίζουν τένις ή σκάκι. Στόχος είναι να απολαύσει το ‘παιχνίδι του έρωτα’ και να το κερδίσει. Καμία σχέση δεν διαρκεί για πολύ, και συνήθως τερματίζεται όταν ο σύντροφος γίνει βαρετός ή υπερβολικά σοβαρός.

Κτητικός έρωτας: ο κτητικός εραστής είναι συναισθηματικά έντονος, ζηλόφθονος, εμμονικός με το αντικείμενο του έρωτά του. Είναι πολύ εξαρτημένος από το αντικείμενο του έρωτά του και για αυτό φοβάται την απόρριψη.

Πραγματιστικός έρωτας: αφορά την ‘αναζήτηση ενός κατάλληλου συντρόφου στην ερωτική αγορά’ και το μόνο που ζητά είναι να λειτουργεί καλά η σχέση, οι δύο σύντροφοι να είναι συμβατοί και να ικανοποιούν ο ένας τις βασικές ανάγκες του άλλου. Ο πραγματιστικός εραστής αποζητά ικανοποίηση παρά διέγερση.

Έρωτας αυτοαπάρνησης ή αλλιώς αλτρουιστικός έρωτας: αυτό το ύφος έρωτα προσφέρει άνευ όρων ενδιαφέρον και φροντίδα, δοτικότητα και συγχώρεση. Ο έρωτας σημαίνει καθήκον να δίνει κανείς στο αγαπημένο πρόσωπο χωρίς προσμονή ανταπόδοσης.

 

Πηγή:

Hogg & Vaughan. (2010). Κοινωνική Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.