Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Συνέντευξη της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα με αφορμή το νέο τους βιβλίο «Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»

Χ.Κ.: Το βιβλίο «Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν» της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα, από τις Εκδόσεις Αγγελάκη, ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από την οικογένεια, τις σχέσεις που μας διαμορφώνουν και τις εμπειρίες που μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή. Μέσα από τη συνέντευξη με τους συγγραφείς, θα αναζητήσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα που αγγίζουν όλους μας, έχοντας ως προσωπική μου σκέψη τη φράση: «Δεν επιλέγουμε τους γονείς μας, αλλά επιλέγουμε τη στάση μας». Μια φράση που συμπυκνώνει την πεποίθησή μου ότι, ακόμη κι αν δεν επιλέγουμε την οικογένεια στην οποία γεννιόμαστε, μπορούμε να επιλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στις εμπειρίες μας και χτίζουμε τη δική μας πορεία.

 

1. Καλησπέρα και καλωσορίσατε στη σελίδα μας. Θα ήθελα να μου "συστήσετε" ο ένας τον άλλον.

Ε.Π.: Ο Νίκος Κουραβάνας είναι ένας άνθρωπος που δεν περιορίζεται εύκολα σε έναν τίτλο ή σε έναν επαγγελματικό ρόλο. Είναι ψυχολόγος και συγγραφέας, αλλά πίσω από όλα αυτά υπάρχει κυρίως ένας άνθρωπος με βαθύ ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται, αγαπούν, πληγώνονται και προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον. Αυτό που εκτιμώ ιδιαίτερα στον Νίκο είναι η ικανότητά του να προσεγγίζει δύσκολα ζητήματα χωρίς να τα κάνει δυσνόητα. Έχει έναν τρόπο να παίρνει όσα μοιάζουν περίπλοκα και να τα φέρνει κοντά στην καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία, αναζητώντας τις καλύτερες δυνατές λύσεις. Παρατηρεί τους άλλους, τις σχέσεις, τις σιωπές, τις μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά. Έχει ευαισθησία, αλλά δεν την επιδεικνύει. Θα έλεγα μάλιστα ότι συχνά την προστατεύει πίσω από τη σκέψη, το χιούμορ ή την ανάγκη να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Στη συνεργασία μας και στην κοινή μας πορεία έχω γνωρίσει έναν άνθρωπο που σκέφτεται πολύ, παρατηρεί ακόμη περισσότερο και δεν φοβάται να θέσει εύστοχες ερωτήσεις. Και ίσως αυτή είναι μία από τις πιο σημαντικές ιδιότητές του: δεν ενδιαφέρεται τόσο να έχει την τελευταία λέξη, όσο να ανοίγει έναν χώρο για σκέψη και ουσιαστικό διάλογο. Για μένα, ο Νίκος είναι ένας συνοδοιπόρος στην προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο και τις σχέσεις του. Και αυτός είναι, τελικά, ο λόγος που η συνεργασία μας έχει τόση αξία

Ν.Κ.: Η Ελένη Παπαδοπούλου είναι ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στον άνθρωπο και στις σχέσεις του. Ως ψυχολόγος και συγγραφέας, έχει έναν τρόπο να ακούει πίσω από τις λέξεις και να αναζητά όχι μόνο αυτό που φαίνεται, αλλά και αυτό που δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε. Έχει μια ιδιαίτερα πλούσια ακαδημαϊκή διαδρομή, αλλά αυτό που θεωρώ σημαντικότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέει τη γνώση με την καθημερινή ζωή. Η ψυχολογία για εκείνη δεν είναι απλώς θεωρία· είναι ένας τρόπος να κατανοούμε καλύτερα τον εαυτό μας και τους άλλους. Συνεργαζόμαστε και πορευόμαστε πλάι-πλάι αρκετά χρόνια, και μέσα από αυτή τη συνύπαρξη έχω εκτιμήσει ιδιαίτερα την επιμονή της να βλέπει τον άνθρωπο ολόκληρο, με τις δυσκολίες, τις αντιφάσεις, τις ανάγκες και τις δυνατότητές του. Και ίσως αυτό είναι που αγαπώ περισσότερο στην Ελένη. Ότι, όσο κι αν προσπαθεί να καταλάβει τον άνθρωπο μέσα από τη σκέψη και τη λογική, στο τέλος επιστρέφει πάντα στον άνθρωπο, μέσα από το συναίσθημα. Η Ελένη δεν είναι απλώς μια καλή ψυχολόγος. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί καθημερινά να γίνει λίγο πιο αληθινός και να βοηθήσει και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Και ίσως αυτό είναι που χαρακτηρίζει περισσότερο την Ελένη: δεν βιάζεται να δώσει απαντήσεις. Προσπαθεί πρώτα να καταλάβει.

2. Τι πραγματεύεται το νέο σας βιβλίο; Ποια ήταν η αφορμή της συγγραφής του;

Ε.Π.: Το παρόν βιβλίο αποτελεί καρπό της εμπειρίας που προέκυψε μέσα από ατομικές συνεδρίες με ανθρώπους, των οποίων τα αιτήματα σχετίζονταν σε σημαντικό βαθμό με την οικογένεια, καθώς πολλές από τις ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα έχουν τις ρίζες τους στις οικογενειακές τους σχέσεις. Παράλληλα, σημαντική πηγή έμπνευσης και εμπειρικού υλικού αποτέλεσε η διοργάνωση ομάδων γονέων εκ μέρους μου, τόσο μέσα από τις «Σχολές Γονέων», στις οποίες συμμετείχαν γονείς παιδιών διαφορετικών ηλικιών, όσο και μέσα από ομάδες γονέων μεγαλύτερης ηλικίας, με ενήλικα πλέον παιδιά, στο πλαίσιο των ΚΑΠΗ.

Ν.Κ.: Βασικός στόχος του βιβλίου είναι να αναδείξει τους παράγοντες που συμβάλλουν στην ενδυνάμωση ή, αντίθετα, στην αποδυνάμωση των οικογενειακών δεσμών. Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, οι γονεϊκοί ρόλοι και οι διαφορετικές προσωπικές διαδρομές των μελών μιας οικογένειας διαμορφώνουν και επηρεάζουν την ποιότητα των μεταξύ τους σχέσεων σε βάθος χρόνου. Παρουσιάζονται διαφορετικές μορφές και δυναμικές οικογενειακών σχέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των γονέων. Μέσα από αυτή την οπτική, τονίζεται η αξία της αυτογνωσίας και της επίγνωσης, της ανάληψης προσωπικής ευθύνης και της συνεχούς μάθησης ως σημαντικών προϋποθέσεων για τη δημιουργία και διατήρηση υγιών οικογενειακών σχέσεων. Στόχος είναι οι σχέσεις αυτές όχι μόνο να διατηρούνται στον χρόνο, αλλά να έχουν τη δυνατότητα να εξελίσσονται, να προσαρμόζονται και να εμπλουτίζονται δημιουργικά. Θεωρήσαμε, λοιπόν, ότι θα αποτελέσει μια καλή αφορμή η συγγραφή αυτού του βιβλίου, ώστε οι αναγνώστες να προβληματιστούν, να ασχοληθούν περισσότερο με τις οικογενειακές τους σχέσεις, με απώτερο σκοπό τη βελτίωσή τους.

3. α. Ποιος είναι ο ρόλος των οικογενειακών σχέσεων;

β. Πώς μετατρέπεται ένα οικογενειακό τραύμα από βίωμα μιας γενιάς σε συμπεριφορά της επόμενης; Είναι αυτό που λέμε διαγενεακό τραύμα;

Ν.Κ.: α) Οι οικογενειακές σχέσεις είναι οι πρώτοι και πιο καθοριστικοί κοινωνικοί δεσμοί στη ζωή του ανθρώπου. Μέσα στην οικογένεια διαμορφώνονται οι πρώτες εμπειρίες αγάπης, ασφάλειας, αποδοχής αλλά και σύγκρουσης. Η οικογένεια είναι ένα καταφύγιο σε όλη μας τη ζωή- το πρώτο και το πιο σημαντικό σημείο αναφοράς. Η οικογένεια μπορεί να παρομοιαστεί με έναν ιστό αράχνης: ένα πλέγμα σχέσεων λεπτό και σύνθετο, που σε αρκετά σημεία παραμένει αθέατο, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει σημαντική ανθεκτικότητα. Κάθε νήμα του ιστού συμβολίζει ένα μέλος της οικογένειας, έναν δεσμό ή μια κοινή εμπειρία. Τα νήματα αυτά συνδέονται μεταξύ τους με τρόπους που δεν είναι πάντοτε εύκολο να γίνουν αντιληπτοί, ωστόσο η επίδρασή τους γίνεται αισθητή κάθε φορά που μεταβάλλεται κάτι σε ένα σημείο του συστήματος. Η αλλαγή ή η ένταση που δέχεται ένα μέλος επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα, ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα, καθώς τίποτα μέσα σε αυτό δεν λειτουργεί εντελώς ανεξάρτητα. Η ανθεκτικότητα αυτού του ιστού δεν προκύπτει από την ακαμψία του, αλλά από την ικανότητά του να προσαρμόζεται. Όπως ο ιστός υποχωρεί απέναντι στον άνεμο χωρίς απαραίτητα να καταστρέφεται, έτσι και οι οικογενειακές σχέσεις χρειάζεται να διαθέτουν ευελιξία, ώστε να ανταποκρίνονται στις αλλαγές και στις μεταβάσεις της ζωής. Οι οικογένειες καλούνται διαρκώς να διαχειρίζονται ανατροπές, δυσκολίες και γεγονότα που δοκιμάζουν τις ισορροπίες τους. Η δυνατότητα προσαρμογής και αναπροσαρμογής των σχέσεων αποτελεί, επομένως, σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση της συνοχής τους.

Ε.Π.: Όταν, όμως, κάποιο από τα νήματα του ιστού επιβαρύνεται υπερβολικά ή διακόπτεται, η συνολική ισορροπία επηρεάζεται. Ο οικογενειακός δεσμός μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται, αλλά ενδέχεται να μην έχει πλέον την ίδια συνοχή και λειτουργικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποδυνάμωση των σχέσεων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε απομόνωση επιμέρους μελών, αφήνοντας πίσω μόνο αποσπασματικά στοιχεία ενός δεσμού που κάποτε ήταν ισχυρός και συνεκτικός. Παράλληλα, ο οικογενειακός ιστός δεν αποτελεί κάτι στατικό, το οποίο δημιουργείται μία φορά και παραμένει ίδιο. Διαμορφώνεται, ανανεώνεται και ενισχύεται καθημερινά μέσα από την επικοινωνία, τη φροντίδα, την αποδοχή και την αμοιβαία κατανόηση. Όταν οι σχέσεις παραμελούνται, η συνοχή τους σταδιακά αποδυναμώνεται· όταν, αντίθετα, καλλιεργούνται συστηματικά, μπορούν να προσφέρουν στα μέλη της οικογένειας ασφάλεια, στήριξη και την αίσθηση ότι ανήκουν σε ένα κοινό πλαίσιο. Με αυτή την έννοια, η οικογένεια αποτελεί έναν ζωντανό και διαρκώς μεταβαλλόμενο ιστό σχέσεων. Η συνοχή της δεν είναι αυτονόητη ούτε δεδομένη, αλλά οικοδομείται καθημερινά μέσα από την επίγνωση, την προσωπική ευθύνη, τη συναισθηματική παρουσία και τη διαρκή προσπάθεια των μελών της να παραμένουν συνδεδεμένα, ακόμη και όταν οι συνθήκες της ζωής μεταβάλλονται.

Ε.Π.: β) Τα τραύματα των γονέων που προέρχονται από τα βιώματα της παιδικής τους ηλικίας συνοδεύουν το άτομο και στον γονεϊκό ρόλο κατά την ενήλικη ζωή. Αν ο γονιός έχει βιώσει κάποιες τραυματικές καταστάσεις αυτές τον ακολουθούν στη ζωή του και εκδηλώνει συμπεριφορές που θα επηρεάσουν το μεγάλωμα των παιδιών. Δεν κληρονομείται απαραίτητα το ίδιο το τραυματικό γεγονός, αλλά μεταφέρονται συμπεριφορές, συναισθήματα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δημιουργούν ένα κλίμα υπερπροστασίας και ανασφάλειας. Πρόκειται για διαγενεακά τραύματα, τα οποία θα πρέπει να επεξεργαστούμε, να έχουμε επίγνωση της επίδρασης που έχουν επάνω μας και να μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα τραύματα που κουβαλά η οικογένεια είναι το πέπλο σιωπής που τα καλύπτει. Πολλές φορές δεν μαθαίνουμε για τα τραύματα του παρελθόντος καθώς πρόκειται για θέματα ταμπού, για θέματα που η οικογένεια προσπαθεί να αφήσει πίσω της αγνοώντας το πόσο πολύ την επηρεάζουν και πόσο παρόντα είναι κάθε στιγμή...

4. α. Είμαστε οι γονείς μας; Μπορεί κάποιος να ξεφύγει από αυτό;

β. Μπορεί ένα παιδί να είναι ο "ενήλικας" της οικογένειας; Κι αν ναι, τι συνεπάγεται αυτό;

Ν.Κ.: α) Πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι δε θέλουμε να κάνουμε τα λάθη ή να περάσουμε τα προβλήματα που βίωσαν οι γονείς μας. Η φράση «δεν θέλω να γίνω σαν τους γονείς μου» συχνά εκφράζει τον φόβο ότι τα τραύματα, οι συμπεριφορές και τα μοτίβα που μας πλήγωσαν στην παιδική ηλικία θα επαναληφθούν μέσα από εμάς. Οι γονείς αποτελούν τα πρώτα πρότυπα μέσα από τα οποία μαθαίνουμε να αγαπάμε, να επικοινωνούμε, να θέτουμε όρια και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας, με αποτέλεσμα ορισμένες συμπεριφορές τους να συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Η προσπάθεια να διαφοροποιηθούμε από εκείνους είναι σημαντική, όμως η απόλυτη απόρριψη μπορεί να μας εμποδίσει να αναγνωρίσουμε τα μοτίβα που άθελά μας επαναλαμβάνουμε. Χρειάζεται επομένως να κατανοήσουμε την ιστορία και τα τραύματα των γονιών μας, όχι για να τα δικαιολογήσουμε ή να τα αναλάβουμε, αλλά για να κατανοήσουμε τι μεταφέρθηκε σε εμάς και να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε τι θα κρατήσουμε, τι θα αλλάξουμε και τι θα αφήσουμε πίσω. Η ουσιαστική διαφοροποίηση δεν βρίσκεται στο να μην τους μοιάσουμε καθόλου, αλλά στο να γίνουμε πιο συνειδητοί ως προς όσα μας κληροδότησαν, ώστε η οικογενειακή ιστορία να μην επαναλαμβάνεται με ασυνείδητο τρόπο.

Ν.Κ.: Επομένως, χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση, επεξεργασία, γνώση του εαυτού και γενικά δουλειά με τον εαυτό μας. Ασυνείδητα αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια είναι αυτά που μάθαμε μέσα στην οικογένεια, εύκολα εκδηλώνουμε συμπεριφορές που μάθαμε. Επίσης πολλές φορές θεωρούμε ότι θάβοντας τις συμπεριφορές που ζήσαμε κι εμείς δε θέλουμε να εκδηλώσουμε πέφτουμε σε αυτή ακριβώς την παγίδα: γινόμαστε οι γονείς μας χωρίς καν να το καταλάβουμε. Δεν αρκεί να λέμε «Δεν θέλω να γίνω σαν τους γονείς μου», χρειάζεται προσπάθεια. Ό,τι δεν αναγνωρίζουμε, τείνουμε να το επαναλαμβάνουμε. Μόνο αν δούμε τα τραύματα και τα αναγνωρίσουμε θα μπορέσουμε να έχουμε την επιλογή.

Ε.Π.: β) Σε κάποιες περιπτώσεις, ο γονιός δεν μπορεί να ανταποκριθεί μέσα στην οικογένεια, με αποτέλεσμα, ένα παιδί να βρεθεί να λειτουργεί σαν ο «ενήλικας» της οικογένειας, παρότι αναπτυξιακά δεν είναι έτοιμο να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Στην ψυχολογία αυτό συχνά περιγράφεται ως αντιστροφή ρόλων: το παιδί αναλαμβάνει ευθύνες που κανονικά ανήκουν στους γονείς, είτε πρακτικές είτε κυρίως συναισθηματικές. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να φροντίζει έναν γονιό, να ηρεμεί τις συγκρούσεις, να προσέχει τα μικρότερα αδέλφια, να ακούει τα προβλήματα των γονιών ή να κρατά την οικογένεια «ενωμένη». Μπορεί επίσης να γίνει το «καλό παιδί» που δεν δημιουργεί προβλήματα, καταπιέζει τις δικές του ανάγκες και προσπαθεί να είναι διαρκώς ώριμο και υπεύθυνο. Συχνά, μάλιστα, αυτή η συμπεριφορά επιβραβεύεται από το οικογενειακό περιβάλλον, καθώς θεωρείται το πιο ώριμο παιδί, ενώ οι άλλοι νιώθουν ότι τον έχουν ανάγκη. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην υπευθυνότητα ενός παιδιού καθαυτή, αλλά στο ότι η ευθύνη υπερβαίνει αυτό που αντιστοιχεί στην ηλικία και στον ρόλο του. Το παιδί μπορεί να μάθει ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσο χρήσιμο είναι στους άλλους και ότι δεν έχει δικαίωμα να χρειάζεται φροντίδα. Έτσι, μπορεί να δυσκολεύεται αργότερα να ζητήσει βοήθεια, να εκφράσει ανάγκες, να θέσει όρια ή να επιτρέψει στους άλλους να το φροντίσουν. Ενδέχεται επίσης να αισθάνεται υπερβολική ευθύνη για τα συναισθήματα των άλλων και να αναλαμβάνει στις ενήλικες σχέσεις ρόλους «φροντιστή» ή «σωτήρα». Υπάρχει, όμως, και μια σημαντική διάκριση: δεν είναι κάθε υπεύθυνο ή ώριμο παιδί ένα παιδί που έχει «ενηλικιωθεί» πρόωρα. Η περιστασιακή συμμετοχή στις οικογενειακές ευθύνες είναι φυσιολογική. Το ζήτημα είναι όταν η οικογενειακή ισορροπία εξαρτάται συστηματικά από το παιδί και όταν εκείνο αισθάνεται ότι πρέπει να είναι ο ενήλικας επειδή οι πραγματικοί ενήλικες δεν μπορούν ή δεν είναι διαθέσιμοι να αναλάβουν τον ρόλο τους.

5. Μπορεί ένας ενήλικας να αγαπά τους γονείς του και ταυτόχρονα να επιθυμεί να αποκοπεί από αυτούς, καθώς μπορεί να είναι τοξικοί για αυτόν;

Ν.Κ.: Σε κάποιες περιπτώσεις, η σχέση γονέα- παιδιού μπορεί να έχει πολλά τοξικά στοιχεία, να προκαλεί έντονα αρνητικά συναισθήματα. Το ενήλικο παιδί μπορεί να αποφασίσει τι είναι καλύτερο για αυτή τη σχέση. Δυστυχώς, υπάρχουν σχέσεις που καταλήγουν σε αδιέξοδο, που τα τραύματα επαναλαμβάνονται, που οι πληγές παραμένουν ανοιχτές και δεν μπορούν να κλείσουν. Δεν είναι αυτονόητο ότι η σχέση ανάμεσα στον γονιό και το παιδί είναι πάντοτε ασφαλής, υποστηρικτική και ωφέλιμη και για τις δύο πλευρές. Η σχέση γονέα- παιδιού χρειάζεται να στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στην αναγνώριση των συναισθημάτων και της προσωπικότητας του άλλου, στην αποδοχή των ορίων και στη σαφή διατήρηση των ρόλων. Η σχέση μπορεί να επιβαρυνθεί όταν υπάρχει συνεχής κριτική, υπερβολικός έλεγχος, παρεμβατικότητα ή όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται και το παιδί καλείται να αναλάβει ευθύνες που δεν του αναλογούν. Σημαντικό ρόλο παίζει και κατά πόσο υπάρχουν όρια ανάμεσα στον γονιό και το παιδί και δεν είναι μια συμβιωτική σχέση, όπου τα όρια του ενός εισχωρούν στον άλλο.

Ε.Π.: Ως ενήλικες, δεν έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα να αλλάξουμε μια τέτοια σχέση ούτε μπορούμε να επιβάλουμε στον άλλον τη διάθεση να αναγνωρίσει ή να μεταβάλει τη συμπεριφορά του. Μπορούμε, όμως, να εξετάσουμε με ειλικρίνεια τη σχέση, να αναγνωρίσουμε τι μας πληγώνει, να εκφράσουμε τις ανάγκες και τα όριά μας και να αναζητήσουμε, όπου είναι εφικτό, έναν πιο υγιή τρόπο επικοινωνίας. Η απομάκρυνση δε χρειάζεται να αποτελεί την πρώτη επιλογή, αλλά ούτε και η διατήρηση μιας σχέσης που μας προκαλεί διαρκή ψυχική επιβάρυνση αποτελεί υποχρέωση. Πριν οδηγηθούμε σε αυτή την απόφαση, αξίζει να έχουμε προσπαθήσει να κατανοήσουμε τη σχέση, να επικοινωνήσουμε όσα μας δυσκολεύουν και να εξαντλήσουμε τα περιθώρια που υπάρχουν για αλλαγή. Αν, παρά την προσπάθεια, η σχέση εξακολουθεί να μας βλάπτει, η θέσπιση μεγαλύτερης απόστασης μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο προστασίας του εαυτού μας και όχι απαραίτητα μια πράξη απόρριψης ή τιμωρίας απέναντι στον γονιό. Πάντα έχουμε ανάγκη να αγαπάμε τους γονείς μας και σε όλη μας τη ζωή μπορεί να αναζητούμε την αγάπη τους. Αυτή όμως η ανάγκη δε σημαίνει απαραίτητα ότι η αλληλεπίδραση με τον γονιό έχει τα επιθυμητά οφέλη. Όταν κάποια έντονα τραυματικά βιώματα επαναλαμβάνονται τότε θα πρέπει να επαναξιολογήσουμε αυτή τη σχέση και να βρούμε τρόπους να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από κακοποιητικές σχέσεις. Υπάρχουν σχέσεις που δεν είναι εφικτό να βάλουμε όρια, να διαχειριστούμε τα συναισθήματα και να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε με τον σημαντικό Άλλο.

6. Γιατί επιλέξατε αυτό τον τίτλο για το βιβλίο;

Ο τίτλος αναφέρεται στις οικογενειακές σχέσεις σε διάφορες ηλικιακές φάσεις. Η οικογένεια είναι ένας βασικός ιστός μέσα στον οποίο μεγαλώνουμε και μπορούμε να απελευθερωθούμε και να σταθούμε στα δικά μας πόδια ή να παγιδευτούμε και να κάνουμε φαύλους κύκλους μέσα σε επαναλαμβανόμενες τραυματικές, στερητικές ή προβληματικές καταστάσεις. Η οικογένεια συμβάλλει στο δικό μας μεγάλωμα, είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο. Οπότε οι δεσμοί που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια μας μεγαλώνουν: το ερώτημα είναι πώς μας μεγαλώνουν και τι αντίκτυπο έχουν στη μετέπειτα ζωή μας. Πολλές φορές θεωρούμε αυτονόητο ή δεδομένο ότι η οικογένεια είναι ένα ασφαλές καταφύγιο, μια σχέση με αγάπη, αποδοχή και στήριξη, που μας βοηθάει να γίνουμε ο εαυτός μας και να δημιουργήσουμε με τη σειρά μας τη δική μας μελλοντική οικογένεια. Ωστόσο, πρόκειται για σχέσεις που είναι εύκολο να συσσωρευτούν αρνητικά συναισθήματα, τραύματα, συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να έχουν αρνητικό αντίκτυπο σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Η οικογένεια μας ακολουθεί είτε το επιλέξουμε είτε όχι, είτε είναι παρούσα είτε όχι...

7. Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Υπάρχει κάποιο νέο βιβλίο στα σκαριά;

Ε.Π.: Ναι, βρισκόμαστε ήδη στην επεξεργασία του επόμενου βιβλίου μας, που πάλι συνδέεται με την ψυχολογία, κινείται γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις και τον τρόπο που βιώνουμε κάποια συναισθήματα. Απλά αναφέρεται σε ένα πιο συγκεκριμένο σύνολο συναισθημάτων και σε μια κατάσταση, που όλους μας απασχολεί. Είναι ένα θέμα με το οποίο ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι στο πλαίσιο των συνεδριών και οι περισσότεροι δυσκολεύονται ακόμη και να το συζητήσουν.

8. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.

Ν.Κ.: Αγαπημένο μου τραγούδι είναι η «Αύρα» του Δημήτρη Παναγόπουλου. Αγαπημένο μου ποίημα είναι το «Σ’ αγαπώ» του Γιώργου Λέκκα από τη συλλογή «Χάρτινα Δέντρα». Είχα τη χαρά να έχω καθηγητή μου τον Γιώργο Λέκκα και είναι ένας άνθρωπος πρότυπο για εμένα, κυρίως για την ταπεινότητα, τη φιλομάθειά του και για πολλές άλλες αρετές που τον χαρακτηρίζουν. Αγαπημένη μου ταινία είναι «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», με πρωταγωνιστή τον Robin Williams, καθώς είναι μια ταινία με πολλά βαθιά νοήματα για τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων.

Ε.Π.: Αγαπημένο μου τραγούδι είναι ο «Χαρταετός» του Μανώλη Φάμελλου. Αγαπημένο μου ποίημα είναι το «Επίλογος» του Τάσου Λειβαδίτη. Αγαπημένη μου ταινία είναι το “Amour” του Michael Haneke. Γενικά πιστεύουμε ότι οι ταινίες και τα βιβλία αποτελούν μια μορφή ψυχοθεραπείας και για αυτό στο blog μας (Θέματα Ψυχολογίας, ευΨυχία, http://papadopsixologos.blogspot.com) προτείνουμε συχνά και ταινίες και βιβλία.

Το μέρος που μας εμπνέει περισσότερο είναι η βόρεια Εύβοια, κυρίως για την ομορφιά του τοπίου, τους ανθρώπους της και την ηρεμία που τη διακρίνει.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Κι εμείς σας ευχαριστούμε πολύ, κυρίως για τη δυνατότητα να εκφράσουμε κάποιες σκέψεις και κάποια συναισθήματα σχετικά με το βιβλίο και τον τρόπο που προσεγγίζουμε τα πράγματα. Σας ευχόμαστε καλή συνέχεια στο έργο σας!

 

Πηγή:

https://θεατρο.gr/synenteyxeis/item/7037-synentefksi-eleni-papadopoyloy-nikos-koyrvanas-oikogeneia.html  


Συνέντευξη στο InfoKids plus

Η κυκλοφορία του βιβλίου με τίτλο «Οικογένεια, Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν» της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα στάθηκε η αφορμή για μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους συγγραφείς σχετικά με την εξέλιξη των σχέσεων της οικογένειας καθώς μεγαλώνουμε, τους γονείς και τα ενήλικα παιδιά και για τους δεσμούς που διαμορφώνουν τη ζωή μας.

Μία συζήτηση που θα δώσει στον καθέναν από εμάς κάτι παραπάνω για να σκεφτεί…

Πηγή φωτογραφίας: infokids.gr 

 

Λέτε ότι η σχέση με τους γονείς μας -ή η απουσία της- βρίσκεται στον πυρήνα των μετέπειτα σχέσεών μας. Πόσο συχνά, ως ενήλικες, επαναλαμβάνουμε μέσα στις ερωτικές μας σχέσεις οικογενειακά μοτίβα που πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας;

Νίκος Κουραβάνας: Αρκετά συχνά, και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιούμε. Οι πρώιμες σχέσεις μας με τους γονείς ή τους βασικούς φροντιστές μας λειτουργούν ως πρότυπο για τις σχέσεις μας και μας «διδάσκουν» τι σημαίνει οικειότητα, ασφάλεια, αγάπη και σύνδεση. Μέσα από αυτές μαθαίνουμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, αν οι ανάγκες μας θα ακουστούν, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον άλλον, αν νιώθουμε ασφάλεια ή αν πρέπει να παλέψουμε για τη σχέση και να βρούμε τρόπους να την κερδίσουμε. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του δεσμού, όπως ο Bowlby, κατά το πρώτο κυρίως έτος ο δεσμός με το κύριο πρόσωπο φροντίδας είναι ασφαλής ή μη ασφαλής, ανάλογα με το πόσο συναισθηματικά παρόν είναι το πρόσωπο φροντίδας στη ζωή και στην κάλυψη των αναγκών του παιδιού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να αναπαράγουμε τα οικογενειακά μοτίβα. Σημαίνει όμως ότι το γνώριμο έχει μια παράξενη δύναμη πάνω μας: ακόμη κι όταν κάτι μας έχει πληγώσει, μπορεί να μας φαίνεται οικείο και, επομένως, ασυνείδητα έχει περισσότερες πιθανότητες να μας προσελκύσει και να το επιλέξουμε. Έτσι, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με συναισθηματική απόσταση μπορεί ενδόμυχα να επιθυμεί την εγγύτητα, αλλά τελικά επιλέγει ανθρώπους που είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμοι, ενώ κάποιος που έμαθε ότι η αγάπη συνοδεύεται από ένταση μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την ηρεμία ως αγάπη και να επιλέγει οξύθυμους και νευρικούς ανθρώπους.

Ελένη Παπαδοπούλου: Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το μοτίβο των σχέσεών μας, αλλά και να καταλάβουμε τι ανάγκες εξυπηρετεί. Η επανάληψη συχνά είναι μια προσπάθεια να ξαναζήσουμε μια παλιά ιστορία με διαφορετικό τέλος. Το πρόβλημα είναι ότι, χωρίς επίγνωση, μπορεί να επιλέγουμε ξανά και ξανά το οικείο και αυτό που μας κάνει να νιώθουμε ασφάλεια, αντί για αυτό που πραγματικά μας κάνει καλό. Μεγαλώνοντας επαναλαμβάνουμε τα οικογενειακά μοτίβα, τους τρόπους που μάθαμε να αλληλεπιδρούμε μέσα στην οικογένειά μας και ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να καλύψουμε τα κενά και τα τραύματα που φέρουμε. Όταν βλέπουμε ότι απλά επαναλαμβάνουμε τα ίδια μοτίβα σχέσεων, απογοητευόμαστε και προσπαθούμε να σταματήσουμε να κουβαλάμε αυτές τις «προβληματικές» για εμάς σχέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να ξεχάσουμε ή να διαγράψουμε τις οικογενειακές μας σχέσεις και τα μοτίβα που κουβαλάμε από το παρελθόν. Στόχος μας είναι να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε τι από όσα μάθαμε μας εκφράζει, μας καλύπτει και μας ολοκληρώνει ως άτομα. Ας εστιάσουμε στο τι θέλουμε πλέον να αλλάξουμε και έτσι θα μπορέσουμε να φτάσουμε πιο κοντά σε μια διαφορετική σχέση, που θα είναι πιο επιθυμητή, πιο συνειδητή και πιο ολοκληρωμένη.

Για πολλές γυναίκες, ο ρόλος της κόρης δεν σταματά ποτέ πραγματικά. Πώς αλλάζει η σχέση μιας γυναίκας με τη μητέρα και τον πατέρα της όταν η ίδια γίνεται πλέον ενήλικη, σύντροφος ή μητέρα; Και πότε ένας γονιός χρειάζεται να καταλάβει ότι πρέπει να αφήσει χώρο στο ενήλικο παιδί του;

Ε.Π.: Όταν μια γυναίκα ενηλικιώνεται, η σχέση με τους γονείς της χρειάζεται, κάποια στιγμή, να αλλάξει μορφή, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες σχέσεις μας. Δεν παύει να είναι κόρη, αλλά παύει να είναι παιδί. Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση. Η ενήλικη κόρη δεν χρειάζεται πλέον από τη μητέρα ή τον πατέρα της να αποφασίζουν για εκείνη, να την προστατεύουν από κάθε δυσκολία, να τη συμβουλεύουν ή να εγκρίνουν τις επιλογές της. Χρειάζεται να μπορούν να συναντηθούν ως δύο ενήλικες άνθρωποι, με αγάπη αλλά και με αμοιβαίο σεβασμό. Η αλλαγή αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η γυναίκα αποκτά σύντροφο ή γίνεται μητέρα. Τότε συχνά επανεξετάζει όσα έζησε στη δική της οικογένεια: τι θέλει να κρατήσει, τι θέλει να κάνει διαφορετικά, τι κατάλαβε τώρα που βρίσκεται η ίδια στη θέση του γονιού. Και πολλές φορές αυτή η διαδικασία φέρνει στην επιφάνεια παλιά συναισθήματα ή ανείπωτα παράπονα.

Ν.Κ.: Για έναν γονιό, το πιο δύσκολο ίσως είναι να καταλάβει ότι η αγάπη δεν μετριέται από το πόσο απαραίτητος παραμένει στη ζωή του παιδιού ούτε από το πόσο μπορεί να παρεμβαίνει στη ζωή του. Το ενήλικο παιδί δεν χρειάζεται έναν γονιό που θα είναι συνεχώς παρών στη ζωή του, αλλά έναν γονιό που ξέρει πότε να είναι παρών και πότε να κάνει ένα βήμα πίσω. Πολλές φορές ο γονιός παρασύρεται από το συναίσθημα αλλά και από τη συνήθεια του παρελθόντος και προσπαθεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του παιδιού του. Πολλοί γονείς νιώθουν έκπληξη ή και στεναχώρια και πικρία που τα ενήλικα παιδιά δεν ακολουθούν τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες τα έχουν μεγαλώσει. Οι γονείς μπορεί να νιώθουν παραγκωνισμένοι, ασήμαντοι  ή και αποτυχημένοι, όταν πλέον χάνουν τον ρόλο φροντίδας και διαπαιδαγώγησης του παιδιού τους. Χρειάζεται όμως ωριμότητα και από την πλευρά των γονιών να καταλάβουν ότι η φροντίδα τους μετατρέπεται σε έλεγχο, αλλά και τον βαθμό που γίνονται παρεμβατικοί. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν γονιό είναι να αποδεχτεί ότι η δουλειά του δεν είναι να δημιουργήσει ένα παιδί που θα τον χρειάζεται για πάντα, αλλά έναν ενήλικα που θα μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Και η πιο ώριμη μορφή γονεϊκής αγάπης είναι, τελικά, να μπορείς να αφήσεις χώρο χωρίς να αποσύρεις την αγάπη σου ή να την παρέχεις υπό όρους. Ο γονιός έχει δώσει τα κατάλληλα εφόδια και τώρα εξαρτάται από το ίδιο το παιδί να τα χρησιμοποιήσει…

  Υπάρχουν οικογένειες όπου η αγάπη υπάρχει, αλλά μαζί της συνυπάρχουν ενοχές, προσδοκίες, έλεγχος ή σιωπές. Πότε η φροντίδα ενός γονιού παύει να είναι φροντίδα και γίνεται βάρος για το παιδί;

Ε.Π.: Η φροντίδα παύει να είναι φροντίδα όταν, πίσω από αυτήν, υπάρχει η απαίτηση το παιδί να ανταποδώσει, να υπακούσει ή να γίνει αυτό που ο γονιός χρειάζεται. Η πραγματική φροντίδα αφήνει χώρο, ελευθερία έκφρασης και κινήσεων και τη δυνατότητα επιλογής. Ο έλεγχος, αντίθετα, χρειάζεται να έχει επεμβατικό ρόλο στην ενήλικη ζωή του άλλου. Μπορεί ένας γονιός να έχει καλές προθέσεις, αλλά αν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αγάπη, την ευγνωμοσύνη ή την αφοσίωσή του, τότε η φροντίδα έχει αρχίσει να γίνεται βάρος. Ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από ενοχές, με λόγια όπως: «μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα», «θα με στενοχωρήσεις», «δεν με υπολογίζεις». Εκεί η αγάπη παύει να βιώνεται ως ελεύθερη σχέση και αρχίζει να μοιάζει με χρέος.

Υπάρχει επίσης μια πιο σιωπηλή μορφή βάρους: όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να προστατεύει τον γονιό από τη μοναξιά, τη στενοχώρια ή τις δικές του συναισθηματικές δυσκολίες. Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς κακή πρόθεση. Όμως ένα παιδί, ακόμη κι όταν ενηλικιωθεί, δεν είναι υπεύθυνο για τη συναισθηματική ισορροπία του γονιού του, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει τις ενήλικες σχέσεις του. Η υπερβολή στη φροντίδα γίνεται βάρος και πνίγει τις σχέσεις. Και νομίζω ότι εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: το να βάλει ένας ενήλικας όρια στους γονείς του δεν σημαίνει ότι δεν τους αγαπά. Μπορεί να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι προσπαθεί να βρει έναν πιο υγιή τρόπο να υπάρχει μέσα στη σχέση.

Ν.Κ.: Η ώριμη φροντίδα συνδέεται με το νοιάξιμο σε όλα τα επίπεδα. Η ελεγκτική φροντίδα βάζει προϋποθέσεις, δηλαδή: «Θα σε νοιάζομαι, όσο κάνεις αυτό που θέλω εγώ». Η διαφορά είναι τεράστια. Γιατί στην πρώτη περίπτωση ο γονιός προσφέρει στήριξη· στη δεύτερη ζητά, συχνά ασυνείδητα, να διατηρήσει τον ρόλο του ανθρώπου που τον έχουν ανάγκη οι άλλοι και υποβόσκει εγωισμός. Τελικά, ίσως το πιο δύσκολο μάθημα για έναν γονιό είναι ότι μπορεί να αγαπά βαθιά το παιδί του χωρίς να χρειάζεται να καθορίζει τη ζωή του. Η αγάπη δεν χρειάζεται να καταργεί την ελευθερία για να αποδειχθεί. Η φροντίδα δεν θα πρέπει να γίνει ανάγκη, υποχρέωση, αγγαρεία ή αυτοθυσία.                                                                                            

Μιλάτε για “σιωπηλές συμμαχίες” και άγραφους οικογενειακούς νόμους. Πόσο συχνά μια γυναίκα καλείται μέσα στην οικογένεια να γίνει αυτή που θα κρατήσει τις ισορροπίες, θα φροντίσει τους άλλους και θα απορροφήσει τις εντάσεις – και τι κόστος μπορεί να έχει αυτό για την ίδια;

Ν.Κ.: Αρκετά συχνά. Σε πολλές οικογένειες, και ιδιαίτερα μέσα από παραδοσιακούς ρόλους, η γυναίκα μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι ένα μέρος της αξίας της συνδέεται με το πόσο καλά φροντίζει τους άλλους, πόσο εύκολα αντιλαμβάνεται τις ανάγκες τους και πόσο αποτελεσματικά αποφεύγει τις συγκρούσεις. Γίνεται εκείνη που «καταλαβαίνει», που θα μεσολαβήσει, θα ηρεμήσει τα πράγματα, θα κρατήσει τις ισορροπίες. Το δύσκολο είναι ότι αυτό συχνά δεν της ανατίθεται ποτέ ρητά. Γίνεται ένας άγραφος οικογενειακός ρόλος. Μπορεί να μάθει, για παράδειγμα, να μη λέει κάτι που θα στενοχωρήσει τη μητέρα της, να προστατεύει τον πατέρα της από μια δύσκολη συζήτηση ή, αργότερα, να αισθάνεται ότι είναι δική της ευθύνη να κρατά όλους τους ανθρώπους ενωμένους. Κάποια στιγμή, όμως, μπορεί να μην ξέρει πια πού τελειώνει η αγάπη και πού αρχίζει η υποχρέωση.

Το κόστος, λοιπόν, μπορεί να είναι μεγάλο. Μια γυναίκα που έχει μάθει να φροντίζει συνεχώς τους άλλους μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις δικές της ανάγκες, να νιώθει ενοχές όταν λέει «όχι» ή να θεωρεί ότι μια σύγκρουση σημαίνει πως απέτυχε. Μπορεί να εξαντλείται, να καταπιέζει τον θυμό ή τη λύπη της και να αναζητά στις σχέσεις της ανθρώπους που χρειάζονται διαρκώς τη δική της φροντίδα. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαθύ: όταν έχει μάθει να είναι ο άνθρωπος που «κρατάει» τους άλλους, μπορεί να αισθανθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα να καταρρεύσει, να ζητήσει βοήθεια ή απλώς να μην είναι διαθέσιμη. Σαν να πρέπει πάντα να είναι η δυνατή.

Ε.Π.: Η έξοδος από αυτόν τον ρόλο δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα γίνεται αδιάφορη ή εγωίστρια. Σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως η αγάπη δεν απαιτεί εγκατάλειψη ή παραμέληση του εαυτού. Δεν είναι δική της δουλειά να απορροφά κάθε ένταση της οικογένειας, ούτε να διατηρεί πάση θυσία μια ισορροπία που ίσως έχει χτιστεί πάνω στη δική της σιωπή. Ίσως, τελικά, η πιο δύσκολη και πιο απελευθερωτική φράση για μια γυναίκα που έχει μάθει να φροντίζει τους πάντες να είναι: «Δεν χρειάζεται να τα κρατάω όλα εγώ». Από εκεί μπορεί να αρχίσει μια διαφορετική σχέση τόσο με την οικογένειά της όσο και με τον ίδιο της τον εαυτό.

Η σχέση γονιού και παιδιού δεν τελειώνει με την ενηλικίωση. Τι γίνεται όταν τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλά οι γονείς δυσκολεύονται να μεγαλώσουν μαζί τους; Μπορεί μια σχέση που έχει πληγωθεί για χρόνια να ξαναχτιστεί, ακόμη και όταν και οι δύο πλευρές είναι πλέον ενήλικες;

Ε.Π.: Η ενηλικίωση του παιδιού είναι στην πραγματικότητα μια δεύτερη μεγάλη μετάβαση και για τον γονιό. Γιατί καλείται να αποδεχτεί ότι ο άνθρωπος που κάποτε προστάτευε, καθοδηγούσε και αποφάσιζε για εκείνον, τώρα έχει τη δική του ζωή, τις δικές του επιλογές και το δικαίωμα να διαφωνεί. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Κάποιες φορές ο γονιός δυσκολεύεται να μεγαλώσει μαζί με το παιδί του, γιατί βιώνει την αυτονόμησή του σαν απώλεια. Αυτή η κατάσταση έχει περιγραφεί ως σύνδρομο άδειας φωλιάς. Οι γονείς πρέπει να στραφούν στις δικές τους σχέσεις, αλλά αντί αυτού εξακολουθούν να επεμβαίνουν στις ζωές των παιδιών ακόμη κι από απόσταση. Τα παιδιά έδιναν νόημα στη ζωή τους, οι γονείς είχαν επενδύσει εξ ολοκλήρου στην ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών και τώρα αυτός ο ρόλος χάνεται. Μπορεί να επιμένει να δίνει συμβουλές που δεν του ζητούνται, να δυσκολεύεται να αποδεχτεί έναν σύντροφο ή έναν διαφορετικό τρόπο ζωής ή να αισθάνεται ότι, αν δεν έχει λόγο στις αποφάσεις του παιδιού, δεν έχει πλέον θέση στη ζωή του. Μπορεί να είναι προσκολλημένος στα δικά του τραύματα και να μην μπορεί να ωριμάσει, να μεγαλώσει… Εκεί χρειάζεται μια αλλαγή ρόλου: από το «ξέρω τι είναι καλό για σένα» στο «σε εμπιστεύομαι να αποφασίσεις για τη ζωή σου».

Ν.Κ.: Όσο για μια σχέση που έχει πληγωθεί για χρόνια, ναι, μπορεί να ξαναχτιστεί — αλλά χρειάζεται επιθυμία για σχέση και από τις δύο πλευρές και αρκετή προσπάθεια. Πολλές φορές δεν γίνεται η σχέση όπως θα θέλαμε, καθώς δεν μπορούμε να διαγράψουμε το παρελθόν, το οποίο πάντα θα υπάρχει εκεί και θα μας θυμίζει τι έχει προηγηθεί. Χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια ώστε να αναγνωριστεί αυτό που συνέβη. Μια ειλικρινής συγγνώμη, όταν υπάρχει λόγος να δοθεί, μπορεί να είναι πολύ σημαντική, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Η αποκατάσταση της σχέσης χρειάζεται συνέπεια, χρόνο και κυρίως διαφορετικές συμπεριφορές. Και εδώ υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό: ως ενήλικες, δεν χρειάζεται να περιμένουμε από τον άλλον να αλλάξει για να αρχίσουμε εμείς να βάζουμε διαφορετικά όρια. Μπορεί ένας γονιός να μην μπορέσει ποτέ να δώσει στο παιδί του όσα εκείνο θα ήθελε. Και μπορεί ένα παιδί να χρειαστεί να αποδεχτεί ότι η σχέση που θα έχει με τον γονιό του δεν θα γίνει ποτέ αυτή που ονειρεύτηκε.

Ε.Π.: Η επανόρθωση, λοιπόν, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα γίνονται καλά και από τις δύο πλευρές. Μπορεί να σημαίνει ότι δύο άνθρωποι, που κάποτε είχαν μια σχέση γεμάτη πόνο, καταφέρνουν σήμερα να συναντηθούν με περισσότερη αλήθεια και λιγότερες απαιτήσεις. Μπορεί οι δύο άνθρωποι να βρουν πλέον τρόπος να συνυπάρχουν χωρίς να υπάρξει ποτέ αποκατάσταση της σχέσης, αλλά να μπορούν να αλληλεπιδρούν μέσα σε ένα νέο πλαίσιο. Κι αυτό ακριβώς, επειδή η ενηλικίωση δεν μας απαλλάσσει από την ιστορία μας. Μας δίνει, όμως, τη δυνατότητα να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτήν. Και μερικές φορές, η πιο ουσιαστική μορφή συμφιλίωσης δεν είναι να επιστρέψουμε στη σχέση που είχαμε, αλλά να συγχωρήσουμε για να προχωρήσουμε σε νέες βάσεις και πιο ώριμοι, δηλαδή αποφεύγοντας να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Σας ευχαριστώ πολύ για την τόσο όμορφη συζήτηση και τις σκέψεις που μοιραστήκατε μαζί μας.

 

 

Πηγή:

https://www.infokids.gr/to-eniliko-paidi-den-chreiazetai-enan-gonio-pou-tha-einai-synechos-paron-sti-zoi-tou-alla-enan-gonio-pou-xerei-pote-na-einai-paron-kai-pote-na-kanei-ena-vima-piso-synentefxi-me-tous-syn/ 

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Κατάθλιψη, χρήση ουσιών και απόπειρα αυτοκτονίας στην εφηβεία

Από την οπτική της κοινωνικής ψυχολογίας 

Η έρευνα εξετάζει τη συμβολή της κοινωνικής ψυχολογίας στην κατανόηση, την πρόληψη και την αντιμετώπιση σημαντικών προβλημάτων ψυχικής υγείας κατά την εφηβεία, με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάθλιψη, την αυτοκτονική συμπεριφορά και τη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών. Βασικός στόχος είναι να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνικοί, οικογενειακοί, συναισθηματικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την ψυχική υγεία των νέων, καθώς και το πώς η κατανόηση αυτών των παραγόντων μπορεί να συμβάλει στον σχεδιασμό αποτελεσματικών παρεμβάσεων πρόληψης. Η κοινωνική ψυχολογία προσφέρει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο πλαίσιο, καθώς εξετάζει όχι μόνο τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις ψυχολογικές δυσκολίες, αλλά και την επίδραση των διαπροσωπικών σχέσεων, των κοινωνικών προτύπων, της πίεσης των συνομηλίκων και των ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών στη συμπεριφορά των εφήβων.

Η εφηβική κατάθλιψη αποτελεί σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας, το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη σκέψη, τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά και τη λειτουργικότητα των νέων στην καθημερινή τους ζωή. Τα συμπτώματά της ενδέχεται να περιλαμβάνουν επίμονη θλίψη, απελπισία, χαμηλή αυτοεκτίμηση, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που προηγουμένως προσέφεραν ευχαρίστηση, δυσκολίες συγκέντρωσης, κοινωνική απόσυρση και μεταβολές στον ύπνο ή στην όρεξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί επίσης να εμφανιστούν αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, αυτοτραυματισμοί ή αυτοκτονικές σκέψεις. Η εφηβεία θεωρείται περίοδος αυξημένης ευαισθησίας, καθώς συνοδεύεται από σημαντικές βιολογικές, γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αλλαγές. Οι νέοι καλούνται να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους, να αναπτύξουν μεγαλύτερη αυτονομία και να διαχειριστούν τις προσδοκίες της οικογένειας, τις σχολικές απαιτήσεις και την ανάγκη αποδοχής από τους συνομηλίκους τους. Όταν οι πιέσεις αυτές συνδυάζονται με περιορισμένη συναισθηματική υποστήριξη ή αρνητικές κοινωνικές εμπειρίες, μπορεί να αυξηθεί η ευαλωτότητά τους απέναντι στην κατάθλιψη. Ωστόσο, η εμφάνιση της κατάθλιψης δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά συνήθως προκύπτει από την αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών επιδράσεων.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η αυτοκτονική συμπεριφορά, η οποία συνιστά σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας διεθνώς. Η κατάθλιψη, το ιστορικό προηγούμενων αποπειρών αυτοκτονίας, η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών, η έκθεση σε βία ή εκφοβισμό, οι οικογενειακές συγκρούσεις και η έλλειψη υποστηρικτικών σχέσεων μπορούν να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο. Παράλληλα, αισθήματα μοναξιάς, κοινωνικού αποκλεισμού, απελπισίας και αδυναμίας αντιμετώπισης των δυσκολιών μπορεί να επιβαρύνουν σημαντικά την ψυχολογική κατάσταση ενός εφήβου. Από την οπτική της κοινωνικής ψυχολογίας, ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι αντιλαμβάνονται τη θέση τους στο κοινωνικό περιβάλλον και ερμηνεύουν τις σχέσεις τους με τους άλλους. Η απόρριψη από τους συνομηλίκους, ο σχολικός εκφοβισμός και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάποιος διαθέσιμος για να τους ακούσει μπορεί να ενισχύσουν την ψυχική δυσφορία. Αντίθετα, η ύπαρξη ανθρώπων που προσφέρουν αποδοχή, κατανόηση και πρακτική βοήθεια μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά. Για τον λόγο αυτό, η πρόληψη της αυτοκτονικής συμπεριφοράς απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση των ενδείξεων κινδύνου, πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες ψυχικής υγείας και δημιουργία περιβαλλόντων στα οποία οι έφηβοι αισθάνονται ασφαλείς να εκφράσουν τις δυσκολίες τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση μεταξύ της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών, της κατάθλιψης και της αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Ορισμένοι έφηβοι καταφεύγουν σε ουσίες, όπως το αλκοόλ και η κάνναβη, προσπαθώντας να ανακουφιστούν προσωρινά από το άγχος, τη θλίψη ή άλλες δυσάρεστες συναισθηματικές καταστάσεις. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια αυτοδιαχείρισης της ψυχικής δυσφορίας, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της. Αντίθετα, η χρήση ουσιών μπορεί να δυσχεράνει τη συναισθηματική ρύθμιση, να επηρεάσει την κρίση και να επιδεινώσει ήδη υπάρχουσες ψυχολογικές δυσκολίες. Η σχέση μεταξύ κατάθλιψης και χρήσης ουσιών είναι συχνά αμφίδρομη: τα καταθλιπτικά συμπτώματα μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα χρήσης ουσιών, ενώ η συστηματική χρήση μπορεί να συμβάλει στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας. Ωστόσο, η συγκεκριμένη σχέση δεν είναι ίδια για όλους τους εφήβους και επηρεάζεται από παράγοντες όπως η συχνότητα χρήσης, οι ατομικές ευαλωτότητες, το οικογενειακό περιβάλλον και η ύπαρξη άλλων ψυχολογικών δυσκολιών.

Η χρήση κάνναβης αποτελεί ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης, καθώς η πρώιμη και συστηματική χρήση κατά την εφηβεία έχει συσχετιστεί με δυσκολίες στη γνωστική λειτουργία, προβλήματα σχολικής προσαρμογής και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων προβλημάτων ψυχικής υγείας. Η εφηβεία είναι περίοδος σημαντικής ανάπτυξης του εγκεφάλου, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη διερεύνηση των πιθανών επιπτώσεων της χρήσης ουσιών στη μνήμη, την προσοχή, τη λήψη αποφάσεων και τη μάθηση. Επιπλέον, η σχέση ανάμεσα στην κάνναβη και την κατάθλιψη μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έφηβοι ενδέχεται να χρησιμοποιούν κάνναβη για να διαχειριστούν προϋπάρχοντα συμπτώματα, ενώ σε άλλες η χρήση μπορεί να συνδέεται με πρόσθετες δυσκολίες που επιβαρύνουν την ψυχική τους κατάσταση. Είναι, ωστόσο, σημαντικό να διακρίνεται η συσχέτιση από την αιτιότητα, καθώς η παρουσία δύο φαινομένων ταυτόχρονα δεν αποδεικνύει ότι το ένα προκαλεί άμεσα το άλλο. Συνεπώς, η αξιολόγηση της χρήσης ουσιών χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των ατομικών, οικογενειακών και κοινωνικών συνθηκών του εφήβου.

Ένας από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες απέναντι στην κατάθλιψη και τη χρήση ουσιών είναι η οικογενειακή υποστήριξη. Η γονική ζεστασιά, η συναισθηματική διαθεσιμότητα, η ουσιαστική επικοινωνία και η κατάλληλη γονική παρακολούθηση της ζωής των εφήβων συνδέονται με καλύτερη ψυχοκοινωνική προσαρμογή. Όταν οι νέοι αισθάνονται ότι οι γονείς τους ενδιαφέρονται για τις ανάγκες τους, τους ακούν χωρίς να τους επικρίνουν διαρκώς και είναι διαθέσιμοι να τους βοηθήσουν, είναι πιθανότερο να αναζητήσουν υποστήριξη όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Η γονική παρακολούθηση, όταν ασκείται με ενδιαφέρον και σεβασμό στην αναπτυσσόμενη αυτονομία του εφήβου, μπορεί επίσης να συμβάλει στην έγκαιρη αναγνώριση επικίνδυνων συμπεριφορών. Αντίθετα, η συναισθηματική παραμέληση, οι έντονες οικογενειακές συγκρούσεις και η έλλειψη εμπιστοσύνης ενδέχεται να ενισχύσουν το αίσθημα απομόνωσης και να αυξήσουν την ευαλωτότητα απέναντι σε ψυχολογικές δυσκολίες. Επομένως, η οικογένεια δεν αποτελεί μόνο έναν χώρο στον οποίο μπορεί να εκδηλωθούν παράγοντες κινδύνου, αλλά και ένα σημαντικό πλαίσιο πρόληψης, ενδυνάμωσης και αποκατάστασης.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι συνομήλικοι, το σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Κατά την εφηβεία, η ανάγκη αποδοχής από την ομάδα των συνομηλίκων γίνεται ιδιαίτερα έντονη και μπορεί να επηρεάσει τις στάσεις και τις συμπεριφορές των νέων. Η πίεση για συμμόρφωση σε επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως η χρήση ουσιών, μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας κινδύνου, ιδιαίτερα όταν ο έφηβος δυσκολεύεται να θέσει όρια ή φοβάται τον κοινωνικό αποκλεισμό. Αντίθετα, οι θετικές φιλίες, η αίσθηση του ανήκειν και η υποστήριξη από συνομηλίκους μπορούν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμηση και να διευκολύνουν την αναζήτηση βοήθειας. Το σχολείο, επίσης, μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη μέσω της δημιουργίας ενός ασφαλούς και συμπεριληπτικού περιβάλλοντος, της αντιμετώπισης του εκφοβισμού και της παροχής πρόσβασης σε σχολικούς ψυχολόγους ή άλλους κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες. Η ενίσχυση των κοινωνικών δεξιοτήτων, της συναισθηματικής επίγνωσης και της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων μπορεί να βοηθήσει τους εφήβους να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα τις καθημερινές πιέσεις.

Επιπλέον, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι εκστρατείες ενημέρωσης μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πρόληψη της κατάθλιψης, της αυτοκτονικής συμπεριφοράς και της χρήσης ουσιών. Η κοινωνική ψυχολογία εξετάζει πώς τα μηνύματα επηρεάζουν τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τις προθέσεις συμπεριφοράς, καθώς και πώς οι κοινωνικοί κανόνες διαμορφώνουν αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν αποδεκτό ή συνηθισμένο. Οι εκστρατείες πρόληψης μπορούν να ενθαρρύνουν τους εφήβους να αναζητούν βοήθεια, να αμφισβητούν την πίεση των συνομηλίκων και να αναγνωρίζουν τις αρνητικές συνέπειες της χρήσης ουσιών. Παράλληλα, η ενημέρωση των γονέων μπορεί να ενισχύσει την ικανότητά τους να αναγνωρίζουν πρώιμες ενδείξεις ψυχικής δυσφορίας και να επικοινωνούν αποτελεσματικότερα με τα παιδιά τους. Η επικοινωνία μέσω έμπιστων προσώπων, όπως γονείς, εκπαιδευτικοί και φίλοι, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να διευκολύνει την αποδοχή των μηνυμάτων πρόληψης. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα κάθε παρέμβασης εξαρτάται από την ποιότητα του μηνύματος, την ηλικία του κοινού, το κοινωνικό πλαίσιο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό μεταδίδεται. Ειδικά στην επικοινωνία γύρω από την αυτοκτονία, απαιτείται προσεκτική, υπεύθυνη και μη στιγματιστική παρουσίαση, ώστε να αποφεύγεται η πρόκληση πρόσθετης βλάβης και να ενθαρρύνεται η αναζήτηση κατάλληλης βοήθειας.

Συνολικά, η κοινωνική ψυχολογία συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση της εφηβικής κατάθλιψης, της αυτοκτονικής συμπεριφοράς και της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών, αναδεικνύοντας τη σημασία της αλληλεπίδρασης μεταξύ ατομικών χαρακτηριστικών, διαπροσωπικών σχέσεων και κοινωνικών επιρροών. Η αποτελεσματική πρόληψη δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην παροχή πληροφοριών ή στην επισήμανση των κινδύνων, αλλά απαιτεί συνδυασμό ψυχολογικής υποστήριξης, ενίσχυσης της οικογενειακής επικοινωνίας, θετικών σχέσεων με συνομηλίκους, σχολικών παρεμβάσεων και εύκολης πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Παράλληλα, είναι σημαντικό να μειωθεί το κοινωνικό στίγμα που συχνά συνοδεύει τις ψυχικές διαταραχές και τη χρήση ουσιών, ώστε οι έφηβοι να μπορούν να μιλούν ανοιχτά για τις δυσκολίες τους χωρίς να φοβούνται την απόρριψη ή την τιμωρία. Η έγκαιρη αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και η ενίσχυση των προστατευτικών σχέσεων μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι νέοι αισθάνονται ασφαλείς, αποδεκτοί και ικανοί να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της ανάπτυξής τους. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνική ψυχολογία δεν περιορίζεται στην ερμηνεία των προβλημάτων, αλλά προσφέρει θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία για την ανάπτυξη τεκμηριωμένων παρεμβάσεων που προάγουν την ψυχική υγεία και την ευημερία των εφήβων.

 

Πηγή:

Forgas, J.P, Crano, W.D. & Fiedler, K. (2022). Εφαρμογές της κοινωνικής ψυχολογίας: Η συνεισφορά στην αντιμετώπιση προβλημάτων του πραγματικού κόσμου. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Faceism: Οι γυναίκες ως αντικείμενο μέσα στην κοινωνία

Η θεωρία της αντικειμενοποίησης των Fredrickson και Roberts εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες βιώνουν το σώμα τους μέσα σε μια κοινωνία που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη γυναικεία εμφάνιση. Όταν μια γυναίκα αξιολογείται διαρκώς με βάση την εξωτερική της εικόνα, μπορεί να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό της μέσα από το βλέμμα των άλλων, εσωτερικεύοντας την αντίληψη ότι το σώμα της αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης και αξιολόγησης. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται αυτοαντικειμενοποίηση και μπορεί να οδηγήσει στην υπερβολική ενασχόληση με την εμφάνιση και στην υποβάθμιση άλλων χαρακτηριστικών, όπως οι ικανότητες, η προσωπικότητα και η νοημοσύνη.

Παράλληλα, η θεωρία του αμφίθυμου σεξισμού αναδεικνύει τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες εκδηλώνονται οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών. Ειδικότερα, ο εχθρικός σεξισμός αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως κατώτερες ή λιγότερο ικανές και συχνά τις παρουσιάζει ως απειλή όταν διεκδικούν εξουσία και ανεξαρτησία. Από την άλλη πλευρά, η θεωρία των κοινωνικών ρόλων της Eagly εξηγεί πώς οι κοινωνικές προσδοκίες και η κατανομή των ρόλων μεταξύ των φύλων διαμορφώνουν στερεότυπα για τις γυναίκες και τους άνδρες. Ιστορικά, οι γυναίκες έχουν συνδεθεί περισσότερο με τη φροντίδα των παιδιών, τις οικιακές εργασίες και την υποστήριξη της οικογένειας, με αποτέλεσμα η κοινωνική τους αξία να συνδέεται συχνά με την ομορφιά, την ευγένεια, τις σχέσεις και τη φροντίδα των άλλων. Επιπλέον, η θεωρία της κοινωνικής μάθησης βοηθά να κατανοήσουμε πώς τα άτομα υιοθετούν συμπεριφορές και αντιλήψεις παρατηρώντας πρότυπα και τις ανταμοιβές που αυτά λαμβάνουν.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι διαφημίσεις συχνά χρησιμοποιούν το γυναικείο σώμα για να προσελκύσουν την προσοχή, ακόμη και όταν αυτό δεν σχετίζεται άμεσα με το διαφημιζόμενο προϊόν. Αντίστοιχα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προβάλλεται συχνά η εξωτερική εμφάνιση των γυναικών περισσότερο από τις ικανότητες ή την προσωπικότητά τους. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται και με το faceism, δηλαδή την τάση να προβάλλεται το πρόσωπο περισσότερο σε ορισμένες αναπαραστάσεις των ανδρών, ενώ στις γυναίκες δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο σώμα. Οι κοινωνικές αυτές πρακτικές ενισχύουν την αντίληψη ότι η γυναικεία αξία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εμφάνιση, κάτι που μπορεί να αναπαράγεται και στην καθημερινότητα, όταν οι γυναίκες δέχονται περισσότερα σχόλια για το σώμα τους παρά για τις ικανότητές τους.

Τέλος, η κοινωνική κατηγοριοποίηση και τα στερεότυπα συμβάλλουν στην αντικειμενοποίηση, καθώς οι άνθρωποι συχνά αξιολογούν τα άτομα με βάση την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουν, αντί να λαμβάνουν υπόψη την ατομικότητα και την προσωπικότητά τους. Όταν, επομένως, η κατηγορία «γυναίκα» συνδέεται στερεοτυπικά με την ομορφιά και τη σωματική εμφάνιση, το άτομο κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως σώμα και όχι ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, τα κοινωνικά πρότυπα αναπαράγονται και ενισχύονται, δημιουργώντας έναν κύκλο μέσα στον οποίο η αντικειμενοποίηση διατηρείται και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.

 

Πηγή:

Yzerbyt, V. & Klein, O. (2022). Κοινωνική Ψυχολογία: Ψυχολογικές Προεκτάσεις. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Η Θεωρία του Δεσμού και τομείς εφαρμογής

Η θεωρία του δεσμού (Attachment Theory), η οποία αναπτύχθηκε από τον John Bowlby, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα έμφυτο σύστημα προσκόλλησης που τους κινητοποιεί να αναζητούν προστασία, υποστήριξη και συναισθηματική εγγύτητα από σημαντικά πρόσωπα, ιδιαίτερα σε περιόδους κινδύνου, άγχους ή αβεβαιότητας. Οι πρώιμες σχέσεις του παιδιού με τους φροντιστές του διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της αίσθησης ασφάλειας και στη διαμόρφωση των προσδοκιών του για τον εαυτό του και τους άλλους. Τα πρόσωπα προσκόλλησης λειτουργούν ως «ασφαλές καταφύγιο», προσφέροντας προστασία και ανακούφιση σε στιγμές δυσφορίας, αλλά και ως «ασφαλής βάση», από την οποία το παιδί μπορεί να εξερευνά το περιβάλλον του, να αναπτύσσει την αυτονομία του και να δημιουργεί νέες εμπειρίες. Όταν οι φροντιστές ανταποκρίνονται με συνέπεια, ευαισθησία και διαθεσιμότητα στις ανάγκες του παιδιού, ενισχύεται η εμπιστοσύνη του στις σχέσεις και η ικανότητά του να διαχειρίζεται τις δυσκολίες. Αντίθετα, όταν η φροντίδα είναι απρόβλεπτη, απορριπτική ή συναισθηματικά μη διαθέσιμη, μπορεί να αναπτυχθούν ανασφαλή πρότυπα προσκόλλησης.


 Πηγή φωτογραφίας: https://ocpsychotherapycentre.com/attachment-theory/ 

 

Στη σύγχρονη μελέτη του δεσμού στην ενήλικη ζωή, ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο διαστάσεις της ανασφάλειας: το άγχος προσκόλλησης και η αποφυγή προσκόλλησης. Το άγχος προσκόλλησης συνδέεται με τον φόβο της απόρριψης ή της εγκατάλειψης, την αυξημένη ανάγκη για επιβεβαίωση και την έντονη ευαισθησία απέναντι σε ενδείξεις συναισθηματικής απομάκρυνσης. Τα άτομα με υψηλό άγχος προσκόλλησης μπορεί να αναζητούν επίμονα την εγγύτητα και τη διαβεβαίωση ότι είναι αγαπητά, ενώ ενδέχεται να ερμηνεύουν την απόσταση του άλλου ως ένδειξη επικείμενης απόρριψης. Αντίθετα, η αποφυγή προσκόλλησης σχετίζεται με τη δυσκολία εμπιστοσύνης, την αποφυγή συναισθηματικής οικειότητας και την τάση για υπερβολική αυτάρκεια. Τα άτομα αυτά μπορεί να δυσκολεύονται να εκφράσουν τις ανάγκες τους ή να ζητήσουν βοήθεια, ακόμη και όταν τη χρειάζονται. Οι δύο αυτές διαστάσεις δεν αποτελούν απόλυτες κατηγορίες, αλλά συνεχείς διαστάσεις που μπορούν να εκδηλώνονται με διαφορετική ένταση ανάλογα με το άτομο και τη σχέση. Αντίθετα, ο ασφαλής δεσμός χαρακτηρίζεται από την ικανότητα του ατόμου να εμπιστεύεται τους άλλους, να δημιουργεί στενές σχέσεις και ταυτόχρονα να διατηρεί την αυτονομία του.

Ο ασφαλής δεσμός συνδέεται με μια σειρά θετικών αναπτυξιακών και ψυχολογικών αποτελεσμάτων, καθώς ενισχύει την αυτοπεποίθηση, τη συναισθηματική ρύθμιση, την ανθεκτικότητα και την ικανότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προκλήσεων. Η αίσθηση ότι υπάρχει ένα διαθέσιμο και υποστηρικτικό πρόσωπο επιτρέπει στο άτομο να εξερευνά νέες δυνατότητες, να αναλαμβάνει δημιουργικά ρίσκα και να αντιμετωπίζει τις αποτυχίες χωρίς να αισθάνεται ότι απειλείται συνολικά η προσωπική του αξία. Παράλληλα, η εμπειρία σταθερών και υποστηρικτικών σχέσεων συμβάλλει στη διαμόρφωση θετικότερων προσδοκιών για τον εαυτό και τους άλλους. Οι προσδοκίες αυτές, που συχνά περιγράφονται ως εσωτερικά μοντέλα εργασίας, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τις σχέσεις, ερμηνεύει τη συμπεριφορά των άλλων και ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές δυσκολίες. Ωστόσο, τα πρότυπα προσκόλλησης δεν παραμένουν αναγκαστικά αμετάβλητα σε όλη τη ζωή, καθώς μπορούν να επηρεαστούν από μεταγενέστερες σχέσεις, νέες εμπειρίες και κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Παρότι η θεωρία του Bowlby αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τη σχέση βρέφους και φροντιστή, στη συνέχεια επεκτάθηκε στη μελέτη των ερωτικών σχέσεων, της ψυχοθεραπείας, της εκπαίδευσης, της υγείας και της εργασίας. Κοινή παραδοχή αυτών των εφαρμογών είναι ότι η ανάγκη για ασφάλεια, συναισθηματική σύνδεση και υποστήριξη δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία, αλλά παραμένει σημαντική σε όλα τα στάδια της ζωής.

Στην ψυχοθεραπεία, η θεωρία του δεσμού προσφέρει ένα πλαίσιο κατανόησης των δυσκολιών που εμφανίζονται στις διαπροσωπικές σχέσεις και στη συναισθηματική ρύθμιση. Ο θεραπευτής μπορεί να λειτουργήσει ως μια ασφαλής και σταθερή παρουσία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο ο θεραπευόμενος αισθάνεται ότι μπορεί να εκφράσει φόβους, ανάγκες και επώδυνες εμπειρίες χωρίς να φοβάται την απόρριψη ή την κριτική. Μέσα σε αυτή τη θεραπευτική σχέση, το άτομο μπορεί να διερευνήσει τις πεποιθήσεις που έχει διαμορφώσει για τον εαυτό του και τους άλλους, να αναγνωρίσει πώς οι προηγούμενες εμπειρίες επηρεάζουν τις σημερινές αντιδράσεις του και να αναπτύξει πιο λειτουργικούς τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών. Η θεραπευτική διαδικασία περιλαμβάνει την ενίσχυση της ασφάλειας, τη διερεύνηση των συναισθημάτων και των προσδοκιών στις σχέσεις, τη σύνδεση των σημερινών δυσκολιών με προηγούμενες εμπειρίες και την ανάπτυξη νέων, πιο προσαρμοστικών συμπεριφορών. Ο στόχος δεν είναι να αποδοθούν όλες οι δυσκολίες του ατόμου στην παιδική του ηλικία, αλλά να κατανοηθούν οι τρόποι με τους οποίους οι σχέσεις και οι εμπειρίες του επηρεάζουν το παρόν.

Στις σχέσεις των ζευγαριών, η θεωρία του δεσμού έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη της Εστιασμένης στο Συναίσθημα Θεραπείας (Emotionally Focused Therapy – EFT), η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με το έργο της Sue Johnson. Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει πολλές συγκρούσεις των ζευγαριών ως εκφράσεις ανεκπλήρωτων αναγκών για συναισθηματική ασφάλεια, εγγύτητα και αποδοχή. Για παράδειγμα, η επίμονη αναζήτηση επιβεβαίωσης από τον έναν σύντροφο μπορεί να συνδέεται με τον φόβο εγκατάλειψης, ενώ η απομάκρυνση του άλλου μπορεί να αποτελεί τρόπο διαχείρισης της συναισθηματικής πίεσης. Η θεραπεία βοηθά τους συντρόφους να αναγνωρίζουν τα βαθύτερα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από τις συγκρούσεις, να εκφράζουν τις ανάγκες τους με πιο άμεσο τρόπο και να ανταποκρίνονται ο ένας στον άλλον με μεγαλύτερη ευαισθησία. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκεται η δημιουργία μιας πιο ασφαλούς συναισθηματικής σύνδεσης και η διακοπή επαναλαμβανόμενων κύκλων σύγκρουσης και απομάκρυνσης.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές μπορούν επίσης να συμβάλουν στην αίσθηση ασφάλειας και στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Ένας εκπαιδευτικός που είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, υποστηρικτικός και συνεπής μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές να αντιμετωπίζουν τις σχολικές δυσκολίες, να εκφράζουν τις ανάγκες τους και να συμμετέχουν ενεργότερα στη μαθησιακή διαδικασία. Όταν τα παιδιά αισθάνονται ότι μπορούν να ζητήσουν βοήθεια χωρίς να φοβούνται την ταπείνωση ή την απόρριψη, είναι πιθανότερο να αντιμετωπίζουν τα λάθη ως ευκαιρίες μάθησης και όχι ως απειλές για την αξία τους. Η υποστηρικτική σχέση με τον εκπαιδευτικό δεν υποκαθιστά τον δεσμό με τον γονέα, αλλά μπορεί να προσφέρει ένα επιπλέον πλαίσιο ασφάλειας που ενισχύει την κοινωνική, συναισθηματική και ακαδημαϊκή προσαρμογή.

Στον τομέα της υγείας και της ιατρικής, η θεωρία του δεσμού συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι ασθενείς αναζητούν ασφάλεια και υποστήριξη όταν αντιμετωπίζουν ασθένεια, πόνο ή αβεβαιότητα. Η στάση των επαγγελματιών υγείας, η ενσυναίσθηση, η σαφής ενημέρωση και η ανταπόκριση στις ανάγκες του ασθενούς μπορούν να μειώσουν το άγχος και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη στη θεραπευτική διαδικασία. Οι ασθενείς διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο ζητούν βοήθεια ή διαχειρίζονται την εξάρτηση από τους άλλους. Ορισμένοι μπορεί να αναζητούν επανειλημμένα διαβεβαιώσεις, ενώ άλλοι να δυσκολεύονται να εκφράσουν φόβους και να αποδεχθούν υποστήριξη. Η κατανόηση αυτών των διαφορών μπορεί να βοηθήσει τους επαγγελματίες υγείας να προσαρμόζουν την επικοινωνία τους, χωρίς να θεωρούν ότι κάθε συμπεριφορά του ασθενούς οφείλεται απαραίτητα στο πρότυπο προσκόλλησής του.

Τέλος, στον τομέα της ηγεσίας και των οργανώσεων, οι αρχές της θεωρίας του δεσμού μπορούν να αξιοποιηθούν για την κατανόηση της σημασίας της εμπιστοσύνης και της συναισθηματικής ασφάλειας στον εργασιακό χώρο. Οι ηγέτες που παρέχουν σταθερή καθοδήγηση, διαθεσιμότητα και υποστήριξη μπορούν να λειτουργούν ως «ασφαλείς βάσεις», ενθαρρύνοντας τους εργαζομένους να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εκφράζουν ιδέες και να αντιμετωπίζουν τις επαγγελματικές προκλήσεις με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Αντίθετα, ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από απρόβλεπτες αντιδράσεις, έλλειψη εμπιστοσύνης ή φόβο τιμωρίας μπορεί να περιορίσει τη δημιουργικότητα και την ενεργό συμμετοχή. Η συναισθηματική ασφάλεια δεν σημαίνει απουσία απαιτήσεων ή ορίων, αλλά ύπαρξη ενός πλαισίου στο οποίο οι εργαζόμενοι μπορούν να εκφράζονται, να μαθαίνουν από τα λάθη τους και να αναπτύσσονται επαγγελματικά.

Συνολικά, η θεωρία του δεσμού αναδεικνύει τη διαχρονική σημασία της συναισθηματικής ασφάλειας και της υποστηρικτικής σύνδεσης με τους άλλους. Όπως συνοψίζεται στην ιδέα ότι η ανάγκη για δεσμό διατηρείται «από την κούνια έως τον τάφο», οι σχέσεις προσκόλλησης επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το άγχος, διαμορφώνουν τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και αναπτύσσουν την αυτονομία τους. Η εφαρμογή της θεωρίας σε διαφορετικά πεδία δείχνει ότι η ασφάλεια και η υποστήριξη μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες ψυχικής ευημερίας, προσωπικής ανάπτυξης και αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης των δυσκολιών. Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι η προσκόλληση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι τη μοναδική εξήγηση για την ψυχική υγεία, τις σχέσεις ή την επιτυχία των παρεμβάσεων.

 

 

Πηγή:

Forgas, J.P, Crano, W.D. & Fiedler, K. (2022). Εφαρμογές της κοινωνικής ψυχολογίας: Η συνεισφορά στην αντιμετώπιση προβλημάτων του πραγματικού κόσμου. Εκδόσεις Πεδίο.

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA