Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοθεραπεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοθεραπεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Από το σωματικό στο συμβολικό

Ψυχοσωματικές καταστάσεις και ψυχικοί μετασχηματισμοί

 

«Το βιβλίο ιχνηλατεί τις ιστορικές θεωρητικές καταβολές της ψυχοσωματικής στην ψυχανάλυση και παράλληλα παρουσιάζει πώς κλινικοί με ψυχαναλυτική εκπαίδευση έχουν επιχειρήσει να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν ασθενείς με σύνθετα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Επανεξετάζει τη σχέση νου-σώματος στην ψυχανάλυση, αποφεύγοντας τις διχοτομήσεις του παρελθόντος ανάμεσα στο ψυχολογικό και το σωματικό, αλλά και τις διακρίσεις του παρόντος ανάμεσα σε ασθενείς που συμβολοποιούν και σε ασθενείς που δεν συμβολοποιούν. Έτσι, επεξεργάζεται θεωρητικά και κλινικά ζητήματα από μια ευρεία και συνθετική οπτική, καθώς οι ψυχοσωματικοί ασθενείς δεν αναμένεται να ωφεληθούν περισσότερο ούτε με τη δίχως διακρίσεις αποδοχή εντυπωσιακών νέων ευρημάτων ούτε με την απόρριψη καθιερωμένων τρόπων για την κατανόησή τους. Το βιβλίο, λοιπόν, αντιπροσωπεύει μια προσέγγιση που αξιοποιεί τόσο την πλούσια ιστορία του παρελθόντος όσο και το συναρπαστικό νέο έργο στις νευροεπιστήμες». (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

«Οι ψυχοσωματικοί ασθενείς εντάσσονται σε ένα νευροαναπτυξιακό συνεχές και ως εκ τούτου παρουσιάζουν διαβαθμισμένης βαρύτητας διαταραχές. Ορισμένοι είχαν σχετικά ικανοποιητικές πρώιμες εμπειρίες προσκόλλησης και ανέπτυξαν κάποιες λειτουργίες συμβολοποίησης και νοητικοποίησης. Ορισμένοι άλλοι ασθενείς, οι οποίοι είχαν την εμπειρία ενός πρώιμου προλεκτικού τραύματος, δεν κατάφεραν ποτέ να αναπτύξουν πραγματικά την ικανότητα υγιούς συμβολοποίησης και νοητικοποίησης και παραμένουν καθηλωμένοι στο επίπεδο λειτουργίας ενός σωματικού Εγώ. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι οι ασθενείς χωρίς συμβολικές λειτουργίες φέρουν σοβαρά ψυχικά ελλείμματα και βρίσκονται σε μια θέση εξάρτησης από τον άλλο για την κάλυψη των βασικών αναγκών αυτορρύθμισης» (σελ. 115).

«Πολλές φορές, οι σωματικές αντιδράσεις του ασθενή είναι τόσο συγκαλυμμένες, που ο θεραπευτής πιθανόν να μην τις αναγνωρίσει. Θα μπορούσε να φαίνεται ότι ο ασθενής συνδέεται με τον θεραπευτή στη βάση κοινών ιδεών, αλλά στο θέατρο του σώματος του ασθενή να διαδραματίζεται κάτι εντελώς διαφορετικό. Οποιαδήποτε δομή του εαυτού υπήρχε ενδεχομένως πριν έχει καταρρεύσει. Ο ασθενής έχει σχηματίσει μια συμβιωτική συγχώνευση με τον θεραπευτή προκειμένου να αποτρέψει τον ψυχικό αφανισμό, ενώ ο πρωτογενής εαυτός παραμένει μη συμβολικός, μέσα στη φυσιολογική διέγερση και τα σωματικά συμπτώματα» (σελ. 127).

 

Phyllis L. Sloate (Επιμ.), Από το σωματικό στο συμβολικό. Ψυχοσωματικές καταστάσεις και ψυχικοί μετασχηματισμοί. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Συνέντευξη για το νέο μας βιβλίο στο kontra news

Ελένη Παπαδοπούλου – Νίκος Κουραβάνας: «Οι οικογενειακοί δεσμοί μας καθορίζουν σε όλη μας τη ζωή!» Με αφετηρία την ψυχολογία και την πολυετή εμπειρία τους στη συμβουλευτική και την εκπαίδευση, οι δυο συγγραφείς υπογράφουν το βιβλίο «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αγγελάκη. 

 

Του

Σταύρου Ξηντάρα

 

Η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας μιλούν στην kontra news για τις σχέσεις γονιών και παιδιών, τα βιώματα που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, τα όρια που δοκιμάζουν τους οικογενειακούς δεσμούς και τη διαρκή προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας μέσα από τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν.

Η οικογένεια είναι ο πρώτος κόσμος που γνωρίζουμε. Μέσα σε αυτήν διαμορφώνουμε τις αντιλήψεις μας για την αγάπη, την ασφάλεια, την αποδοχή και την επικοινωνία, ενώ συχνά αποκτούμε τρόπους συμπεριφοράς που μας ακολουθούν πολύ πέρα από την παιδική ηλικία. Οι σχέσεις με τους γονείς μας, οι προσδοκίες που διαμορφώνονται, οι συγκρούσεις που μένουν άλυτες και οι ανάγκες που δεν βρίσκουν ανταπόκριση μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους ως ενήλικες.

Πόσο καλά γνωρίζουμε, όμως, τις οικογενειακές δυναμικές που καθορίζουν τη ζωή μας; Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά και να δημιουργήσουμε διαφορετικές, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τα παιδιά μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πώς αλλάζει ο ρόλος του γονιού όταν το παιδί ενηλικιώνεται, διεκδικεί την ανεξαρτησία του και χαράζει τη δική του πορεία;

Στο βιβλίο τους «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν», η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας προσεγγίζουν την οικογένεια ως ένα ζωντανό σύστημα σχέσεων, το οποίο διαμορφώνεται και εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Με επίκεντρο τον δια βίου ρόλο του γονιού, αναδεικνύουν τη σημασία της αυτογνωσίας, της συναισθηματικής παρουσίας, της επικοινωνίας και των ορίων, υπογραμμίζοντας ότι οι οικογενειακοί δεσμοί δεν διατηρούνται από μόνοι τους, αλλά χρειάζονται συνεχή φροντίδα και ουσιαστική συμμετοχή.

Οι δύο συγγραφείς, με σπουδές στην ψυχολογία και σε συναφή επιστημονικά πεδία, καθώς και με σημαντική εμπειρία στη συμβουλευτική και την εκπαίδευση, μιλούν στην kontra news για όσα μας συνδέουν με την οικογένεια μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, αλλά και για όσα μπορούμε να αλλάξουμε, ώστε να μη μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές τα τραύματα και τις δυσκολίες του παρελθόντος.

1. Έχετε και οι δύο μακρά πορεία στον χώρο της ψυχολογίας, της εκπαίδευσης και της συμβουλευτικής, ενώ έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις σχέσεις γονιών και παιδιών. Ποια ανάγκη ή ποια διαπίστωση μέσα από την επαγγελματική σας εμπειρία σας οδήγησε να γράψετε το «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»;

Ε.Π.: Το παρόν βιβλίο αποτελεί απόσταγμα της επαγγελματικής μας εμπειρίας που αποκτήθηκε μέσα από ατομικές συνεδρίες με ανθρώπους, των οποίων τα αιτήματα αφορούσαν, σε μεγάλο βαθμό, ζητήματα που συνδέονται με την οικογένεια. Σε όποια ηλικία κι αν είναι τα παιδιά, οι γονείς φαινόταν πως έχουν την ίδια αγωνία, το ίδιο νοιάξιμο και την ίδια ανάγκη για φροντίδα, στήριξη ή και παρέμβαση. Μέσα από τις αφηγήσεις των προσωπικών δυσκολιών και προβληματισμών φαίνεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζουν οι οικογενειακές σχέσεις στην ψυχολογική κατάσταση και την ευρύτερη συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου. Παράλληλα, πολύτιμη πηγή γνώσης και έμπνευσης αποτέλεσε η υλοποίηση ομάδων στις Σχολές Γονέων, στο πλαίσιο ενός προγράμματος του Υπουργείου Παιδείας και του ΙΝΕΔΙΒΙΜ, με τη συμμετοχή γονέων παιδιών διαφορετικών ηλικιακών ομάδων, και μέσω ομάδων μεγαλύτερης ηλικίας, τα παιδιά των οποίων είχαν πλέον ενηλικιωθεί, που οργανώνονταν στο πλαίσιο των ΚΑΠΗ, από το ίδιο πρόγραμμα.

Οπότε μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου θέλουμε να μιλήσουμε για τους παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη και την ενίσχυση των οικογενειακών δεσμών, αλλά και εκείνους που μπορούν να οδηγήσουν στη σταδιακή αποδυνάμωσή τους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, η άσκηση των γονεϊκών ρόλων και οι ξεχωριστές εμπειρίες και πορείες ζωής των μελών μιας οικογένειας επηρεάζουν τη διαμόρφωση των σχέσεών τους και καθορίζουν την εξέλιξή τους με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, διερευνώνται οι ποικίλες εκφάνσεις και οι δυναμικές των οικογενειακών σχέσεων, με έμφαση στην ευθύνη και τη συμβολή των γονέων στη διαμόρφωση του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Με αυτή την αφετηρία, η συγγραφή του βιβλίου φιλοδοξεί να προσφέρει στους αναγνώστες το έναυσμα για σκέψη και προσωπικό προβληματισμό, ενθαρρύνοντάς τους να προσεγγίσουν με μεγαλύτερη προσοχή και επίγνωση τις οικογενειακές τους σχέσεις. Απώτερος σκοπός είναι να αναγνωρίσουν τις δυνατότητες βελτίωσής τους και να αναζητήσουν τρόπους με τους οποίους μπορούν να συμβάλουν ενεργά στη διαμόρφωση πιο ουσιαστικών, λειτουργικών και ικανοποιητικών σχέσεων με τα μέλη της οικογένειάς τους.

2. Στο βιβλίο μιλάτε για οικογενειακά μοτίβα, άγραφους νόμους, σιωπηλές συμμαχίες και άλυτες συγκρούσεις. Πόσο συχνά οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν μέσα στη δική τους οικογένεια συμπεριφορές που έχουν βιώσει ως παιδιά, ακόμη κι όταν συνειδητά έχουν αποφασίσει να μην τις επαναλάβουν; Και πώς μπορεί να σπάσει ένας τέτοιος κύκλος;

Ν.Κ.: Η οικογένεια μέσα στην οποία μεγαλώνουμε αποτελεί το πρώτο περιβάλλον όπου μαθαίνουμε τι σημαίνει αγάπη, φροντίδα, επικοινωνία, σύγκρουση και όρια. Μέσα από τις σχέσεις με τους γονείς μας διαμορφώνουμε τρόπους να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, να διεκδικούμε τις ανάγκες μας και να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες. Πολλά από αυτά τα μοτίβα τα υιοθετούμε ασυνείδητα και τα μεταφέρουμε αργότερα στις δικές μας σχέσεις, ακόμη κι όταν έχουμε υποσχεθεί στον εαυτό μας ότι δεν θα επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας.

Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου οι συγκρούσεις αποφεύγονταν ή αποσιωπούνταν, μπορεί ως ενήλικας να δυσκολεύεται να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, φοβούμενος ότι θα διαταράξει τη σχέση. Αντίστοιχα, κάποιος που βίωσε υπερβολικό έλεγχο μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να γίνεται ελεγκτικός με τα δικά του παιδιά, θεωρώντας ότι έτσι τα προστατεύει. Συχνά, μάλιστα, οι συμπεριφορές αυτές δεν αναπαράγονται επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν να πληγώσουν τους άλλους, αλλά επειδή αποτελούν τους τρόπους που έχουν μάθει να σχετίζονται.

Ο κύκλος αυτός, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτος. Το πρώτο βήμα για να σπάσει είναι η αναγνώριση των μοτίβων μας και η κατανόηση της προέλευσής τους. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποιες συμπεριφορές έχουμε κληρονομήσει από την οικογένειά μας, ποιες ανάγκες εξυπηρετούσαν κάποτε και αν εξακολουθούν να είναι λειτουργικές στη σημερινή μας ζωή. Η αυτογνωσία μάς βοηθά να διακρίνουμε το παρελθόν από το παρόν και να αναλάβουμε την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Εξίσου σημαντικό είναι να μάθουμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά, να θέτουμε όρια, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να αποδεχόμαστε ότι η αλλαγή απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όσα βιώσαμε ως παιδιά, μπορούμε όμως να επιλέξουμε τι θα μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές. Η ουσιαστική αλλαγή αρχίζει όταν σταματάμε να λειτουργούμε αυτόματα και αποκτούμε τη δυνατότητα να επιλέγουμε συνειδητά διαφορετικές συμπεριφορές. Γιατί τελικά, δεν είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε την οικογενειακή μας ιστορία. Μπορούμε να την κατανοήσουμε, να συμφιλιωθούμε με όσα μας σημάδεψαν και να γράψουμε ένα διαφορετικό κεφάλαιο στις σχέσεις μας με τα παιδιά μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε.

3. Υποστηρίζετε ότι ο ρόλος του γονιού είναι δια βίου και ότι η σχέση γονιού και παιδιού δεν τελειώνει όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Πού σταματά όμως η γονεϊκή φροντίδα και πού αρχίζει η ανάγκη του ενήλικου παιδιού για αυτονομία; Ποιο είναι το όριο που συχνά δυσκολεύονται να σεβαστούν και οι δύο πλευρές;

Ε.Π.: Ο ρόλος του γονιού είναι πράγματι δια βίου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει ίδιος σε όλες τις φάσεις της ζωής του παιδιού. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, η γονεϊκή φροντίδα χρειάζεται να μετασχηματίζεται: από την προστασία και την καθοδήγηση περνά σταδιακά στην υποστήριξη, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της αυτονομίας του. Ο γονιός καλείται να αποδεχτεί ότι το ενήλικο παιδί του έχει πλέον τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του αξίες, τις δικές του επιλογές και το δικαίωμα να χαράξει τη δική του πορεία, ακόμη κι όταν αυτή διαφέρει από τις προσδοκίες του.

Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και τον έλεγχο βρίσκεται στην ελευθερία που αφήνουμε στον άλλον. Η φροντίδα προσφέρεται χωρίς να απαιτεί ανταλλάγματα, υπακοή ή επιβεβαίωση της αγάπης. Αντίθετα, όταν η βοήθεια συνοδεύεται από παρεμβάσεις, ενοχές ή την προσδοκία ότι το παιδί οφείλει να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του γονιού, τότε κινδυνεύει να μετατραπεί σε βάρος. Από την άλλη πλευρά, και το ενήλικο παιδί χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι η αυτονόμηση δεν προϋποθέτει την απόρριψη των γονιών του. Μπορεί να τους αγαπά, να τους φροντίζει και να διατηρεί ουσιαστική επαφή μαζί τους, χωρίς να αισθάνεται υπεύθυνο για κάθε συναισθηματική τους ανάγκη ή να θυσιάζει τη δική του ισορροπία για να τους ικανοποιεί. Η θέσπιση ορίων δεν αποτελεί ένδειξη αχαριστίας ή έλλειψης αγάπης, αλλά έναν τρόπο να διαμορφωθεί μια πιο ώριμη και ισότιμη σχέση.

Το όριο που δυσκολεύονται συχνά να σεβαστούν και οι δύο πλευρές είναι η διάκριση ανάμεσα στο «νοιάζομαι για σένα» και στο «αποφασίζω για σένα». Ο γονιός χρειάζεται να μάθει να προσφέρει χωρίς να επιβάλλεται, να μην προσπαθεί να ζήσει μέσα από τη ζωή του παιδιού του και να μην προσπαθεί να καλύψει τις δικές του ανάγκες ενώ το παιδί να διεκδικεί την ανεξαρτησία του χωρίς να αισθάνεται διαρκώς ενοχές. Αυτό απαιτεί αμοιβαία κατανόηση, ειλικρινή επικοινωνία και αποδοχή των νέων ρόλων. Τελικά, η ωριμότητα της γονεϊκής αγάπης δεν φαίνεται από το πόσο απαραίτητος παραμένει ο γονιός στη ζωή του παιδιού του, αλλά από το κατά πόσο μπορεί να στέκεται δίπλα του χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Γιατί ο στόχος δεν είναι το παιδί να παραμένει εξαρτημένο από τον γονιό, αλλά να μπορεί να απομακρύνεται, να εξελίσσεται και να επιστρέφει στη σχέση από δική του επιθυμία. Η αγάπη δεν χάνει την αξία της όταν αφήνει χώρο στην αυτονομία· αντίθετα, τότε μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική, ελεύθερη και βαθιά.

4. Η απουσία, οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις μας πολλά χρόνια αργότερα. Είναι όμως απαραίτητο να «λύσουμε» όλα όσα συνέβησαν στην οικογένεια που μεγαλώσαμε για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις ως ενήλικες;

Ν.Κ.: Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε επουλώσει όλες τις πληγές της παιδικής μας ηλικίας για να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις ως ενήλικες. Η προσωπική εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία που απαιτεί προσπάθεια, ωριμότητα και θέληση. Σημαντικό είναι να κατανοήσουμε πώς οι πρώιμες εμπειρίες μας εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σχέσεις μας. Η απουσία ενός γονιού, η συναισθηματική απόσταση ή οι ανεκπλήρωτες ανάγκες μπορεί να αφήσουν βαθιά σημάδια. Έτσι, κάποιος που δεν ένιωσε αποδοχή μπορεί να αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση ή να φοβάται την απόρριψη, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί και να εκφράσει τις ανάγκες του. Το παρελθόν δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο, μπορεί όμως να καθορίζει τις επιλογές μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Η αλλαγή αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τι μας έλειψε, ποιες προσδοκίες διατηρούμε και ποιες συμπεριφορές επαναλαμβάνουμε, προσπαθώντας να καλύψουμε παλιές ανάγκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κατηγορούμε τους γονείς μας ή να περιμένουμε από εκείνους να αλλάξουν και να μας προσφέρουν όσα στερηθήκαμε. Κάποιες φορές, δεν μπορούν να κατανοήσουν τον πόνο μας ή να ανταποκριθούν στις ανάγκες μας.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, μπορούμε όμως να επιλέξουμε πώς θα επηρεάζει το μέλλον μας. Η διαδικασία αυτή μπορεί να απαιτεί προσωπική προσπάθεια, βοήθεια από έναν ειδικό και επαναπροσδιορισμό των ορίων μας. Ίσως χρειαστεί, επίσης, να αποδεχτούμε ότι ορισμένες οικογενειακές σχέσεις δεν θα γίνουν ποτέ όπως θα θέλαμε. Η αποδοχή δεν σημαίνει δικαιολόγηση ή λήθη, αλλά απελευθέρωση από την αναμονή απαντήσεων που μπορεί να μην έρθουν ποτέ. Δεν χρειάζεται να έχουμε θεραπεύσει κάθε πληγή για να αγαπήσουμε ουσιαστικά. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συμπεριφορών μας και να μην αφήνουμε τον παλιό πόνο να καθορίζει τις σχέσεις μας. Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην απουσία δυσκολιών, αλλά στην ικανότητα να τις κατανοούμε και να τις διαχειριζόμαστε συνειδητά. Δεν είμαστε μόνο το αποτέλεσμα της οικογένειάς μας, αλλά και οι άνθρωποι που επιλέγουμε να γίνουμε. Η ουσιαστική ελευθερία της ενηλικίωσης είναι να κρατήσουμε από το παρελθόν όσα μας βοηθούν να εξελιχθούμε, χωρίς να επαναλαμβάνουμε όσα μας πλήγωσαν.

5. Μιλάτε για τη «δια βίου μάθηση των γονιών» ως επένδυση στη σχέση και όχι απλώς στη γνώση. Τι σημαίνει στην πράξη να είναι ένας γονιός πραγματικά παρών –σωματικά, ψυχικά, συναισθηματικά και γνωστικά– και ποιο είναι ίσως το σημαντικότερο λάθος που κάνουν οι γονείς σήμερα χωρίς να αντιλαμβάνονται τις συνέπειές του;

Ε.Π.: Η δια βίου μάθηση των γονιών δεν αφορά μόνο την απόκτηση γνώσεων, αλλά κυρίως τη διάθεση να κατανοούν καλύτερα τον εαυτό τους και τα παιδιά τους, να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να εξελίσσονται μαζί τους. Γιατί το να είσαι γονιός δεν σημαίνει ότι έχεις όλες τις απαντήσεις, αλλά ότι παραμένεις πρόθυμος να ακούσεις και να μάθεις. Στην πράξη, πραγματικά παρών σημαίνει να διαθέτεις χρόνο και ουσιαστική προσοχή στο παιδί σου, να ενδιαφέρεσαι όχι μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα αισθάνεται και σκέφτεται. Να μπορείς να ακούς χωρίς να κρίνεις, να αποδέχεσαι τα συναισθήματά του χωρίς να σπεύδεις να τα διορθώσεις και να προσπαθείς να κατανοήσεις τον κόσμο μέσα από τη δική του ματιά. Σημαίνει, επίσης, να αποδέχεσαι ότι το παιδί σου είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με δικές του ανάγκες, επιθυμίες και επιλογές. Επομένως, ο γονιός θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού με βάση την ηλικία. Είναι σημαντικό ο γονιός να είναι παρών, διακριτικά και υποστηρικτικά δίπλα στο παιδί. Κάποιες φορές οι γονείς δεν αντιλαμβάνονται ότι τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και δεν είναι πλέον μικρά παιδιά.

Ίσως ένα από τα σημαντικότερα λάθη των γονιών σήμερα είναι ότι συγχέουν τη φροντίδα με την κάλυψη των πρακτικών αναγκών του παιδιού. Ασχολούνται με την εκπαίδευση, τις δραστηριότητες και την επιτυχία του, αλλά συχνά παραμελούν την ουσιαστική συναισθηματική επικοινωνία. Μπορεί να γνωρίζουν τι κάνει καθημερινά, χωρίς να γνωρίζουν τι το προβληματίζει ή τι δυσκολεύεται να εκφράσει. Παράλληλα, πολλές φορές σπεύδουν να συμβουλεύσουν ή να διορθώσουν, αντί να ακούσουν πραγματικά. Η ουσιαστική γονεϊκή παρουσία δεν απαιτεί τελειότητα, αλλά διάθεση για αυτογνωσία, αλλαγή και επανόρθωση. Απαιτεί να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, να ζητάμε συγγνώμη και να προσαρμόζουμε τη στάση μας καθώς το παιδί μεγαλώνει. Τελικά, δεν αρκεί να αγαπάμε τα παιδιά μας· χρειάζεται να τα βοηθάμε να αισθάνονται αυτή την αγάπη. Η μεγαλύτερη επένδυση ενός γονιού είναι να δημιουργήσει μια σχέση στην οποία το παιδί νιώθει ασφάλεια να εκφράζεται ελεύθερα, να διαφωνεί και να εξελίσσεται χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αποδοχή και την αγάπη του.

6. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους μας, είτε έχουμε τον ρόλο του παιδιού είτε του γονιού. Αν μπορούσατε να αφήσετε στον αναγνώστη μία μόνο σκέψη μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου, ποια θα θέλατε να είναι αυτή για την οικογένεια, τους δεσμούς μας και τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε –και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε– ο ένας μέσα από τον άλλον;

Οι οικογενειακοί δεσμοί μας καθορίζουν σε όλη μας τη ζωή!

Η οικογένεια δεν είναι μια σχέση που διαμορφώνεται οριστικά στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Είναι ένας δεσμός που μας συνοδεύει, μας επηρεάζει και μεταβάλλεται μαζί μας, καθώς περνάμε από διαφορετικές ηλικίες και ρόλους. Η κατανόηση του παρελθόντος, η αναγνώριση των προσωπικών μας ορίων και η διάθεση να ακούμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε αποτελούν σημαντικά βήματα προς πιο ουσιαστικές σχέσεις.

Όπως αναδεικνύουν η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας, η οικογένεια δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να αποτελεί πηγή αγάπης και εξέλιξης. Χρειάζεται, όμως, φροντίδα, επίγνωση και τη διάθεση των μελών της να αναγνωρίζουν τις δυσκολίες, να επαναπροσδιορίζουν τους ρόλους τους και να αφήνουν χώρο ο ένας στην προσωπική πορεία του άλλου. Γιατί οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν δεν είναι μόνο εκείνοι που μας διαμόρφωσαν, αλλά και εκείνοι που συνεχίζουμε να χτίζουμε σε όλη μας τη ζωή.

INFO

«Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»

Συγγραφείς: Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας
Εκδόσεις: Αγγελάκη
Τόπος και έτος έκδοσης: Αθήνα, 2026
Σελίδες: 328
ISBN: 978-960-616-560-3
Τιμή λιανικής: 15,00 €
Τιμή στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων: 13,50 €

Περισσότερες πληροφορίες και αγορά: angelakis.gr

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το βιβλίο περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις σε όλες τις ηλικίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον δια βίου ρόλο του γονιού και στις ευθύνες, τις δεσμεύσεις, τα συναισθήματα και τις εντάσεις που τον συνοδεύουν. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι οικογενειακοί δεσμοί συμβάλλουν στην αυτογνωσία και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαρκούς ενασχόλησης με τις σχέσεις και της συναισθηματικής παρουσίας των γονιών.

Μέσα από την προσέγγιση οικογενειακών μοτίβων, άγραφων νόμων, σιωπηλών συμμαχιών, άλυτων συγκρούσεων, τραυμάτων του παρελθόντος και ανεκπλήρωτων προσδοκιών, οι συγγραφείς προσκαλούν τον αναγνώστη να προβληματιστεί και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται στη θέση του παιδιού ή του γονιού. Κεντρική θέση έχει η άποψη ότι η σχέση γονιού και παιδιού δεν ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση, αλλά εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Οι συγγραφείς

Νίκος Κουραβάνας

Ο Νίκος Κουραβάνας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ έχει ρίζες από τη Λαμία και την Κρήτη. Αποφοίτησε από το τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Συνέχισε με μεταπτυχιακές εξειδικεύσεις στις «Επιστήμες της Αγωγής» στο ΕΑΠ, στον «Κοινωνικό αποκλεισμό και ανθρώπινα δικαιώματα» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στην Κλινική Ψυχολογία, με κατεύθυνση τη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία, στο Hellenic American University.

Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με τη διαχείριση του χωρισμού και του διαζυγίου των γονέων, τη συμβουλευτική και τη θεραπεία ζεύγους και οικογένειας, καθώς και τη Θετική Ψυχολογία. Διατηρεί το ιστολόγιο ψυχολογίας «ευΨυχία» και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Σε συνεργασία με τη σύζυγό του, Ελένη Παπαδοπούλου, έχει συγγράψει τα ψυχοθεραπευτικά παραμύθια «Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα» και «Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα», που αφορούν παρορμητικές συμπεριφορές στα παιδιά, καθώς και τα βιβλία ψυχολογίας «Κράτα μου το χέρι», «Μη σταματάς να πιστεύεις» και «Φωτογραφοθεραπεία και παραμυθοθεραπεία». Διατηρεί ιδιωτικό γραφείο στα Σεπόλια μαζί με τη σύζυγό του.

Ελένη Παπαδοπούλου

Η Ελένη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στην Καρδίτσα και μεγάλωσε στο χωριό Μάρκο, πριν μεταβεί στην Αθήνα για τις σπουδές της. Σπούδασε Ψυχολογία, Κοινωνιολογία και Επικοινωνία, Μέσα και Πολιτισμό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο τη «Δυσλεξία – Επικοινωνία σε πολυγλωσσικό περιβάλλον και χρήση νέας τεχνολογίας», ως υπότροφος του ΙΚΥ, καθώς και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στον τομέα «Κοινωνικός αποκλεισμός και ανθρώπινα δικαιώματα».

Έχει εκπαιδευτεί στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, στην εκπαίδευση ενηλίκων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και στη Θετική Ψυχολογία. Έχει εργαστεί ως εκπαιδεύτρια σε ομάδες στις Σχολές Γονέων του ΙΝΕΔΙΒΙΜ και στα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης. Διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου και είναι τακτικό μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ).

Διατηρεί το ιστολόγιο ψυχολογίας «ευΨυχία» και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Μαζί με τον σύζυγό της, Νίκο Κουραβάνα, έχει συγγράψει τα ψυχοθεραπευτικά παραμύθια «Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα» και «Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα», καθώς και τα βιβλία ψυχολογίας «Κράτα μου το χέρι», «Μη σταματάς να πιστεύεις» και «Φωτογραφοθεραπεία και παραμυθοθεραπεία». Διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ψυχολόγου στα Σεπόλια μαζί με τον σύζυγό της.

 

Πηγή: 

https://www.kontranews.gr/politismos/eleni-papadopoulou-nikos-kouravanas-oi-oikogeneiakoi-desmoi-mas-kathorizoun-se-oli-mas-ti-zoi-me-afetiria-tin-psychologia-kai-tin-polyeti-ebeiria-tous-sti-symvouleftiki-kai-tin/ 

Συνέντευξη της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα με αφορμή το νέο τους βιβλίο «Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»

Χ.Κ.: Το βιβλίο «Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν» της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα, από τις Εκδόσεις Αγγελάκη, ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από την οικογένεια, τις σχέσεις που μας διαμορφώνουν και τις εμπειρίες που μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή. Μέσα από τη συνέντευξη με τους συγγραφείς, θα αναζητήσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα που αγγίζουν όλους μας, έχοντας ως προσωπική μου σκέψη τη φράση: «Δεν επιλέγουμε τους γονείς μας, αλλά επιλέγουμε τη στάση μας». Μια φράση που συμπυκνώνει την πεποίθησή μου ότι, ακόμη κι αν δεν επιλέγουμε την οικογένεια στην οποία γεννιόμαστε, μπορούμε να επιλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στις εμπειρίες μας και χτίζουμε τη δική μας πορεία.

 

1. Καλησπέρα και καλωσορίσατε στη σελίδα μας. Θα ήθελα να μου "συστήσετε" ο ένας τον άλλον.

Ε.Π.: Ο Νίκος Κουραβάνας είναι ένας άνθρωπος που δεν περιορίζεται εύκολα σε έναν τίτλο ή σε έναν επαγγελματικό ρόλο. Είναι ψυχολόγος και συγγραφέας, αλλά πίσω από όλα αυτά υπάρχει κυρίως ένας άνθρωπος με βαθύ ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται, αγαπούν, πληγώνονται και προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον. Αυτό που εκτιμώ ιδιαίτερα στον Νίκο είναι η ικανότητά του να προσεγγίζει δύσκολα ζητήματα χωρίς να τα κάνει δυσνόητα. Έχει έναν τρόπο να παίρνει όσα μοιάζουν περίπλοκα και να τα φέρνει κοντά στην καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία, αναζητώντας τις καλύτερες δυνατές λύσεις. Παρατηρεί τους άλλους, τις σχέσεις, τις σιωπές, τις μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά. Έχει ευαισθησία, αλλά δεν την επιδεικνύει. Θα έλεγα μάλιστα ότι συχνά την προστατεύει πίσω από τη σκέψη, το χιούμορ ή την ανάγκη να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Στη συνεργασία μας και στην κοινή μας πορεία έχω γνωρίσει έναν άνθρωπο που σκέφτεται πολύ, παρατηρεί ακόμη περισσότερο και δεν φοβάται να θέσει εύστοχες ερωτήσεις. Και ίσως αυτή είναι μία από τις πιο σημαντικές ιδιότητές του: δεν ενδιαφέρεται τόσο να έχει την τελευταία λέξη, όσο να ανοίγει έναν χώρο για σκέψη και ουσιαστικό διάλογο. Για μένα, ο Νίκος είναι ένας συνοδοιπόρος στην προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο και τις σχέσεις του. Και αυτός είναι, τελικά, ο λόγος που η συνεργασία μας έχει τόση αξία

Ν.Κ.: Η Ελένη Παπαδοπούλου είναι ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στον άνθρωπο και στις σχέσεις του. Ως ψυχολόγος και συγγραφέας, έχει έναν τρόπο να ακούει πίσω από τις λέξεις και να αναζητά όχι μόνο αυτό που φαίνεται, αλλά και αυτό που δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε. Έχει μια ιδιαίτερα πλούσια ακαδημαϊκή διαδρομή, αλλά αυτό που θεωρώ σημαντικότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέει τη γνώση με την καθημερινή ζωή. Η ψυχολογία για εκείνη δεν είναι απλώς θεωρία· είναι ένας τρόπος να κατανοούμε καλύτερα τον εαυτό μας και τους άλλους. Συνεργαζόμαστε και πορευόμαστε πλάι-πλάι αρκετά χρόνια, και μέσα από αυτή τη συνύπαρξη έχω εκτιμήσει ιδιαίτερα την επιμονή της να βλέπει τον άνθρωπο ολόκληρο, με τις δυσκολίες, τις αντιφάσεις, τις ανάγκες και τις δυνατότητές του. Και ίσως αυτό είναι που αγαπώ περισσότερο στην Ελένη. Ότι, όσο κι αν προσπαθεί να καταλάβει τον άνθρωπο μέσα από τη σκέψη και τη λογική, στο τέλος επιστρέφει πάντα στον άνθρωπο, μέσα από το συναίσθημα. Η Ελένη δεν είναι απλώς μια καλή ψυχολόγος. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί καθημερινά να γίνει λίγο πιο αληθινός και να βοηθήσει και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Και ίσως αυτό είναι που χαρακτηρίζει περισσότερο την Ελένη: δεν βιάζεται να δώσει απαντήσεις. Προσπαθεί πρώτα να καταλάβει.

2. Τι πραγματεύεται το νέο σας βιβλίο; Ποια ήταν η αφορμή της συγγραφής του;

Ε.Π.: Το παρόν βιβλίο αποτελεί καρπό της εμπειρίας που προέκυψε μέσα από ατομικές συνεδρίες με ανθρώπους, των οποίων τα αιτήματα σχετίζονταν σε σημαντικό βαθμό με την οικογένεια, καθώς πολλές από τις ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα έχουν τις ρίζες τους στις οικογενειακές τους σχέσεις. Παράλληλα, σημαντική πηγή έμπνευσης και εμπειρικού υλικού αποτέλεσε η διοργάνωση ομάδων γονέων εκ μέρους μου, τόσο μέσα από τις «Σχολές Γονέων», στις οποίες συμμετείχαν γονείς παιδιών διαφορετικών ηλικιών, όσο και μέσα από ομάδες γονέων μεγαλύτερης ηλικίας, με ενήλικα πλέον παιδιά, στο πλαίσιο των ΚΑΠΗ.

Ν.Κ.: Βασικός στόχος του βιβλίου είναι να αναδείξει τους παράγοντες που συμβάλλουν στην ενδυνάμωση ή, αντίθετα, στην αποδυνάμωση των οικογενειακών δεσμών. Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, οι γονεϊκοί ρόλοι και οι διαφορετικές προσωπικές διαδρομές των μελών μιας οικογένειας διαμορφώνουν και επηρεάζουν την ποιότητα των μεταξύ τους σχέσεων σε βάθος χρόνου. Παρουσιάζονται διαφορετικές μορφές και δυναμικές οικογενειακών σχέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των γονέων. Μέσα από αυτή την οπτική, τονίζεται η αξία της αυτογνωσίας και της επίγνωσης, της ανάληψης προσωπικής ευθύνης και της συνεχούς μάθησης ως σημαντικών προϋποθέσεων για τη δημιουργία και διατήρηση υγιών οικογενειακών σχέσεων. Στόχος είναι οι σχέσεις αυτές όχι μόνο να διατηρούνται στον χρόνο, αλλά να έχουν τη δυνατότητα να εξελίσσονται, να προσαρμόζονται και να εμπλουτίζονται δημιουργικά. Θεωρήσαμε, λοιπόν, ότι θα αποτελέσει μια καλή αφορμή η συγγραφή αυτού του βιβλίου, ώστε οι αναγνώστες να προβληματιστούν, να ασχοληθούν περισσότερο με τις οικογενειακές τους σχέσεις, με απώτερο σκοπό τη βελτίωσή τους.

3. α. Ποιος είναι ο ρόλος των οικογενειακών σχέσεων;

β. Πώς μετατρέπεται ένα οικογενειακό τραύμα από βίωμα μιας γενιάς σε συμπεριφορά της επόμενης; Είναι αυτό που λέμε διαγενεακό τραύμα;

Ν.Κ.: α) Οι οικογενειακές σχέσεις είναι οι πρώτοι και πιο καθοριστικοί κοινωνικοί δεσμοί στη ζωή του ανθρώπου. Μέσα στην οικογένεια διαμορφώνονται οι πρώτες εμπειρίες αγάπης, ασφάλειας, αποδοχής αλλά και σύγκρουσης. Η οικογένεια είναι ένα καταφύγιο σε όλη μας τη ζωή- το πρώτο και το πιο σημαντικό σημείο αναφοράς. Η οικογένεια μπορεί να παρομοιαστεί με έναν ιστό αράχνης: ένα πλέγμα σχέσεων λεπτό και σύνθετο, που σε αρκετά σημεία παραμένει αθέατο, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει σημαντική ανθεκτικότητα. Κάθε νήμα του ιστού συμβολίζει ένα μέλος της οικογένειας, έναν δεσμό ή μια κοινή εμπειρία. Τα νήματα αυτά συνδέονται μεταξύ τους με τρόπους που δεν είναι πάντοτε εύκολο να γίνουν αντιληπτοί, ωστόσο η επίδρασή τους γίνεται αισθητή κάθε φορά που μεταβάλλεται κάτι σε ένα σημείο του συστήματος. Η αλλαγή ή η ένταση που δέχεται ένα μέλος επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα, ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα, καθώς τίποτα μέσα σε αυτό δεν λειτουργεί εντελώς ανεξάρτητα. Η ανθεκτικότητα αυτού του ιστού δεν προκύπτει από την ακαμψία του, αλλά από την ικανότητά του να προσαρμόζεται. Όπως ο ιστός υποχωρεί απέναντι στον άνεμο χωρίς απαραίτητα να καταστρέφεται, έτσι και οι οικογενειακές σχέσεις χρειάζεται να διαθέτουν ευελιξία, ώστε να ανταποκρίνονται στις αλλαγές και στις μεταβάσεις της ζωής. Οι οικογένειες καλούνται διαρκώς να διαχειρίζονται ανατροπές, δυσκολίες και γεγονότα που δοκιμάζουν τις ισορροπίες τους. Η δυνατότητα προσαρμογής και αναπροσαρμογής των σχέσεων αποτελεί, επομένως, σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση της συνοχής τους.

Ε.Π.: Όταν, όμως, κάποιο από τα νήματα του ιστού επιβαρύνεται υπερβολικά ή διακόπτεται, η συνολική ισορροπία επηρεάζεται. Ο οικογενειακός δεσμός μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται, αλλά ενδέχεται να μην έχει πλέον την ίδια συνοχή και λειτουργικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποδυνάμωση των σχέσεων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε απομόνωση επιμέρους μελών, αφήνοντας πίσω μόνο αποσπασματικά στοιχεία ενός δεσμού που κάποτε ήταν ισχυρός και συνεκτικός. Παράλληλα, ο οικογενειακός ιστός δεν αποτελεί κάτι στατικό, το οποίο δημιουργείται μία φορά και παραμένει ίδιο. Διαμορφώνεται, ανανεώνεται και ενισχύεται καθημερινά μέσα από την επικοινωνία, τη φροντίδα, την αποδοχή και την αμοιβαία κατανόηση. Όταν οι σχέσεις παραμελούνται, η συνοχή τους σταδιακά αποδυναμώνεται· όταν, αντίθετα, καλλιεργούνται συστηματικά, μπορούν να προσφέρουν στα μέλη της οικογένειας ασφάλεια, στήριξη και την αίσθηση ότι ανήκουν σε ένα κοινό πλαίσιο. Με αυτή την έννοια, η οικογένεια αποτελεί έναν ζωντανό και διαρκώς μεταβαλλόμενο ιστό σχέσεων. Η συνοχή της δεν είναι αυτονόητη ούτε δεδομένη, αλλά οικοδομείται καθημερινά μέσα από την επίγνωση, την προσωπική ευθύνη, τη συναισθηματική παρουσία και τη διαρκή προσπάθεια των μελών της να παραμένουν συνδεδεμένα, ακόμη και όταν οι συνθήκες της ζωής μεταβάλλονται.

Ε.Π.: β) Τα τραύματα των γονέων που προέρχονται από τα βιώματα της παιδικής τους ηλικίας συνοδεύουν το άτομο και στον γονεϊκό ρόλο κατά την ενήλικη ζωή. Αν ο γονιός έχει βιώσει κάποιες τραυματικές καταστάσεις αυτές τον ακολουθούν στη ζωή του και εκδηλώνει συμπεριφορές που θα επηρεάσουν το μεγάλωμα των παιδιών. Δεν κληρονομείται απαραίτητα το ίδιο το τραυματικό γεγονός, αλλά μεταφέρονται συμπεριφορές, συναισθήματα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δημιουργούν ένα κλίμα υπερπροστασίας και ανασφάλειας. Πρόκειται για διαγενεακά τραύματα, τα οποία θα πρέπει να επεξεργαστούμε, να έχουμε επίγνωση της επίδρασης που έχουν επάνω μας και να μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα τραύματα που κουβαλά η οικογένεια είναι το πέπλο σιωπής που τα καλύπτει. Πολλές φορές δεν μαθαίνουμε για τα τραύματα του παρελθόντος καθώς πρόκειται για θέματα ταμπού, για θέματα που η οικογένεια προσπαθεί να αφήσει πίσω της αγνοώντας το πόσο πολύ την επηρεάζουν και πόσο παρόντα είναι κάθε στιγμή...

4. α. Είμαστε οι γονείς μας; Μπορεί κάποιος να ξεφύγει από αυτό;

β. Μπορεί ένα παιδί να είναι ο "ενήλικας" της οικογένειας; Κι αν ναι, τι συνεπάγεται αυτό;

Ν.Κ.: α) Πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι δε θέλουμε να κάνουμε τα λάθη ή να περάσουμε τα προβλήματα που βίωσαν οι γονείς μας. Η φράση «δεν θέλω να γίνω σαν τους γονείς μου» συχνά εκφράζει τον φόβο ότι τα τραύματα, οι συμπεριφορές και τα μοτίβα που μας πλήγωσαν στην παιδική ηλικία θα επαναληφθούν μέσα από εμάς. Οι γονείς αποτελούν τα πρώτα πρότυπα μέσα από τα οποία μαθαίνουμε να αγαπάμε, να επικοινωνούμε, να θέτουμε όρια και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας, με αποτέλεσμα ορισμένες συμπεριφορές τους να συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Η προσπάθεια να διαφοροποιηθούμε από εκείνους είναι σημαντική, όμως η απόλυτη απόρριψη μπορεί να μας εμποδίσει να αναγνωρίσουμε τα μοτίβα που άθελά μας επαναλαμβάνουμε. Χρειάζεται επομένως να κατανοήσουμε την ιστορία και τα τραύματα των γονιών μας, όχι για να τα δικαιολογήσουμε ή να τα αναλάβουμε, αλλά για να κατανοήσουμε τι μεταφέρθηκε σε εμάς και να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε τι θα κρατήσουμε, τι θα αλλάξουμε και τι θα αφήσουμε πίσω. Η ουσιαστική διαφοροποίηση δεν βρίσκεται στο να μην τους μοιάσουμε καθόλου, αλλά στο να γίνουμε πιο συνειδητοί ως προς όσα μας κληροδότησαν, ώστε η οικογενειακή ιστορία να μην επαναλαμβάνεται με ασυνείδητο τρόπο.

Ν.Κ.: Επομένως, χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση, επεξεργασία, γνώση του εαυτού και γενικά δουλειά με τον εαυτό μας. Ασυνείδητα αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια είναι αυτά που μάθαμε μέσα στην οικογένεια, εύκολα εκδηλώνουμε συμπεριφορές που μάθαμε. Επίσης πολλές φορές θεωρούμε ότι θάβοντας τις συμπεριφορές που ζήσαμε κι εμείς δε θέλουμε να εκδηλώσουμε πέφτουμε σε αυτή ακριβώς την παγίδα: γινόμαστε οι γονείς μας χωρίς καν να το καταλάβουμε. Δεν αρκεί να λέμε «Δεν θέλω να γίνω σαν τους γονείς μου», χρειάζεται προσπάθεια. Ό,τι δεν αναγνωρίζουμε, τείνουμε να το επαναλαμβάνουμε. Μόνο αν δούμε τα τραύματα και τα αναγνωρίσουμε θα μπορέσουμε να έχουμε την επιλογή.

Ε.Π.: β) Σε κάποιες περιπτώσεις, ο γονιός δεν μπορεί να ανταποκριθεί μέσα στην οικογένεια, με αποτέλεσμα, ένα παιδί να βρεθεί να λειτουργεί σαν ο «ενήλικας» της οικογένειας, παρότι αναπτυξιακά δεν είναι έτοιμο να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Στην ψυχολογία αυτό συχνά περιγράφεται ως αντιστροφή ρόλων: το παιδί αναλαμβάνει ευθύνες που κανονικά ανήκουν στους γονείς, είτε πρακτικές είτε κυρίως συναισθηματικές. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να φροντίζει έναν γονιό, να ηρεμεί τις συγκρούσεις, να προσέχει τα μικρότερα αδέλφια, να ακούει τα προβλήματα των γονιών ή να κρατά την οικογένεια «ενωμένη». Μπορεί επίσης να γίνει το «καλό παιδί» που δεν δημιουργεί προβλήματα, καταπιέζει τις δικές του ανάγκες και προσπαθεί να είναι διαρκώς ώριμο και υπεύθυνο. Συχνά, μάλιστα, αυτή η συμπεριφορά επιβραβεύεται από το οικογενειακό περιβάλλον, καθώς θεωρείται το πιο ώριμο παιδί, ενώ οι άλλοι νιώθουν ότι τον έχουν ανάγκη. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην υπευθυνότητα ενός παιδιού καθαυτή, αλλά στο ότι η ευθύνη υπερβαίνει αυτό που αντιστοιχεί στην ηλικία και στον ρόλο του. Το παιδί μπορεί να μάθει ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσο χρήσιμο είναι στους άλλους και ότι δεν έχει δικαίωμα να χρειάζεται φροντίδα. Έτσι, μπορεί να δυσκολεύεται αργότερα να ζητήσει βοήθεια, να εκφράσει ανάγκες, να θέσει όρια ή να επιτρέψει στους άλλους να το φροντίσουν. Ενδέχεται επίσης να αισθάνεται υπερβολική ευθύνη για τα συναισθήματα των άλλων και να αναλαμβάνει στις ενήλικες σχέσεις ρόλους «φροντιστή» ή «σωτήρα». Υπάρχει, όμως, και μια σημαντική διάκριση: δεν είναι κάθε υπεύθυνο ή ώριμο παιδί ένα παιδί που έχει «ενηλικιωθεί» πρόωρα. Η περιστασιακή συμμετοχή στις οικογενειακές ευθύνες είναι φυσιολογική. Το ζήτημα είναι όταν η οικογενειακή ισορροπία εξαρτάται συστηματικά από το παιδί και όταν εκείνο αισθάνεται ότι πρέπει να είναι ο ενήλικας επειδή οι πραγματικοί ενήλικες δεν μπορούν ή δεν είναι διαθέσιμοι να αναλάβουν τον ρόλο τους.

5. Μπορεί ένας ενήλικας να αγαπά τους γονείς του και ταυτόχρονα να επιθυμεί να αποκοπεί από αυτούς, καθώς μπορεί να είναι τοξικοί για αυτόν;

Ν.Κ.: Σε κάποιες περιπτώσεις, η σχέση γονέα- παιδιού μπορεί να έχει πολλά τοξικά στοιχεία, να προκαλεί έντονα αρνητικά συναισθήματα. Το ενήλικο παιδί μπορεί να αποφασίσει τι είναι καλύτερο για αυτή τη σχέση. Δυστυχώς, υπάρχουν σχέσεις που καταλήγουν σε αδιέξοδο, που τα τραύματα επαναλαμβάνονται, που οι πληγές παραμένουν ανοιχτές και δεν μπορούν να κλείσουν. Δεν είναι αυτονόητο ότι η σχέση ανάμεσα στον γονιό και το παιδί είναι πάντοτε ασφαλής, υποστηρικτική και ωφέλιμη και για τις δύο πλευρές. Η σχέση γονέα- παιδιού χρειάζεται να στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στην αναγνώριση των συναισθημάτων και της προσωπικότητας του άλλου, στην αποδοχή των ορίων και στη σαφή διατήρηση των ρόλων. Η σχέση μπορεί να επιβαρυνθεί όταν υπάρχει συνεχής κριτική, υπερβολικός έλεγχος, παρεμβατικότητα ή όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται και το παιδί καλείται να αναλάβει ευθύνες που δεν του αναλογούν. Σημαντικό ρόλο παίζει και κατά πόσο υπάρχουν όρια ανάμεσα στον γονιό και το παιδί και δεν είναι μια συμβιωτική σχέση, όπου τα όρια του ενός εισχωρούν στον άλλο.

Ε.Π.: Ως ενήλικες, δεν έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα να αλλάξουμε μια τέτοια σχέση ούτε μπορούμε να επιβάλουμε στον άλλον τη διάθεση να αναγνωρίσει ή να μεταβάλει τη συμπεριφορά του. Μπορούμε, όμως, να εξετάσουμε με ειλικρίνεια τη σχέση, να αναγνωρίσουμε τι μας πληγώνει, να εκφράσουμε τις ανάγκες και τα όριά μας και να αναζητήσουμε, όπου είναι εφικτό, έναν πιο υγιή τρόπο επικοινωνίας. Η απομάκρυνση δε χρειάζεται να αποτελεί την πρώτη επιλογή, αλλά ούτε και η διατήρηση μιας σχέσης που μας προκαλεί διαρκή ψυχική επιβάρυνση αποτελεί υποχρέωση. Πριν οδηγηθούμε σε αυτή την απόφαση, αξίζει να έχουμε προσπαθήσει να κατανοήσουμε τη σχέση, να επικοινωνήσουμε όσα μας δυσκολεύουν και να εξαντλήσουμε τα περιθώρια που υπάρχουν για αλλαγή. Αν, παρά την προσπάθεια, η σχέση εξακολουθεί να μας βλάπτει, η θέσπιση μεγαλύτερης απόστασης μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο προστασίας του εαυτού μας και όχι απαραίτητα μια πράξη απόρριψης ή τιμωρίας απέναντι στον γονιό. Πάντα έχουμε ανάγκη να αγαπάμε τους γονείς μας και σε όλη μας τη ζωή μπορεί να αναζητούμε την αγάπη τους. Αυτή όμως η ανάγκη δε σημαίνει απαραίτητα ότι η αλληλεπίδραση με τον γονιό έχει τα επιθυμητά οφέλη. Όταν κάποια έντονα τραυματικά βιώματα επαναλαμβάνονται τότε θα πρέπει να επαναξιολογήσουμε αυτή τη σχέση και να βρούμε τρόπους να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από κακοποιητικές σχέσεις. Υπάρχουν σχέσεις που δεν είναι εφικτό να βάλουμε όρια, να διαχειριστούμε τα συναισθήματα και να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε με τον σημαντικό Άλλο.

6. Γιατί επιλέξατε αυτό τον τίτλο για το βιβλίο;

Ο τίτλος αναφέρεται στις οικογενειακές σχέσεις σε διάφορες ηλικιακές φάσεις. Η οικογένεια είναι ένας βασικός ιστός μέσα στον οποίο μεγαλώνουμε και μπορούμε να απελευθερωθούμε και να σταθούμε στα δικά μας πόδια ή να παγιδευτούμε και να κάνουμε φαύλους κύκλους μέσα σε επαναλαμβανόμενες τραυματικές, στερητικές ή προβληματικές καταστάσεις. Η οικογένεια συμβάλλει στο δικό μας μεγάλωμα, είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο. Οπότε οι δεσμοί που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια μας μεγαλώνουν: το ερώτημα είναι πώς μας μεγαλώνουν και τι αντίκτυπο έχουν στη μετέπειτα ζωή μας. Πολλές φορές θεωρούμε αυτονόητο ή δεδομένο ότι η οικογένεια είναι ένα ασφαλές καταφύγιο, μια σχέση με αγάπη, αποδοχή και στήριξη, που μας βοηθάει να γίνουμε ο εαυτός μας και να δημιουργήσουμε με τη σειρά μας τη δική μας μελλοντική οικογένεια. Ωστόσο, πρόκειται για σχέσεις που είναι εύκολο να συσσωρευτούν αρνητικά συναισθήματα, τραύματα, συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να έχουν αρνητικό αντίκτυπο σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Η οικογένεια μας ακολουθεί είτε το επιλέξουμε είτε όχι, είτε είναι παρούσα είτε όχι...

7. Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Υπάρχει κάποιο νέο βιβλίο στα σκαριά;

Ε.Π.: Ναι, βρισκόμαστε ήδη στην επεξεργασία του επόμενου βιβλίου μας, που πάλι συνδέεται με την ψυχολογία, κινείται γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις και τον τρόπο που βιώνουμε κάποια συναισθήματα. Απλά αναφέρεται σε ένα πιο συγκεκριμένο σύνολο συναισθημάτων και σε μια κατάσταση, που όλους μας απασχολεί. Είναι ένα θέμα με το οποίο ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι στο πλαίσιο των συνεδριών και οι περισσότεροι δυσκολεύονται ακόμη και να το συζητήσουν.

8. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.

Ν.Κ.: Αγαπημένο μου τραγούδι είναι η «Αύρα» του Δημήτρη Παναγόπουλου. Αγαπημένο μου ποίημα είναι το «Σ’ αγαπώ» του Γιώργου Λέκκα από τη συλλογή «Χάρτινα Δέντρα». Είχα τη χαρά να έχω καθηγητή μου τον Γιώργο Λέκκα και είναι ένας άνθρωπος πρότυπο για εμένα, κυρίως για την ταπεινότητα, τη φιλομάθειά του και για πολλές άλλες αρετές που τον χαρακτηρίζουν. Αγαπημένη μου ταινία είναι «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», με πρωταγωνιστή τον Robin Williams, καθώς είναι μια ταινία με πολλά βαθιά νοήματα για τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων.

Ε.Π.: Αγαπημένο μου τραγούδι είναι ο «Χαρταετός» του Μανώλη Φάμελλου. Αγαπημένο μου ποίημα είναι το «Επίλογος» του Τάσου Λειβαδίτη. Αγαπημένη μου ταινία είναι το “Amour” του Michael Haneke. Γενικά πιστεύουμε ότι οι ταινίες και τα βιβλία αποτελούν μια μορφή ψυχοθεραπείας και για αυτό στο blog μας (Θέματα Ψυχολογίας, ευΨυχία, http://papadopsixologos.blogspot.com) προτείνουμε συχνά και ταινίες και βιβλία.

Το μέρος που μας εμπνέει περισσότερο είναι η βόρεια Εύβοια, κυρίως για την ομορφιά του τοπίου, τους ανθρώπους της και την ηρεμία που τη διακρίνει.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Κι εμείς σας ευχαριστούμε πολύ, κυρίως για τη δυνατότητα να εκφράσουμε κάποιες σκέψεις και κάποια συναισθήματα σχετικά με το βιβλίο και τον τρόπο που προσεγγίζουμε τα πράγματα. Σας ευχόμαστε καλή συνέχεια στο έργο σας!

 

Πηγή:

https://θεατρο.gr/synenteyxeis/item/7037-synentefksi-eleni-papadopoyloy-nikos-koyrvanas-oikogeneia.html  


Συνέντευξη στο InfoKids plus

Η κυκλοφορία του βιβλίου με τίτλο «Οικογένεια, Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν» της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα στάθηκε η αφορμή για μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους συγγραφείς σχετικά με την εξέλιξη των σχέσεων της οικογένειας καθώς μεγαλώνουμε, τους γονείς και τα ενήλικα παιδιά και για τους δεσμούς που διαμορφώνουν τη ζωή μας.

Μία συζήτηση που θα δώσει στον καθέναν από εμάς κάτι παραπάνω για να σκεφτεί…

Πηγή φωτογραφίας: infokids.gr 

 

Λέτε ότι η σχέση με τους γονείς μας -ή η απουσία της- βρίσκεται στον πυρήνα των μετέπειτα σχέσεών μας. Πόσο συχνά, ως ενήλικες, επαναλαμβάνουμε μέσα στις ερωτικές μας σχέσεις οικογενειακά μοτίβα που πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας;

Νίκος Κουραβάνας: Αρκετά συχνά, και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιούμε. Οι πρώιμες σχέσεις μας με τους γονείς ή τους βασικούς φροντιστές μας λειτουργούν ως πρότυπο για τις σχέσεις μας και μας «διδάσκουν» τι σημαίνει οικειότητα, ασφάλεια, αγάπη και σύνδεση. Μέσα από αυτές μαθαίνουμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, αν οι ανάγκες μας θα ακουστούν, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον άλλον, αν νιώθουμε ασφάλεια ή αν πρέπει να παλέψουμε για τη σχέση και να βρούμε τρόπους να την κερδίσουμε. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του δεσμού, όπως ο Bowlby, κατά το πρώτο κυρίως έτος ο δεσμός με το κύριο πρόσωπο φροντίδας είναι ασφαλής ή μη ασφαλής, ανάλογα με το πόσο συναισθηματικά παρόν είναι το πρόσωπο φροντίδας στη ζωή και στην κάλυψη των αναγκών του παιδιού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να αναπαράγουμε τα οικογενειακά μοτίβα. Σημαίνει όμως ότι το γνώριμο έχει μια παράξενη δύναμη πάνω μας: ακόμη κι όταν κάτι μας έχει πληγώσει, μπορεί να μας φαίνεται οικείο και, επομένως, ασυνείδητα έχει περισσότερες πιθανότητες να μας προσελκύσει και να το επιλέξουμε. Έτσι, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με συναισθηματική απόσταση μπορεί ενδόμυχα να επιθυμεί την εγγύτητα, αλλά τελικά επιλέγει ανθρώπους που είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμοι, ενώ κάποιος που έμαθε ότι η αγάπη συνοδεύεται από ένταση μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την ηρεμία ως αγάπη και να επιλέγει οξύθυμους και νευρικούς ανθρώπους.

Ελένη Παπαδοπούλου: Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το μοτίβο των σχέσεών μας, αλλά και να καταλάβουμε τι ανάγκες εξυπηρετεί. Η επανάληψη συχνά είναι μια προσπάθεια να ξαναζήσουμε μια παλιά ιστορία με διαφορετικό τέλος. Το πρόβλημα είναι ότι, χωρίς επίγνωση, μπορεί να επιλέγουμε ξανά και ξανά το οικείο και αυτό που μας κάνει να νιώθουμε ασφάλεια, αντί για αυτό που πραγματικά μας κάνει καλό. Μεγαλώνοντας επαναλαμβάνουμε τα οικογενειακά μοτίβα, τους τρόπους που μάθαμε να αλληλεπιδρούμε μέσα στην οικογένειά μας και ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να καλύψουμε τα κενά και τα τραύματα που φέρουμε. Όταν βλέπουμε ότι απλά επαναλαμβάνουμε τα ίδια μοτίβα σχέσεων, απογοητευόμαστε και προσπαθούμε να σταματήσουμε να κουβαλάμε αυτές τις «προβληματικές» για εμάς σχέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να ξεχάσουμε ή να διαγράψουμε τις οικογενειακές μας σχέσεις και τα μοτίβα που κουβαλάμε από το παρελθόν. Στόχος μας είναι να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε τι από όσα μάθαμε μας εκφράζει, μας καλύπτει και μας ολοκληρώνει ως άτομα. Ας εστιάσουμε στο τι θέλουμε πλέον να αλλάξουμε και έτσι θα μπορέσουμε να φτάσουμε πιο κοντά σε μια διαφορετική σχέση, που θα είναι πιο επιθυμητή, πιο συνειδητή και πιο ολοκληρωμένη.

Για πολλές γυναίκες, ο ρόλος της κόρης δεν σταματά ποτέ πραγματικά. Πώς αλλάζει η σχέση μιας γυναίκας με τη μητέρα και τον πατέρα της όταν η ίδια γίνεται πλέον ενήλικη, σύντροφος ή μητέρα; Και πότε ένας γονιός χρειάζεται να καταλάβει ότι πρέπει να αφήσει χώρο στο ενήλικο παιδί του;

Ε.Π.: Όταν μια γυναίκα ενηλικιώνεται, η σχέση με τους γονείς της χρειάζεται, κάποια στιγμή, να αλλάξει μορφή, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες σχέσεις μας. Δεν παύει να είναι κόρη, αλλά παύει να είναι παιδί. Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση. Η ενήλικη κόρη δεν χρειάζεται πλέον από τη μητέρα ή τον πατέρα της να αποφασίζουν για εκείνη, να την προστατεύουν από κάθε δυσκολία, να τη συμβουλεύουν ή να εγκρίνουν τις επιλογές της. Χρειάζεται να μπορούν να συναντηθούν ως δύο ενήλικες άνθρωποι, με αγάπη αλλά και με αμοιβαίο σεβασμό. Η αλλαγή αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η γυναίκα αποκτά σύντροφο ή γίνεται μητέρα. Τότε συχνά επανεξετάζει όσα έζησε στη δική της οικογένεια: τι θέλει να κρατήσει, τι θέλει να κάνει διαφορετικά, τι κατάλαβε τώρα που βρίσκεται η ίδια στη θέση του γονιού. Και πολλές φορές αυτή η διαδικασία φέρνει στην επιφάνεια παλιά συναισθήματα ή ανείπωτα παράπονα.

Ν.Κ.: Για έναν γονιό, το πιο δύσκολο ίσως είναι να καταλάβει ότι η αγάπη δεν μετριέται από το πόσο απαραίτητος παραμένει στη ζωή του παιδιού ούτε από το πόσο μπορεί να παρεμβαίνει στη ζωή του. Το ενήλικο παιδί δεν χρειάζεται έναν γονιό που θα είναι συνεχώς παρών στη ζωή του, αλλά έναν γονιό που ξέρει πότε να είναι παρών και πότε να κάνει ένα βήμα πίσω. Πολλές φορές ο γονιός παρασύρεται από το συναίσθημα αλλά και από τη συνήθεια του παρελθόντος και προσπαθεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του παιδιού του. Πολλοί γονείς νιώθουν έκπληξη ή και στεναχώρια και πικρία που τα ενήλικα παιδιά δεν ακολουθούν τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες τα έχουν μεγαλώσει. Οι γονείς μπορεί να νιώθουν παραγκωνισμένοι, ασήμαντοι  ή και αποτυχημένοι, όταν πλέον χάνουν τον ρόλο φροντίδας και διαπαιδαγώγησης του παιδιού τους. Χρειάζεται όμως ωριμότητα και από την πλευρά των γονιών να καταλάβουν ότι η φροντίδα τους μετατρέπεται σε έλεγχο, αλλά και τον βαθμό που γίνονται παρεμβατικοί. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν γονιό είναι να αποδεχτεί ότι η δουλειά του δεν είναι να δημιουργήσει ένα παιδί που θα τον χρειάζεται για πάντα, αλλά έναν ενήλικα που θα μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Και η πιο ώριμη μορφή γονεϊκής αγάπης είναι, τελικά, να μπορείς να αφήσεις χώρο χωρίς να αποσύρεις την αγάπη σου ή να την παρέχεις υπό όρους. Ο γονιός έχει δώσει τα κατάλληλα εφόδια και τώρα εξαρτάται από το ίδιο το παιδί να τα χρησιμοποιήσει…

  Υπάρχουν οικογένειες όπου η αγάπη υπάρχει, αλλά μαζί της συνυπάρχουν ενοχές, προσδοκίες, έλεγχος ή σιωπές. Πότε η φροντίδα ενός γονιού παύει να είναι φροντίδα και γίνεται βάρος για το παιδί;

Ε.Π.: Η φροντίδα παύει να είναι φροντίδα όταν, πίσω από αυτήν, υπάρχει η απαίτηση το παιδί να ανταποδώσει, να υπακούσει ή να γίνει αυτό που ο γονιός χρειάζεται. Η πραγματική φροντίδα αφήνει χώρο, ελευθερία έκφρασης και κινήσεων και τη δυνατότητα επιλογής. Ο έλεγχος, αντίθετα, χρειάζεται να έχει επεμβατικό ρόλο στην ενήλικη ζωή του άλλου. Μπορεί ένας γονιός να έχει καλές προθέσεις, αλλά αν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αγάπη, την ευγνωμοσύνη ή την αφοσίωσή του, τότε η φροντίδα έχει αρχίσει να γίνεται βάρος. Ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από ενοχές, με λόγια όπως: «μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα», «θα με στενοχωρήσεις», «δεν με υπολογίζεις». Εκεί η αγάπη παύει να βιώνεται ως ελεύθερη σχέση και αρχίζει να μοιάζει με χρέος.

Υπάρχει επίσης μια πιο σιωπηλή μορφή βάρους: όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να προστατεύει τον γονιό από τη μοναξιά, τη στενοχώρια ή τις δικές του συναισθηματικές δυσκολίες. Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς κακή πρόθεση. Όμως ένα παιδί, ακόμη κι όταν ενηλικιωθεί, δεν είναι υπεύθυνο για τη συναισθηματική ισορροπία του γονιού του, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει τις ενήλικες σχέσεις του. Η υπερβολή στη φροντίδα γίνεται βάρος και πνίγει τις σχέσεις. Και νομίζω ότι εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: το να βάλει ένας ενήλικας όρια στους γονείς του δεν σημαίνει ότι δεν τους αγαπά. Μπορεί να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι προσπαθεί να βρει έναν πιο υγιή τρόπο να υπάρχει μέσα στη σχέση.

Ν.Κ.: Η ώριμη φροντίδα συνδέεται με το νοιάξιμο σε όλα τα επίπεδα. Η ελεγκτική φροντίδα βάζει προϋποθέσεις, δηλαδή: «Θα σε νοιάζομαι, όσο κάνεις αυτό που θέλω εγώ». Η διαφορά είναι τεράστια. Γιατί στην πρώτη περίπτωση ο γονιός προσφέρει στήριξη· στη δεύτερη ζητά, συχνά ασυνείδητα, να διατηρήσει τον ρόλο του ανθρώπου που τον έχουν ανάγκη οι άλλοι και υποβόσκει εγωισμός. Τελικά, ίσως το πιο δύσκολο μάθημα για έναν γονιό είναι ότι μπορεί να αγαπά βαθιά το παιδί του χωρίς να χρειάζεται να καθορίζει τη ζωή του. Η αγάπη δεν χρειάζεται να καταργεί την ελευθερία για να αποδειχθεί. Η φροντίδα δεν θα πρέπει να γίνει ανάγκη, υποχρέωση, αγγαρεία ή αυτοθυσία.                                                                                            

Μιλάτε για “σιωπηλές συμμαχίες” και άγραφους οικογενειακούς νόμους. Πόσο συχνά μια γυναίκα καλείται μέσα στην οικογένεια να γίνει αυτή που θα κρατήσει τις ισορροπίες, θα φροντίσει τους άλλους και θα απορροφήσει τις εντάσεις – και τι κόστος μπορεί να έχει αυτό για την ίδια;

Ν.Κ.: Αρκετά συχνά. Σε πολλές οικογένειες, και ιδιαίτερα μέσα από παραδοσιακούς ρόλους, η γυναίκα μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι ένα μέρος της αξίας της συνδέεται με το πόσο καλά φροντίζει τους άλλους, πόσο εύκολα αντιλαμβάνεται τις ανάγκες τους και πόσο αποτελεσματικά αποφεύγει τις συγκρούσεις. Γίνεται εκείνη που «καταλαβαίνει», που θα μεσολαβήσει, θα ηρεμήσει τα πράγματα, θα κρατήσει τις ισορροπίες. Το δύσκολο είναι ότι αυτό συχνά δεν της ανατίθεται ποτέ ρητά. Γίνεται ένας άγραφος οικογενειακός ρόλος. Μπορεί να μάθει, για παράδειγμα, να μη λέει κάτι που θα στενοχωρήσει τη μητέρα της, να προστατεύει τον πατέρα της από μια δύσκολη συζήτηση ή, αργότερα, να αισθάνεται ότι είναι δική της ευθύνη να κρατά όλους τους ανθρώπους ενωμένους. Κάποια στιγμή, όμως, μπορεί να μην ξέρει πια πού τελειώνει η αγάπη και πού αρχίζει η υποχρέωση.

Το κόστος, λοιπόν, μπορεί να είναι μεγάλο. Μια γυναίκα που έχει μάθει να φροντίζει συνεχώς τους άλλους μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις δικές της ανάγκες, να νιώθει ενοχές όταν λέει «όχι» ή να θεωρεί ότι μια σύγκρουση σημαίνει πως απέτυχε. Μπορεί να εξαντλείται, να καταπιέζει τον θυμό ή τη λύπη της και να αναζητά στις σχέσεις της ανθρώπους που χρειάζονται διαρκώς τη δική της φροντίδα. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαθύ: όταν έχει μάθει να είναι ο άνθρωπος που «κρατάει» τους άλλους, μπορεί να αισθανθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα να καταρρεύσει, να ζητήσει βοήθεια ή απλώς να μην είναι διαθέσιμη. Σαν να πρέπει πάντα να είναι η δυνατή.

Ε.Π.: Η έξοδος από αυτόν τον ρόλο δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα γίνεται αδιάφορη ή εγωίστρια. Σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως η αγάπη δεν απαιτεί εγκατάλειψη ή παραμέληση του εαυτού. Δεν είναι δική της δουλειά να απορροφά κάθε ένταση της οικογένειας, ούτε να διατηρεί πάση θυσία μια ισορροπία που ίσως έχει χτιστεί πάνω στη δική της σιωπή. Ίσως, τελικά, η πιο δύσκολη και πιο απελευθερωτική φράση για μια γυναίκα που έχει μάθει να φροντίζει τους πάντες να είναι: «Δεν χρειάζεται να τα κρατάω όλα εγώ». Από εκεί μπορεί να αρχίσει μια διαφορετική σχέση τόσο με την οικογένειά της όσο και με τον ίδιο της τον εαυτό.

Η σχέση γονιού και παιδιού δεν τελειώνει με την ενηλικίωση. Τι γίνεται όταν τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλά οι γονείς δυσκολεύονται να μεγαλώσουν μαζί τους; Μπορεί μια σχέση που έχει πληγωθεί για χρόνια να ξαναχτιστεί, ακόμη και όταν και οι δύο πλευρές είναι πλέον ενήλικες;

Ε.Π.: Η ενηλικίωση του παιδιού είναι στην πραγματικότητα μια δεύτερη μεγάλη μετάβαση και για τον γονιό. Γιατί καλείται να αποδεχτεί ότι ο άνθρωπος που κάποτε προστάτευε, καθοδηγούσε και αποφάσιζε για εκείνον, τώρα έχει τη δική του ζωή, τις δικές του επιλογές και το δικαίωμα να διαφωνεί. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Κάποιες φορές ο γονιός δυσκολεύεται να μεγαλώσει μαζί με το παιδί του, γιατί βιώνει την αυτονόμησή του σαν απώλεια. Αυτή η κατάσταση έχει περιγραφεί ως σύνδρομο άδειας φωλιάς. Οι γονείς πρέπει να στραφούν στις δικές τους σχέσεις, αλλά αντί αυτού εξακολουθούν να επεμβαίνουν στις ζωές των παιδιών ακόμη κι από απόσταση. Τα παιδιά έδιναν νόημα στη ζωή τους, οι γονείς είχαν επενδύσει εξ ολοκλήρου στην ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών και τώρα αυτός ο ρόλος χάνεται. Μπορεί να επιμένει να δίνει συμβουλές που δεν του ζητούνται, να δυσκολεύεται να αποδεχτεί έναν σύντροφο ή έναν διαφορετικό τρόπο ζωής ή να αισθάνεται ότι, αν δεν έχει λόγο στις αποφάσεις του παιδιού, δεν έχει πλέον θέση στη ζωή του. Μπορεί να είναι προσκολλημένος στα δικά του τραύματα και να μην μπορεί να ωριμάσει, να μεγαλώσει… Εκεί χρειάζεται μια αλλαγή ρόλου: από το «ξέρω τι είναι καλό για σένα» στο «σε εμπιστεύομαι να αποφασίσεις για τη ζωή σου».

Ν.Κ.: Όσο για μια σχέση που έχει πληγωθεί για χρόνια, ναι, μπορεί να ξαναχτιστεί — αλλά χρειάζεται επιθυμία για σχέση και από τις δύο πλευρές και αρκετή προσπάθεια. Πολλές φορές δεν γίνεται η σχέση όπως θα θέλαμε, καθώς δεν μπορούμε να διαγράψουμε το παρελθόν, το οποίο πάντα θα υπάρχει εκεί και θα μας θυμίζει τι έχει προηγηθεί. Χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια ώστε να αναγνωριστεί αυτό που συνέβη. Μια ειλικρινής συγγνώμη, όταν υπάρχει λόγος να δοθεί, μπορεί να είναι πολύ σημαντική, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Η αποκατάσταση της σχέσης χρειάζεται συνέπεια, χρόνο και κυρίως διαφορετικές συμπεριφορές. Και εδώ υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό: ως ενήλικες, δεν χρειάζεται να περιμένουμε από τον άλλον να αλλάξει για να αρχίσουμε εμείς να βάζουμε διαφορετικά όρια. Μπορεί ένας γονιός να μην μπορέσει ποτέ να δώσει στο παιδί του όσα εκείνο θα ήθελε. Και μπορεί ένα παιδί να χρειαστεί να αποδεχτεί ότι η σχέση που θα έχει με τον γονιό του δεν θα γίνει ποτέ αυτή που ονειρεύτηκε.

Ε.Π.: Η επανόρθωση, λοιπόν, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα γίνονται καλά και από τις δύο πλευρές. Μπορεί να σημαίνει ότι δύο άνθρωποι, που κάποτε είχαν μια σχέση γεμάτη πόνο, καταφέρνουν σήμερα να συναντηθούν με περισσότερη αλήθεια και λιγότερες απαιτήσεις. Μπορεί οι δύο άνθρωποι να βρουν πλέον τρόπος να συνυπάρχουν χωρίς να υπάρξει ποτέ αποκατάσταση της σχέσης, αλλά να μπορούν να αλληλεπιδρούν μέσα σε ένα νέο πλαίσιο. Κι αυτό ακριβώς, επειδή η ενηλικίωση δεν μας απαλλάσσει από την ιστορία μας. Μας δίνει, όμως, τη δυνατότητα να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτήν. Και μερικές φορές, η πιο ουσιαστική μορφή συμφιλίωσης δεν είναι να επιστρέψουμε στη σχέση που είχαμε, αλλά να συγχωρήσουμε για να προχωρήσουμε σε νέες βάσεις και πιο ώριμοι, δηλαδή αποφεύγοντας να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Σας ευχαριστώ πολύ για την τόσο όμορφη συζήτηση και τις σκέψεις που μοιραστήκατε μαζί μας.

 

 

Πηγή:

https://www.infokids.gr/to-eniliko-paidi-den-chreiazetai-enan-gonio-pou-tha-einai-synechos-paron-sti-zoi-tou-alla-enan-gonio-pou-xerei-pote-na-einai-paron-kai-pote-na-kanei-ena-vima-piso-synentefxi-me-tous-syn/ 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Θεραπεύοντας την κατάθλιψη

Το βιβλίο προσεγγίζει την κατάθλιψη ως ένα σύνθετο πρόβλημα που επηρεάζει τη σκέψη, το συναίσθημα, τη σωματική κατάσταση και την καθημερινή λειτουργικότητα του ανθρώπου. Η αξία του έργου βρίσκεται στην προσπάθειά του να παρουσιάσει την κατάθλιψη με τρόπο κατανοητό και προσιτό, απομακρύνοντας την αντίληψη ότι αποτελεί απλώς μια μορφή αδυναμίας ή έλλειψης θέλησης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη να αναγνωρίζει το άτομο τα συμπτώματα και τους παράγοντες που επιβαρύνουν την ψυχική του κατάσταση και να αναζητά κατάλληλη υποστήριξη. Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης παρουσιάζεται ως μια διαδικασία που απαιτεί ενεργό συμμετοχή, αυτοπαρατήρηση και αλλαγές στον τρόπο ζωής, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται η σημασία της ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης.

Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως μια προσπάθεια να ενισχυθεί η κατανόηση και η αντιμετώπιση της κατάθλιψης χωρίς στιγματισμό. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η ψυχική υγεία αποτελεί σημαντικό μέρος της συνολικής υγείας του ανθρώπου και ότι η αναζήτηση βοήθειας αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας.

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Το βιβλίο αυτό περιέχει χρήσιμες πληροφορίες για ένα από τα σημαντικά προβλήματα των ημερών μας, αφού πολλοί πιστεύουν ότι αφήνουμε πίσω τον αιώνα του άγχους και εισερχόμαστε στον αιώνα της Κατάθλιψης.

Τι είναι και τι δεν είναι κατάθλιψη; Πώς εκδηλώνεται και ποιες πλευρές της ζωής μας επηρεάζει;

Πώς μπορεί ο τρόπος σκέψης να οδηγήσει στην Κατάθλιψη ή να την θεραπεύσει;

Τι γνωρίζουμε σήμερα για τους μηχανισμούς της φυσιολογίας του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην Κατάθλιψη;

Πότε χρειάζεται η βοήθεια γιατρού ή ψυχολόγου;

Πώς επιλέγει κανείς την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση;

Πώς δρουν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα;»

Ανεξάρτητα από τις αιτίες που την προκάλεσαν, η κατάθλιψη είναι κι αυτή μια οργανική πάθηση, με επιπτώσεις στον ψυχισμό του ατόμου. Ο ψυχίατρος-συγγραφέας του βιβλίου, με την 25χρονη επιστημονική του πείρα, θεωρείται αυθεντία στον τομέα της κατάθλιψης. Το βιβλίο του περιέχει χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές για ένα από τα σημαντικά προβλήματα της εποχής μας.

 

Πηγή:

Harold Bloomfield. 1996. Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Εκδόσεις Θυμάρι.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία

Του Αντώνη Χατζημωυσή

 

«Το παρόν βιβλίο μελετάει τρία συναισθήματα: την αιδώ, την αγάπη και την αγωνία. Η αιδώς εξετάζεται ως το κατεξοχήν συναίσθημα που ντρέπεται να πει το όνομά του, η αγάπη στην πολύπλοκη σχέση της με την ηθική και η αγωνία ως θεμελιώδης ανθρώπινη διάθεση, ικανή να αποκαλύψει βασικές αλήθειες για την ανθρώπινη ύπαρξη. 

 

 

Κάθε συναίσθημα συντονίζεται με την κίνηση της ζωής μας από το παρελθόν (όπου συνέβη εκείνο για το οποίο αισθανόμαστε αιδώ) στο παρόν (όπου ενεργείται η αγάπη προς τον άλλο) και στο μέλλον (με την αγωνία που γεννά η απουσία βεβαιοτήτων). Η φιλοσοφική ανάλυση των τριών συναισθημάτων ευελπιστεί να συμβάλει στην εξήγηση γιατί η θυμική εμπειρία, ερμηνευόμενη έλλογα, αποτελεί μέσο ανακάλυψης της πραγματικότητας και πολύτιμη πηγή αυτογνωσίας» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Όλα τα επεισόδια ντροπής απαιτούν την παρουσία άλλων ατόμων. Από αυτή τη συνθήκη εξηγείται η πληθώρα οφθαλμολογικών μεταφορών –η έμφαση στο βλέμμα, την επικριτική ματιά ή την παραίνεση: Πάρ’ τα μάτια σου από πάνω μου!» (σελ. 15).

«Αγάπη. Ως αποκλειστική σχέση μεταξύ δύο προσώπων όμως η αγάπη φαίνεται να στέκεται στον αντίποδα της ηθικής. Κύριο αίτημα του ηθικού λόηου είναι η απόδοση της ίδιας αξίας σε όλους τους ανθρώπους, απλώς και μόνο λόγω του ότι είναι άνθρωποι, κι η μέριμνα να προστρέχουμε στην ανάγκη τους, εάν και όποτε είναι αυτό εφικτό» (σελ. 31-32).

«Η διαφορά στη χρονικότητα έγκειται στο ότι ο φόβος αφορά το παρόν, ενώ η αγωνία το μέλλον. Η άποψη αυτή ακούγεται εύλογη, αλλά δεν μπορεί να είναι κυριολεκτικά αληθής, για τον απλό λόγο ότι ο φόβος συνιστά θυμική απόκριση σε αυτό που γίνεται αντιληπτό ως επερχόμενη βλάβη. Αν η βλάβη ήταν παρούσα, η αντίστοιχη θυμική κατάσταση δεν θα ήταν φόβος αλλά πόνος» (σελ. 53).

  

 

Πηγή:

Αντώνης Χατζημωυσής. 2020. Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια

Του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου

 

«Το Δαχτυλίδι με τα παραμύθια και η Ανθρώπινη δίψα είναι δίδυμοι τόμοι με διηγήματα του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, παρά την εκδοτική διαφορά των δύο ετών που τα χωρίζει. Με παρεμφερείς θεματικές βάσεις, με κοινές, εν πολλοίς, χωροχρονικές αναφορές, με εκφραστικά μέσα και γλώσσα χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν, θα λέγαμε, τη θεματολογία που εγκαινιάστηκε με την προηγηθείσα τριλογία του Αστροφεγγιά, Χαμοζωή, Αιχμάλωτοι. Διαθέτουν, μάλιστα, το ιδιότυπο γνώρισμα, παρά την ειδολογική διαφορά τους, να λειτουργούν ερμηνευτικά ή σχολιαστικά στην παραπάνω τριλογία ή να μεγεθύνουν, με επιλεκτικό τρόπο, μοτίβα και σύμβολα, που η μυθιστορηματική οικονομία δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω επεξεργασία τους.

Το βιβλίο Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια εμπεριέχει έξι άρτια μορφολογικά διηγήματα, δοσμένα με τον τρόπο των παραμυθιών, σύμφυτο του τίτλου, ως ψυχωφελείς μύθους, χάρη στην περίτεχνη γραφή του δημιουργού τους.

Κύριο αντικείμενό τους αποτελεί η ανθρώπινη μοίρα και οι απροσδόκητες και συχνά παραπλανητικές για τον άνθρωπο μεταμορφώσεις της, που άλλοτε τον εκμηδενίζουν ή τον καταστρέφουν, με την τραγική έννοια του όρου, και άλλοτε τον καταδικάζουν να υποστεί αναπολόγητος τα δεινά της σκληρότερης μοναξιάς και της τρομακτικότερης εγκατάλειψης.

Κείμενα εκ πρώτης όψεως μελαγχολικά, στο βάθος τους χαιρετίζουν το μεγαλείο του ανθρώπου να προβάλλει αδικαίωτη, έστω, αντίσταση στο ίδιο το πεπρωμένο του και να επιμένει σθεναρά και με προμηθεϊκή απαντοχή για την εξασφάλιση μιας καλύτερης, ανθρωπινότερης, αδέσμευτης από τις ανελεύθερες συμβάσεις ζωής» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το «Δαχτυλίδι με τα παραμύθια» του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου είναι ένα έργο που συνδυάζει τη γοητεία του παραμυθιού με βαθύτερους προβληματισμούς για τον άνθρωπο, τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα από την παραμυθική αφήγηση, ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο όπου το φανταστικό και το πραγματικό συνυπάρχουν, ενώ οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με δοκιμασίες που αναδεικνύουν αξίες όπως η αγάπη, η καλοσύνη, η πίστη, η δικαιοσύνη και η ελπίδα.

Το δαχτυλίδι λειτουργεί συμβολικά ως αντικείμενο που συνδέει τις ιστορίες και παραπέμπει στη δύναμη της μνήμης, της φαντασίας και της αφήγησης. Τα παραμύθια δεν αποτελούν απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας, αλλά έναν τρόπο μέσα από τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί καλύτερα τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Ο Παναγιωτόπουλος αξιοποιεί τη γλώσσα και τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού για να μεταδώσει διαχρονικά μηνύματα, χωρίς να χάνει τη λογοτεχνική του ευαισθησία.

Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός ότι το έργο απευθύνεται στη φαντασία αλλά ταυτόχρονα και στον προβληματισμό του αναγνώστη. Πίσω από το φανταστικό στοιχείο κρύβονται ανθρώπινες αλήθειες και συναισθήματα που παραμένουν επίκαιρα. Έτσι, «Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια» αναδεικνύεται σε ένα έργο που υπενθυμίζει τη διαχρονική δύναμη του παραμυθιού να ψυχαγωγεί, να συγκινεί και παράλληλα να διδάσκει.

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. 2003. Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια. Εκδόσεις ΙΜΠ.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της

Το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» αποτελεί ένα σημαντικό έργο της σύγχρονης ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, καθώς προσεγγίζει με ευαισθησία και ρεαλισμό ζητήματα που αφορούν την εφηβεία, την οικογένεια, τη μοναξιά, την ανασφάλεια, την ανάγκη για αποδοχή και τις εξαρτήσεις. Η συγγραφέας δεν παρουσιάζει την εφηβεία ως μια απλή μεταβατική περίοδο, αλλά ως μια κρίσιμη φάση κατά την οποία ο νέος άνθρωπος προσπαθεί να διαμορφώσει την ταυτότητά του και να βρει τη θέση του μέσα σε έναν κόσμο που συχνά του φαίνεται ασταθής και αντιφατικός.

 

Κεντρική ηρωίδα είναι η Κωνσταντίνα, ένα κορίτσι που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από αλλαγές και δυσκολίες. Η ζωή της ανατρέπεται όταν οι γονείς της χωρίζουν και εκείνη αναγκάζεται να απομακρυνθεί από το οικείο περιβάλλον της. Η οικογενειακή διάλυση δημιουργεί μέσα της ένα αίσθημα εγκατάλειψης και ανασφάλειας. Η Κωνσταντίνα δεν αντιμετωπίζει απλώς το γεγονός του χωρισμού των γονιών της, αλλά βιώνει την αίσθηση ότι οι ενήλικες γύρω της έχουν πάψει να αποτελούν ένα σταθερό και ασφαλές σημείο αναφοράς. Η ανάγκη της για συναισθηματική στήριξη γίνεται έτσι ιδιαίτερα έντονη.

Η μετακίνηση της Κωνσταντίνας από την Ελλάδα στο εξωτερικό ενισχύει ακόμη περισσότερο την αίσθηση απομόνωσης. Βρίσκεται σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τους ανθρώπους γύρω της. Η αλλαγή αυτή συμβολίζει όχι μόνο τη γεωγραφική μετακίνηση, αλλά και την εσωτερική απομάκρυνση της ηρωίδας από όσα μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένα. Η Κωνσταντίνα βρίσκεται σε μια κατάσταση κατά την οποία πρέπει να προσαρμοστεί σε έναν νέο κόσμο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι και τι θέλει.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Κωνσταντίνα δεν βρίσκει εύκολα έναν ασφαλή χώρο για να εκφράσει τα συναισθήματα και τις δυσκολίες της. Η μοναξιά της δεν είναι μόνο κοινωνική αλλά κυρίως συναισθηματική. Μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται μόνη. Η κατάσταση αυτή είναι χαρακτηριστική της εφηβείας, όπου η ανάγκη για αποδοχή από τους άλλους είναι ιδιαίτερα έντονη, ενώ ταυτόχρονα ο νέος άνθρωπος συχνά δυσκολεύεται να εκφράσει την ευαλωτότητά του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται η ανάγκη της Κωνσταντίνας να ξεφύγει από την πραγματικότητα. Οι «αράχνες» του τίτλου λειτουργούν ως συμβολική αναφορά στον κόσμο του φόβου, της εξάρτησης και της εσωτερικής παγίδευσης. Η ηρωίδα αναζητά έναν τρόπο να ανακουφιστεί από το άγχος, την ανασφάλεια και τη συναισθηματική πίεση που βιώνει. Η χρήση ουσιών παρουσιάζεται έτσι όχι απλώς ως μια «κακή επιλογή» ενός εφήβου, αλλά ως ένα σύνθετο πρόβλημα που συνδέεται με βαθύτερες ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες. Η εξάρτηση εμφανίζεται ως ένας μηχανισμός φυγής από μια πραγματικότητα που η Κωνσταντίνα δυσκολεύεται να διαχειριστεί.

Η προσέγγιση αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βιβλίου. Η Άλκη Ζέη αποφεύγει να παρουσιάσει την ηρωίδα ως «κακό» ή «προβληματικό» παιδί. Αντίθετα, προσπαθεί να δείξει τις συνθήκες που την οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η Κωνσταντίνα δεν παύει να είναι ένα παιδί που χρειάζεται αγάπη, ασφάλεια, επικοινωνία και κατανόηση. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα που απαιτεί βοήθεια και όχι απλώς τιμωρία ή ηθική καταδίκη.

Παράλληλα, το βιβλίο αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας. Οι γονείς της Κωνσταντίνας δεν παρουσιάζονται ως απόλυτα «καλοί» ή «κακοί». Είναι άνθρωποι με τις δικές τους ανάγκες, αδυναμίες, επιλογές και προβλήματα. Ωστόσο, η αδυναμία τους να αντιληφθούν έγκαιρα όσα συμβαίνουν στην κόρη τους έχει σημαντικές συνέπειες. Το βιβλίο θέτει έτσι ένα ουσιαστικό ερώτημα σχετικά με την επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά: αρκεί να παρέχουμε στο παιδί υλική φροντίδα ή είναι εξίσου σημαντικό να είμαστε πραγματικά παρόντες στη συναισθηματική του ζωή;

Ένα ακόμη σημαντικό θέμα είναι η ανάγκη του εφήβου για ταυτότητα και αποδοχή. Η Κωνσταντίνα προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι και ποια θέση έχει μέσα στις σχέσεις της με τους άλλους. Όταν αισθάνεται ότι δεν γίνεται αποδεκτή ή ότι δεν έχει τον έλεγχο της ζωής της, γίνεται περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικές επιρροές. Η ανάγκη να ανήκει κάπου μπορεί να οδηγήσει έναν έφηβο σε επιλογές που υπό διαφορετικές συνθήκες ίσως δεν θα έκανε. Το βιβλίο επομένως αναδεικνύει τη δύναμη της παρέας και του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός νέου ανθρώπου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έννοια της φυγής. Η Κωνσταντίνα προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά, την οικογενειακή αναστάτωση, το άγχος και την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη ζωή της. Η φυγή όμως δεν οδηγεί πραγματικά στην ελευθερία. Αντίθετα, δημιουργεί μια νέα μορφή εγκλωβισμού. Έτσι, το βιβλίο δείχνει ότι η αποφυγή ενός προβλήματος μπορεί προσωρινά να μειώσει τον πόνο, αλλά δεν εξαφανίζει την αιτία του. Η πραγματική αλλαγή απαιτεί την αναγνώριση του προβλήματος, την επικοινωνία και την αναζήτηση βοήθειας.

Στο βιβλίο υπάρχει επίσης μια σημαντική διάσταση κοινωνικής ευθύνης. Η εξάρτηση των νέων δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον, την έλλειψη επικοινωνίας, την ανάγκη για αποδοχή, την πίεση των συνομηλίκων και την αδυναμία των ενηλίκων να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα σημάδια δυσκολίας. Η Κωνσταντίνα, επομένως, δεν παρουσιάζεται αποκομμένη από την κοινωνία, αλλά ως ένα παιδί που επηρεάζεται βαθιά από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει.

Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος με τον οποίο η Άλκη Ζέη χειρίζεται το θέμα χωρίς διδακτισμό. Δεν προσπαθεί απλώς να δώσει στον αναγνώστη ένα «μάθημα» για τους κινδύνους των ουσιών. Αντίθετα, τον οδηγεί να κατανοήσει την ψυχολογική πορεία της ηρωίδας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την Κωνσταντίνα ως άνθρωπο και όχι ως στερεοτυπικό «παραβατικό» έφηβο. Έτσι, η λογοτεχνία γίνεται μέσο κατανόησης ενός σύνθετου κοινωνικού και ψυχολογικού φαινομένου.

Ο τίτλος «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» αποκτά επομένως συμβολική σημασία. Οι «αράχνες» μπορούν να ιδωθούν ως οι φόβοι, οι ανασφάλειες, οι εξαρτήσεις και τα προβλήματα που παγιδεύουν την ηρωίδα. Όπως ο ιστός της αράχνης μπορεί να είναι δύσκολο να διαλυθεί όταν κάποιος έχει ήδη παγιδευτεί σε αυτόν, έτσι και η Κωνσταντίνα βρίσκεται σταδιακά εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν μπορεί να βγει εύκολα μόνη της. Η εικόνα αυτή αποδίδει με παραστατικό τρόπο την εμπειρία της ψυχολογικής παγίδευσης.

Τελικά, το βιβλίο δεν μιλά μόνο για την εξάρτηση. Μιλά για τη μοναξιά, την ανάγκη του ανθρώπου να αγαπηθεί και να γίνει αποδεκτός, την οικογένεια, την εφηβεία, την απώλεια της ασφάλειας και τη δυνατότητα της αλλαγής. Η πορεία της Κωνσταντίνας δείχνει ότι πίσω από μια δύσκολη ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που υποφέρει και δεν έχει βρει ακόμη έναν αποτελεσματικό τρόπο να εκφράσει τον πόνο του.

Η αξία του έργου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ανθρώπινη ματιά. Η Άλκη Ζέη δεν αντιμετωπίζει την Κωνσταντίνα με καταδίκη, αλλά με κατανόηση και ευαισθησία. Παράλληλα, υπενθυμίζει στους ενήλικες τη σημασία της επικοινωνίας και της ουσιαστικής παρουσίας στη ζωή των παιδιών και των εφήβων. Το μήνυμα του βιβλίου δεν είναι ότι η ζωή μπορεί να γίνει χωρίς δυσκολίες, αλλά ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει μόνος του τις δυσκολίες του. Η αναζήτηση βοήθειας, η επικοινωνία, η αποδοχή και η δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα για να σπάσει ο «ιστός» που κρατά τον άνθρωπο παγιδευμένο.

Με αυτή την έννοια, «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» είναι ένα βιβλίο για την ευαλωτότητα αλλά και για τη δυνατότητα υπέρβασης. Η Κωνσταντίνα δεν ορίζεται αποκλειστικά από τα λάθη και τις δυσκολίες της. Παραμένει ένας νέος άνθρωπος που αναζητά τον εαυτό του και προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να σταθεί ξανά στα πόδια του. Και ακριβώς αυτή η διάσταση κάνει το έργο ιδιαίτερα σημαντικό: μας καλεί να βλέπουμε πίσω από τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου, να αναζητούμε τις ανάγκες και τα συναισθήματα που την προκαλούν και να αντιμετωπίζουμε την ψυχική δυσκολία όχι με στιγματισμό, αλλά με κατανόηση, επικοινωνία και υποστήριξη.

 

πηγή:

Άλκη Ζέη. 2010. Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της. Εκδόσεις Κέδρος.  

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Ψυχολογία της νοημοσύνης

Του Ζαν Πιαζέ

 

«Στις σημαντικές μελέτες του Piaget, Η Ψυχολογία της νοημοσύνης κατέχει εξέχουσα θέση. Το έργο γράφτηκε το 1947 και αποτελεί τομή για τα βασικά θέματα που ο πρωτεργάτης και θεμελιωτής της Παιδικής Ψυχολογίας επεξεργάστηκε. 

 

Ο Jean Piaget γεννήθηκε το 1896 στο Neuchatel της Ελβετίας.  Η συμβολή του στη Βιολογία, στην Επιστημολογία, στη Φιλοσοφία και ιδιαίτερα στην Ψυχολογία του Παιδιού του 20ου είναι τεράστια. Έγινε διδάκτορας επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Neuchatel το 1918, καθηγητής της Ιστορίας της Επιστημονικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης το 1929, διευθυντής του Πανεπιστημιακού Κέντρου Παιδαγωγικών Επιστημών το 1933, καθηγητής της Ψυχολογίας του Παιδιού στη Σορβόνη το 1952 και ιδρυτής του Διεθνούς Κέντρου Γενετικής Επιστημολογίας στη Γενεύη το 1955» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Η θεωρία της Μορφής (Gestalt) ανανέωσε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αντίληψη και τη νοημοσύνη, αναδεικνύοντας τη βαθύτερη συνέχεια και συγγένεια που χαρακτηρίζει τις δομές οι οποίες διέπουν τις δύο αυτές περιοχές της γνωστικής λειτουργίας. Η συμβολή της υπήρξε σημαντική, καθώς κατέδειξε ότι οι αντιληπτικές και οι νοητικές διεργασίες δεν αποτελούν δύο απολύτως ανεξάρτητα και ασύνδετα επίπεδα, αλλά παρουσιάζουν κοινά οργανωτικά χαρακτηριστικά και λειτουργικές αντιστοιχίες. Επομένως, προκειμένου να προσεγγίσουμε πληρέστερα το πρόβλημα, χωρίς να παραβλέψουμε την πολυπλοκότητα και τη δυναμική των γενετικών δεδομένων, είναι αναγκαίο αρχικά να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε τις ίδιες τις διαφορές που εμφανίζονται ανάμεσα στις επιμέρους δομές. Μόνο αφού αποσαφηνιστούν αυτές οι διαφοροποιήσεις, μπορούμε να εξετάσουμε τις μεταξύ τους αναλογίες και ομοιότητες, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε περισσότερο ολοκληρωμένες ερμηνείες.

Μια αντιληπτική δομή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα οργανωμένο σύστημα αλληλοεξαρτώμενων σχέσεων, στο οποίο κάθε επιμέρους στοιχείο αποκτά τη σημασία και τη λειτουργία του σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία και με το συνολικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Είτε πρόκειται για γεωμετρικά σχήματα είτε για ιδιότητες όπως το βάρος, τα χρώματα ή οι ήχοι, είναι δυνατόν να αναλύσουμε τις επιμέρους ολότητες με βάση τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των συστατικών τους, χωρίς με τον τρόπο αυτό να αναιρείται ή να καταστρέφεται η ενότητα και η συνοχή του συνολικού σχήματος. Αντίθετα, η ανάλυση των σχέσεων αυτών μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί μια αντιληπτική ολότητα.

Για να κατανοήσουμε, επομένως, τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες ανάμεσα στις διεργασιακές και τις αντιληπτικές δομές, μπορούμε να περιγράψουμε τις μεταξύ τους σχέσεις με όρους ομαδοποίησης και οργάνωσης. Η ομαδοποίηση αποτελεί βασική αρχή για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο επιμέρους στοιχεία συνδέονται και συγκροτούν ευρύτερες δομές. Ωστόσο, η σύγκριση αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή διαπίστωση μορφικών ομοιοτήτων. Απαιτείται να ληφθεί υπόψη και ο διαφορετικός χαρακτήρας των διεργασιών που συνδέονται με τις δύο περιοχές, καθώς ορισμένες από αυτές δεν μπορούν να περιγραφούν με απολύτως ταυτόσημους όρους. Ειδικότερα, οι νοητικές και διεργασιακές δομές χαρακτηρίζονται από ιδιότητες όπως η μη αντιστρεψιμότητα, γεγονός που τις διαφοροποιεί από ορισμένες αντιληπτικές οργανώσεις. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς δείχνει ότι, παρά τις αναλογίες και τη συνέχεια ανάμεσα στην αντίληψη και τη νοημοσύνη, οι δύο περιοχές δεν ταυτίζονται πλήρως, αλλά παρουσιάζουν διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης και λειτουργίας.

 

Ζαν Πιαζέ. 1999. Η ψυχολογία της νοημοσύνης. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA