Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Αντικοινωνική συμπεριφορά και παραβατικότητα: Η περίπτωση της Fiona Pilkington



Στο ντοκιμαντέρ «Fiona Pilkington: Anti-social Behaviour» παρουσιάζεται η περίπτωση της Fiona Pilkington, η οποία το 2007 σκοτώθηκε μαζί με την κόρη της με το αυτοκίνητο.Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που θίγει παράλληλα δύο διαφορετικές καταστάσεις που συνδέονται με διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Από τη μία μεριά είναι η Fiona και η κόρη της- τα θύματα- που αντιμετωπίζουν ρατσισμό και περιθωριοποίηση λόγω της αναπηρίας της κόρης, με αποτέλεσμα η μητέρα να επιλέξει την "αυτοκτονία" των δυο τους  και από την άλλη είναι η παραβατικότητα ανήλικων παιδιών -οι θύτες- που δρουν σε συμμορίες.

Η κόρη της Fiona ήταν 18 ετών και ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες. Επανειλημμένα η Fiona είχε παραπονεθεί στις τοπικές αστυνομικές και κοινωνικές αρχές σχετικά με την βία και τις επιθέσεις που δεχόταν από συμμορίες νεαρών. Η Fiona φοβόταν για το μέλλον του παιδιού της που αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω της αναπηρίας, με αποτέλεσμα να βιώνει έντονο άγχος και στρες, ενώ ένιωθε αβοήθητη από τις αρχές. Η συμμορία των νεαρών από τα οποία δεχόταν βία ήταν ηλικίας 8 έως 17 ετών, ενώ οι γονείς των παιδιών αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τις αρχές ακόμη και μετά το περιστατικό. Η αστυνομία απέτυχε στο να αντιμετωπίσει την αντικοινωνική συμπεριφορά αυτών των παιδιών και να βοηθήσει αυτή την ευάλωτη οικογένεια. Η Fiona ζητούσε βοήθεια εφτά ολόκληρα χρόνια, ενώ είχε καλέσει 22 φορές την αστυνομία και είχε μιλήσει και με κοινωνικούς λειτουργούς.
Η Fiona ένιωθε εντελώς αβοήθητη, με αποτέλεσμα να νιώθει ότι βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνία που δεν έχει την αποδοχή και το σεβασμό των άλλων. Αρκετές φορές είχε γίνει δέκτης βίαιων συμπεριφορών από συμμορίες νεαρών, ενώ δεν έβρισκε ανταπόκριση και στήριξη ούτε από τις αρμόδιες αρχές στις οποίες απευθύνθηκε επανειλημμένα. Οι νεαροί έχουν μια συμπεριφορά που μπορεί να μην είναι ευρέως αποδεκτή, ωστόσο, ρυθμίζεται από τους κοινωνικούς κανόνες της συμμορίας, που στοχεύουν στην επίτευξη κοινών στόχων. Τα μέλη της συμμορίας αλληλοεπηρεάζονται ως προς τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά τους από τα άλλα μέλη. Η Fiona βίωνε στιγματισμό και περιθωριοποίηση από την κοινωνία και δεχόταν επιθέσεις από συμμορίες νεαρών εξαιτίας της κόρης της, που είχε ειδικές ανάγκες. Συχνά δεχόταν επιθέσεις, αλλά και βία και χλευασμό από συμμορίες νεαρών, που χωρίς να τους ενοχλεί η Fiona ή να έχουν κάποιες σχέσεις με την οικογένεια της Fiona την στοχοποίησαν, λόγω της αναπηρίας και της διαφορετικότητας που χαρακτήριζε την Φραντσέσκα, την κόρη της Fiona. 

H Fiona μαζί με την κόρη της ένιωθε ότι βρίσκεται όλο και περισσότερο στο περιθώριο της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούσε και αποτελούσε μέλος της, ενώ ένιωθε άγχος και ανασφάλεια για το μέλλον του παιδιού της καθώς έβλεπε ότι η αστυνομία και οι αρμόδιες αρχές δεν αντιμετώπιζαν αποτελεσματικά την αντικοινωνική συμπεριφορά των νεαρών που ανήκαν στις συμμορίες από τις οποίες δεχόταν διαρκώς επιθέσεις. Οι οικογένειες που έχουν μέλη με αναπηρίες βιώνουν τον κοινωνικό στιγματισμό και ξέρουν ότι είναι ιδιαίτερα ευάλωτες και μπορεί να υπάρξουν θύματα συμμοριών ή ατόμων με αντικοινωνική συμπεριφορά. Οι εκδηλώσεις βίας απέναντι σε ανάπηρα άτομα και τις οικογένειές τους οφείλονται κυρίως στη διαφορετικότητα της αναπηρίας και στο γεγονός ότι οτιδήποτε διαφορετικό προκαλεί.



Όσον αφορά τη συμμορία των νεαρών που ήταν ηλικίας 8-17 ετών φαίνεται πως εκδηλώνουν αντικοινωνική συμπεριφορά και έντονη επιθετικότητα, ενώ έχουν ως στόχο άτομα που διαφοροποιούνται από τους άλλους λόγω αναπηριών, στη συγκεκριμένη περίπτωση νοητικής αναπηρίας. Οι συμμορίες αποτελούν μια ομάδα, η συμπεριφορά των οποίων καθορίζεται με βάση τους κοινωνικούς κανόνες και τους στόχους των νεαρών που ανήκουν στη συγκεκριμένη ομάδα. Η εμφάνιση επιθετικής συμπεριφοράς μπορεί να οφείλεται στην προσωπικότητα του ατόμου, το οικογενειακό περιβάλλον, τα βιώματα και τις εμπειρίες του ατόμου, αλλά και η ένταξή του σε μια ομάδα που έχει συγκεκριμένους στόχους. Οι στόχοι αυτών των συμμοριών μπορεί να ήταν απλά ο χλευασμός και η βία κατά ατόμων που ήταν διαφορετικά από τους υπόλοιπους, έτσι ώστε να νιώσουν οι ίδιοι ανώτεροι. Πρόκειται για εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς που οφείλεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων, ενώ είναι δύσκολο να καθοριστούν οι παράγοντες που οδήγησαν τα συγκεκριμένα παιδιά στην ένταξή τους σε τέτοιου είδους συμμορίες.
 
Η αντικοινωνική συμπεριφορά αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα συμπεριφοράς που εκδηλώνουν οι έφηβοι. Σύμφωνα με το μοντέλο ανάπτυξης της αντικοινωνικής συμπεριφοράς των Patterson et al. (1992), η συμπεριφορά αυτή ακολουθείται και από άλλες προβληματικές συμπεριφορές του εφήβου, όπως υψηλού κινδύνου σεξουαλική συμπεριφορά, σχολική αποτυχία, παραβατικές συμπεριφορές, καθώς και ποικίλες επιθετικές και αντιδραστικές συμπεριφορές. Ο έφηβος μεγαλώνοντας μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο συναναστρέφεται με συνομηλίκους του, που εκδηλώνουν επιθετικότητα, άρνηση και αντικοινωνικότητα έχει αυξημένες πιθανότητες να υιοθετήσει τέτοιου είδους συμπεριφορές. Η αντικοινωνική συμπεριφορά κατά την παιδική και εφηβική ηλικία σχετίζεται με την ανάπτυξη και εκδήλωση ενός γενικότερου συνδρόμου προβληματικών συμπεριφορών (Ary et al., 1999).

Βιβλιογραφία

Ary, D.V., Duncan, T.E., Duncan, S.C., & Hops, H. (1999). Adolescent problem behavior: The influence of parents and peers. Behaviour Research and Therapy, 37, 217- 230.

Patterson, G.R., Reid, J.B., & Dishion, T. (1992). Antisocial boys: A social interactional approach. Eugene, OR: Castalia Publishing Company.

Ερωτική σχέση με άτομο διαφορετικής θρησκείας και κουλτούρας: προβληματισμοί και ερωτήματα...



Με αφορμή την ταινία “Ae Fond Kiss” του Κεν Λόουτς (2004), θα αναφερθώ στις πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές που προκαλούν διάφορους προβληματισμούς κατά τη σύναψη μιας σχέσης ανάμεσα σε δύο άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές θρησκείες, μιας αλλόθρησκης σχέσης δηλαδή. Στην αρχή μπορεί να είναι μια όμορφη- διαφορετική εμπειρία, με το πέρασμα του χρόνου όμως και όταν η σχέση γίνεται πιο σοβαρή τι είδους προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν; Η ταινία παρουσιάζει τα προβλήματα ανάμεσα σε ένα μουσουλμάνο και μια καθολική χριστιανή αλλά τελειώνει με ένα αισιόδοξο τέλος, έχει happy end…

Όμως, επιστρέφοντας στην πραγματικότητα καθώς η ζωή δεν είναι ταινία ας αναρωτηθούμε πόσα προβλήματα μπορούν να προκύψουν μετά το τέλος της ταινίας σε μια τέτοιου είδους σχέση, τα οποία συνοπτικά παρουσιάστηκαν στην ταινία, αλλά δόθηκε η εντύπωση ότι ξεπεράστηκαν. Στην πραγματικότητα όμως ξεπερνιούνται;

 
Είναι μια σχέση αγάπης, όπου η αγάπη μπορεί να ξεπεράσει τα πάντα ή είναι μια αδιέξοδη κατάσταση; Πόσο εύκολο είναι να δεχτούμε τον άλλο άνευ όρων και να αποδεχτούμε τις δικές του θρησκευτικές, παραδοσιακές και ηθικές αρχές; Αυτό είναι το πρώτο βήμα που θα πρέπει να κάνουμε, απαντώντας στον εαυτό μας, αν μπορούμε, αν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε χωρίς κανέναν όρο, χωρίς κανέναν περιορισμό τον άλλο, όπως είναι, χωρίς να έχουμε ψευδαισθήσεις ότι στην πορεία θα τον αλλάξουμε. 

Ορισμένες θρησκείες είναι πιο αυστηρές από κάποιες άλλες και ορισμένοι πιστοί είναι πιο φανατικοί από άλλους. Πώς γίνεται λοιπόν να δεχτείς κάποιον που έχει ως βασικό καθοδηγητή στη ζωή του τη θρησκεία του; Πώς γίνεται να δεχτείς κάποιον που σου απαγορεύει να πεις οτιδήποτε για τη θρησκεία του; Το πιο λογικό είναι να μην κάνεις καθόλου αναφορές σε αυτό το θέμα, αλλά για να υπάρξει μια ισορροπία αυτό θα πρέπει να ακολουθείται και από τις δύο πλευρές…

Ο φανατισμός που διέπει ορισμένες θρησκείες δεν αφήνει περιθώρια για αποδοχή των άλλων άνευ όρων. Είναι διαφορετικό να κάνεις παρέα με άτομα από άλλες θρησκείες και διαφορετικό να επιλέξεις να μοιραστείς τη ζωή σου με έναν άνθρωπο από άλλη θρησκεία. Δεν είναι ανέφικτο, απλά θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και διατεθειμένοι να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες, ενώ οι υποχωρήσεις θα πρέπει να γίνονται και από τις δύο πλευρές. 

Τι γίνεται όμως όταν πάντα νιώθεις ότι ανάμεσά σας υπάρχει ένα τοίχος, το τοίχος της θρησκείας, που δεν αφήνει τη σχέση να εξελιχθεί σε βάθος; Και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι ο ένας από τους δύο, ο λιγότερο φανατισμένος, να κάνει διαρκώς υποχωρήσεις. Αρκούν όμως οι υποχωρήσεις από τη μία μόνο πλευρά και είναι δυνατόν μια σχέση να αναπτύσσεται και να εξελίσσεται με υποχωρήσεις μόνο από τη μία πλευρά;
Μετά από μια πρώτη περίοδο χαλαρότητας και ρομαντισμού, οι διαφορές αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια και οι διαφορές συνήθως οδηγούν σε συγκρούσεις. Αν ψάξουμε τα πράγματα σε βάθος προκύπτουν διάφορα θέματα. Ωραία, ο καθένας ακολουθεί τη θρησκεία του, αλλά τα παιδιά ποια θρησκεία θα ακολουθήσουν; Και στο σπίτι ποιες γιορτές θα γιορτάζονται; Εστιάζοντας στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους, οι διαφορές είναι πολλές και αγεφύρωτες. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές για να μπορέσει να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, και για να μη ζουν και οι δύο με μια ψευδαίσθηση υποχώρησης από την άλλη πλευρά.

Όλα ξεκινούν από το πόσο καλά ο καθένας έχει ξεκαθαρίσει μέσα του ορισμένα θέματα. Πόσο ρατσιστής είναι; Πόσο μίσος νιώθει για την ταυτότητα του άλλου ατόμου; Τον αντιμετωπίζει ως έναν άνθρωπο που τον αγαπά απογυμνωμένο από θρησκευτικές και πολιτισμικές ταυτότητες ή ως έναν άνθρωπο που είναι αλλοδαπός, μετανάστης, μουσουλμάνος, και πολλά ακόμη; Κι αυτό ισχύει και από τις δύο πλευρές. Ο μουσουλμάνος τι γνώμη έχει για μια Ευρωπαία χριστιανή, πόσο τη σέβεται και τι στερεότυπα την ακολουθούν;

Παίρνοντας λοιπόν την περίπτωση του μουσουλμάνου που κάνει σχέση με μια χριστιανή βλέπουμε ότι ο καθένας έρχεται στη σχέση κουβαλώντας τα δικά του στερεότυπα. Βέβαια, αυτό θα μπορούσε να συμβεί και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, όμως, εδώ δεν είναι βέβαιο ότι τα στερεότυπα του ενός είναι γνωστά στον άλλο. Και όταν ενεργοποιούνται διάφορες ταυτότητες που ακολουθούν το συγκεκριμένο άτομο πόσο εύκολο είναι να μην υπάρχει μίσος ή απόρριψη για όσα αφορούν τις ταυτότητες αυτές; Εκτός όμως από τη θρησκεία συνήθως πρόκειται και για δύο εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και μια τελείως διαφορετική νοοτροπία με την οποία ο καθένας μεγάλωσε. 

Επίσης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι ψυχολογικές μεταπτώσεις που ακολουθούν το άτομο που προέρχεται από διαφορετική χώρα και βρίσκεται σε κατάσταση μετανάστευσης. Η μετανάστευση έχει ένα σύνολο επιπτώσεων για το άτομο, με αποτέλεσμα να γίνεται λιγότερο λειτουργικό για το περιβάλλον και για την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. Ένας μετανάστης στη χώρα υποδοχής θα πρέπει να αντιμετωπίσει διάφορους παράγοντες που σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό καθορίζουν το βαθμό της προσαρμογής του, ενώ αυτό εξαρτάται και από το χρονικό διάστημα που σκοπεύει να παραμείνει στη χώρα αυτή. Τα προβλήματα της προσαρμογής στη χώρα υποδοχής σε συνδυασμό με τη διαφορετική νοοτροπία και θρησκεία καθώς και το διαφορετικό τρόπο ζωής περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση και δημιουργούν επιπρόσθετα προβλήματα στη σύναψη μιας συντροφικής- ερωτικής σχέσης. Η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα είναι από μόνη της μια ιδιαίτερα στρεσογόνα διαδικασία για το άτομο.   

Ωστόσο, δεν είναι μόνο το θέμα της θρησκείας και της κουλτούρας και τα προβλήματα που προκύπτουν ανάμεσα στο ζευγάρι, είναι και οι αντιδράσεις και η στάση του κοινωνικού περίγυρου και κυρίως του οικογενειακού περίγυρου. Τι φόβους, ανησυχίες και προβληματισμούς εκφράζονται από την πλευρά της κάθε οικογένειας; Πόσο θετικοί ή αρνητικοί είναι απέναντι σε μια τέτοια σχέση; Το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να μην είναι το καθοριστικό για τη σχέση, ωστόσο, πάντα μας επηρεάζουν οι σημαντικοί άλλοι. Τα ερωτήματα της οικογένειας κάποιες φορές μπορεί να γίνουν και δικά μας ερωτήματα: μήπως θέλει να παντρευτεί για να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα; Και τι είδους στερεότυπα και προκαταλήψεις ακολουθούν το συγκεκριμένο λαό από τον οποίο προέρχεται το άτομο; Όσο λιγότερο ξέρουμε ένα λαό, τόσο πιο πιθανό είναι να κάνουμε γενικεύσεις σχετικά με χαρακτηριστικά αυτού του λαού, που θεωρούμε ότι είναι αντιπροσωπευτικά. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κάθε άνθρωπος από όποια χώρα κι αν κατάγεται, από όποια θρησκεία κι αν προέρχεται έχει ένα χαρακτήρα ανεξάρτητα από όλα αυτά. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί λαοί, δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι λαοί. 


Όμως, πόσο ταμπού είναι ακόμη και σήμερα μια σχέση ανάμεσα σε έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα και σε ένα άτομο από άλλη χώρα και πόσο ρόλο παίζει από ποια χώρα είναι η καταγωγή του άλλου ατόμου; Όσο πιο μακριά μας είναι ένας λαός γεωγραφικά, πολιτισμικά, κοινωνικά και θρησκευτικά τόσο πιο πολλές διαφορές έχουμε, που κάποια στιγμή ή πολλές στιγμές μέσα σε αυτή τη σχέση θα κληθούμε να τις επιλύσουμε… Και το πιο βασικό που έχουμε να ξεκαθαρίσουμε είναι τα δικά μας συναισθήματα. Πόσο μας επηρεάζουν οι αντιδράσεις ή οι στάσεις των άλλων; Τι συναισθήματα μας προκαλεί αυτή η κατάσταση; Τι συναισθήματα ή τι προσδοκίες έχουμε εμείς από αυτό το άτομο; Μήπως η όλη κατάσταση μας οδηγεί σε ανάμικτα ή αμφίθυμα συναισθήματα; Μήπως κατά βάθος δεν είμαστε και τόσο σίγουροι για την κατάσταση που βιώνουμε ή αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες μιας τέτοιας σχέσης; Κι αξίζει να βιώνουμε τις συνέπειες μιας τέτοιας σχέσης; Μπορούμε να διαχειριστούμε την ανασφάλεια ή την καχυποψία που νιώθουμε σε ορισμένα θέματα ή θέματα κατωτερότητας και μειονεξίας που μπορεί να προκύψουν; 

Δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι, ωστόσο, η αλήθεια είναι πως στη ζωή είναι λίγο δύσκολο να υπάρχει ένα τέτοιο happy end, όπως στην ταινία, γιατί τα προβλήματα συνήθως αρχίζουν μετά τους τίτλους τέλους. 

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Λόγια ατόμων με αυτισμό



Ίσως περισσότερο σημαντικό από οποιοδήποτε εγχειρίδιο για να κατανοήσουμε τα άτομα με αυτισμό είναι να ακούσουμε ή να διαβάσουμε τι λένε τα ίδια για τον αυτισμό. Το σίγουρο πάντως είναι πως κάποια άτομα με αυτισμό μπορούν να περιγράψουν αυτό που βιώνουν και έχουν επίγνωση των δυσκολιών τους.


«Το να είναι κανείς αυτιστικός δε σημαίνει ότι δεν είναι άνθρωπος. Αλλά σίγουρα σημαίνει ότι είναι “αλλότριος”» (Jim Sinclair, 1992, άτομο με αυτισμό, αναφ. στη Γκονέλα, 2008).

«Στα 25 χρόνια μου ανακάλυψα μια λέξη, μια καινούργια ετικέτα, η οποία μου έδωσε πολλές απαντήσεις, μια ευκαιρία να συγχωρέσω και την ελπίδα να αποκτήσω επιτέλους την αίσθηση ότι ανήκω κάπου: αυτή η λέξη ήταν ο ΑΥΤΙΣΜΟΣ» (Donna Williams, άτομο με αυτισμό, 1993).

«Ο αυτισμός δεν είναι ένα κέλυφος του ατόμου. Είναι διεισδυτικός σε κάθε πτυχή του ατόμου. Είναι ένας τρόπος ύπαρξης» (Jim Sinclair, άτομο με αυτισμό, αναφ. στη Γκονέλα, 2008, σ. 25).

«Ο αυτισμός είναι απόσπαση από την εξωτερική πραγματικότητα που συνοδεύεται από μια έντονη εσωτερική ζωή» (Petit Robert, άτομο με αυτισμό, αναφ. στη Γκονέλα, 2008, σ. 25).

«”Η Ντόνα είναι τρελή”. Παραδόξως χρειάστηκε να περάσουν άλλα τέσσερα χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι τα φυσιολογικά παιδιά όταν αναφέρονται στον εαυτό τους, χρησιμοποιούν το εγώ» (Donna Williams, άτομο με αυτισμό, 1993, σ. 47).



Βιβλιογραφία

Γκονέλα, Ε. (2008). Αυτισμός: Αίνιγμα και πραγματικότητα. Από τη θεωρητική προσέγγιση στην εκπαιδευτική παρέμβαση: Για γονείς, εκπαιδευτικούς, γενικής και ειδικής αγωγής και νηπιαγωγούς (Β’ Εκδ.). Αθήνα: Οδυσσέας.

Williams, D. (1993). Κανείς στο πουθενά. Η Εκπληκτική αυτοβιογραφία ενός αυτιστικού κοριτσιού. Αθήνα: Εκδόσεις Αποσπερίτης.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Αλλαγές: τι δύσκολο πράγμα...



Οι άνθρωποι αλλάζουν και αλλάζεις κι εσύ… κι αυτό μερικές φορές σου φαίνεται τόσο τρομακτικό, τόσο ανεξέλεγκτο και σε γεμίζει με μια αβεβαιότητα για το μέλλον. Αλλαγές… πόσο τις μισείς… τα πράγματα γύρω σου διαρκώς να μεταβάλλονται κι εσύ να προσπαθείς να βρεις τις σταθερές σου, τα σταθερά πρόσωπα αναφοράς, τις σταθερές καταστάσεις. Και περνώντας τα χρόνια ανακαλύπτεις όλο και περισσότερο, με λύπη και αγωνία, ότι τα πράγματα γύρω μας διαρκώς αλλάζουν… το ίδιο και οι άνθρωποι… το ίδιο κι εμείς…



Και καλούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο μονοπάτια, από τη μια προσαρμοζόμαστε και προχωράμε ή από την άλλη εμμένουμε στο παρελθόν, κολλημένοι στις αναμνήσεις, παρατηρώντας τους άλλους να προχωράνε ενώ εμείς μένουμε να παλεύουμε με τα φαντάσματα και τις σκιές του παρελθόντος. Το δεύτερο μονοπάτι δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Είναι δύσβατο γεμάτο από απογοητεύσεις, τελειωμένες αναμνήσεις, πικρίες και λάθη που αναμασάμε κάνοντάς τα μέρος της τρέχουσας πραγματικότητας που μας περιβάλλει. 




Είναι σαν να έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα στο μονοπάτι της λογικής και το μονοπάτι του συναισθήματος. Το μονοπάτι της λογικής μας ενθαρρύνει να προχωρήσουμε, να προσαρμοστούμε και να βρούμε ανθρώπους που θα προσαρμοστούν σε εμάς, στις ανάγκες μας και στα θέλω μας. Το μονοπάτι του συναισθήματος μας φαίνεται πιο οικείο και νιώθουμε ότι μας υπόσχεται μια συνέχεια όσων ζήσαμε στο παρελθόν, μας βοηθάει να ζήσουμε με την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα θα γίνουν όπως πριν ή ίσως και καλύτερα από πριν…

 

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος