Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Η Θεωρία του Δεσμού και τομείς εφαρμογής

Η θεωρία του δεσμού (Attachment Theory), η οποία αναπτύχθηκε από τον John Bowlby, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα έμφυτο σύστημα προσκόλλησης που τους κινητοποιεί να αναζητούν προστασία, υποστήριξη και συναισθηματική εγγύτητα από σημαντικά πρόσωπα, ιδιαίτερα σε περιόδους κινδύνου, άγχους ή αβεβαιότητας. Οι πρώιμες σχέσεις του παιδιού με τους φροντιστές του διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της αίσθησης ασφάλειας και στη διαμόρφωση των προσδοκιών του για τον εαυτό του και τους άλλους. Τα πρόσωπα προσκόλλησης λειτουργούν ως «ασφαλές καταφύγιο», προσφέροντας προστασία και ανακούφιση σε στιγμές δυσφορίας, αλλά και ως «ασφαλής βάση», από την οποία το παιδί μπορεί να εξερευνά το περιβάλλον του, να αναπτύσσει την αυτονομία του και να δημιουργεί νέες εμπειρίες. Όταν οι φροντιστές ανταποκρίνονται με συνέπεια, ευαισθησία και διαθεσιμότητα στις ανάγκες του παιδιού, ενισχύεται η εμπιστοσύνη του στις σχέσεις και η ικανότητά του να διαχειρίζεται τις δυσκολίες. Αντίθετα, όταν η φροντίδα είναι απρόβλεπτη, απορριπτική ή συναισθηματικά μη διαθέσιμη, μπορεί να αναπτυχθούν ανασφαλή πρότυπα προσκόλλησης.


 Πηγή φωτογραφίας: https://ocpsychotherapycentre.com/attachment-theory/ 

 

Στη σύγχρονη μελέτη του δεσμού στην ενήλικη ζωή, ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο διαστάσεις της ανασφάλειας: το άγχος προσκόλλησης και η αποφυγή προσκόλλησης. Το άγχος προσκόλλησης συνδέεται με τον φόβο της απόρριψης ή της εγκατάλειψης, την αυξημένη ανάγκη για επιβεβαίωση και την έντονη ευαισθησία απέναντι σε ενδείξεις συναισθηματικής απομάκρυνσης. Τα άτομα με υψηλό άγχος προσκόλλησης μπορεί να αναζητούν επίμονα την εγγύτητα και τη διαβεβαίωση ότι είναι αγαπητά, ενώ ενδέχεται να ερμηνεύουν την απόσταση του άλλου ως ένδειξη επικείμενης απόρριψης. Αντίθετα, η αποφυγή προσκόλλησης σχετίζεται με τη δυσκολία εμπιστοσύνης, την αποφυγή συναισθηματικής οικειότητας και την τάση για υπερβολική αυτάρκεια. Τα άτομα αυτά μπορεί να δυσκολεύονται να εκφράσουν τις ανάγκες τους ή να ζητήσουν βοήθεια, ακόμη και όταν τη χρειάζονται. Οι δύο αυτές διαστάσεις δεν αποτελούν απόλυτες κατηγορίες, αλλά συνεχείς διαστάσεις που μπορούν να εκδηλώνονται με διαφορετική ένταση ανάλογα με το άτομο και τη σχέση. Αντίθετα, ο ασφαλής δεσμός χαρακτηρίζεται από την ικανότητα του ατόμου να εμπιστεύεται τους άλλους, να δημιουργεί στενές σχέσεις και ταυτόχρονα να διατηρεί την αυτονομία του.

Ο ασφαλής δεσμός συνδέεται με μια σειρά θετικών αναπτυξιακών και ψυχολογικών αποτελεσμάτων, καθώς ενισχύει την αυτοπεποίθηση, τη συναισθηματική ρύθμιση, την ανθεκτικότητα και την ικανότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προκλήσεων. Η αίσθηση ότι υπάρχει ένα διαθέσιμο και υποστηρικτικό πρόσωπο επιτρέπει στο άτομο να εξερευνά νέες δυνατότητες, να αναλαμβάνει δημιουργικά ρίσκα και να αντιμετωπίζει τις αποτυχίες χωρίς να αισθάνεται ότι απειλείται συνολικά η προσωπική του αξία. Παράλληλα, η εμπειρία σταθερών και υποστηρικτικών σχέσεων συμβάλλει στη διαμόρφωση θετικότερων προσδοκιών για τον εαυτό και τους άλλους. Οι προσδοκίες αυτές, που συχνά περιγράφονται ως εσωτερικά μοντέλα εργασίας, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τις σχέσεις, ερμηνεύει τη συμπεριφορά των άλλων και ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές δυσκολίες. Ωστόσο, τα πρότυπα προσκόλλησης δεν παραμένουν αναγκαστικά αμετάβλητα σε όλη τη ζωή, καθώς μπορούν να επηρεαστούν από μεταγενέστερες σχέσεις, νέες εμπειρίες και κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Παρότι η θεωρία του Bowlby αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τη σχέση βρέφους και φροντιστή, στη συνέχεια επεκτάθηκε στη μελέτη των ερωτικών σχέσεων, της ψυχοθεραπείας, της εκπαίδευσης, της υγείας και της εργασίας. Κοινή παραδοχή αυτών των εφαρμογών είναι ότι η ανάγκη για ασφάλεια, συναισθηματική σύνδεση και υποστήριξη δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία, αλλά παραμένει σημαντική σε όλα τα στάδια της ζωής.

Στην ψυχοθεραπεία, η θεωρία του δεσμού προσφέρει ένα πλαίσιο κατανόησης των δυσκολιών που εμφανίζονται στις διαπροσωπικές σχέσεις και στη συναισθηματική ρύθμιση. Ο θεραπευτής μπορεί να λειτουργήσει ως μια ασφαλής και σταθερή παρουσία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο ο θεραπευόμενος αισθάνεται ότι μπορεί να εκφράσει φόβους, ανάγκες και επώδυνες εμπειρίες χωρίς να φοβάται την απόρριψη ή την κριτική. Μέσα σε αυτή τη θεραπευτική σχέση, το άτομο μπορεί να διερευνήσει τις πεποιθήσεις που έχει διαμορφώσει για τον εαυτό του και τους άλλους, να αναγνωρίσει πώς οι προηγούμενες εμπειρίες επηρεάζουν τις σημερινές αντιδράσεις του και να αναπτύξει πιο λειτουργικούς τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών. Η θεραπευτική διαδικασία περιλαμβάνει την ενίσχυση της ασφάλειας, τη διερεύνηση των συναισθημάτων και των προσδοκιών στις σχέσεις, τη σύνδεση των σημερινών δυσκολιών με προηγούμενες εμπειρίες και την ανάπτυξη νέων, πιο προσαρμοστικών συμπεριφορών. Ο στόχος δεν είναι να αποδοθούν όλες οι δυσκολίες του ατόμου στην παιδική του ηλικία, αλλά να κατανοηθούν οι τρόποι με τους οποίους οι σχέσεις και οι εμπειρίες του επηρεάζουν το παρόν.

Στις σχέσεις των ζευγαριών, η θεωρία του δεσμού έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη της Εστιασμένης στο Συναίσθημα Θεραπείας (Emotionally Focused Therapy – EFT), η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με το έργο της Sue Johnson. Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει πολλές συγκρούσεις των ζευγαριών ως εκφράσεις ανεκπλήρωτων αναγκών για συναισθηματική ασφάλεια, εγγύτητα και αποδοχή. Για παράδειγμα, η επίμονη αναζήτηση επιβεβαίωσης από τον έναν σύντροφο μπορεί να συνδέεται με τον φόβο εγκατάλειψης, ενώ η απομάκρυνση του άλλου μπορεί να αποτελεί τρόπο διαχείρισης της συναισθηματικής πίεσης. Η θεραπεία βοηθά τους συντρόφους να αναγνωρίζουν τα βαθύτερα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από τις συγκρούσεις, να εκφράζουν τις ανάγκες τους με πιο άμεσο τρόπο και να ανταποκρίνονται ο ένας στον άλλον με μεγαλύτερη ευαισθησία. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκεται η δημιουργία μιας πιο ασφαλούς συναισθηματικής σύνδεσης και η διακοπή επαναλαμβανόμενων κύκλων σύγκρουσης και απομάκρυνσης.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές μπορούν επίσης να συμβάλουν στην αίσθηση ασφάλειας και στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Ένας εκπαιδευτικός που είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, υποστηρικτικός και συνεπής μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές να αντιμετωπίζουν τις σχολικές δυσκολίες, να εκφράζουν τις ανάγκες τους και να συμμετέχουν ενεργότερα στη μαθησιακή διαδικασία. Όταν τα παιδιά αισθάνονται ότι μπορούν να ζητήσουν βοήθεια χωρίς να φοβούνται την ταπείνωση ή την απόρριψη, είναι πιθανότερο να αντιμετωπίζουν τα λάθη ως ευκαιρίες μάθησης και όχι ως απειλές για την αξία τους. Η υποστηρικτική σχέση με τον εκπαιδευτικό δεν υποκαθιστά τον δεσμό με τον γονέα, αλλά μπορεί να προσφέρει ένα επιπλέον πλαίσιο ασφάλειας που ενισχύει την κοινωνική, συναισθηματική και ακαδημαϊκή προσαρμογή.

Στον τομέα της υγείας και της ιατρικής, η θεωρία του δεσμού συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι ασθενείς αναζητούν ασφάλεια και υποστήριξη όταν αντιμετωπίζουν ασθένεια, πόνο ή αβεβαιότητα. Η στάση των επαγγελματιών υγείας, η ενσυναίσθηση, η σαφής ενημέρωση και η ανταπόκριση στις ανάγκες του ασθενούς μπορούν να μειώσουν το άγχος και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη στη θεραπευτική διαδικασία. Οι ασθενείς διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο ζητούν βοήθεια ή διαχειρίζονται την εξάρτηση από τους άλλους. Ορισμένοι μπορεί να αναζητούν επανειλημμένα διαβεβαιώσεις, ενώ άλλοι να δυσκολεύονται να εκφράσουν φόβους και να αποδεχθούν υποστήριξη. Η κατανόηση αυτών των διαφορών μπορεί να βοηθήσει τους επαγγελματίες υγείας να προσαρμόζουν την επικοινωνία τους, χωρίς να θεωρούν ότι κάθε συμπεριφορά του ασθενούς οφείλεται απαραίτητα στο πρότυπο προσκόλλησής του.

Τέλος, στον τομέα της ηγεσίας και των οργανώσεων, οι αρχές της θεωρίας του δεσμού μπορούν να αξιοποιηθούν για την κατανόηση της σημασίας της εμπιστοσύνης και της συναισθηματικής ασφάλειας στον εργασιακό χώρο. Οι ηγέτες που παρέχουν σταθερή καθοδήγηση, διαθεσιμότητα και υποστήριξη μπορούν να λειτουργούν ως «ασφαλείς βάσεις», ενθαρρύνοντας τους εργαζομένους να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εκφράζουν ιδέες και να αντιμετωπίζουν τις επαγγελματικές προκλήσεις με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Αντίθετα, ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από απρόβλεπτες αντιδράσεις, έλλειψη εμπιστοσύνης ή φόβο τιμωρίας μπορεί να περιορίσει τη δημιουργικότητα και την ενεργό συμμετοχή. Η συναισθηματική ασφάλεια δεν σημαίνει απουσία απαιτήσεων ή ορίων, αλλά ύπαρξη ενός πλαισίου στο οποίο οι εργαζόμενοι μπορούν να εκφράζονται, να μαθαίνουν από τα λάθη τους και να αναπτύσσονται επαγγελματικά.

Συνολικά, η θεωρία του δεσμού αναδεικνύει τη διαχρονική σημασία της συναισθηματικής ασφάλειας και της υποστηρικτικής σύνδεσης με τους άλλους. Όπως συνοψίζεται στην ιδέα ότι η ανάγκη για δεσμό διατηρείται «από την κούνια έως τον τάφο», οι σχέσεις προσκόλλησης επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το άγχος, διαμορφώνουν τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και αναπτύσσουν την αυτονομία τους. Η εφαρμογή της θεωρίας σε διαφορετικά πεδία δείχνει ότι η ασφάλεια και η υποστήριξη μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες ψυχικής ευημερίας, προσωπικής ανάπτυξης και αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης των δυσκολιών. Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι η προσκόλληση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι τη μοναδική εξήγηση για την ψυχική υγεία, τις σχέσεις ή την επιτυχία των παρεμβάσεων.

 

 

Πηγή:

Forgas, J.P, Crano, W.D. & Fiedler, K. (2022). Εφαρμογές της κοινωνικής ψυχολογίας: Η συνεισφορά στην αντιμετώπιση προβλημάτων του πραγματικού κόσμου. Εκδόσεις Πεδίο.

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Έμφυλες διαφορές στη σεξουαλικότητα και στις ερωτικές σχέσεις

Οι άνδρες και οι γυναίκες φαίνεται να ακολουθούν, κατά μέσο όρο, διαφορετικές στρατηγικές όσον αφορά τη δημιουργία και τη διατήρηση ερωτικών και σεξουαλικών σχέσεων. Τόσο τα κοινωνικά στερεότυπα όσο και ορισμένες προσεγγίσεις της εξελικτικής ψυχολογίας υποστηρίζουν ότι οι άνδρες τείνουν να επιθυμούν περισσότερους σεξουαλικούς συντρόφους, να εμφανίζουν μικρότερη προτίμηση στη μονογαμία και να είναι λιγότερο επιλεκτικοί ως προς την επιλογή συντρόφου σε σύγκριση με τις γυναίκες. 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γνωστή, αλλά και αρκετά αμφιλεγόμενη, μελέτη των Clark και Hatfield (1989). Στο πλαίσιο της έρευνας, ελκυστικοί νεαροί άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι εργάζονταν ως ερευνητικοί βοηθοί, προσέγγισαν συμφοιτητές του αντίθετου φύλου και τους πρότειναν να έχουν σεξουαλική επαφή μαζί τους. Σύμφωνα με τα αρχικά ευρήματα, η πλειονότητα των ανδρών αποδέχτηκε την πρόταση, ενώ καμία από τις γυναίκες δεν την αποδέχτηκε.

Ωστόσο, μεταγενέστερη μελέτη των Conley και συνεργατών (2011) έδειξε ότι η συγκεκριμένη εικόνα χρειάζεται σημαντική διευκρίνιση. Οι γυναίκες που δέχονταν μια τόσο άμεση σεξουαλική πρόταση από έναν άγνωστο άνδρα ήταν πιθανότερο να τον αντιλαμβάνονται ως ιδιόρρυθμο, απειλητικό ή κοινωνικά ακατάλληλο. Επομένως, η αντίδρασή τους δεν αφορούσε απαραίτητα την ίδια τη σεξουαλική επαφή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή προτεινόταν και το πλαίσιο μέσα στο οποίο γινόταν η προσέγγιση. Μια πιο διακριτική, ευγενική και κοινωνικά κατάλληλη προσέγγιση από την πλευρά των ανδρών ενδεχομένως να είχε διαφορετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνδρες μπορεί να εμφανίζουν συγκεκριμένες ερμηνευτικές μεροληψίες όταν αξιολογούν τη συμπεριφορά των γυναικών. Ειδικότερα, είναι πιθανότερο να ερμηνεύσουν ορισμένα σημάδια φιλικότητας ή κοινωνικής προσέγγισης ως ενδείξεις σεξουαλικού ενδιαφέροντος, ακόμη και όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το φαινόμενο αυτό έχει ονομαστεί «μεροληψία υπερεκτίμησης του σεξουαλικού ενδιαφέροντος» (Haselton, 2002). Αντίθετα, οι γυναίκες εμφανίζονται, κατά μέσο όρο, περισσότερο επιλεκτικές ως προς την επιλογή σεξουαλικού συντρόφου και, όταν επιλέξουν έναν σύντροφο, είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν προτίμηση για σταθερότητα και μονογαμία.

Η εξελικτική ψυχολογία επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτές τις διαφορές μέσα από την έννοια της αναπαραγωγικής επιτυχίας και της γονικής επένδυσης. Από αυτή την οπτική, ένας άνδρας θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει την αναπαραγωγική του επιτυχία αποκτώντας παιδιά με περισσότερες γυναίκες. Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί, σύμφωνα με την εξελικτική προσέγγιση, διαφορετικές πιέσεις επιλογής σε σχέση με εκείνες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα. Η γυναικεία αναπαραγωγική επένδυση, από την άλλη πλευρά, είναι μεγαλύτερη, καθώς η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η φροντίδα ενός παιδιού απαιτούν σημαντικό χρόνο και σωματικούς και ψυχολογικούς πόρους. Από αυτή την άποψη, η παρουσία και η υποστήριξη του πατέρα θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιβίωσης και ευημερίας των παιδιών. Έτσι, η εξελικτική θεωρία υποστηρίζει ότι οι διαφορετικές αναπαραγωγικές συνθήκες ενδέχεται να έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση διαφορετικών στρατηγικών ζευγαρώματος μεταξύ των δύο φύλων.

Παρόλα αυτά, η άποψη ότι οι γυναίκες ενδιαφέρονται λιγότερο για το σεξ από τους άνδρες χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Πράγματι, σε διάφορες έρευνες οι γυναίκες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα κοινωνιοσεξουαλικότητας, δηλαδή μικρότερη προθυμία για σεξουαλικές σχέσεις χωρίς συναισθηματική δέσμευση. Επίσης, είναι λιγότερο πιθανό να αποδεχτούν μια άμεση πρόταση για περιστασιακό σεξ από έναν άγνωστο. Τα ευρήματα αυτά φαίνεται αρχικά να συμφωνούν τόσο με τα παραδοσιακά στερεότυπα για τη γυναικεία και ανδρική σεξουαλικότητα όσο και με ορισμένες εξελικτικές θεωρίες.

Ωστόσο, οι Conley και Klein (2022) προτείνουν μια διαφορετική και ιδιαίτερα σημαντική ερμηνεία. Υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να συμπεραίνουμε αυτομάτως πως οι γυναίκες ενδιαφέρονται λιγότερο για το σεξ μόνο και μόνο επειδή αναζητούν λιγότερο συχνά περιστασιακές σεξουαλικές επαφές. Για να κατανοήσουμε τη διαφορά στη σεξουαλική επιθυμία, πρέπει να εξετάσουμε και την ποιότητα των σεξουαλικών εμπειριών που βιώνουν άνδρες και γυναίκες.

Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν ως παράδειγμα μια αναλογία με το φαγητό. Ας υποθέσουμε ότι δύο ομάδες ανθρώπων τρώνε ραβιόλια, αλλά η μία ομάδα τρώει ένα μέτριας ποιότητας προϊόν σε κονσέρβα, ενώ η άλλη απολαμβάνει φρέσκα, σπιτικά ραβιόλια υψηλής ποιότητας. Αν η πρώτη ομάδα δεν επιθυμεί δεύτερη μερίδα ενώ η δεύτερη ζητά περισσότερη, δεν θα ήταν λογικό να συμπεράνουμε ότι στην πρώτη ομάδα «δεν αρέσουν» τα ραβιόλια. Η διαφορά μπορεί να οφείλεται στην ποιότητα της εμπειρίας. Με τον ίδιο τρόπο, η μειωμένη επιθυμία για σεξουαλική επαφή μπορεί να συνδέεται όχι με μειωμένο ενδιαφέρον για το σεξ, αλλά με λιγότερο ικανοποιητικές σεξουαλικές εμπειρίες.

Με βάση αυτή την προσέγγιση, οι γυναίκες ενδέχεται να φαίνεται ότι ενδιαφέρονται λιγότερο για το σεξ επειδή, σε αρκετές περιπτώσεις, η σεξουαλική τους εμπειρία είναι χαμηλότερης ποιότητας. Οι Conley και Klein αναφέρουν τέσσερις βασικούς παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό. Πρώτον, υπάρχουν βιολογικές και ανατομικές διαφορές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η σεξουαλική απόλαυση. Για πολλές γυναίκες, η διείσδυση από μόνη της δεν επαρκεί για την επίτευξη οργασμού και μπορεί να απαιτείται διαφορετικός ή πιο σύνθετος συνδυασμός σωματικής και ψυχολογικής διέγερσης, όπως η κλειτοριδική διέγερση. Επιπλέον, ο κίνδυνος μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης μπορεί να δημιουργεί μεγαλύτερο άγχος και αίσθηση κινδύνου, επηρεάζοντας αρνητικά την απόλαυση και την άνεση κατά τη σεξουαλική επαφή.

Δεύτερον, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν σεξουαλική βία, κακοποίηση ή εξαναγκασμό. Η επίγνωση αυτού του κινδύνου μπορεί να επηρεάσει την αίσθηση ασφάλειας και να δημιουργήσει φόβο ή αναστολές, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η σεξουαλική επιθυμία ή η δυνατότητα απόλαυσης.

Τρίτον, η γυναικεία σεξουαλικότητα εξακολουθεί σε αρκετά κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια να συνοδεύεται από μεγαλύτερο στίγμα. Η σεξουαλική επιθυμία και η αναζήτηση της απόλαυσης μπορεί να αντιμετωπίζονται με ντροπή, ενοχές ή κοινωνική κριτική. Αυτό μπορεί να περιορίζει την ελευθερία των γυναικών να εκφράσουν τις επιθυμίες τους και να αισθανθούν άνετα με τη σεξουαλικότητά τους.

Τέταρτον, σε κοινωνίες όπου κυριαρχούν αντιλήψεις που δίνουν προτεραιότητα στην ανδρική σεξουαλική απόλαυση, η γυναικεία ικανοποίηση μπορεί να παραμερίζεται ή να αντιμετωπίζεται ως λιγότερο σημαντική. Όταν η σεξουαλική επαφή οργανώνεται περισσότερο γύρω από την ανδρική ευχαρίστηση, οι γυναίκες ενδέχεται να βιώνουν λιγότερο ικανοποιητικές εμπειρίες.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αμφισβητεί μια απλουστευτική αντίληψη για τις έμφυλες διαφορές στη σεξουαλικότητα. Συχνά οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά σε βιολογικούς παράγοντες, στις ορμόνες, στη λειτουργία του εγκεφάλου ή σε υποτιθέμενα εξελικτικά «προγραμματισμένα» πρότυπα συμπεριφοράς. Μια τέτοια ερμηνεία, όμως, μπορεί να παραβλέπει τον καθοριστικό ρόλο του κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος.

Οι Conley και Klein (2022) επισημαίνουν ότι δεν αρκεί να συγκρίνουμε απλώς το πόσο συχνά άνδρες και γυναίκες επιδιώκουν ή αποδέχονται σεξουαλικές επαφές. Είναι απαραίτητο να εξετάζουμε και το κατά πόσο οι εμπειρίες αυτές είναι εξίσου ασφαλείς, ευχάριστες και ικανοποιητικές για τα δύο φύλα. Με άλλα λόγια, η ποσότητα της σεξουαλικής δραστηριότητας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από την ποιότητα της εμπειρίας.

Η προσέγγιση αυτή είναι σημαντική και από πρακτική άποψη, καθώς υποδεικνύει τρόπους βελτίωσης της γυναικείας σεξουαλικής εμπειρίας. Η βελτίωση αυτή δεν αφορά μόνο την κατανόηση των ανατομικών και σωματικών διαφορών μεταξύ των φύλων, αλλά και την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, των στερεοτύπων, του φόβου και της σεξουαλικής βίας. Επομένως, μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας απαιτεί να συνδυάζουμε τους βιολογικούς παράγοντες με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και διαπροσωπικές συνθήκες μέσα στις οποίες βιώνεται η σεξουαλική εμπειρία.

 

Πηγή:

D.C. Funder, 2025, Το Παζλ της Προσωπικότητας, επ. Αναγνωστόπουλος, Καρακασίδου κ.α., Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA

 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;

Η αγάπη είναι το κλειδί…

Γράφει η Sue Jonson ότι: «οι συγκρούσεις του ζευγαριού αποκτούν την αληθινή τους σημασία: είναι φοβισμένες διαμαρτυρίες για τη διαμόρφωση του δεσμού και αίτημα για συναισθηματική επαναδέσμευση».  

Επίσης, πως «η αγάπη είναι μια διαρκής διαδικασία συντονισμού, σύνδεσης, παράβλεψης ή λανθασμένης ανάγνωσης των σημάτων, αποσύνδεσης, αποκατάστασης και τελικά βαθύτερης σύνδεσης. Είναι ένας χορός όπου ο ένας συναντάει τον άλλο, απομακρύνονται και ξαναβρίσκονται, λεπτό το λεπτό, μέρα με τη μέρα». Και παρακάτω ότι: «η αγάπη είναι σοφή. Είναι ένα από τα υλικά για τη συνταγή της επιβίωσης και της καλής υγείας, της ευτυχίας, αλλά και της νεότητας. Μια σχέση αγάπης είναι το κλειδί για τη δημιουργία οικογενειών που διδάσκουν στα παιδιά τους τις απαραίτητες δεξιότητες για τη διατήρηση μιας πολιτισμένης κοινωνίας: εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση, συνεργασία».

Πόση σοφία υπάρχει μέσα σε αυτές τις λίγες αράδες; Θα μπορούσαμε να πούμε πως σε αυτά της τα λόγια η Johnson μετατοπίζει το νόημα της σύγκρουσης από αυτό που ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται. Στη συνηθισμένη αντίληψη, ο καβγάς θεωρείται απόδειξη ότι η σχέση δεν λειτουργεί. Εδώ όμως η σύγκρουση ερμηνεύεται ως έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης: της ανάγκης να επιβεβαιωθεί ότι ο άλλος είναι διαθέσιμος, παρών και συναισθηματικά προσβάσιμος. Πίσω από φράσεις όπως «δεν με ακούς ποτέ», «δεν σε νοιάζει» ή «με απορρίπτεις» συχνά κρύβεται το πιο θεμελιώδες ερώτημα: «Είσαι εδώ για μένα όταν σε χρειάζομαι;». Αφού δεν μπορείς να με ακούσεις, θα βρω τον τρόπο να σε αναγκάσω να με ακούσεις, αν κι αυτό δεν μου φτάνει. Δεν μου αρκεί μονάχα να με ακούσεις, θέλω να με αφουγκραστείς, να με νιώσεις, όμως από κάπου θα πρέπει να πιαστώ και δεν ξέρω από που… Θα δοκιμάσω με τον άσχημο τρόπο, εφόσον προσπάθησα τόσο, πάντα προσπαθούσα μα εσύ δεν με καταλάβαινες…

Από αυτή την οπτική, η ωριμότητα μιας σχέσης δεν μετριέται από την απουσία συγκρούσεων, αλλά από την ικανότητα επανόρθωσης μετά τη ρήξη. Η αγάπη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση αρμονίας, αλλά μια δυναμική διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι αναπόφευκτα παρερμηνεύουν ο ένας τον άλλον, πληγώνονται και απομακρύνονται. Η ποιότητα της σχέσης εξαρτάται από το αν μπορούν να ξαναβρούν τον δρόμο προς τη σύνδεση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται επειδή δεν υπάρχουν ποτέ αποσυνδέσεις, αλλά επειδή οι αποσυνδέσεις μπορούν να θεραπευτούν.

Ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε καλύτερα αυτό που η Johnson έχει να μας πει είναι το εξής: σκεφτείτε τον εαυτό σας μια ηλιόλουστη μέρα να επιθυμεί να κάνει μια βολτούλα με το ποδήλατο στην ύπαιθρο, κι ότι στη διαδρομή που έχετε επιλέξει ο δρόμος άλλοτε γίνεται ανηφορικός κι άλλοτε κατηφορικός. Επίσης, πρέπει να έχετε το νου σας να μην πέσετε σε κάποια λακούβα ή να μην πατήσετε κάποιο γυαλί που κάποιος ασυνείδητος πέταξε στη μέση του δρόμου. Οπότε, ο ρυθμός σας δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος κι ακόμη και ο ίδιος δρόμος ορισμένες φορές μπορεί να γίνει απρόβλεπτος, κι εμπόδια όπως κλαδιά από κάποιο δέντρο που έπεσε ή άλλα εμπόδια μπορούν να εμφανιστούν. Έτσι, ακριβώς και η σχέση δεν αποτελείται από ακινησία αλλά από συνεχή κίνηση και αμοιβαία προσαρμογή. Κανείς δεν ελέγχει απόλυτα τον «ρυθμό» της σχέσης, κάθε συμπεριφορά ή πρόβλημα του ενός επηρεάζει τον άλλο. Με αυτή την έννοια, η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα, αλλά και μια μορφή διαλόγου που διεξάγεται συχνά πέρα ή καλύτερα πίσω από τις λέξεις: μέσα από τα βλέμματα, τις σιωπές, τα αγγίγματα, τις προσεγγίσεις και φυσικά τις αποστάσεις.

Ένα ακόμη επίπεδο αφορά τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική και την κοινωνική ζωή. Η Johnson υποστηρίζει ότι οι ασφαλείς σχέσεις παράγουν ανθρώπους πιο ικανούς για εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση και συνεργασία. Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ιδιωτική υπόθεση. Οι πρώτοι δεσμοί που βιώνουμε μέσα στην οικογένεια (οικογενειακά μοτίβα) γίνονται το πρότυπο με το οποίο προσεγγίζουμε αργότερα τους ανθρώπους που ερωτευόμαστε, αλλά και τα άτομα του ευρύτερου περιβάλλοντός μας όπως τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συμπολίτες μας. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι έχουν μάθει να συνδέονται με ασφάλεια είναι πιθανότερο να είναι λιγότερο βίαιη, περισσότερο συνεργατική και πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Θα μπορούσε επίσης με αφορμή αυτά τα λόγια της Johnson να τονιστεί η υπαρξιακή διάστασή τους. Η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από ευαλωτότητα: ασθένειες, απώλειες, αποτυχίες, γήρανση, θνητότητα. Η αγάπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργεί ως απάντηση σε αυτή την ευαλωτότητα. Δεν καταργεί τις δυσκολίες της ύπαρξης, αλλά τις καθιστά περισσότερο υποφερτές μέσα από την εμπειρία της σκέψης ότι: «δεν είμαι μόνος/η». Ίσως γι' αυτό η Johnson μιλά για τη σοφία της αγάπης: επειδή δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη συνθήκη «στα πάνω της», αλλά κυρίως «στα κάτω της».

Τελικά, πίσω από όλες αυτές τις διατυπώσεις βρίσκεται μια κεντρική ιδέα: η αγάπη δεν είναι κυρίως η ένταση του πάθους, ούτε η απουσία προβλημάτων στις σχέσεις, όπως οι συγκρούσεις. Είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς συναισθηματικού καταφυγίου, όπου δύο άνθρωποι μπορούν να είναι ευάλωτοι χωρίς να φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν αν εκφράσουν το αρνητικό τους συναίσθημα, τον θυμό ή τα νεύρα τους. Και ίσως η βαθύτερη μορφή αγάπης να μην είναι το «σε αγαπώ», αλλά η διαρκής απάντηση στο ερώτημα του άλλου: «όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;».

 

Πηγή:

Sue Johnson. 2016. Το νόημα του έρωτα, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.  

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ψυχική ανθεκτικότητα στην ύστερη ηλικία

Μελέτη της λειτουργικότητας της προσωπικότητας στην ύστερη ηλικία.

Σε αντικειμενικές μετρήσεις αυτοεκτίμησης, αίσθησης αυτοελέγχου και ψυχολογικής ευζωίας έναντι της κατάθλιψης, οι ερευνητές βρίσκουν κανονικά ότι οι ηλικιωμένοι ενήλικες δεν είναι χειρότερα από τους μεσήλικες και τους νεότερους ενήλικες. 

 

Οι γηραιότεροι ενήλικες εκδηλώνουν μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα.

Είναι συνήθως ικανοί να αντιπαρέλθουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν την πιο προχωρημένη ηλικία και να διατηρούν μια ισχυρή αίσθηση του εαυτού και προσωπική ευεξία.

Μια πρόκληση για τον επιστήμονα της προσωπικότητας είναι να κατανοήσει τις διεργασίες μέσω των οποίων πολλοί γηραιότεροι ενήλικες διατηρούν θετική αίσθηση για τον εαυτό τους.

Σύμφωνα με μια έρευνα των Baltes et al., οι ερευνητές αναγνώρισαν ότι στη διαδικασία της ανάπτυξης ενυπάρχουν κάποιες αντισταθμίσεις. Όταν μετακινούνται από το ένα στάδιο της ζωής στο άλλο, οι άνθρωποι χάνουν ορισμένες ψυχολογικές ιδιότητες αλλά κερδίζουν άλλες.

Οι γηραιότεροι ενήλικες μπορεί να βιώνουν μια κατάπτωση σε βασικές γνωστικές λειτουργίες αλλά ίσως κερδίζουν σε προσωπική σοφία. 

Η έρευνα των Baltes et al. διαπίστωσε ότι τα κέρδη στη γνώση και τη σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι με την ηλικία τους δίνουν συχνά την ικανότητα να αντισταθμίζουν τυχόν απώλειες στις γνωστικές ικανότητες.

Οι αναλύσεις του Baltes υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός γενικού μοντέλου ψυχολογικής ανάπτυξης και την ψυχική ανθεκτικότητα στα ύστερα χρόνια της ζωής.

Οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν το ψυχολογικό ευ ζην τους επιλέγοντας συγκεκριμένα πεδία της ζωής τα οποία κατευθύνουν την ενέργεια και τις γνώσεις τους.

Αν και μπορεί να είναι δύσκολο για έναν γηραιότερο ενήλικα να διατηρήσει μια ποικίλη γκάμα δραστηριοτήτων μπορεί να παρουσιάσει εξαιρετικές ικανότητες να διατηρήσει υψηλά επίπεδα λειτουργικότητας και ευεξίας σε επιλεγμένους τομείς της ζωής. Εστιάζοντας την ενέργειά τους σε λίγες αλλά σημαντικές πτυχές της ζωής τους, οι γηραιότεροι ενήλικες καταφέρνουν να αντισταθμίσουν τη σωματική ή γνωστική κατάπτωση και να διατηρήσουν υψηλή την αίσθηση του ευ ζην.

Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν συχνότερα στρατηγικές για κοινωνική ζωή είχαν υψηλότερο επίπεδο ευεξίας και θετικότερα συναισθήματα στην καθημερινή ζωή.

 

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Ευαισθησία στην απόρριψη στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις

Σύμφωνα με τους Downey et al., η ευαισθησία στην απόρριψη αναφέρεται σε έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. Χαρακτηρίζεται από αγχογόνες προσδοκίες απόρριψης στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Μερικοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να περιμένουν ότι μια σχέση, ακόμη κι αν πρόκειται για σχέση που εξελίσσεται πολύ καλά, θα οδηγηθεί σε χωρισμό. Τέτοια άτομα εμμένουν στην πιθανότητα ότι θα απορριφθούν και αγχώνονται για αυτό. Αυτός ο τρόπος σκέψης έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μπορεί να βλάψει μια καλή σχέση. 

 

Ακόμη κι αν δεν βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, οι αγχογόνες προσδοκίες δημιουργούν διαπροσωπική ένταση που μπορεί να εξασθενήσει ακόμα και μια δυνατή σχέση. Οι προσδοκίες της απόρριψης μπορούν να αποτελέσουν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Οι Downey et al. αξιολογούν τις ατομικές διαφορές στην ευαισθησία απόρριψης μέσω ερωτηματολογίου. Στους συμμετέχοντες χορηγείται ένας κατάλογος διαπροσωπικών αιτημάτων. Για κάθε περίσταση, οι συμμετέχοντες υποδεικνύουν την υποκειμενική αίσθηση που έχουν για την πιθανότητα ο ερωτικός σύντροφός τους να αποδεχτεί ή να απορρίψει το αίτημά τους. Επίσης, οι συμμετέχοντες υποδεικνύουν το πόσο ανήσυχα ή αγχωμένα θα ήταν αναφορικά με την απάντηση του άλλου ατόμου για κάθε περίσταση.

Σε μια διαχρονική έρευνα σε φοιτητές έγιναν δύο μετρήσεις σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία: στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο. Τέσσερις μήνες μετά, εντόπισαν ένα υποσύνολο ατόμων που είχαν αρχίσει μια σχέση μετά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου και τους ζητήθηκε να γράψουν αναφορά για τη νέα τους σχέση.

Συμπλήρωσαν μια μέτρηση για τις επώδυνες προθέσεις για τη νέα τους σχέση. Δόθηκαν στους συμμετέχοντες υποθετικές πράξεις που θα μπορούσαν να οφείλονται σε πολλές αιτίες και τους ζητήθηκε να δηλώσουν κατά πόσο κάθε πράξη ήταν μια ένδειξη ότι ο ερωτικός σύντροφος τους πλήγωσε σκόπιμα.

Οι ερευνητές είχαν τη δυνατότητα να καθορίσουν το εάν η ευαισθησία στην απόρριψη θα συντελούσε σε σκέψεις για την επικείμενη σχέση.

Τα ευρήματα αποκαλύπτουν πως όντως η ευαισθησία στην απόρριψη προέβλεπε πεποιθήσεις για τη νέα σχέση. Όσοι βρίσκονταν υψηλότερα στην ευαισθησία απόρριψης πριν αρχίσει η σχέση τους ήταν πιθανότερο να υποθέσουν ότι ο σύντροφός τους είχε κάποιες εχθρικές προθέσεις όταν η σχέση ήταν σε εξέλιξη.

Η ευαισθησία στην απόρριψη είναι μια μεταβλητή της προσωπικότητας σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Αφορά ένα μοτίβο σκέψης που λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: τα διαπροσωπικά σκηνικά στα οποία υπάρχουν πιθανότητες να μη γίνει το άτομο κοινωνικά αποδεκτό από κάποιους για τους οποίους νοιάζεται.

Οι Downey & Feldman συσχέτισαν την εντός πλαισίου μεταβλητή τους, την ευαισθησία στην απόρριψη, με καθολικές μεταβλητές χαρακτηριστικών ως εξής: προσδιόρισαν το κατά πόσο η ευαισθησία στην απόρριψη προέβλεπε σκέψεις για την εχθρότητα αφού εξήγησαν πρώτα τη σχέση ανάμεσα στις σκέψεις και σε διάφορες καθολικές εννοιολογικές κατασκευές της προσωπικότητας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγαν βρήκαν ότι είναι σημαντικό η προσωπικότητα να μελετάται εντός συγκεκριμένου πλαισίου. Επίσης, βρήκαν ότι τόσο τα άτομα με ευαισθησία στην απόρριψη όσο και οι σύντροφοί τους αντλούν μικρότερη ικανοποίηση από τη σχέση τους, εν συγκρίσει προς τα άτομα που βρίσκονται χαμηλά στην ευαισθησία απόρριψης.

Είναι πιθανότερο να διαλυθούν οι σχέσεις ανθρώπων που βρίσκονται υψηλά στην ευαισθησία απόρριψης από ότι οι σχέσεις όσων δεν έχουν ροπή σε  αγχόγονες προσδοκίες απόρριψης. 

 

Πηγή:

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

Ο γάμος και η σεξουαλικότητα της γυναίκας μετά τα σαράντα έτη…

Οι αλλαγές που συμβαίνουν καθώς μεγαλώνουν οι γυναίκες αφορά όλους τους τομείς της ζωής τους.

Οι μεγαλύτερες γυναίκες βιώνουν διαφορετικά τις σεξουαλικές σχέσεις, οι οποίες χρειάζονται επανεξέταση. 

 

«Οι γυναίκες που κάνουν ανασκόπηση της ζωής τους συνειδητοποιούν ότι η ανάγκη για σεξ και το ταίριασμα με έναν άνδρα είχε ως αποτέλεσμα να γίνονται εξαρτημένες. Αυτή η εξάρτηση επηρέαζε και καθοδηγούσε την ύπαρξή τους έως τη μέση ηλικία. Όταν πλησιάζουν στην εμμηνόπαυση και φτάνουν στο μετακλιμακτηριακό στάδιο, τότε μόνο νιώθουν απελευθερωμένες και επανεξετάζουν με καινούργιο, καθαρό και αυστηρό βλέμμα τον εαυτό τους και το νόημα της ύπαρξής τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η γυναίκα που έχει ωριμάσει πια και στη μέση ηλικία έχει γίνει αυτόνομη δεν κατακλύζεται από τις υποχρεώσεις της προς τα παιδιά και την οικογένεια και επιθυμεί να ζήσει τον αισθησιασμό είτε με τον άνδρα της είτε με έναν καινούργιο σύντροφο, ώστε να απολαύσει τη σεξουαλική ποιότητα και όχι την ποσότητα» (σελ. 107-108).

Ο γάμος είναι μια δυναμική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται υπό δοκιμασία και τα δύο μέλη και καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και στις αλλαγές. Σε πολλές περιπτώσεις, ο γάμος μετατρέπεται σε μια μεγάλη απογοήτευση. Πολλές φορές μέσα σε έναν γάμο, ο ένας επιθυμεί να αλλάξει τον άλλο, ή και οι δύο αισθάνονται προδομένοι και βλέπουν τη χαρά και τον ενθουσιασμό να έχουν εξαφανιστεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ένας κατηγορεί τον άλλο ή ο ένας ανακαλύπτει τα αρνητικά του άλλου και καταλήγουν να νιώθουν δυσαρέσκεια, εκνευρισμό ή παραίτηση.

«Οι γάμοι που έμειναν αμετάβλητοι τα χρόνια της μεταβατικής περιόδου αφορούν στις περιπτώσεις που και οι δύο σύντροφοι θέλησαν να ζήσουν έναν γάμο με λιγότερες φιλονικίες και περισσότερες ευχάριστες στιγμές, μια και η σχέση αυτή έχει βιωθεί και από τους δύο σαν απαραίτητη για την ύπαρξή τους και αξία των θυσιών που είχαν γίνει ως τότε. Είναι αυτοί που αποφασίζουν να κάνουν τον γάμο τους μέρος της εσωτερικής τους αναζήτησης.  

Σύμφωνα με τον ψυχίατρο Scott Peck, αυτό είναι δυνατόν μόνο αν ο άνδρας και η γυναίκα απελευθερωθούν από τους περιορισμούς που οι ρόλοι των δύο φύλων επιβάλλουν και προχωρήσουν έως το σημείο όπου ο αρσενικός ρόλος και ο θηλυκός ρόλος συγχωνεύονται σε έναν. Αυτό είναι εφικτό κατά το δεύτερο μέρος της ενήλικης ζωής τους, όταν και οι δύο σύζυγοι ξεφεύγουν από τους προκαθορισμένους ρόλους και αρχίζουν να αναζητούν μια βαθύτερη και πιο αυθεντική εμπειρία αγάπης.

Για τα άτομα αυτά η ευτυχία στα προχωρημένα ενήλικα χρόνια είναι συχνά συνδεδεμένη με τον γάμο. Όσο πιο αρμονική είναι η συμβίωση του ζευγαριού, τόσο πιο υψηλό είναι το ηθικό τους και τόσο πιο καλή η υγεία τους και το κέφι για ζωή» (σελ. 127-129).

Πολλοί γάμοι χαρακτηρίζονται από απόσταση, απογοήτευση και απομόνωση. Τα προβλήματα στον γάμο έρχονται στην επιφάνεια ή γίνονται πιο έντονα σε συνδυασμό με το σύνδρομο της άδειας φωλιάς. Η μητέρα μπορεί να νιώθει έντονη λύπη λόγω του αποχωρισμού των παιδιών της από το σπίτι, αλλά θα πρέπει να σιωπήσει ώστε να αφήσει ελεύθερο το παιδί να βαδίσει ανεξάρτητο στη δική του πορεία ζωής. Η απουσία των παιδιών από το σπίτι μπορεί να δημιουργήσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, προκαλώντας αρνητικά συναισθήματα. Οι γυναίκες «έχουν την ευκαιρία να επανεξετάσουν τη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά, να αναγνωρίσουν τα λάθη του και να επανορθώσουν. Αν δεν αδράξουν την ευκαιρία σε αυτή την ηλικία, θα είναι αργά όταν θα συνειδητοποιήσουν τις ευθύνες τους και η μεταμέλεια και οι ενοχές θα οδηγήσουν σε κατάθλιψη» (σελ. 133).

 

Πηγή:

Καλλιέρου- Ξυλά Λιάνα. 2004. Η γυναίκα μετά τα 40. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.