Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

Διαβάζοντας το βιβλίο: Εισαγωγή στην Ψυχοθεραπεία Gestalt

«Η Θεραπεία Gestalt είναι μια φαινομενολογική, υπαρξιακή, θεραπευτική προσέγγιση, θεμελιώθηκε από τον Frederick Fritz και τη Laura Perls στη δεκαετία του ’40, περίοδο που συμπίπτει χρονικά με την επαγγελματική τους ανέλιξη. 


 

Η Θεραπεία Gestalt βασίστηκε στην Ψυχολογία Gestalt, η οποία είχε αναπτυχθεί προγενέστερα από άλλους ερευνητές, αλλά και στην αλληλεπίδραση των ιδρυτών της με μια σειρά άλλων επιστημονικών ρευμάτων, κοινωνικών τάσεων και εξελίξεων.

Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή χρειάζεται να εξετάσουμε το ‘’Πνεύμα των Καιρών’’ –το επομοναζόμενο Zeitgeist- την εποχή που αναπτύσσεται η Θεραπεία Gestalt. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι η αλληλεπίδραση είναι εκείνη που καθορίζει το περιεχόμενο των επιστημονικών θεωριών καθώς επίσης και τον τρόπο και τον ρυθμό της ανάπτυξής τους. Το γεγονός αυτό καθορίζει τη θεωρία της Θεραπείας Gestalt  σε όλο της το εύρος και επιπλέον αποτελεί τη βάση της δυναμικής με την οποία αναπτύσσεται μέχρι και σήμερα.

Από τα τέλη του 19ου και κυρίως στον 20ο αιώνα παρατηρούμε μεγάλη ανάπτυξη των επιστημών, όπως της βιολογίας, της χημείας, της φυσικής, τις ιατρικής αλλά και της τεχνολογίας. […]

Η καθιέρωση του εξπρεσιονισμού, που εξέφραζε αστικά πρότυπα επέφερε ριζοσπαστικές τομές στην τέχνη και τη λογοτεχνία.

Τα συναισθήματα, η διαίσθηση, ο υποκειμενισμός και η φαντασία ήταν τα ζητήματα που απασχολούσαν τους στοχαστές της εποχής, αλλά και τους καθημερινούς ανθρώπους.

Οι ιδέες του Μαρξ για την αλλοτρίωση και την αυτοπραγμάτωση είχαν μεγάλη επίδραση στη συνειδητοποίηση της φύσης και της θέσης του ανθρώπου στον χώρο της φιλοσοφίας. Το ανθρώπινο ον δεν ήταν πια κάτι αφηρημένο, αλλά ενταγμένο στο κοινωνικό του περιβάλλον.

Από την άλλη πλευρά, ο Edmund Husserl ανέπτυξε τη θεωρία της Φαινομενολογίας προσπαθώντας να προσδώσει στη φιλοσοφία, επιστημονική βάση. […]

Οι θεμελιωτές της Θεωρίας Gestalt επηρεάστηκαν αρχικά από τη Φροϋδική θεωρία αλλά και από τους διάσημους παρεκκλίνοντες της ορθόδοξης ψυχανάλυσης, τους οποίους παρακολουθούσαν ταυτόχρονα» (σελ. 11-12).

Ένα βιβλίο που εισάγει τον αναγνώστη τη Θεραπεία Gestalt, δίνοντας τις βάσεις της προσέγγισης, τις επιρροές που δέχθηκε, καθώς και τα κύρια θεωρητικά της σημεία: βασικές αρχές και έννοιες που χρησιμοποιεί η Θεραπεία Gestalt, όπως οργανισμός, περιβάλλον, μορφές, ο κύκλος της επαφής, η επίγνωση της παρούσας στιγμής, οι στόχοι της θεραπείας, ο ρόλος του θεραπευτή και η θεραπευτική σχέση, ο ρόλος του σώματος καθώς και η εφαρμογή της θεραπείας σε διαφορετικά πλαίσια.

 

Gestalt Foundation. 2013. Εισαγωγή την Ψυχοθεραπεία Gestalt. Βασικές έννοιες, αρχές και εφαρμογές. Gestalt Foundation, Κέντρο Ψυχοθεραπείας και Εκπαίδευσης. 

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Πλησιάζοντας τον θάνατο»

Τα πέντε στάδια του πένθους

Της Kubler- Ross

 

«Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το Πλησιάζοντας τον θάνατο της Elisabeth Kübler-Ross κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ψυχολογικές μελέτες του 20ού αιώνα, που επηρέασε βαθιά τους τομείς της ψυχικής υγείας και της έρευνας σχετικά με τον άνθρωπο.

Η Αμερικανοελβετίδα ψυχίατρος, όπως είναι πολύ γνωστό, εισήγαγε τη θεωρία για τα «πέντε στάδια του πένθους» που διατρέχει ο καταληκτικός ασθενής: άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή.

Μέσω συνεντεύξεων και συνομιλιών, η Kübler-Ross διερεύνησε πώς ο επικείμενος θάνατος επηρεάζει τον ασθενή, τους γιατρούς και το ιατρικό προσωπικό που βρίσκεται κοντά του, καθώς και το οικογενειακό του περιβάλλον, και διαμόρφωσε τη θεωρία της, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στον χώρο της ψυχιατρικής.

Η έκδοση περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα του ψυχίατρου, παιδοψυχίατρου και ψυχαναλυτή Αθανάσιου Αλεξανδρίδη» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

«Ένα σπουδαίο μάθημα για τους ζωντανούς», Περιοδικό Life

 

«Ο θάνατος παραμένει ακόμα ένα τρομαχτικό, φρικιαστικό συμβάν, και ο φόβος του θανάτου είναι κοινός ανθρώπινος φόβος, ακόμη και αν νομίζουμε πως τον έχουμε ελέγξει με πολλούς τρόπους.

Το μόνο που έχει στην πραγματικότητα αλλάξει είναι ο τρόπος ο οποίος διαχειριζόμαστε και αντιμετωπίζουμε το τελικό στάδιο της ζωής και τους ετοιμοθάνατους ασθενείς» (σελ. 35).

«Όσο μεγαλύτερη πρόοδο κάνουμε στην επιστήμη, τόσο μεγαλώνει και ο φόβος που έχουμε για τον θάνατο, αλλά και η άρνησή μας να αποδεχτούμε ότι είναι δεδομένος.

Χρησιμοποιούμε ευφημισμούς, κάνουμε τους νεκρούς να μοιάζουν σαν να κοιμούνται, στέλνουμε τα παιδιά μακριά για να τα προστατεύσουμε από την ένταση και τον φόβο μέσα στο σπίτι, αν ο ασθενής είναι αρκετά τυχερός ώστε να πεθάνει σε αυτό, δεν επιτρέπουμε στα μικρά παιδιά να επισκεφθούν τους γονείς τους που πεθαίνουν στο νοσοκομείο, κάνουμε έντονες και μακρές συζητήσεις για το αν πρέπει να λέμε στους ασθενείς την αλήθεια- ένα ζήτημα που σπάνια προκύπτει όταν το πρόσωπο που πεθαίνει το φροντίζει ο οικογενειακός γιατρός, ο οποίος το γνωρίζει από τη στιγμή της γέννησής του μέχρι τον θάνατό του και ξέρει τα ελαττώματα και τα προτερήματα κάθε μέλους της οικογένειας.

Πιστεύω πως υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτή την ισχυρή απροθυμία μας να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο με ηρεμία.

Ένας από τους πιο σημαντικούς είναι ότι ο θάνατος σήμερα είναι, με πολλούς τρόπους, πολύ πιο φρικτός, δηλαδή πιο μοναχικός, πιο αυτοματοποιημένος, πιο απάνθρωπος σήμερα σε κάποιες περιπτώσεις είναι δύσκολο ακόμη και να καθοριστεί πότε ήταν η ακριβώς ώρα θανάτου κάποιου.

Ο θάνατος γίνεται μοναχικός και απρόσωπος κυρίως διότι ο ασθενής απομακρύνεται από το οικείο περιβάλλον του για να εισαχθεί στο τμήμα επειγόντων περιστατικών» (σελ. 39-40).

 

Kubler-Ross, E. (2019). Πλησιάζοντας τον θάνατο. Τα πέντε στάδια του πένθους. Εκδόσεις Ίκαρος. 

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

«Γιατί η σχέση γονέων- παιδιών εμπεριέχει όλα τα θέματα της ζωής»

Της Alba Marcoli

«Η ζωή είναι η πραγματική δασκάλα του να ζούμε: Είναι αυτή που μας μαθαίνει να διορθώσουμε τη βολή μας κάθε φορά που είναι απαραίτητο. Πολλές φορές μένουμε έκπληκτοι με τον εαυτό μας και με την ικανότητα προσαρμογής μας στις καταστάσεις. Και είναι η σχέση γονέων- παιδιού αυτή που μεταδίδει όχι μόνο τη ζωή, αλλά και την τέχνη του να ζει κανείς, έτσι όπως διαμορφώθηκε στη δική μας οικογενειακή γραμμή, μέσα στην ιδιαιτερότητα και στο ανεπανάληπτο της κάθε ξεχωριστής ιστορίας.

Το να εμπλουτίσουμε τη συναισθηματική μας γνώση ως ενήλικες σχετικά με τις ψυχολογικές δυσκολίες του να ζεις, γίνεται συχνά μια κληρονομιά και μια πολύτιμη αποσκευή όχι μόνο για μας, αλλά και για τα παιδιά τα οποία συνοδεύουμε στους δρόμους της ζωής.

Το να ασχοληθούμε από ψυχολογική άποψη όχι μόνο με ένα παιδί, αλλά και με τους γονείς του, ιδιαίτερα όταν αναδύεται ένα σύμπτωμα παιδικής δυσφορίας, βελτιώνει σχεδόν πάντα την ποιότητα ζωής όλης της οικογένειας, και επομένως του ίδιου του παιδιού.

Θεωρώ ότι αυτή την ιδιαίτερη στιγμή υπάρχει ένα κενό στη δική μας δυτική κοινωνία, σχετικά με το θέμα του να ζεις, που στο παρελθόν και σε άλλες κοινωνίες ήταν γεμάτο από τελετουργίες περάσματος, από συλλογικές επεξεργασίες, πολιτιστικές, θρησκευτικές, οικογενειακές, κτλ.

Σήμερα λείπουν συχνά οι συλλογικές στιγμές επεξεργασίας των μεγάλων θεμάτων της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο, που ωστόσο καθένας από εμάς βρίσκεται υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει στη ζωή του. Νομίζω πως για αυτό τον λόγο υπάρχει μια μεγαλύτερη μοναξιά στο να τα αντιμετωπίσει, αλλά και να καταφέρει να συζητήσει κανείς για αυτά.

Αυτή η σκέψη γεννήθηκε πολύ συχνά στις ομάδες γονέων, ιδιαίτερα στους πατέρες, ενώ οι γυναίκες μοιάζουν να καταφέρνουν, έστω και με μεγάλη προσπάθεια, μεγαλύτερη συναισθηματική επικοινωνία σε αυτά τα θέματα.

Παρόλα αυτά, το θέμα του γιατί γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μας αγγίζει όλους: Τα παιδιά, όπως αναφέρει η Dolto, θέτουν τα αληθινά γιατί της ζωής, επαναφέροντας πολύ συχνά, για παράδειγμα το θέμα του θανάτου, τόσο ρητά όσο και μεταφορικά, όπως ο φόβος θανάτου ή ότι τελειώνει ο χρόνος ή ο δρόμος, ή ότι δεν θα ξαναβγεί ο ήλιος κτλ.

Τις απαντήσεις βέβαια σε αυτά τα ερωτήματα είναι δύσκολο να τις βρει κανείς στις αξίες που συχνά γεμίζουν τις εφημερίδες ή την τηλεόραση: τη λατρεία της ευημερίας, την ιερότητα του σώματος, το να κυνηγά κανείς οτιδήποτε τον ξεγελά πως θα σταματήσει τον χρόνο και θα εξαλείψει τα σημάδια, τη θεραπευτική επιμονή με τη μάταιη προσπάθεια να αρνηθεί κανείς τον θάνατο, αντί να πάρει πίσω την αξιοπρέπειά του φυσικού γεγονότος της ζωής. […]

Κάθε παιδί που γεννιέται, πράγματι, κοιτάζει σιγά- σιγά τους ενήλικες που το περιβάλλουν για να μάθει από αυτούς τον τρόπο να αντιμετωπίζει όλα αυτά τα θέματα, έτσι όπως όταν μπουσουλούσε, τους παρατηρούσε να περπατούν για να μάθει να το κάνει με τη σειρά του, τους άκουγε να μιλούν για να μάθει με τη σειρά του να μιλάει, και μάλιστα την ίδια γλώσσα και όχι μια άλλη, κτλ.

Η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι μόνο βιολογική, αλλά και ψυχολογική και του διασφαλίζεται από τον τύπο και την ποιότητα της σχέσης που έχει με τους ενήλικες που ασχολούνται μαζί του. Δίχως μια σχέση συναισθηματική και εξατομικευμένη με έναν ενήλικα που το φροντίζει, ένα νεογνό δυσκολεύεται ακόμη και να επιβιώσει. Ακόμη και αν επιβιώσει, αυτή η έλλειψη της φροντίδας θα σημαδεύει τον ψυχολογικό του κόσμο για όλη του τη ζωή, όπως ακριβώς συνέβηκε και συμβαίνει με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα.

Ένα τραγικό παράδειγμα υπήρξε το πείραμα που έγινε αιώνες πριν, προκειμένου να μελετηθεί αν υπήρξε ή όχι μια διεθνής γλώσσα, και ποια θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι. […]

Μερικοί από τους τρόπους ζωής που συχνά συναντάμε, μεταξύ άλλων, στις συμβουλευτικές γονέων είναι:

Να προγραμματίζουν και να σχεδιάζουν τα πάντα με λεπτομέρειες, Με τα παιδιά αυτό είναι αδύνατον να γίνει, όπως άλλωστε και με τη ζωή. Θα υπάρχουν πάντα γεγονότα που θα ξεφεύγουν από αυτόν τον  προγραμματισμό, αλλά και για αυτά, όπως και για όλα τα άλλα μπορούμε να βρούμε μέσα μας τρόπους. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε προγραμματισμένοι για να ζήσουμε.

Να αποφεύγουμε τα απρόβλεπτα. Με τα παιδιά αυτό είναι αδύνατον, τα απρόβλεπτα είναι ο κανόνας από τη μική τους ηλικίας.

Να μην αποδεχόμαστε τις απώλειες, τους αποχωρισμούς από πρόσωπα, καταστάσεις, ιδέες κτλ, Με τα παιδιά χάνεται συνεχώς ο χώρος και ο χρόνος για τον εαυτό μας, οι προηγούμενες ισορροπίες μας, τα σχέδια που υπήρχαν στη σκέψη μας, ο χρόνος για το ζευγάρι και τους φίλους κτλ.

Τα παιδιά είναι μια συνεχής απώλεια, αλλά, όπως και κάθε απώλεια, είναι και μια συνεχής κατάκτηση, όπως ακριβώς και η ζωή. Είναι το χαμόγελο με το οποίο το παιδί μου με κατακτά κάθε πρωί και με αμείβει για τον ύπνο που χάνω γι’ αυτό τα βράδια, αναφέρει μια νεαρή μητέρα.

Να αντιδρούμε στις ματαιώσεις με επιθετικότητα, ή να ψάχνουμε έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να αποφύγουμε να κριτικάρουμε το δικό μας ψυχικό κόσμο.

Να σκεφτόμαστε ότι υπάρχει άσπρο ή μαύρο πηγαίνοντας από το ένα άκρο στο άλλο.

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα θέματα που συχνότερα αναδύονται στις συμβουλευτικές και στις ομάδες γονέων. […]

Κάθε ζευγάρι γονιών ή και κάθε γονιός ξεχωριστά μπορεί να θεωρηθεί ένας πειραματιστής και παθιασμένος ερευνητής από μόνος του και μάλιστα συχνά σε μια απόλυτη μοναξιά πάνω σε αυτά τα θέματα, σιωπηλά, ταπεινά και κοπιαστικά.

Είναι ένα τεράστιο ερευνητικό εργαστήριο, που φθάνει σε όλες τις γωνιές της γης, ό η ζωή περνά από τη μια γενιά στην άλλη, με όλες τις αποσκευές που απέκτησε ο άνθρωπος στη διάρκεια του χρόνου» (σελ. 43-48).

 

Πηγή:

Alba Marcoli. 2016. Το παιδί που χάθηκε και ξαναβρέθηκε. Παραμύθια για να συμφιλιωθούμε με το παιδί που υπήρξαμε. University Studio Press.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Τυπική προεφηβική συμπεριφορά και πώς να την αντιμετωπίζετε;

Η συμπεριφορά των παιδιών προεφηβικής ηλικίας μπερδεύει και αποκαρδιώνει πολλούς γονείς. Που πήγε το γλυκό και συνεργάσιμο παιδάκι τους; Τη θέση του έχει πάρει ένα στραβόξυλο που συνεχώς τους αντιμιλάει και τους κάνει τη ζωή δύσκολη. Οι συμβουλές που ακούν συνήθως γίνονται όλο και λιγότερο αποτελεσματικές όσο μεγαλώνουν τα παιδιά και μπορεί επιπλέον να χειροτερεύσουν ακόμη περισσότερο τη δύσκολη συμπεριφορά.

Γιατί όμως;

Επειδή όλες αυτές οι μέθοδοι υποθέτουν ότι η υποκείμενη αιτία πίσω από τη δύσκολη συμπεριφορά είναι τα κίνητρα.

Αλλά δεν είναι.

Απαιτείται πάντα ένα στοιχείο αποδοχής, δηλαδή πρέπει να κατανοείτε για τι είναι ηλικιακά ικανό το παιδί σας και να μην περιμένετε περισσότερα από αυτό» (σελ. 89-90).

Πώς μπορούμε να επιβάλουμε πειθαρχία στην προεφηβική ηλικία;

Χρειάζεται αναγνώριση και επιδοκιμασία.

«Δημοκρατικός/ αξιόπιστος τρόπος ανατροφής

Συνεργασία

Συνειδητή προσπάθεια

Αγάπη και στοργή

Επίγνωση

Διερεύνηση

Προσοχή και συναίσθηση» (σελ. 91-92).

Οι γονείς θα πρέπει να έχουν ρεαλιστικές προσδοκίες για τη συμπεριφορά του παιδιού τους, υψηλό επίπεδο στοργικού ενδιαφέροντος του γονιού  και υπεράσπιση του παιδιού τους.

Οι γονείς θα πρέπει να δείχνουν προθυμία για συνεργασία με το παιδί τους ώστε να αναπτυχθεί μια ισχυρή σύνδεση μεταξύ τους. Είναι σημαντικό να εστιάσουν στη σκέψη: πώς θα μπορέσω να συνεργαστώ με το παιδί μου για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα;

Συνήθως ο γονιός αντιδρά με τον ίδιο τρόπο που του επιβαλλόταν η πειθαρχία όταν ήταν παιδί, συνήθως με θυμό. Πρέπει να ασκεί συνειδητά τον γονεϊκό του ρόλο: τι τον ανησυχεί και τον θυμώνει, τι πυροδοτεί συναισθήματα μέσα μας;

Τα παιδιά χρειάζονται αγάπη περισσότερο όταν φέρονται με τρόπο απαίσιο και λένε πράγματα που πληγώνουν.

Η επίγνωση του γονιού των συμπεριφορών κα των προσδοκιών που έχει μπορεί να συμβάλλει στο να παραβλέψουν κάποιες συμπεριφορές.

Ο γονιός θα πρέπει διαρκώς να βρίσκεται σε εγρήγορση και να αναρωτιέται γιατί: γιατί φέρεται έτσι το παιδί μου; Γιατί αισθάνεται έτσι; Γιατί δεν αντιδρά με τρόπους που θα ήθελα ή με αναμενόμενους τρόπους; Γιατί του φαίνονται τόσο δύσκολα αυτά που περιμένω να κάνει;

 

Πηγή:

Σάρα Όκγουελ- Σμιθ. 2022. Ανάμεσα στα οκτώ και τα δεκατρία. Εκδόσεις Μίνωας.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2025

Τι θέλουν πραγματικά τα παιδιά προεφηβικής ηλικίας;

Σε όλες τις ηλικίες τα άτομα αν ερωτηθούν τι θα ήθελαν συνήθως απαντούν:

Να με άκουγαν πραγματικά αντί να μου μιλούν εκείνοι μόνο.

Να με καταλάβαιναν και να έπαιρναν πιο σοβαρά τη γνώμη μου.

Να έπαιρναν υπόψη τους και τα συναισθήματά μου.

Να είχαν βρει τον χρόνο να είναι μαζί μου όταν το είχα ανάγκη.

Να ήξεραν τι πραγματικά μου συνέβαινε.

Να με σέβονταν περισσότερο. 

 

Θα έβαζαν μερικές φορές στην άκρη τα δικά τους προβλήματα και να με βοηθούν με τα δικά μου.

Να ήξεραν ότι το να με κάνουν να νιώθω άσχημα δεν με έκανε να φέρομαι καλύτερα. (σελ. 62)

«Ο καλύτερος τρόπος να ανταποκριθούμε στις επιθυμίες των παιδιών μας είναι να τους φερόμαστε όπως θα θέλαμε να μας είχαν φερθεί οι δικοί μας γονείς στην ίδια ηλικία.

Πολύ συχνά, οι συμπεριφορές και οι πράξεις των ίδιων των παιδιών μας που μας εξοργίζουν είναι οι ίδιες για τις οποίες μας τιμωρούσαν και μας μάλωναν και εμάς οι μεγάλοι όταν ήμασταν παιδιά. Αν και βαθιά μέσα μας όλοι ξέρουμε τι χρειάζονται τα παιδιά μας στην προεφηβεία μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να σπάσει η συνέχεια αυτών των αντιδράσεων εξαρτημένης μάθησης.

Πολλοί ενήλικες βρίσκονται σε κατάσταση γνωσιακής δυσαρμονίας όταν πρόκειται για την άσκηση του γονικού τους ρόλου: δεν κατανοούν συνειδητά και δεν αποδέχονται ότι η δική τους ανατροφή μερικές φορές ήταν κάθε άλλο παρά ιδανική, έτσι διαιωνίζουν αυτόν τον φαύλο κύκλο, περνώντας τον από γενιά σε γενιά. Η επίγνωση είναι το πρώτο βήμα για να μεγαλώσετε τα παιδιά σας με την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό που θα θέλαμε να είχαν δείξει και σε εσάς οι μεγάλοι όταν ήσασταν παιδιά» (σελ. 63-64).

Πώς θα πρέπει να συμπεριφέρονται οι γονείς στα παιδιά ώστε να τα αναθρέψουν σωστά; Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν θα πρέπει να γίνεται όλο και πιο αυστηρή η ανατροφή τους; Με το να συμπεριφερόμαστε στα παιδιά με αυστηρό τρόπο τα προετοιμάζουμε καλύτερα για να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό κόσμο που είναι σκληρός;

Οι γονείς θα πρέπει να αποτελούν ένα ασφαλές λιμάνι για τα παιδιά τους, ένα μέρος όπου θα μπορούν να είναι ο εαυτός τους, χωρίς να φοβούνται την τιμωρία. Με τον φόβο και τις απειλές το παιδί μεγαλώνει χωρίς αυτοπεποίθηση και νιώθει ανασφαλές και αβέβαιο ακόμη και να μιλήσει.  

«Ο καλύτερος τρόπος να προετοιμάσουμε τα παιδιά μας για την πραγματικότητα του κόσμου είναι να τα εξοπλίσουμε όσο βρίσκονται ακόμη στην ασφάλεια του σπιτιού μας με τις δεξιότητες και την προσαρμοστικότητα που χρειάζονται, και αυτό γίνεται μόνο αν τα μεγαλώνουμε με ενσυναίσθηση και σεβασμό. Ο καλύτερος τρόπος να διασφαλίσουμε ότι θα βγουν στον κόσμο οπλισμένα με αυτοέλεγχο και προσαρμοστικότητα είναι να τα προετοιμάσουμε παρέχοντάς τους ένα μέρος όπου μπορούν να μοιράζονται τα συναισθήματά τους χωρίς τον φόβο της γελοιοποίησης ή της τιμωρίας. Ίσως μπορούμε επίσης να ελπίζουμε ότι θα τα αναθρέψουμε έτσι ώστε να κάνουν καλύτερο τον κόσμο και για τους άλλους» (σελ. 67-68).

Είναι σημαντικό να είναι πρόθυμος ο γονιός να υπερασπίζεται και να στηρίζει το παιδί του, έτσι ώστε να καταλάβει το παιδί ότι θα είναι πάντα δίπλα του.

«Τι είναι αυτό που θα ήθελες να μην έκαναν ή να μην έλεγαν οι γονείς σου;

Θα ήθελα να μην θύμωναν όταν κάνω κάτι που δεν το ήθελα.

Θα ήθελα να μη μου φώναζαν.

Θα ήθελα να μη μου έλεγαν συνέχεια ‘’όχι’’.

Θα ήθελα να μην έπαιζαν όλη την ώρα με τα τηλέφωνά τους.

Θα ήθελα η μαμά μου να μην ήταν τόσο υπερπροστατευτική.» (σελ. 85).

 

Πηγή:

Σάρα Όκγουελ- Σμιθ. 2022. Ανάμεσα στα οκτώ και τα δεκατρία. Εκδόσεις Μίνωας.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.