Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Εγκλωβισμένοι στον φόβο



Πόσο απελευθερωμένοι μπορούμε να ζήσουμε από τον φόβο μέσα σε μια κοινωνία που βιώνει πολλαπλές και διαρκείς κρίσεις;

Πόσο αλληλένδετες είναι οι κοινωνικές συνθήκες με τις ψυχολογικές καταστάσεις;

Πόσο συνδέεται η διάλυση των ανθρώπινων δεσμών και η εξαφάνιση των αξιών με τη διάλυση της κοινωνίας;

Ζούμε μέσα σε μια κοινωνία που η κρίση της οικογένειας, της ανθρωπιάς και όλων των αξιών ξεκίνησε πολύ πριν αρχίσει να μας απασχολεί η οικονομική κρίση. Ωστόσο, τώρα αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε: που πήγε ο σεβασμός και η ανθρωπιά, που χάθηκαν οι σχέσεις και η επικοινωνία; Τώρα ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι δεν σεβόμαστε τίποτα και κανέναν; Η οικονομική κρίση μπορεί να εντείνει τα προβλήματα και να βγάζει πιο έντονα τον πραγματικό μας εαυτό, ωστόσο, δεν γίναμε ξαφνικά άνθρωποι χωρίς ευγένεια και ανθρωπιά. Ο σεβασμός, η ευγένεια, η ειλικρίνεια, το πραγματικό και ουσιαστικό ενδιαφέρον, όλες οι αξίες και ότι ο καθένας μας ονομάζει ηθική είναι στοιχεία που θα πρέπει να αναζητήσουμε στο μακρινό μας παρελθόν, αν τα είχαμε και πόσο τα είχαμε. 


Η κρίση της κοινωνίας εντείνει την ανάδυση των αρνητικών και πιο σκοτεινών πλευρών του εαυτού μας, τις οποίες όμως για χρόνια καλλιεργούσαμε και επιμελώς τρέφαμε… χωρίς να προβληματιζόμαστε και χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Φτάνοντας, λοιπόν, στη σημερινή κατάσταση, όπου ο καθένας βιώνει ατομικούς και κοινωνικούς φόβους, χωρίς όμως να τους ομολογεί ή να τους συζητά, έχουμε καταλήξει να είμαστε πιο απομακρυσμένοι και αποξενωμένοι από ποτέ.  Σύμφωνα με τον Μπάουμαν, ο φόβος πηγάζει από την αβεβαιότητα, την άγνοιά μας για την απειλή και για αυτά που πρέπει να κάνουμε. Η αβεβαιότητα και το άγνωστο, η αίσθηση της ανασφάλειας και η έλλειψη σταθερότητας αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής κοινωνίας. 


Οι τρέχουσες κοινωνικές συνθήκες χαρακτηρίζονται από έναν διάχυτο και απροσδιόριστο φόβο, που μας εγκλωβίζει μέσα σε ένα «καταφύγιο», από το οποίο δεν μπορούμε να βγούμε ώστε να ζήσουμε. Κάθε φορά που εγκαταλείπουμε την ψευδαίσθηση του καταφυγίου και βρισκόμαστε μέσα στην πραγματική ζωή νιώθουμε ότι κινδυνεύουμε από παντού, νιώθουμε τον φόβο να μας καταδιώκει, όλοι οι άνθρωποι γύρω μας είναι μια πιθανή απειλή. Όμως, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον φόβο που μας κατακλύζει, γιατί υπάρχει παντού γύρω μας και ταυτόχρονα δεν μπορούμε να τον προσδιορίσουμε, δεν μπορούμε να τον εντοπίσουμε και να τον αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά. Παραμένουμε, λοιπόν, εγκλωβισμένοι σε ένα διάχυτο, υπαρκτό- ανύπαρκτο φόβο, που μας υπενθυμίζει διαρκώς πως κινδυνεύουμε για αυτό καλύτερα ας μη ζούμε, ας υπάρχουμε προσπαθώντας να προφυλάξουμε τους εαυτούς μας από αυτό τον φόβο, που διαρκώς είναι εδώ… 

Και όσο εμείς είμαστε απασχολημένοι με τον φόβο μας, δεν μπορούμε να αφιερώσουμε καθόλου χρόνο και ενέργεια στους συνανθρώπους μας, στις σχέσεις μας, στην κοινωνία γύρω μας. Καταλήγουμε παρατηρητές της ζωής μας, της κοινωνίας της οποίας είμαστε μέρος της, αλλά και του ίδιου του φόβου, που δεν αντέχουμε ούτε να αντικρίσουμε, αν υπάρχει και αν μπορούμε να τον εντοπίσουμε…


Όσο πιο πολύ απασχολούμαι τον εαυτό μας με τον φόβο, τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από τους άλλους και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Εγκλωβιζόμαστε στον φόβο και τελικά καταλήγουμε να ταυτιστούμε με αυτόν τον φόβο, που είναι το μόνο που έχουμε, το μόνο που μας καθορίζει και το μόνο που μπορεί να μας περιγράψει. Είμαστε ο φόβος μας και ζούμε μόνο για τον φόβο μας… εγκλωβισμένοι μέσα σε έναν φαύλο κύκλο, που δεν οδηγεί πουθενά.
 
«Φόβος είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας μπροστά στους κινδύνους που χαρακτηρίζουν τη ρευστή μοντέρνα εποχή μας, στην άγνοιά μας σχετικά με τη φύση της απειλής και στην ανικανότητά μας να καθορίσουμε τι μπορεί και τι δεν μπορεί να γίνει για την αντιμετώπισή της».

Μπάουμαν, Ζίγκμουντ. (2007). Ρευστός φόβος. Εκδόσεις Πολύτροπον.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

«Δεν είμαστε γεννημένοι εγωιστές»




«Δεν είμαστε γεννημένοι εγωιστές, είμαστε σχεδιασμένοι για ενσυναίσθηση. Η έμφυτη τάση μας είναι να νιώθουμε τους άλλους και να τους συμπονούμε» (Sue Johnson)

Σύμφωνα με την Sue Johnson «είμαστε εκ φύσεως ενσυναισθητικό είδος». Ως σκέψη φαίνεται πολύ αισιόδοξη και ενθαρρυντική για το παρόν και το μέλλον των σχέσεων. Πόσο όμως το θυμόμαστε αυτό και πόσο κοντά στη φύση βρισκόμαστε ώστε να μπορέσουμε να έρθουμε σε επαφή με τα βαθύτερα φυσικά χαρακτηριστικά μας;

«Μπορεί να παρακάμπτουμε ή να αρνούμαστε αυτό το μέρος της φύσης μας, αλλά είμαστε προγραμματισμένοι για να φροντίζουμε τους άλλους. Δεν έχουμε γεννηθεί ανάλγητοι και ανταγωνιστικοί, αφοσιωμένοι στην επιβίωσή μας σε βάρος των άλλων».


Η συγκεκριμένη συγγραφέας, καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας, υποστηρίζει ότι «έχουμε επιβιώσει με τη φροντίδα και τη συνεργασία», τα οποία θεωρεί απαραίτητα στοιχεία για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. «Ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος να διαβάζει το πρόσωπο των άλλων και να συντονίζεται με αυτό που βλέπει εκεί. Αυτή η συναισθηματική ανταπόκριση και η ικανότητα για συνεργασία μας έχουν επιτρέψει να γίνουμε το κυρίαρχο ζώο στον πλανήτη, όχι μόνο ο μεγάλος σκεπτόμενος εγκέφαλός μας. Όσο πιο ασφαλώς συνδεόμαστε με αυτούς που αγαπάμε τόσο περισσότερο συντονιζόμαστε και ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες των άλλων σαν να ήταν δικές μας. Οι ηθικές αποφάσεις και οι αλτρουιστικές πράξεις πηγάζουν με φυσικό τρόπο από τη συναισθηματική σύνδεσή μας με τους άλλους».


«Οι δεσμοί αγάπης είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας και ο μεγαλύτερος πόρος μας. Είναι η κυριότερη πηγή δύναμης και χαράς. Η αναζήτηση και η προσφορά υποστήριξης είναι τόσο ζωτικές για τα ανθρώπινα πλάσματα, που ο άνθρωπος θα έπρεπε να αποκαλείται όχι αυτός που γνωρίζει (homo sapiens), αλλά αυτός που βοηθάει και που δέχεται βοήθεια ή αυτός που συνδέεται».

Επομένως, ο άνθρωπος είναι ένα ον με ενσυναίσθηση και ανάγκη για έκφραση συναισθημάτων. Έχει ανάγκη να σχετίζεται με τους άλλους γύρω του και να αλληλεπιδρά, να έρχεται σε επαφή με τους άλλους και με τον εαυτό, με τα συναισθήματα και με τα βιώματα.


Sue Johnson. (2016). Το νόημα του έρωτα. Αθήνα: Gutenberg.

Όνειρα με την αμηχανία λόγω γύμνιας



Όταν ονειρεύεται κανείς ότι είναι γυμνός ή μισοντυμένος μπροστά σε ξένους, υπάρχει και το συμπλήρωμα ότι δεν αισθάνθηκε ντροπή για αυτό. Το όνειρο της γύμνιας όμως αξίζει το ενδιαφέρον μας, μόνο αν ο ονειρευόμενος αισθάνεται ντροπή και αμηχανία, θέλει να τραπεί σε φυγή ή να κρυφθεί, ενώ υπόκειται σε μια ιδιάζουσα αναστολή, ότι δεν μπορεί να ξεκολλήσει και ότι νιώθει ανίκανος να αλλάξει την οδυνηρή κατάσταση. Μόνο σε αυτόν τον συνδυασμό ανήκει το όνειρο στον τύπο του χαρακτηριστικού ονείρου, ο πυρήνας του περιεχομένου του μπορεί κατά τα άλλα να σχετίζεται με οτιδήποτε άλλο ή να περιέχει ατομικά συμπληρώματα. Ουσιαστικά πρόκειται για την οδυνηρή αίσθηση της αιδούς, ότι θα ήθελε κανείς, συνήθως μέσω μιας μετακίνησης, να κρύψει τη γύμνια του, αλλά δεν το καταφέρνει. 

Συνήθως το είδος της γύμνιας δεν είναι πολύ σαφές. Ακούει κανείς λόγου χάρη να διηγούνται πως φορούσα μια φανέλα, αλλά αυτό σπάνια αποτελεί σαφή εικόνα, τις πιο πολλές φορές η ελλειμματική αμφίεση είναι τόσο αόριστη, ώστε αποδίδεται εναλλακτικά στη διήγηση: «Φορούσα φανέλα ή μεσοφόρι». Κατά κανόνα το λειψό ντύσιμο δεν είναι τέτοιο, ώστε να δικαιολογείται η ντροπή που αισθάνθηκε ο ονειρευόμενος. Στα μάτια όσων φόρεσαν στρατιωτική στολή η γύμνια σημαίνει συχνά μια περιβολή που αντιβαίνει στις προδιαγραφές. 


Οι άνθρωποι μπροστά στους οποίους ο ονειρευόμενος ντρέπεται είναι σχεδόν πάντοτε ξένοι με πρόσωπα που μένουν ακαθόριστα. Στο χαρακτηριστικό όνειρο δεν τον προσβάλλουν ποτέ για την ενδυμασία του, που φέρνει και τον ίδιο σε αμηχανία, ούτε του κάνουν έστω παρατηρήσεις. Αντίθετα, οι άνθρωποι παίρνουν μια έκφραση αδιαφορίας ή, όπως είχα την ευκαιρία να δω σε ένα ιδιαίτερα ευκρινές όνειρο, άκαμπτης τυπικότητας. Αυτό πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις.

Η αιδώς και η αμηχανία του ονειρευόμενου μαζί με την αδιαφορία των ανθρώπων αποτελούν αντίφαση, κάτι που συμβαίνει συχνά στο όνειρο. Στο συναίσθημα του ονειρευόμενου θα ταίριαζε μόνο το απορημένο βλέμμα των ξένων, η κοροϊδία ή , η αγανάκτησή τους. Νομίζω όμως πως αυτό το σκανδαλιστικό χαρακτηριστικό έχει παραμερισθεί από την εκπλήρωση μιας επιθυμίας, ενώ το άλλο στοιχείο, αναχαιτισμένο από κάποια δύναμη, έμεινε ακίνητο κι έτσι τα δύο μέρη δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Έχουμε μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία ότι το όνειρο, στην εν μέρει παραποιημένη του μορφή λόγω της εκπλήρωσης μιας επιθυμίας, δεν έχει κατανοηθεί σωστά. Αποτέλεσε τη βάση ενός παραμυθιού, που είναι σε όλους γνωστό στην εκδοχή του Άντερσεν («Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα»). Στο παραμύθι του Άντερσεν είναι δύο απατεώνες που υφαίνουν μια πολύτιμη ενδυμασία για τον αυτοκράτορα, η οποία όμως θα είναι ορατή μόνο στους καλούς και πιστούς. Ο αυτοκράτορας φοράει αυτό το ένδυμα και βγαίνει. Όλοι οι άνθρωποι, τρομαγμένοι από τη συγγενική με τη λυδία λίθο δύναμη του υφάσματος, κάνουν πως δεν προσέχουν τη γύμνια του αυτοκράτορα.


Αυτή όμως είναι η περίπτωση του ονείρου μας. Δεν είναι και πολύ τολμηρό να υποθέσουμε ότι το ακατανόητο περιεχόμενο του ονείρου έδωσε ένα έναυσμα για να εφευρεθεί μια διατύπωση, στην οποία η αμνημόνευτη κατάσταση αποκτά νόημα. Η ίδια έχει χάσει την αρχική της σημασία και τέθηκε στην υπηρεσία αλλότριων σκοπών. Θα δούμε όμως ότι μια τέτοια παρανόηση του ονειρικού περιεχόμενου από τη συνειδητή νοητική δραστηριότητα ενός δευτέρου ψυχικού συστήματος είναι συχνό φαινόμενο και πρέπει να αναγνωρισθεί ως ένας παράγων της οριστικής διαμόρφωσης του ονείρου, επιπλέον ότι κατά τη διαμόρφωση έμμονων ιδεών και φοβιών παίζουν κύριο ρόλο παρόμοιες παρανοήσεις- αυτό συμβαίνει και μέσα στην ίδια ψυχική προσωπικότητα. Μπορούμε και για το δικό μας όνειρο να πούμε από πού λαμβάνεται το υλικό για τη διαφορετική ερμηνεία. Απατεώνας είναι το όνειρο, αυτοκράτορας ο ίδιος ο ονειρευόμενος, και η τάση ηθικολογίας προδίδει μια θολή γνώση του γεγονός ότι το λανθάνον περιεχόμενο του ονείρου είναι ανεπίτρεπτες επιθυμίες που έχουν θυσιασθεί στην απώθηση. Το πλαίσιο, στο οποίο τέτοια όνειρα εμφανίζονται σε νευρωτικούς κατά τη διάρκεια της ανάλυσής τους, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι το όνειρο έχει στη βάση του μια ανάμνηση από την πρώιμη παιδική ηλικία. Μόνο στα παιδικά μας χρόνια συνέβαινε να μας βλέπουν μισόγυμνους οι δικοί μας, αλλά και διάφοροι ξένοι, παιδαγωγοί, υπηρέτριες, επισκέπτες και εμείς δεν ντρεπόμασταν τότε για τη γυμνότητά μας. Σε πολλά παιδιά, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι το ξεγύμνωμα τα ενθουσιάζει, αντί να τα κάνει να αισθάνονται ντροπή. Γελούν, χοροπηδούν, χτυπιούνται, ενώ η μητέρα ή όποιος τα βλέπει, τους κάνει παρατηρήσεις: Ντροπή, αυτά τα πράγματα δεν επιτρέπονται. Συχνά τα παιδιά έχουν μια τάση επίδειξης των γεννητικών οργάνων, δύσκολα περνάει κανείς από ένα χωριό σε μέρη μας, χωρίς να συναντήσει ένα παιδάκι δύο ή τριών ετών που σηκώνει το φανελάκι του μπροστά στον ξένο, ίσως για να τον τιμήσει. Ένας ασθενής μου διατήρησε στη συνειδητή μνήμη του μια σκηνή από το όγδοο έτος της ηλικίας του, όπου, προτού πέσει να κοιμηθεί και φορώντας μόνο ένα εσώρουχο, τρέχει χορευτά προς τη μικρή αδελφή του στο διπλανό δωμάτιο, ενώ η υπηρέτρια τον εμποδίζει. Στην παιδική φάση της βιογραφίας των νευρωτικών το ξεγύμνωμα μπροστά σε παιδιά του άλλου φύλου παίζει μεγάλο ρόλο, η αυταπάτη του παρανοϊκού ότι κατά το γδύσιμο και το ντύσιμο τον παρατηρούν ανάγεται σε αυτά τα βιώματα, ανάμεσα στους πάγια διεστραμμένους υπάρχει μια κατηγορία, όπου αυτή η παιδική παρόρμηση έχει λάβει τον χαρακτήρα συμπτώματος, πρόκειται για τους επιδειξιμανείς. 

Αυτή η χωρίς αιδώ παιδική ηλικία μας φαίνεται αναδρομικά σαν παράδεισος, και ο ίδιος ο παράδεισος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μαζική φαντασίωση του ατόμου για την παιδική ηλικία. Για αυτό και στον παράδεισο οι άνθρωποι είναι γυμνοί και δεν ντρέπονται ο ένας τον άλλο, ώσπου έρχεται μια στιγμή όπου αφυπνίζονται η αιδώς και το άγχος, γίνεται η έξωση και αρχίζει η σεξουαλική ζωή και η πολιτιστική εργασία. Σε αυτόν τον παράδεισο μπορεί λοιπόν να μας μεταφέρει κάθε βράδυ το όνειρο, εκφράσαμε ήδη την υπόθεση ότι οι εντυπώσεις των πρώτων παιδικών χρόνων αυτές καθαυτές, άσχετα ίσως από το περιεχόμενό τους, αποζητούν την αναπαραγωγή τους, ότι η επανάληψή τους είναι μια εκπλήρωση επιθυμίας. Τα όνειρα της γυμνότητας είναι δηλαδή όνειρα επιδειξιμανίας.
Τον πυρήνα του ονείρου επιδειξιμανίας αποτελούν η μορφή του ίδιου του ονειρευόμενου, που δεν αντιστοιχεί στην παιδική, αλλά στην επίκαιρη διάπλασή της, και η ελλειμματική αμφίεση, η οποία, επικαλυπτόμενη από τόσες μεταγενέστερες αναμνήσεις ατημέλειας ή εξαιτίας της λογοκρισίας, αποβαίνει ασαφής, εδώ πρέπει να προστεθούν και τα άτομα μπροστά στα οποία ο ονειρευόμενος ντρέπεται. Δεν γνωρίζω κανένα παράδειγμα όπου οι πραγματικοί θεατές των παιδικών επιδείξεων εμφανίζονται πάλι στο όνειρο. Το όνειρο δηλαδή δεν είναι ποτέ απλή ανάμνηση. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα άτομα με τα οποία σχετιζόταν το σεξουαλικό μας ενδιαφέρον στην παιδική ηλικία ποτέ δεν επανεμφανίζονται στις αναπαραγωγές του ονείρου, της υστερίας και της ψυχαναγκαστικής νεύρωσης, μόνο η παράνοια ξανατοποθετεί τους παλαιούς θεατές και, μολονότι αυτοί παραμένουν αόρατοι, συμπεραίνει την παρουσία τους με φανατική πεποίθηση. Αυτοί που στο όνειρο παίρνουν τη θέση τους, οι πολλοί ξένοι άνθρωποι που δεν νοιάζονται για το προσφερόμενο θέματα, αποτελούν ακριβώς την επιθυμητή αντίθεση προς εκείνο το μεμονωμένο, γνώριμο άτομο, στο οποίο είχε προσφερθεί το θέαμα της γύμνωσης. Στα όνειρα άλλωστε οι πολλοί ξένοι άνθρωποι παρουσιάζονται σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο αναφοράς, ως επιθυμητή αντίθεση σημαίνουν πάντοτε το μυστικό. Βλέπουμε ότι και η αποκατάσταση της παλαιάς τάξης πραγμάτων, που γίνεται στην παράνοια, ανταποκρίνεται σε αυτή την αντίθεση. Δεν είναι κανείς μόνος, είναι βέβαιο ότι τον παρακολουθούν, αλλά οι παρατηρητές είναι πολλοί, ξένοι, κατά περίεργο τρόπο ακαθόριστοι άνθρωποι.

Στο όνειρο της γυμνότητας τίθεται επίσης το ζήτημα της απώθησης. Η αίσθηση της ντροπής είναι η αντίδραση του δεύτερου ψυχικού συστήματος στο γεγονός ότι το περιεχόμενο της σκηνής της επίδειξης, που είχε υποβληθεί σε απώθηση, εντούτοις έρχεται στο προσκήνιο. Προς αποφυγή αυτής της οδυνηρής αίσθησης δεν θα έπρεπε να είχε αναζωογονηθεί αυτή η σκηνή.


Απόσπασμα από το βιβλίο:
Φρόυντ. (2013). Η ερμηνεία των ονείρων. Αθήνα: Επίκουρος, σελ. 221-226.    

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Αν μ’ αγαπούσες…



Πολλές φορές μου περνά αστραπιαία από το μυαλό πως θα ήταν τα πράγματα αν μ’ αγαπούσες… πόσο διαφορετικός θα μου φαινόταν ο κόσμος γύρω μου και πόση αγαλλίαση θα ένιωθα στην ψυχή μου…; 

Μόνο αστραπιαία αντέχω να το σκεφτώ, γιατί δεν θέλω να συνειδητοποιήσω ότι δεν υπάρχει αυτή η αγάπη, ότι είναι απλά μια πλάνη του μυαλού μου και τίποτα άλλο… Ήταν η δική μου επιθυμία, να μ’ αγαπάς, να θέλεις να μ’ αγαπάς και να μ’ αφήσεις να σ’ αγαπώ κι εγώ… Όμως, τίποτα δεν υπάρχει από αυτή την αγάπη και δεν ξέρω ούτε αν υπήρξε ποτέ. Το μόνο που τώρα μου απομένει είναι να σκεφτώ έστω για λιγάκι: αν μ’ αγαπούσες… 

Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει αυτό το όνειρο, αυτή τη νοσταλγική και μακρινή αίσθηση της αγάπης που κάποτε ένιωσα και το μόνο που απέμεινε στο παρόν είναι: πώς θα ήταν το παρόν αν υπήρχε ακόμη η αγάπη σου; 

Μπορώ ακόμη και τώρα να σκεφθώ, να αισθανθώ και να ονειρευτώ: πώς θα ήταν όλα, αν μ’ αγαπούσες…;

Αν μ’ αγαπούσες… όλα θα ήταν τόσο διαφορετικά. Κι εγώ θα ήμουν τελείως διαφορετική, πιο ανοιχτή, πιο χαλαρή, πιο δεκτική… πιο αισιόδοξη και πιο ονειροπόλα. 

Αν μ’ αγαπούσες… ο κόσμος όλος θα ήταν πιο όμορφος, πιο υποφερτός, πιο μαγικός… και όλα όσα ζούσα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο θα ήταν μοναδικά και ξεχωριστά… 

Αν μ’ αγαπούσες… και μ’ άφηνες να σ’ αγαπώ κι εγώ, τώρα η ζωή θα είχε πάρει μια διαφορετική πορεία…


Αν, θα, τότε… πόσο απόμακρα και ιδανικά είναι όλα αυτά, πόσο μακρινά φαντάζουν πια. Αν ήταν να μ’ αγαπήσεις και να μπορώ κι εγώ να σου εκφράσω την αγάπη μου θα είχε γίνει, τώρα… τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία. Η αγάπη μπορεί να είναι παντοτινή, μοναδική, διαφορετική, ζεστή και απαραίτητη, όμως, δεν την αφήσαμε να ανθίσει, να εξελιχθεί. Αν μ’ αγαπούσες και αν κι εγώ σ’ αγαπούσα θα ήμασταν μαζί. Όλα αυτά στο παρελθόν, τότε… που ζούσα με υποθέσεις, με εικασίες, αναμένοντας, τότε… που πίστευα ότι αξίζει να περιμένεις, να δίνεις ευκαιρίες, να προσδοκάς, να ονειρεύεσαι. Όλα αυτά είναι παρελθόν και η αγάπη που δεν εξελίχθηκε κι αυτή παρελθόν είναι και στο παρόν μένει μόνο ένα γιατί; Γιατί δεν μ’ αγάπησες; Γιατί δεν έγιναν όλα διαφορετικά; Γιατί δεν ήσουν αυτό που ονειρεύτηκα; Γιατί τα λόγια δεν έγιναν πράξεις; Γιατί;

Δεν μπορείς να ζεις παντοτινά με τα γιατί, ούτε με τις ελπίδες για κάτι ανύπαρκτο… Δεν αρκούν τα λόγια για να το φανταστείς, για να επενδύσεις, για να ζήσεις…

Αν μ’ αγαπούσες όλα αυτά θα ήταν αληθινά, τώρα, όμως δεν υπάρχει τίποτα…

Και η ζωή συνεχίζεται… κι εγώ συνεχίζω χωρίς να αναρωτιέμαι «πώς θα ήταν ο κόσμος αν μ’ αγαπούσες;». Βυθίστηκαν όλες αυτές οι σκέψεις σε μια παντοτινή σιωπή… ούτε προς τον εαυτό μου δεν τολμώ να ρωτήσω: πώς θα ήταν η ζωή μου, πώς θα ήμουν εγώ αν μ’ αγαπούσες κι αν μπορούσα κι εγώ να σου δείξω όλα όσα νιώθω;

Τι νόημα έχει να δομείς το παρόν πάνω σε τόσο αβέβαιες βάσεις, σε ανύπαρκτα συναισθήματα που καλλιεργήθηκαν στη φαντασία και τράφηκαν από την ανάγκη που είχα να μ’ αγαπάς και από την ανάγκη που είχα κι εγώ να σ’ αγαπώ; Τι νόημα έχει να κάνω υποθέσεις για κάτι που αξίζει μόνο να το ζήσεις απλά, ειλικρινά και αληθινά;