Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Καλύτερα με ψευδαισθήσεις;



Καλύτερα να ζω σε μια ψευδαίσθηση (όπως εγώ έφτιαξα τα πράγματα μέσα στο κεφάλι μου) παρά σε μια πραγματικότητα που νιώθω ότι δεν μπορώ να αντέξω, παρά με την αλήθεια που νιώθω ότι θα με διαλύσει.

Άσε με, λοιπόν, στη δικιά μου αλήθεια για αυτόν τον κόσμο.

Πόσο απέχει όμως αυτή η αλήθεια από την «πραγματικότητα» αυτού του κόσμου; Πόσο μακριά βρίσκεσαι από αυτό τον κόσμο και πόσο βοηθητικό είναι να δίνεις όλη σου την ενέργεια και τις δυνάμεις για να καλλιεργείς τις ψευδαισθήσεις; 

Μια ζωή έχεις επιλέξει να φτιάξεις έναν κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις και κάθε φορά που δεν επιβεβαιώνονται αυτές οι ψευδαισθήσεις νιώθεις να διαλύεσαι, να ταράζεσαι ολόκληρος και ολοκληρωτικά. 


Κανείς δεν πρόκειται να σε αποτρέψει από αυτές τις ψευδαισθήσεις, όμως, είναι σημαντικό να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να στηριχτείς σε μια ανύπαρκτη υπόσταση αυτού του κόσμου. 
Γιατί πολύ συχνά θα καταλήγεις να απογοητεύεσαι… και να χάνεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. 

Είναι επιλογή σου να ζεις με ψευδαισθήσεις, γιατί ίσως σου είναι τελείως αβάσταχτο να μπορέσεις να αντικρίσεις την αλήθεια της σκληρότητας και του κυνισμού που διακρίνει τη ζωή. 

Από σένα εξαρτάται πόσο ρεαλιστική προσέγγιση θα επιλέξεις να υιοθετήσεις ώστε να αποκτήσεις μια πιο ισορροπημένη κατάσταση ανάμεσα σε σένα και στον κόσμο γύρω σου…

Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.
(Miller, 2010, σελ. 25- Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας)

Κι αν με βαρεθεί;



Όταν η ερωτική έλξη εξελίσσεται σε μια ειδυλλιακά αρμονική σχέση, δηλ. ‘‘μετουσιώνει’’, όπως θα έλεγε ο Σίγκμουντ Φρόιντ, το πάθος και τον αισθησιασμό με την τρυφερότητα και την ψυχική ανάταση, τη σεξουαλική ικανοποίηση με τη συναισθηματική ολοκλήρωση… τότε ο έρωτας καθίσταται το συναρπαστικότερο κεφάλαιο της ζωής ενός ανθρώπου. 

Κι όμως, πολλά ζευγάρια αντί να αφεθούν στη θαλπωρή της σχέσης ώστε να χαρούν όλα αυτά τα όμορφα συναισθήματα που γεννούν τα σκιρτήματα του έρωτα, διακατέχονται από αγωνία και φόβο για το μέλλον της σχέσης τους. Η ερώτηση ‘‘κι αν με βαρεθεί;’’ προβάλλει αυθόρμητα κι επιτακτικά αρκετά συχνά και σαν σύννεφο πυκνό επισκιάζει την ευτυχία τους. Φαίνεται πως δεν αρκούν η συντροφικότητα, η οικειότητα, οι υποσχέσεις για μια από κοινού επένδυση στις επιθυμίες και στα όνειρά τους για το μέλλον. Ο πόθος, η σαγήνη, η διέγερση των αισθήσεων και η ευφορία σιγά σιγά παραγκωνίζονται και καταλαμβάνουν τη θέση τους η αγωνία, η ματαιοδοξία, η απογοήτευση, η απελπισία, η θλίψη, και πάνω από όλα ένας διάχυτος φόβος. 

Αυτός ο φόβος πλανάται διαρκώς επιφέροντας ένα ύπουλο ρήγμα. Θα μπορούσε να οφείλεται σε μια συναισθηματική αστάθεια που σαν αλυσιδωτές αντιδράσεις επιφέρει έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό, στον/στην σύντροφο και στην εξέλιξη της σχέσης. Προφανώς, αυτού του είδους η ανασφάλεια είναι πολύ συνηθισμένη και με τετριμμένες εκφράσεις που έχουν περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο διατρανώνει την παρουσία της. Αλήθεια, πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει σε συζητήσεις ζευγάρια να χρησιμοποιούν παρόμοιες φράσεις όπως: ‘‘στην αρχή είμασταν στα μέλια…’’, ‘‘τόσα χρόνια μαζί, τι περιμένεις;’’, ‘‘ο έρωτας κρατάει για λίγο…’’ κοκ. Όλες αυτές οι φράσεις καταδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη ανασφάλεια για το αν θα επέλθει με την πάροδο του χρόνου πλήξη και συναισθηματικός ή σεξουαλικός κορεσμός, δεν ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας αλλά αποτελεί μια σοβαρή πιθανότητα ή και απειλή. 

Το ζητούμενο είναι να απαντηθεί κατά πόσο μπορεί να προδικάσει κάποιος ή να προβλέψει με σιγουριά το τι θα συμβεί στο μέλλον. Πόσο λειτουργικό είναι άραγε το να ζει κανείς υπό συνθήκες φόβου ή ανασφάλειας και να αναλώνεται σε αρνητικά και καταστροφικά σενάρια, δηλητηριάζοντας σιγά σιγά τη σχέση προκαλώντας ασυνείδητα μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία; 


Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που αυτού του είδους η ανασφάλεια μπορεί να βλάψει μακροπρόθεσμα τις σχέσεις, είτε επειδή η αμφισβήτηση κουράζει ψυχικά το ίδιο το άτομο ή τον/την σύντροφό του/της, είτε επειδή ο φόβος για μια επικείμενη απόρριψη το οδηγεί στο να εγκαταλείψει τη σχέση προκειμένου να μην πονέσει ή να μην πληγωθεί. Γιατί όμως αυτός ο φόβος να αποτελεί επιλογή, τη στιγμή που συναντούμε τόσα ζευγάρια ηλικιωμένων πιασμένα χέρι χέρι όπως τον πρώτο καιρό να δηλώνουν ευθαρσώς ακόμη ερωτευμένοι; 


Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Ηλικιωμένοι και οικογένεια



Οι ηλικιωμένοι έχουν ανάγκη από αποδοχή και σεβασμό, από αγάπη και νοιάξιμο, από υπομονή καθώς δυσκολεύονται να κινηθούν, να θυμηθούν, να ακούσουν, να καταλάβουν ή να μάθουν, από κατανόηση και οικογενειακές στιγμές. Επηρεάζονται αρκετά από επικρίσεις και αρνητικά σχόλια, ενώ είναι επιρρεπείς στην απόρριψη και βιώνουν έντονο τον φόβο της εγκατάλειψης. Η φροντίδα, η αγάπη, η τρυφερότητα, η επικοινωνία, το ενδιαφέρον και η αλληλεπίδραση είναι στοιχεία που έχουν ανάγκη οι ηλικιωμένοι. Πέρασαν όλη τους τη ζωή καταβάλλοντας κόπο και έχοντας αγωνία για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και τώρα θέλουν να νιώσουν την αναγνώριση αυτής της προσφοράς. Δεν πρόκειται για μια σχέση ανταλλαγής, ούτε μια απαίτηση ή υποχρέωση, είναι μια ηθική ικανοποίηση και μια αίσθηση πληρότητας. Έχουν ανάγκη να βλέπουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, να μοιράζονται μαζί τους στιγμές και συναισθήματα, να περνούν χρόνο μαζί. 

Οι ηλικιωμένοι έχουν ανάγκη την οικογένειά τους, αλλά δεν θέλουν να αισθάνονται ότι είναι βάρος ή ότι είναι ανεπιθύμητοι στο οικογενειακό τους περιβάλλον, ότι είναι ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι ή με τους ανθρώπους που οι ίδιοι τους μεγάλωσαν. Μεγαλώνοντας οι ανασφάλειες είναι πιο έντονες και ο φόβος της μοναξιάς και της εγκατάλειψης διογκώνεται, με αποτέλεσμα οι ηλικιωμένοι, που ζουν αποξενωμένοι από την οικογένειά τους να νιώθουν παρατημένοι ή εγκαταλελειμμένοι.  


Κάποια από τα ενήλικα παιδιά, στην προσπάθειά τους να αφοσιωθούν στην οικογένεια που έφτιαξαν, μειώνουν σε μεγάλο βαθμό τις συναναστροφές με την πατρική τους οικογένεια. Συχνά, οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας και οι γρήγοροι ρυθμοί δεν αφήνουν το περιθώριο να ασχοληθούν με τους γονείς τους, ενώ κάποια παιδιά βλέπουν τη φροντίδα των γονιών τους ως υποχρέωση ή καθήκον, με αποτέλεσμα να εκφράζουν νεύρα και άγχος.
Σημαντικό ρόλο στη σχέση των ηλικιωμένων γονέων με τα ενήλικα παιδιά τους παίζει η παρελθοντική κατάσταση αυτής της σχέσης. 

Πώς ήταν αυτή η σχέση κατά το παρελθόν; Υπάρχουν περιπτώσεις γονέων και παιδιών που δεν κατάφεραν ποτέ να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, που δεν ένιωσαν ποτέ κοντά, που υπήρχαν επικρίσεις, συγκρούσεις και εντάσεις. Από τη μια μεριά, το ενήλικο παιδί μπορεί να νιώθει ότι ο γονιός του δεν ήταν ποτέ εκεί για το ίδιο, οπότε γιατί να επωμιστεί αυτό το βαρύ φορτίο και γιατί να ασχοληθεί μαζί του. Από την άλλη μεριά, ο γονιός μπορεί να απαιτεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, απαιτώντας την παροχή της φροντίδας από το παιδί. 

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ας δούμε τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης. Πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι επιθυμίες και οι προσδοκίες για αυτή τη σχέση και από τις δύο πλευρές; Πόσο ικανοποιημένες νιώθουν και οι δύο πλευρές για αυτή τη σχέση; Τι είδους αξίες έχουν περάσει οι γονείς στα παιδιά τους και τα πλέον ενήλικα παιδιά τι είδους συμπεριφορές έχουν δει από τους γονείς τους προς τους δικούς τους γονείς; 


Το ενήλικο παιδί μπορεί να θεωρεί ότι η απομάκρυνση θα το βοηθήσει ώστε να αντιμετωπίσει τα συναισθήματα που νιώθει. Από την άλλη μεριά, ο γονιός μπορεί να αντιδρά ή να εμμένει σε όσα ο ίδιος προσδοκούσε από αυτή τη σχέση. Ο θυμός, οι εγωισμοί, τα ανείπωτα λόγια και τα ανέκφραστα συναισθήματα, που μπορεί να υπάρχουν και από τις δύο πλευρές, αποτελούν ένα εμπόδιο για την εξέλιξη αυτής της σχέσης. Η εγκατάλειψη δεν βοηθάει να επιλύσουμε όσα μας έχουν πληγώσει σε αυτή τη σχέση, καθώς θα πρέπει να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε τα τραύματα ή τις αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος. Σε κάποιες περιπτώσεις, η εγκατάλειψη μπορεί να βιωθεί μόνο σε συναισθηματικό ή συμβολικό επίπεδο, και όχι σε πραγματικό επίπεδο. Ωστόσο, κι αυτή η εγκατάλειψη μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον ηλικιωμένο γονιό, που περιμένει ένα τηλέφωνο, μια βόλτα, λίγη επικοινωνία και κάποια ζεστά συναισθήματα.  

  


Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Το τέλος του ζευγαριού



Όταν το ζευγάρι σταματήσει να συμβιβάζεται και να προσαρμόζεται, αρχίζει να χρησιμοποιεί την οργισμένη καταπίεση ώστε να αλλάξει τον άλλο. Ο κύκλος της απελπισίας που ακολουθούν τα ζευγάρια με σκοπό την αλλαγή είναι ο εξής: «Να αλλάξεις». «Όχι εγώ, εσύ να αλλάξεις». Αυτή η επανάληψη του διαλόγου οδηγεί σε μια μόνιμη απελπισία, καθώς καταλαβαίνουν ότι είναι δύσκολο να καταφέρουν να αλλάξουν τον σύντροφό τους. Κατά την προσπάθεια αλλαγής του άλλου, αυτό που κατάφεραν ήταν να αλλάξουν στην πραγματικότητα και οι δύο, αλλά κρυφά και χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει ούτε οι ίδιοι. Στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του γάμου, οι δύο σύντροφοι έχουν αποκτήσει αυτεπίγνωση και αυτοπεποίθηση. Ωστόσο, ταυτόχρονα οι περιορισμοί του γάμου νιώθουν ότι τους παρεμποδίζουν ώστε να μπορέσουν να χαρούν την αυτεπίγνωσή τους. Θεωρούν ότι το τέλος του γάμου και η απαλλαγή από τον έγγαμο βίο θα τους οδηγήσει επιτέλους στην ενηλικίωσή τους και στην ανακάλυψη του εαυτούς τους.

«Ο σύντροφος, που θέλει να χωρίσει, διαλέχτηκε για να είναι η φωνή της ατομικότητας και της περιπέτειας και αυτός συνήθως φοβάται περισσότερο την απορρόφηση. Ο άλλος, που περισσότερο φοβάται την εγκατάλειψη, αντιπροσωπεύει τις συντηρητικές αρχές, που υποστηρίζουν τη σταθερότητα και τη συντροφικότητα» (σελ. 321).

«Το ζευγάρι πλάθει επίσης ασύνειδα και την κρατάει γερά ορισμένη δικαιολογία για τον χωρισμό, κάποιο ζήτημα, που γύρω του θα οργανωθεί και θα φουντώσει ο πόλεμος. Η διαδικασία του διαζυγίου δείχνει τη δίψα των συντρόφων να «ξαναγεννηθούν», να απαλλαγούν από το «οικογενειακό αίσθημα», που τους αρνιέται την ατομικότητά τους. Είναι τέλος πάντων αποφασισμένοι να γίνουν δύο χωριστά άτομα, όσο κι αν τους κοστίσει αυτό» (σελ. 321).


Το ζευγάρι που αποφασίζει να χωρίσει θα πρέπει να απελευθερωθεί και ψυχολογικά, να αφήσει ο ένας τον άλλο, μέσα από την κατάκτηση της αληθινής ατομικότητας. Η αληθινή ατομικότητα είναι απαραίτητη και για έναν καλό γάμο. «Ότι κι αν αποφασίσουν για τον γάμο τους, θα χρειαστεί να ξεμπλέξουν τις ολοκληρωτικά συνυφασμένες διεργασίες του στοχασμού τους. Τους χρειάζεται να δημιουργήσουν μέσα τους συναίσθηση γνήσιας αυτονομίας» (σελ. 322).

Όταν το ζευγάρι αποφασίζει να φτάσει στο διαζύγιο, η θλίψη είναι αναπόφευκτη. Αρχικά, θα πρέπει να ξεπεράσει τον πανικό που νιώθει απέναντι στο νέο, στην επερχόμενη μοναξιά και να αντιμετωπίσει τις αλλαγές στη ζωή. Ταυτόχρονα μπορεί να ταραχτούν και από την απαίτηση των παιδιών να συνεχίσουν να είναι μαζί. Αυτό μπορεί πραγματικά να ταράξει το ζευγάρι, καθώς καταλαβαίνει ότι είναι βαθιά και άρρηκτα δεμένο, με αποτέλεσμα η αναμενόμενη απελευθέρωση να μην είναι τόσο εύκολη. Η αίσθηση της αιχμαλωσίας ενδέχεται να είναι κάτι που τους ακολουθεί από την πατρική τους οικογένεια και τους κυνηγάει και μέσα στον συζυγικό βίο.


Νάπιερ & Χουίτεκερ. (1987). Οικογένεια μαζί όμως αλλιώτικα. Εκδόσεις Κέδρος.

Εκλογή συντρόφου, γάμος και διαζύγιο



«Η εκλογή συντρόφου θα είναι ασφαλώς η πιο αποφασιστική πράξη στη ζωή κάθε ανθρώπου. Όταν ένας άνδρας και μια γυναίκα αποφασίζουν να παντρευτούν, κάνουν κάτι περισσότερο από το να παίρνουν μια κοινή απόφαση: αφήνονται στο ρεύμα μιας διαπροσωπικής διεργασίας, που είναι ισχυρότερη από τον καθένα τους. Η εκλογή συντρόφου παρουσιάζει απίστευτη ‘ακρίβεια’ στον τρόπο με τον οποίο σμίγει τις ουσιαστικές δυνάμεις καθεμιάς από τις δύο ζωής –την προϊστορία τους, την παρούσα κατάστασή τους, τους πόθους τους για το μέλλον. Άσχετα  από τη χαρά ή τον πόνο, ο σκοπός της καθεμιάς από αυτές συνοψίζεται στην εκλογή του συντρόφου» (316-317).

Κάθε άτομο έχει ανάγκη στην εκλογή συντρόφου να διακρίνει κάτι οικείο και κάτι νέο. Η αναγνώριση του οικείου ανακινείται μέσα και στους δύο συντρόφους, όταν βρίσκονται μαζί και οδηγεί στην αμοιβαία έλξη. Η σχέση που δομούν τους βοηθά να αισθάνονται ασφαλείς. «Όσο πιο ικανοποιητική στάθηκε η εμπειρία από την ανάπτυξή του, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει κανείς να διαλέξει ένα σύντροφο, που θα του παρέχει κάποια αίσθηση συνέχειας αυτής της εμπειρίας. Καθένας, όποια κι αν στάθηκε η φύση αυτής της πρώιμης ζωής του στην οικογένεια, έχει βαθιά μέσα του ριζωμένη την ανάγκη να διατηρήσει την αίσθηση της ταυτότητας, που αναπτύχθηκε στα πρώτα του χρόνια. Υπάρχουν πάντοτε στενοί σύνδεσμοι ανάμεσα στην πατρική οικογένεια του ατόμου και στον νέο του σύντροφο» (σελ. 317). 


«Μα κι αν ακόμα υπήρξε ικανοποιητική η εμπειρία της ανάπτυξής μας, νιώθουμε όλοι κάπως δυσαρεστημένοι από τον εαυτό μας κι από την πατρική μας οικογένεια. Προσπαθούμε ασύνειδα να παντρευτούμε κάποιον, που θα προσθέσει στη ζωή μας νέα, προσωπικά χαρακτηριστικά, νέες εμπειρίες, νέους τρόπους συνάφειας. Σχηματίζοντας τη δική μας οικογένεια θέλουμε να λύσουμε μερικά προβλήματα που υπήρχαν στην οικογένεια, όπου μεγαλώσαμε. Αν στην πατρική μου οικογένεια δεν μπορούσαμε να καβγαδίσουμε απροκάλυπτα, εγώ θα θέλω να παντρευτώ κάποια, που οι δικοί της μπορούσαν να τσακώνονται. Αν είμαι δειλός εσωστρεφής, έχω πολλές πιθανότητες να παντρευτώ κάποια αγχώδη εξωστρεφή. Διαλέγοντας σύντροφο προσπαθούμε να φέρουμε στη ζωή μας νέες πληροφορίες για τη ζωή. Λαχταρούμε να πετύχουμε την ολοκλήρωσή μας –την ψυχολογική μας πληρότητα- και βλέπουμε τον γάμο σαν μέσο για την ικανοποίηση μέρους αυτού του πόθου.   


Γιατί μερικοί διαλέγουν συντρόφους που τους προκαλούν πανικό και που ενσαρκώνουν μάλιστα μερικούς από τους χειρότερους φόβους τους; Δώσαμε κιόλας μια απάντηση στο ερώτημα αυτό: η ανάγκη για κάποια αίσθηση ταυτότητας είναι τόσο ισχυρή, ώστε να παραμερίζονται ζητήματα πόνου ή χαράς. Το παιδί συχνά προσηλώνεται στον γονιό που το κακομεταχειρίζεται, αντί να καταφύγει σε ίδρυμα προστασίας ανηλίκων και μεγαλώνει για να κακομεταχειριστεί κι αυτό αργότερα τα δικά του παιδιά. Ο δρόμος που ξέρουμε είναι… ο δρόμος που ξέρουμε. 

Μερικοί γάμοι γίνονται με το εξαρχής ανομολόγητο και ασύνειδο σχέδιο για μελλοντικό διαζύγιο. Η πολλαπλή προέλευση του σχεδίου συνδέεται άμεσα με πολύπλοκα προβλήματα, που υπάρχουν στις δύο οικογένειες. Αν λάβει κανείς υπόψη του πόση αγωνία συνεπάγεται αυτή η διαδικασία, θα του φανεί παράξενο που δυο άτομα έρχονται σε μια συμφωνία με κρυφό σκοπό να τη διαλύσουν. Ίσως όμως να μην έβρισκαν άλλον τρόπο για να λύσουν κάποιο πρόβλημα» (σελ. 317-318).
«Τα ζευγάρια φτάνουν στην κρίση του διαζυγίου από διάφορους δρόμους, τόσο πολλούς και με τόσες περιστροφές, ώστε να μην μπορούμε να τους χαράξουμε εδώ. Άλλοι χωρίζουν σε έξι μήνες κι άλλοι σε σαράντα χρόνια, μα η μέση διάρκεια του γάμου, που τελειώνει με διαζύγιο, είναι εφτά με οχτώ χρόνια. Οι διαζευγμένοι αναφέρουν πολλά και διάφορα παράπονα» (σελ. 318).

«Στην αρχή του έγγαμου βίου τους, οι σύντροφοι συχνά αισθάνονται αρκετή ανασφάλεια και συγχωνεύουν τις ικανότητες και τις ανάγκες τους σε μια ενότητα με έντονη αμοιβαία εξάρτηση. Για ένα διάστημα η συμφωνία είναι αποδοτική. Αισθάνονται και οι δύο ασφάλεια και προστασία μ’ αυτή τη δήθεν ‘θεραπευτική’ συμφωνία τους» (σελ. 318).


«Όταν γεννιέται μέσα τους η συναίσθηση πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά, νιώθουν στην αρχή τις ανησυχίες τους σαν ένα στρίμωγμα, έναν ασφυκτικό περιορισμό εξαιτίας του γάμου. Για τη διατήρηση μιας έντονης εξάρτησης χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Οι δύο σύντροφοι, αφού δε διακινδυνεύουν να φτάσουν στην απόρριψη, αποφασίζουν ότι πρέπει να καταπνίξουν πολλά συναισθήματά τους, για να μη δυσαρεστήσουν τον άλλο. Για ένα διάστημα συμβιβάζονται αρκετά εύκολα σ’ ότι αφορά τις ανάγκες τους για να ευχαριστήσουν ο ένας τον άλλο. Ύστερα όμως από μερικά χρόνια γάμου, αρχίζουν να αισθάνονται τον συμβιβασμό αυτό σαν τεράστιο δίχτυ απαιτήσεων, που μέσα του νιώθουν κι οι δυο μικροί κι ασήμαντοι. Στην πραγματικότητα το δίχτυ των αξιώσεων, που νιώθουν ότι τους απορροφά, είναι η αμφίπλευρη εξάρτηση, μα εκείνο πιστεύουν ότι δεσμοφύλακας είναι ο Γάμος. Αργά ή γρήγορα αισθάνονται και εγκατάλειψη.    » (σελ. 318-319).

«Οι σοβαρές εντάσεις βοηθούν το ζευγάρι να αισθάνεται στενότερα τον δεσμό του. Μα για τον ίδιο λόγο νιώθει καθένας τους και μοναξιά, καθώς διαπιστώνει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά του να βοηθήσει τον άλλο. Αν έχουν κι οι δύο πρώιμο ιστορικό απορρόφησης ή εγκατάλειψης κι αν δεν πέρασαν στην πατρική τους οικογένεια την κατάλληλη διεργασία εξατομίκευσης, μπορεί οι συνηθισμένες στον γάμο εντάσεις να αφυπνίσουν μέσα τους λανθάνοντες τρόμους της παιδικής ηλικίας. Αρχίζουν να αισθάνονται τον γάμο τους σαν πιστό αντίγραφο της πατρικής τους οικογένειας και τότε κινδυνεύουν να τους ωθήσει αυτό σε μερικές από τις πιο ανησυχητικές εκδηλώσεις της επανόδου στην παιδική ηλικία. Πολλοί δέχονται να αντιμετωπίσουν την περίπτωση διαζυγίου μόνο και μόνο για να διαφυλάξουν κάτι εξαιρετικά σπουδαίο για αυτούς, όσο και εύθραυστο: την αίσθηση της ταυτότητας» (σελ. 320).

Τα ζευγάρια μπορούν να προσαρμοστούν σε ποικίλα ζητήματα, που αφορούν απορρόφηση και εγκατάλειψη. Όταν οι πιέσεις μέσα στον γάμο γίνονται πιο έντονες, οι δύο σύντροφοι βιώνουν τον φόβο της απορρόφησης ή νιώθουν απόρριψη και οι δύο ταυτόχρονα, καθώς ο ένας αναμένει τη βοήθεια του άλλου. Όσο πιο πολλοί αποκλίνουν οι φόβοι του ενός από τους φόβους του άλλου τόσο πιο δύσκολο είναι να νιώσουν αλληλοκατανόηση. Οι αμυντικοί μηχανισμοί του καθενός μεγεθύνουν τις διαστάσεις του προβλήματος που βιώνουν, ενώ καταλήγουν ο καθένας να μιλά μια διαφορετική γλώσσα και να αναρωτιέται αν ζει στον ίδιο κόσμο με τον άλλο.


Νάπιερ & Χουίτεκερ. (1987). Οικογένεια μαζί όμως αλλιώτικα. Εκδόσεις Κέδρος.