Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2023

Αποχωρισμοί και αναμνήσεις: Ευάλωτα παιδιά

«Οι περίοδοι απομόνωσης δεν δημιουργούν αναμνήσεις. Τι μπορεί να καταχωρηθεί στη μνήμη όταν ο κόσμος είναι κενός; Όμως, η απώλεια αφήνει τη σφραγίδα της στην εικόνα του εαυτού. Και όταν στη συνέχεια συμβαίνει ένας άλλος αποχωρισμός, ξυπνά αυτή η δίχως αναμνήσεις μνήμη. 

 

Οι αποχωρισμοί είναι αναπόφευκτοι στη ζωή, μάλιστα είναι και ευεργετικοί όταν προετοιμάζουν την αυτονομία. Όταν όμως μια πρόωρη απώλεια που συμβαίνει πριν την κατάκτηση της ομιλίας εγγράφει στη μνήμη το αίσθημα της απώλειας, ένας κατοπινός αποχωρισμό, ακόμα και ήπιας μορφής, μπορεί να επιφέρει κατάθλιψη. Μια απλά απομάκρυνση από το πρόσωπο που παρέχει ασφάλεια γίνεται επώδυνη στο παιδί που είναι ευάλωτο εξαιτίας ενός αποχωρισμού που συνέβη στην πρώιμη παιδική του ηλικία. Ακόμα και μια συμβολική απώλεια είναι ικανή να ξυπνήσει αυτή την ανάμνηση που αποκτήθηκε πρόωρα: μια αποτυχία στις εξετάσεις, ένα χαμένο ραντεβού, μια ερωτική απογοήτευση. Τα άτομα που ένιωσαν νωρίς το αίσθημα της ασφάλειας βιώνουν μεν τον πόνο που προκαλούν οι απώλειες αυτές, αλλά πολύ γρήγορα τον ξεπερνούν με ένα άλλο σχέδιο. Αντίθετα, όσοι έζησαν νωρίς στην απομόνωση, πριν αρχίσουν να μιλούν, γίνονται συναισθηματικά ευάλωτοι και βιώνουν αυτές τις αναπόφευκτες αντιξοότητες σαν μια ανεπανόρθωτη απώλεια.

Αυτή η πρώιμη ευαλωτότητα εξηγεί τις περίεργες στρατηγικές προσκόλλησης των εγκαταλελειμμένων παιδιών. Σε πρώτη φάση, διαμαρτύρονται και κλαίνε επειδή θυμώνουν που στερούνται την προσκόλληση που δικαιούνται. Μετά, όταν έχει εδραιωθεί η αποθάρρυνση, αισθάνονται τη στέρηση σαν ένα κενό, μέσα στο οποίο δεν αξίζει πια τον κόπο να φωνάζουν. Όσο έχουν τη δύναμη να ελπίζουν, αρκεί ένα συναισθηματικό υποκατάστατο για να γαντζωθούν από αυτό. Αυτή η αγχώδης υπερπροσκόλληση δεν κάνει διακρίσεις. Αυτά τα παιδιά προσπαθούν να προσκολληθούν στον οποιονδήποτε βρεθεί μπροστά τους. προσκολλώνται σε οποιονδήποτε ενήλικο, όπως αυτός που πνίγεται και γραπώνεται από οτιδήποτε επιπλέει. Αυτό ασφαλώς σώζει το παιδί, αλλά το τίμημα μιας τέτοιας ανάπτυξης είναι μεγάλο. Το παιδί που δεν έχει νιώσει από νωρίς ασφάλεια κατευθύνεται στις μορφές προσκόλλησης που του ταιριάζουν. Έναν τέτοιο ενήλικο θα πλησιάσει, σε αυτόν θα μιλήσει και θα χαμογελάσει. Αντίθετα, ένα παιδί συναισθηματικά ευάλωτο στρέφεται προς κάθε ενήλικο, ακόμη κι αν του δεν του χαμογελάει, ακόμα και αν τον απορρίπτει. Μένει κοντά του επειδή τον έχει ανάγκη, ακόμα κι αν ο ενήλικας το απορρίπτει. Το παιδί αυτό έτσι αισθάνεται καλύτερα, αλλά, έχοντας χάσει την αυτονομία του, δέχεται να ζήσει με κάποιον που δεν ενδιαφέρεται για αυτό. Όταν ενηλικιωθεί, θα ντύσει λεκτικά αυτό το συναίσθημα που εντυπώθηκε κατά την παιδική του ηλικία και θα πει:

‘Δείτε από πού προέρχονται, πώς γίνεται να μ’ αγαπάει κανείς; Να ποιος είμαι, σας ευχαριστώ που με κρατάτε κοντά σας. Ευχαριστώ που θέλησες να με παντρευτείς’.

Έτσι συμβαίνει να συναντάμε παιδιά ή νέους  που προσκολλώνται απεγνωσμένα σε γονείς ή συντρόφους που τους κάνουν δυστυχισμένους. Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης σχέσεων προετοιμάζει μια δύσκολη ανάπτυξη που μπορεί να τους οδηγήσει στην κατάθλιψη. Στην εφηβεία, τότε που πρέπει να αυτονομηθούν, δεν έχουν αρκετή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και προτιμούν να μένουν μαζί με εκείνους που τους παραμελούν ή τους κακομεταχειρίζονται. Μέρι την ημέρα που αυτοί οι επαναλαμβανόμενοι εξαναγκασμοί και οι καθημερινές ματαιώσεις θα οδηγήσουν στην κατάθλιψη.

Παιδιά που δεν έκαναν διάκριση στην προσκόλληση, όταν γίνονται έφηβοι, εμφανίζουν τέσσερις φορές συχνότερα κατάθλιψη από ότι ο γενικός πληθυσμός. Και όταν η κοινωνική αβεβαιότητα εντείνει αυτή την ευαλωτότητα σωρεύοντας ματαιώσεις και τραύματα, παρατηρούμε ότι το 68% των ατόμων με κατάθλιψη είναι οι ενήλικοι που δεν κοινωνικοποιήθηκαν ομαλά, αφού πρώτα υπήρξαν παιδιά συναισθηματικά ευάλωτα.

Όταν μια πρόωρη απώλεια συμβαίνει σε μια ευαίσθητη περίοδο της ανάπτυξης και το περιβάλλον δεν προσφέρει κανένα συναισθηματικό υποκατάστατο, το παιδί ξαναβρίσκεται σε μια κατάσταση αισθητηριακής απομόνωσης, όπου τίποτα δεν διεγείρεται, ούτε ο εγκέφαλός του ούτε η μνήμη του ούτε η προσωπική του ιστορία. Και αν η απομόνωση διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα, ο εγκέφαλος ατροφεί, η μνήμη σβήνει, η προσωπικότητα δεν μπορεί πλέον να αναπτυχθεί. Σε αυτή την περίπτωση, η ανθεκτικότητα κατακτάται δύσκολα» (σελ. 110-112).   

 

Πηγή:

Boris Cyrulnik. (2015). Τρέξε να σωθείς, η ζωή σε καλεί. Εκδόσεις Κέλευθος.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Διαβάζοντας… «Λέγοντας ξανά τις ιστορίες της ζωής μας»

«Αφηγηματική θεραπεία και πρακτική στην καθημερινή ζωή», του David Denborough

 

«Οι δρόμοι που ακολουθούμε στη ζωή μας δεν είναι προδιαγεγραμμένοι, αλλά διαμορφώνονται, σε μεγάλο βαθμό, από τις ιστορίες που λέμε για τον εαυτό μας και τα όσα μας έχουν συμβεί. Αν οι ιστορίες μας δίνουν έμφαση στις αρνητικές πτυχές, στην αποτυχία και την καταστροφή, τότε γινόμαστε αδύναμοι και ανήμποροι. Αν, όμως, μάθουμε να αφηγούμαστε τη ζωή μας με τρόπους που μας κάνουν δυνατούς, τότε μπορούμε να ανακουφίσουμε τον πόνο και να κατευνάσουμε την λύπη και τη οδύνη. Το ανά χείρας βιβλίο παρέχει πολύτιμες οδηγίες για να ανακτήσουμε τη διαφορετικότητά μας, να αποδεσμευτούμε από κανονιστικές λογικές και περιορισμούς, και να αντιμετωπίσουμε τις επιπτώσεις του τραύματος, της κακοποίησης, της αποτυχίας, του πένθους και του γήρατος. Με κατανοητό τρόπο και με αναφορές σε πραγματικά περιστατικά, ο David Denborough μας προσκαλεί να ακολουθήσουμε τον δρόμο της ανασυγγραφής της ζωής μας, μέσα από ιστορίες δύναμης, θάρρους, αγωνιστικότητας και επινοητικότητας» (οπισθόφυλλο βιβλίου).

Σύμφωνα με τον πρόλογο του βιβλίου: «Οι ζωές μας και τα μονοπάτια μας δεν είναι χαραγμένα στην πέτρα, απεναντίας, έχουν διαμορφωθεί από την ιστορία. Οι τρόποι με τους οποίους καταλαβαίνουμε και μοιραζόμαστε τη ζωή μας έχουν ως εκ τούτου σημασία. Αν οι ιστορίες που λέμε δίνουν έμφαση στο αίσθημα της απόγνωσης, είναι φυσικό κι επόμενο να αισθανόμαστε αποδυναμωμένοι. Ωστόσο, μπορούμε να πούμε τις ιστορίες μας με τέτοιον τρόπο που θα μας κάνουν πιο δυνατούς, θα ανακουφίσουν το αίσθημα της απώλειας και θα  απαλύνουν τη θλίψη μας. […]

Όταν οι ζωές μας θυμίζουν περισσότερο τραγωδία παρά θρίαμβο, πολύ συχνά είναι επειδή κάποιοι άλλοι έχουν γράψει τις ιστορίες που επηρεάζουν τις ζωές μας ή επειδή μεγαλύτερες δυνάμεις, όπως ο σεξισμός, η βία, ο ρατσισμός ή η φτώχεια έχουν γίνει οι βασικοί συγγραφείς των αφηγήσεων για την ταυτότητά μας. […]

Το βιβλίο αυτό προσκαλεί τους αναγνώστες να κοιτάξουν τη ζωή τους και να βρουν μια καινούργια σημασία σε γεγονότα που έχουν παραμελήσει, να ανασύρουν εντυπωσιακές ενέργειες που πολύ συχνά έχουν μπει στο περιθώριο, να βρουν λύσεις σε προβλήματα και αδιέξοδα σε πεδία που προηγουμένως θεωρούνταν χαμένα… Αυτό θα δώσει στον αναγνώστη διάφορες επιλογές ως προς το να μάθει πώς μπορεί να προχωρήσει μπροστά…» (σελ. 13-15).

 

Πηγή:

David Derborough. (2022). Λέγοντας ξανά τις ιστορίες της ζωής μας. Αφηγηματική θεραπεία και πρακτική στην καθημερινή ζωή. Εκδόσεις Oposito.

 

 Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Η αποκάλυψη της υιοθεσίας

Η αποκάλυψη της υιοθεσίας πρέπει να δίνεται νωρίς: περίπου μεταξύ της ηλικίας των δύο και των τεσσάρων ετών. Η αποκάλυψη πρέπει να γίνεται νωρίς, καθώς οι γονείς ζουν μέσα σε έναν συνεχή τρόμο μήπως το παιδί τους πληροφορηθεί από κάποια εξωτερική πηγή την υιοθεσία και ίσως να μην αναφέρει τίποτα στους γονείς του. Οι γονείς θα πρέπει να πληροφορούν το παιδί μόλις είναι σε θέση να καταλάβει. Σε μικρή ηλικία το παιδί ίσως να μην μπορεί ακόμη να επεξεργαστεί και να κατανοήσει πλήρως το θέμα, όμως ακούγοντάς το ξανά και ξανά θα μπορέσει να το καταλάβει. Στο παρελθόν υπήρχαν αρκετές αντικρουόμενες απόψεις: εκτός από αυτούς που υποστήριζαν ότι θα πρέπει να ενημερώνονται τα παιδιά από την ηλικία των δύο έως τεσσάρων ετών, υπήρχαν και αυτοί που υποστήριζαν ότι η ανάπτυξη και οι σχέσεις των παιδιών με τη θετή τους μητέρα δεν είχε διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με τα υπόλοιπα παιδιά, μέχρι τη στιγμή που μάθαιναν για την υιοθεσία τους. Μετά από αυτή την αποκάλυψη, η συμπεριφορά, τα περιεχόμενα της σκέψης και οι σχέσεις των παιδιών άλλαζαν σε μεγάλο βαθμό. 

«Οι γονείς διαφέρουν μεταξύ τους ως άτομα και ως προς τις επιρροές που έχουν δεχτεί από την κοινωνική τους τάξη, τη θρησκεία και το πολιτισμικό τους περιβάλλον. Ενώ ορισμένοι τρέμουν στην ιδέα ότι το παιδί τους θα μάθει για την υιοθεσία του από κάποιον τρίτο και ακολουθούν πειθήνια τις συμβουλές να του το πουν έγκαιρα , άλλοι φοβούνται περισσότερο το ίδιο το γεγονός της αποκάλυψης και συνεχώς το αναβάλλουν. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι κυρίως σε αυτή την τελευταία κατηγορία γονέων: πολλοί θετοί γονείς θα επιθυμούσαν να μη χρειαστεί ποτέ να μάθει το παιδί τους και τρέμουν στην ιδέα αυτής της αποκάλυψης» (σελ. 361). Πολλοί γονείς φοβούνται ότι το παιδί τους θα αναστατωθεί, ότι ίσως έπειτα θα τους αγαπήσει λιγότερο, ότι ίσως θελήσει να αναζητήσει τους φυσικούς του γονείς, κ.α.

«Για πολλούς γονείς η αποκάλυψη της υιοθεσίας αποτελεί εμπειρία που υπονομεύει την επιθυμία τους να πιστεύουν ότι το παιδί είναι δικό τους. Εάν τόσο το νήπιο όσο και οι θετοί του γονείς έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι ανήκουν ο ένας στον άλλο, με ποιο τρόπο η χρησιμοποίηση του όρου ‘υιοθεσία’ ως τρυφερής έκφρασης ανταποκρίνεται σε αυτή τους την ανάγκη; Φαίνεται ότι η ιδέα πίσω από αυτό- ότι δηλαδή το παιδί πρέπει να μεγαλώνει νιώθοντας ότι το να είναι υιοθετημένο είναι κάτι το ωραίο –συνεπάγεται ένα είδος εξαρτημένης μάθησης. Είναι κατανοητό ότι το παιδί μπορεί να συνδέσει την ‘τρυφερή’ λέξη με την ιστορία της υιοθεσίας που του είπαν αργότερα. Όμως, το αν θα αισθανθεί, καθώς μεγαλώνει, ότι η υιοθεσία του είναι το ωραίο θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες και ελάχιστα από τους πρώιμους συνειρμούς της παιδικής ηλικίας που αφορούν στη λέξη ‘υιοθετημένο’» (σελ. 261-262).

Το παιδί μεγαλώνοντας είτε είναι υιοθετημένο είτε όχι θα κληθεί να αντιμετωπίσει ορισμένα οδυνηρά γεγονότα, που του δημιουργούν πόνο. Οι καταστάσεις που περιλαμβάνουν πόνο θα πρέπει να εμφανίζονται στο παιδί ως καταστάσεις που το παιδί θα νιώσει ότι έχει επαρκείς δυνάμεις για να τα βγάλει πέρα. Είναι σημαντικό το παιδί να νιώθει ότι έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε μια δύσκολη κατάσταση, όπως είναι η υιοθεσία.

 

Πηγή:

Ρολίν Σουρ & Σίλα Μίλερ. 1998. Ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία παιδιών με σωματικές μειονεξίες και ψυχοδιανοητικές διαταραχές. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Στερημένα παιδιά

Παιδιά οριακά ή ψυχωσικά καθώς και παιδιά που έχουν υποστεί πρώιμες στερήσεις θα πρέπει να τα βοηθήσει η ψυχοθεραπεία να καταλάβουν ότι υπάρχει και μια ευχάριστη πραγματικότητα και να τη βιώσουν, αλλά και να τα βοηθήσουμε να συμβιβαστούν με τη σκληρή πραγματικότητα. 

 

«Πολλά στερημένα παιδιά με χρόνια κατάθλιψη έχουν μεγάλη δυσκολία να χρησιμοποιήσουν γενικά τη φαντασία τους. Μερικά δεν μπορούν να ζωγραφίσουν ή να παίξουν σχεδόν καθόλου, ενώ πολλά είναι τελείως ανίκανα να φανταστούν, έστω και μέσω του παιχνιδιού τους, ότι η ζωή θα μπορούσε να είναι διαφορετική ή ότι θα ήταν δυνατόν να ασκήσουν κάποιον έλεγχο στη μοίρα τους. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να βρισκόμαστε σε συνεχή επιφυλακή προκειμένου να επισημάνουμε τις στιγμές που τα παιδιά αυτά ξεπερνούν την κατάθλιψή τους. χρειάζεται να μπορούμε να διακρίνουμε με ακρίβεια τις ναρκισσιστικές ταυτίσεις των αμιγώς μανιακών ασθενών, που βασίζονται στο αίσθημα παντοδυναμίας, από το ξεκίνημα των νέων ταυτίσεων και εσωτερικεύσεων που στηρίζονται σε φαντασιώσεις παντοδυναμίας, όταν αντιμετωπίζουμε παιδιά που παρουσιάζουν κλινική κατάθλιψη σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Και τα δύο αυτά στοιχεία μπορούν, βέβαια, να συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή κάθε στιγμή, ωστόσο δεν πρέπει να τα συγχέουμε» (σελ. 313).

Σύμφωνα με τη Melanie Klein, η μάθηση μπορεί να παρεμποδιστεί από τις δυσκολίες που προκαλούνται από ασυνείδητες φαντασιώσεις και φόβους. Η ίδια υποστήριζε ότι οτιδήποτε κάνει ένα παιδί στο παιχνίδι αποτελεί έκφραση ασυνείδητων φαντασιώσεων. Επίσης, στο έργο του Bion «για την ανάπτυξη της διαδικασίας του σκέπτεσθαι τονίζονται οι ψυχοδιανοητικές πλευρές τις οποίες ενέχει η απόδοση νοήματος που τώρα θεωρούνται ως φαντασιωσικές σωματικές επαφές και συναισθήματα» (σελ. 315). Οι ψυχαναλυτές θεωρούν ότι το παιχνίδι έχει κάποιο νόημα, ακόμα και όταν μοιάζει να μην έχει κανένα απολύτως. Παιδιά τα οποία έχουν υποστεί σοβαρές στερήσεις, ίσως θα πρέπει να διεργαστούν και να συμβιβαστούν με μια άλλη μορφή πραγματικότητας, που είναι ικανή να τους δώσει ελπίδα, ασφάλεια και ευχαρίστηση.

«Όταν εργάζεται κανείς με παιδιά που δεν μπορούν να παίξουν και τα παρακολουθεί να αρχίσουν να παίζουν, αυτό μπορεί να τον διδάξει ότι ο συμβιβασμός και η εξοικείωση με την ιδέα του οφέλους είναι το άλλο μισό.

Η Susan Isaacs λέει ότι το παιχνίδι του παιδιού το βοηθάει να ‘ελέγξει’ τα συναισθήματα που αφορούν στην απώλεια και την απουσία και να απολαύσει τη ‘φαντασιωσική’ ικανοποίηση ότι μπορεί να ελέγχει τα ‘πήγαιν’ έλα’ της μητέρας του» (σε. 318).

«Οι μητέρες χρειάζεται να διαθέτουν την ικανότητα ονειροπόλησης, χρειάζεται όμως να είναι σε θέση να εμψυχώνουν και να προετοιμάζουν τα παιδιά τους για τις χαρές που τους επιφυλάσσει η ζωή. Η ευχαρίστηση μπορεί να προκαλεί σκέψεις που δημιουργούν ένταση, όπως ακριβώς και η δυσαρέσκεια, επειδή η ευχαρίστηση εμφανίζεται με ποικίλες μορφές» (σελ. 325). Στο παιχνίδι, η έμφαση μετατοπίζεται από το ερώτημα «τι κάνει αυτό το αντικείμενο;» στο ερώτημα «τι μπορώ να κάνω εγώ με αυτό το αντικείμενο;». Σύμφωνα με τον Winnicott, το μεταβατικό αντικείμενο είναι «το πρώτο του μη Εγώ αντικείμενο, καθώς και το παιχνίδι είναι πράξη» (σελ. 326).

Τα παιδιά με σοβαρές στερήσεις έχουν ζήσει μια ζωή γεμάτη από συναισθήματα απώλειας, αδυναμίας, ντροπής και τρόμου. Πριν αρχίσουν να τα εκφράζουν με συμβολικό τρόπο αυτά τα συναισθήματα μέσω του παιχνιδιού, φαίνεται ότι έχουν ανάγκη να αποστασιοποιηθούν από τα συναισθήματα αυτά και αυτό μοιάζει να επιτυγχάνεται εν μέρει μέσω της δημιουργίας φαντασιώσεων που έχουν να κάνουν με την απόκτηση κάποιου οφέλους, δύναμης, περηφάνιας και εμπιστοσύνης.

  

Πηγή:

Ρολίν Σουρ & Σίλα Μίλερ. 1998. Ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία παιδιών με σωματικές μειονεξίες και ψυχοδιανοητικές διαταραχές. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

«Δεν είμαστε τα προβλήματά μας…»

 Ποιο είναι το πρόβλημα και πώς μπορούμε να το προσεγγίσουμε;

Αρχικά, στόχος είναι να εξωτερικεύσουμε το πρόβλημα και να μπορέσουμε να πάρουμε απόσταση από αυτό ώστε να το κατανοήσουμε και να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι. 

 

Η αναγνώριση του προβλήματος αποτελεί μόνο την αρχή. «Μόλις το πρόβλημα αποκτήσει ένα όνομα και έρθουν στο προσκήνιο οι τακτικές και οι επιπτώσεις του, το άτομο έχει μια ευκαιρία να αλλάξει τη σχέση του με το πρόβλημα» (σελ. 42).

Δίνοντας όνομα στο πρόβλημα: υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να βρούμε ένα εξωτερικευμένο όνομα για το πρόβλημα.

Διερευνώντας την επιρροή και τις λειτουργίες του προβλήματος: ήρθε η ώρα να διερευνήσουμε: πόσο καιρό υπάρχει το πρόβλημα; Πότε ήρθε για πρώτη φορά στη ζωή μας; Πότε είναι πιο πιθανόν να εμφανιστεί; Έρχεται αναπάντεχα ή με προειδοποίηση; Ποιοι είναι οι φίλοι του προβλήματος; πότε και υπό ποιες συνθήκες αποκτά το πρόβλημα μεγαλύτερη δύναμη;

Εξερευνώντας τις επιπτώσεις του προβλήματος: ποιες είναι οι επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, όπως στο σπίτι, στη δουλειά, στο σχολείο, στις οικογενειακές σχέσεις, στην ταυτότητα, στις ελπίδες, στις προσδοκίες, στα όνειρα, στις μελλοντικές δυνατότητες…

Αξιολογώντας τις επιπτώσεις του προβλήματος: οι επιπτώσεις που έχει το πρόβλημα στη ζωή μας είναι θετικές ή αρνητικές; Θέλουμε να αλλάξουμε τη σχέση με το πρόβλημα; Θέλουμε να απελευθερωθούμε εντελώς από το πρόβλημα ή απλώς να μετριάσουμε την επιρροή του;

Ρωτώντας το γιατί: γιατί θέλουμε να αλλάξουμε τη σχέση μας με το πρόβλημα; Πώς μας εμποδίζει το πρόβλημα να κάνουμε περισσότερα από αυτά που θα θέλαμε στη ζωή; Τι θα διαφοροποιούνταν στη ζωή μας αν μπορούσαμε να μετριάσουμε την επιρροή του προβλήματος;

Είναι σημαντικό να αλλάξουμε τη σχέση μας με το πρόβλημα. Μπορεί να επιλέξουμε να εξαλείψουμε το πρόβλημα, να διώξουμε το πρόβλημα, να διαχωριστούμε από το πρόβλημα, να απορρίψουμε την επιρροή του προβλήματος, να βγούμε από τη σκιά του προβλήματος ή να τιθασεύσουμε το πρόβλημα. Η προσπάθεια για αλλαγή της σχέσης με το πρόβλημα δεν σημαίνει πως θα είναι επιτυχής, καθώς υπάρχουν και επίμονα προβλήματα. Ένας τρόπος για να προσεγγίσουμε το πρόβλημα είναι γραπτά, δηλαδή να δημιουργήσουμε τα δικά μας ντοκουμέντα σχετικά με το πρόβλημα. Μέσα από αυτή την επαφή με το πρόβλημα, το κάθε άτομο εντοπίζει τις δικές του δεξιότητες, που μπορεί να χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει διάφορες καταστάσεις. Οι ιστορίες που αφηγούμαστε για τις ζωές μας, μας δίνουν τη δυνατότητα να εντοπίσουμε τα προβλήματα, να τα επεξεργαστούμε και να αλλάξουμε και την ίδια την αφήγηση.                               

 

Πηγή:

David Derborough. (2022). Λέγοντας ξανά τις ιστορίες της ζωής μας. Αφηγηματική θεραπεία και πρακτική στην καθημερινή ζωή. Εκδόσεις Oposito.

 

 Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Διαβάζοντας… «Τρέξε να σωθείς, η ζωή σε καλεί»

Του Boris Cyrulnik

 

«Είναι παράξενη η ζωή, δεν είναι; Αλλά γι’ αυτό είναι και συναρπαστική. Φανταστείτε να ζούσαμε μια ζωή ήρεμη και ισορροπημένη, χωρίς γεγονότα, χωρίς κρίσεις, χωρίς τραύματα να ξεπεράσουμε, αλλά μόνο με ρουτίνα, χωρίς κάτι άξιο να συγκρατήσουμε στη μνήμη: δεν θα είχαμε καν τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε. Κανένα γεγονός και επομένως καμία ιστορία, καμία ταυτότητα. Δεν μπορούσαμε να πούμε: ‘Μου συνέβη αυτό, ξέρω ποιος είμαι αφού ξέρω τι είμαι ικανός να κάνω μπροστά στις αντιξοότητες’. Τα ανθρώπινα  όντα είναι συναρπαστικά επειδή η ζωή τους είναι παράξενη».

Ο Boris Cyrulnik μας μιλά για την ανθεκτικότητα, αυτή τη φορά μέσα από μια συναρπαστική βιωματική αφήγηση.

«Η εξιστόρηση της ζωής μας δεν είναι απλώς η παράθεση μιας σειράς γεγονότων. Είναι η οργάνωση των αναμνήσεών μας, η οποία βάζει σε τάξη την αναπαράσταση αυτού που μας συνέβη, και ταυτόχρονα η τροποποίηση του νοητικού κόσμου εκείνου που μας ακούει. Το συναίσθημα που νιώθουμε ύστερα από μια εξιστόρηση για τον εαυτό μας εξαρτάται από τις αντιδράσεις του άλλου: τι θα κάνει μετά από αυτό που είπα; Θα με σκοτώσει, θα με γελοιοποιήσει, θα με βοηθήσει ή θα με θαυμάσει; Αυτός που σιωπά συμμετέχει στην αφήγηση εκείνου που μιλάει.

Γιατί μου ζήτησαν να αφηγηθώ αυτά τα ακραία γεγονότα που εγώ θα προτιμούσα να αποσιωπήσω; Όταν τα παρουσίαζα, ένιωθα αφύσικος: ένιωθα περηφάνια ή ντροπή ανάλογα με το βλέμμα τους. ήμουν ανακουφισμένος που δεν είχα πια τίποτα να κρύψω, αλλά η αντίδραση των γύρω μου, στο σύνολό της, με ωθούσε προς την αποσιώπηση. Όταν ένας ενήλικος δεν με πίστευε, όταν γελούσε με το ‘μυθοπλαστικό μου ταλέντο’, όταν ένας μικρός φίλος αρνιόταν να παίξει μαζί μου, εγώ βυθιζόμουν στη σιωπή (σελ. 84).

 «Στην τραυματική μνήμη κυριαρχεί μια ανάμνηση. Το απομονωμένο άτομο έχει γίνει νευροσυγκινησιακά ευάλωτο. Αν επιπλέον δεν χειρίζεται σωστά τον λόγο ή αν το περιβάλλον του το εμποδίζει να μιλήσει, όλες οι συνιστώσες του τραυματικού πόνου συνενώνονται: με τη μνήμη του καθηλωμένη, το άτομο, φυλακισμένο στο παρελθόν του, δεν μπορεί παρά να αναμασά τις αναμνήσεις του και να υποφέρει από αυτές.

Αν πριν από το τραύμα το άτομο ένιωθε ασφάλεια και μιλούσε σωστά, αν μετά το πλήγμα το υποστήριξαν και το άκουσαν, η μνήμη του εξακολουθεί να αναπτύσσεται επειδή είναι υγιής. Έτσι η εικόνα του εαυτού αυτού που του συνέβη αλλάζει με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με το οικογενειακό και το πολιτισμικό περιβάλλον. Όταν η μνήμη είναι υγιής, οι αναμνήσεις μπαίνουν σε μια τάξη. […] Όταν η μνήμη είναι ζωντανή, οι παλιές αναμνήσεις δίνουν μια συναισθηματική απόχρωση στα γεγονότα του παρόντος» (σελ. 63-64).

«Η συναισθηματική μόλυνση του παρόντος από το παρελθόν προστίθεται στις αναπόφευκτες παραμορφώσεις της αναπαράστασης των γεγονότων του παρελθόντος: ‘’Οι καινούριες αναμνήσεις επηρεάζονται αναπόφευκτα από τις παλιές, πράγμα που οδηγεί συχνά σε παραμορφώσεις» (σελ. 65).

 

Πηγή:

Boris Cyrulnik. (2015). Τρέξε να σωθείς, η ζωή σε καλεί. Εκδόσεις Κέλευθος.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.