Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Διαβάζοντας το βιβλίο: Το περιβάλλον της σχιζοφρένειας

Καινοτομίες στην πρακτική, στην πολιτική και την επικοινωνία

 

του Ρίτσαρντ Ουόρνερ

 

"Υπάρχει σήμερα μεγάλος όγκος αποδείξεων που δηλώνει ότι η εμφάνιση και η πορεία της σχιζοφρένειας επηρεάζονται από ποικίλους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Το περιβάλλον της σχιζοφρένειας βασίζεται στις γνώσεις που έχουμε για αυτούς τους παράγοντες, προκειμένου να σχεδιάσει καινοτομίες που θα μειώσουν τη συχνότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητά της, ενώ παράλληλα θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής για τους πάσχοντες και τους συγγενείς τους. Μελετώντας τις περιβαλλοντικές δυνάμεις που λειτουργούν σε ατομικό, οικογενειακό και ευρύ κοινωνικό επίπεδο, ο Ρίτσαρντ Ουόρνερ προτείνει εφικτές παρεμβάσεις, όπως:

εκπαίδευση σχετικά με τους περιγεννητικούς κινδύνους,

προώθηση αποτελεσματικών ψυχολογικών μεθόδων θεραπείας,

ίδρυση επιχειρήσεων για την πρόσληψη ανθρώπων με ψυχικές ασθένειες,

γνωστικό-συμπεριφορική θεραπεία για την ψύχωση.

Το περιβάλλον της σχιζοφρένειας προτείνει πρακτικούς τρόπους ώστε να δημιουργηθεί ένας καλύτερος κόσμος για αυτούς που πάσχουν από αυτή τη σοβαρή ασθένεια και τον περίγυρό τους. Θα αποδειχτεί επίκαιρο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα για τους διευθυντές παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας κι αυτούς που χαράζουν πολιτική, καθώς και για ψυχολόγους, συμβούλους ψυχικής υγείας και ειδικούς στην επικοινωνία" (από το οπισθόφυλλο).

«Οι άνθρωποι με ψυχωσικές διαταραχές στον αναπτυσσόμενο κόσμο συχνά γίνονται αντιληπτοί με διαφορετικό τρόπο από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ψυχίατροι που δουλεύουν σε αναπτυσσόμενες χώρες συχνά παρατηρούν το χαμηλό επίπεδο στίγματος που περιβάλλει την ψυχική διαταραχή» (σελ. 175).

"Οι ψυχικά ασθενείς γίνονται αντιληπτοί ως επιθετικοί, βίαιοι και επικίνδυνοι από τους κατοίκους των αστικών περιοχών. Επικρατεί διάχυτη απαισιοδοξία σχετικά με την πιθανή έκβαση μετά τη θεραπεία. Υπάρχει η τάση να τηρείται κοινωνική απόσταση από τους ψυχικά ασθενείς και να τους απορρίπτουν" (σελ. 177-178).

"Η ετικέτα αποτελεί μια σημαντική μεταβλητή που επηρεάζει την πορεία... της σχιζοφρένειας.... Άραγε ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την καταστροφική επίδραση που έχει σε ένα εύθραυστο άτομο η συνειδητοποίηση ότι όλος του ο κοινωνικός περίγυρος τον θεωρεί υπάνθρωπο, ανίατο, χωρίς κίνητρα ή ανίκανο να ανταποκριθεί στις συνηθισμένες προσδοκίες;... Μπορούμε άραγε να αμφισβητήσουμε το ότι καλλιεργείται μια εκπτωτική πορεία της διαταραχής, όταν βασικοί ρόλοι μεταβάλλονται εξαιτίας του κοινωνικού στίγματος και περιορίζονται οι ευκαιρίες για απασχόληση;" (σελ. 180).

 

Πηγή:

Ρίτσαρντ Ουόρνερ. 2005. Το περιβάλλον της σχιζοφρένειας. Καινοτομίες στην πρακτική, στην πολιτική και την επικοινωνία. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Ο αυτοδύναμος εαυτός

«Ο αυτοδύναμος εαυτός μεταμορφώνει τις δυνητικά εντροπικές εμπειρίες σε ροή. Οι κανόνες  για να αποκτήσουμε έναν τέτοιο εαυτό είναι απλοί και απορρέουν άμεσα από το μοντέλο της ροής. 

 

Οι κανόνες αυτοί είναι οι εξής:

Καθορισμός στόχων: Για να μπορεί κάποιος να έχει εμπειρίες ροής, πρέπει πρώτα να αποκτήσει σαφείς στόχους για τους οποίους να μοχθεί. Το άτομο με αυτοδύναμο εαυτό μαθαίνει να κάνει επιλογές –από ισόβιες δεσμεύσεις, όπως ο γάμος ή ένα λειτούργημα, έως απλές αποφάσεις –χωρίς πολλές ανησυχίες και με το λιγότερο δυνατό πανικό.

Η επιλογή ενός στόχου σχετίζεται με την αναγνώριση των προκλήσεων. Αν αποφασίσω να μάθω τένις, εννοείται ότι πρέπει να μάθω να κάνω σερβίς, να χρησιμοποιώ ντράιβ και ρεβέρ χτυπήματα, να καλλιεργώ τις αντοχές και τα αντανακλαστικά μου. Ή μπορεί να αντιστρέψω την αιτιολογική σειρά: επειδή μου αρέσει να ρίχνω το μπαλάκι πάνω από το δίχτυ, ίσως στόχος μου είναι πώς να μάθω να παίζω τένις. Σε κάθε περίπτωση, στόχοι και προκλήσεις αλληλοσυμπληρώνονται.

Όταν στόχοι και προκλήσεις καθορίσουν το σύστημα δράσης, υποδεικνύουν και τις απαραίτητες δεξιότητες. Αν αποφασίσω να παραιτηθώ από τη δουλειά μου για να διευθύνω ένα τουριστικό θέρετρο, εννοείται ότι θα πρέπει να ενημερωθώ για τη διεύθυνση ενός ξενοδοχείου, τα λογιστικά, τις εμπορικές περιοχές και ούτω καθεξής. Η σειρά βεβαίως μπορεί να είναι και αντίστροφη: οι δεξιότητές μου πιθανόν να με οδηγήσουν σε ένα συγκεκριμένο στόχο που θα βασίζεται στα δυνατά μου σημεία –ίσως αποφασίσω να διευθύνω ένα τουριστικό θέρετρο επειδή πιστεύω ότι είμαι το κατάλληλο άτομο για μια τέτοια δουλειά.

Μία από τις βασικότερες διαφορές ανάμεσα σε ένα άτομο με αυτοδύναμο εαυτό και ένα χωρίς είναι ότι ο πρώτος γνωρίζει ότι μόνος του επέλεξε τον στόχο που κυνηγά. Οι κινήσεις του δεν είναι τυχαίες ούτε αποτέλεσμα εξωγενών καθοριστικών δυνάμεων. Το γεγονός αυτό έχει δύο φαινομενικά αντίθετες εκβάσεις. Από τη μια πλευρά, με την αίσθηση ότι οι αποφάσεις του ανήκουν, το άτομο δίνεται ολόψυχα στους στόχους του. Οι πράξεις του είναι αξιόπιστες και ελέγχονται εκ των έσω. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζοντας ότι οι στόχοι είναι δικοί του, μπορεί πιο εύκολα να τους τροποποιήσει, εάν οι λόγοι που τους επιδιώκει δεν είναι πλέον λογικοί. Υπό αυτή την έννοια, η συμπεριφορά του αυτοδύναμου ατόμου είναι περισσότερο συνεπής αλλά παράλληλα και περισσότερο ευέλικτη.

Απόλυτη συμμετοχή στη δραστηριότητα. Αφού επιλέξει ένα σύστημα δράσης, το άτομο με αυτοδύναμη προσωπικότητα συμμετέχει ολόψυχα σε αυτό που κάνει. Είτε όταν πετά με αεροπλάνο γύρω από τη γη είτε όταν πλένει τα πιάτα μετά το φαγητό, προσηλώνεται στην εκάστοτε δραστηριότητα.

Για να στεφθούν οι πράξεις του με επιτυχία, πρέπει να μάθει να εξισορροπεί τις ευκαιρίες για δράση με τις δεξιότητες που κατέχει. Κάποιοι ξεκινούν με υπερβολικές προσδοκίες, όπως να προσπαθούν να σώσουν τον κόσμο ή να γίνουν εκατομμυριούχοι πριν από την ηλικία των 20 ετών. Όταν οι ελπίδες τους διαψεύδονται, οι περισσότεροι αποθαρρύνονται και ο εαυτός τους μαραζώνει από την απώλεια ψυχικής ενέργειας που αναλώθηκε σε άκαρπες προσπάθειες. Στο άλλο άκρο, πολλοί αδρανούν επειδή δεν εμπιστεύονται το δυναμικό τους. Επιλέγουν την ασφάλεια που τους παρέχουν διάφοροι ευτελείς στόχοι και αναστέλλουν την ανάπτυξη της πολυπλοκότητας, η οποία, έτσι, παραμένει τα κατώτατα όρια.

Αμέριστη προσοχή σε όσα συμβαίνουν. Η συγκέντρωση οδηγεί σε συμμετοχή, η οποία διατηρείται μόνο όταν υπάρχει αδιάλειπτη προσοχή.

Όταν ο εαυτός μας είναι αυτοδύναμος, αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Η ενδοσκόπηση, που αποτελεί την πιο συνηθισμένη πηγή περισπασμού, δεν αποτελεί πρόβλημα για ένα άτομο με αυτοδύναμο εαυτό. Αντί να ανησυχεί για τις επιδόσεις του ή πως τον βλέπουν οι άλλοι, αφοσιώνεται στους στόχους του με όλη του την ψυχή. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι το βάθος της συμμετοχής που απωθεί την επίγνωση του εαυτού από το συνειδητό νου, ενώ ενίοτε παρατηρείται το αντίθετο: η ίδια η έλλειψη της επίγνωσης του εαυτού καθιστά τη βαθιά συμμετοχή δυνατή. Τα στοιχεία της αυτοδύναμης προσωπικότητας σχετίζονται μεταξύ τους με δεσμούς αμοιβαίων προκλήσεων. Δεν παίζει κανένα ρόλο το πώς ξεκινά κανείς- είτε επιλέξει πρώτα τους στόχους, είτε καλλιεργήσει διάφορες δεξιότητες και την ικανότητα να συγκεντρώνεται, είτε απαλλαγεί από την ανάγκη ενδοσκόπησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε όπως θέλουμε, επειδή από τη στιγμή που η εμπειρία της ροής είναι σε κίνηση, είναι πολύ πιο εύκολο να αποκτήσουμε τα άλλα στοιχεία» (σελ. 282-284).

 

Πηγή:

Μιχάι Τσικζεντμιχάι. 2009. Ροή. Η ψυχολογία της ευτυχίας. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Σχέσεις γιατρού- ασθενούς: ευτελισμός της δυσφορίας του ασθενούς

«Η απάρνηση των συναισθημάτων είναι πιθανό να οδηγήσει τους επαγγελματίες του ιατρικού χώρου σε παράλυση και σε αναισθητοποίηση απέναντι στα συναισθήματα των ασθενών τους, όπως επίσης σε απώλεια της ικανότητάς τους να αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται στα συναισθήματα των άλλων. Ενδέχεται να διατηρούν την προσδοκία ότι και οι ασθενείς θα αρνηθούν τα συναισθήματά τους, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να αισθάνονται πολλές φορές πως δεν έχουν γίνει κατανοητοί. 

 

Πράγματι, η συναισθηματική ζεστασιά και το ενδιαφέρον, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διαμόρφωση μιας ικανοποιητικής σχέσης ιατρού- ασθενούς, είναι πιθανό να απουσιάζουν, όταν οι ιατροί αντιμετωπίζουν σοβαρές προσωπικές στερήσεις. Εκείνοι που υφίστανται κακή μεταχείριση ενδέχεται, με τη σειρά τους, να κακομεταχειριστούν τους ασθενείς τους. Συνεπώς, όταν οι επαγγελματίες υγείας αποφεύγουν την αναγνώριση των συναισθημάτων τους που σχετίζονται με τη φροντίδα των ασθενών, αγνοούν και τα συναισθήματα των ασθενών τους και τείνουν να μειώσουν τη σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στη θεραπευτική διαδικασία. Ένας ψυχολόγος έχει περιγράψει αυτό το πρόβλημα ως ευτελισμός της δυσφορίας του ασθενούς, φαινόμενο στο οποίο ο επαγγελματίας υγείας αποφεύγει να ασχοληθεί με τον πόνο του ασθενούς και με τις σοβαρές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς που επιβάλλει η ασθένεια, και αντ’ αυτού τον ενθαρρύνει με τον πιο επιπόλαιο και ρηχό τρόπο να συμπεριφέρεται ‘’σαν να μη συμβαίνει τίποτα’’. Η ουσιαστική κατανόηση και βίωση των συναισθημάτων των ασθενών μπορεί να αποδειχθεί ένα εξαιρετικά επώδυνο έργο για τον επαγγελματία, με αποτέλεσμα στη θέση της να αναπτύσσεται η επαγγελματική απόσταση. Ωστόσο, μόνο όταν ο επαγγελματίας μπορέσει να συμμεριστεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα τον τρόπο θεώρησης και εμπειρίας των ασθενών του, τότε είναι σε θέση να προσφέρει κατανόηση και να συνδράμει στη μείωση των αισθημάτων φόβου, θλίψης και αβοήθητου που νιώθουν. Εξαιτίας των προσωπικών συγκρούσεών τους, οι επαγγελματίες του ιατρικού χώρου είναι πιθανό να μην κατορθώνουν καν να αντιληφθούν τη δυσφορία των ασθενών τους. Πιο συγκεκριμένα, από το σύνολο των 87 ασθενών που συμμετείχαν σε μια μελέτη, η οποία είχε ως αντικείμενο την επαγγελματική άσκηση των παθολόγων, οι περισσότεροι από τους μισούς αντιμετώπιζαν σοβαρές συναισθηματικές δυσκολίες σχετικά με κάποιο ζήτημα (οικονομικά, εργασία, σεξουαλική ζωή), ενώ επίσης το 10% αυτών παρουσίαζε τάσεις αυτοκτονίας (αυτοκτονικό ιδεασμό).

Εντούτοις, εκτός από πλέον οφθαλμοφανείς περιπτώσεις, οι παθολόγοι υποτιμούσαν συστηματικά τη δυσφορία των ασθενών –ακόμη και όταν είχαν μακρόχρονη επαφή μαζί τους- παρόλο που οι ασθενείς δεν δίσταζαν καθόλου να αποκαλύψουν ότι νιώθουν τέτοιου είδους συναισθήματα όταν τους ρωτούσαν. Η δυσφορία των ιατρών μπορεί επίσης να εκδηλώνεται  ως απαισιοδοξία σχετικά με την έκβαση της υγείας των ασθενών τους. Ως εκ τούτου, όταν οι ιατροί αισθάνονται ότι δεν υπάρχουν καλές προοπτικές βελτίωσης της ποιότητας ζωής ή της υγείας των ασθενών τους, είναι πιθανό να αποφεύγουν να τους μεταδώσουν πολλές πληροφορίες και να αρνούνται να τους προσφέρουν βοήθεια.

Επιπλέον, μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, ιδιαίτερα όσων είναι επιβαρημένοι συναισθηματικά, παρατηρείται η τάση επίρριψης των ευθυνών στους ασθενείς για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Μάλιστα, ενδέχεται να θεωρούν ότι οι ασθενείς δεν θα νοσούσαν, αν δεν είχαν υποπέσει σε κάποιο σφάλμα, όπως η υιοθέτηση ανθυγιεινών συμπεριφορών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τίθεται σε λειτουργία ένας μηχανισμός ‘κατάκρισης του θύματος’. Η απόδοση μομφής στο θύμα είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο, κατά το οποίο το θύμα ενός δυσάρεστου συμβάντος κατηγορείται ότι το ίδιο προκάλεσε το δυσάρεστο γεγονός στον εαυτό του. Ένα τέτοιο συμπέρασμα απορρέει συνήθως από την πίστη σε ένα δίκαιο κόσμο, η οποία αφορά την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι παίρνουν αυτό που τους αξίζει και αξίζουν αυτό που παθαίνουν. Συνεπώς, κάποιος που έχει πέσει θύμα μιας ασθένειας κατηγορείται ότι έπραξε  κάτι που προκάλεσε αυτή την ασθένεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι επαγγελματίες του ιατρικού χώρου είναι εξίσου επιρρεπείς σε αυτή τη φυσική τάση, δηλαδή να πιστεύουν ότι οι συμφορές δεν συμβαίνουν τυχαία, αλλά συστηματικά σε ανθρώπους που έχουν κάνει κάτι για να τις αξίζουν. Με αυτό τον τρόπο διατηρείται μια ψυχολογική ισορροπία, αλλά μέσω μιας αυταπάτης. Επιπλέον, οι επαγγελματίες υγείας μπορεί να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι κάποιοι ασθενείς παρουσιάζουν συγκεκριμένα προβλήματα εξαιτίας ελαττωμάτων στον χαρακτήρα τους. Αυτού του είδους η θεώρηση δεν αποτελεί μόνο μια αυταπάτη, αλλά επίσης έχει ως συνέπεια την αδυναμία του ιατρού να προσφέρει συναισθηματική υποστήριξη στους ασθενείς όταν εκείνοι τη χρειάζονται» (σελ. 225-226).

 

Πηγή:

DiMatteo, R.M. & Martin, L.R. (2011). Εισαγωγή στην Ψυχολογία της Υγείας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Παρακολουθώντας την ταινία: «Μαμά, γύρισα!»

Μια ταινία που περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις, τα απωθημένα, τα μυστικά και τις συγκρούσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η 40χρονη Στεφανί, που είναι χωρισμένη με ένα παιδί, αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι, όπου βρίσκεται μόνη η υπερπροστατευτική μητέρα της, που πλέον είναι χήρα. Οι δύο γυναίκες προσπαθούν να συμβιώσουν αναζητώντας ισορροπίες μεταξύ τους, ενώ η κάθε μια έχει τις δικές της συνήθειες και τα δικά της μυστικά. Η μητέρα φροντίζει τη Στεφανί, αλλά δεν μπορεί να υποχωρήσει στην υψηλή θέρμανση του σπιτιού, στο να ακούει συγκεκριμένη μουσική και να δίνει συμβουλές στην κόρη της. 

 

Πόσο καλά ξέρει ο ένας τον άλλο και πόσο ανοιχτοί είναι μεταξύ τους; Πόσο φοβούνται την κριτική που θα τους ασκήσει η άλλη πλευρά; Πόσο ομαλές είναι οι οικογενειακές σχέσεις; Τι συναισθήματα κρύβουν τα μέλη της οικογένειας και πόσο ισχυρά συναισθήματα προκαλούν οι οικογενειακές σχέσεις;

Όταν συγκεντρώνονται όλοι στο σπίτι για ένα οικογενειακό τραπέζι έρχονται στην επιφάνεια πολλά μυστικά και παλιές κόντρες και διαμάχες. Ο καθένας έχει έναν ρόλο που θα πρέπει να τον υπηρετήσει. Οι δύο αδερφές έχουν σύγκρουση μεταξύ τους και ανταγωνισμό. Ο αδερφός εμφανίζεται ως ο απόλυτα πετυχημένος και απασχολημένος, που διαρκώς κάνει ταξίδια. Υπόσχεται να βοηθήσει οικονομικά την αδερφή του, αλλά ποτέ δεν το υλοποιεί τελικά. Η μητέρα έχει ενοχές που μετά τον θάνατο του πατέρα τους έκανε μια καινούργια σχέση και αναζητά τρόπους για να τους το αποκαλύψει, αν και προβληματίζεται πώς θα το πάρουν και τι θα σκεφθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να λέει διαρκώς ψέματα και η κόρη της άρχισε να σκέφτεται ότι μάλλον έχει άνοια.

Εκτός από τις οικογενειακές σχέσεις θίγει και τις επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις. Πόση εμπιστοσύνη μπορούμε να έχουμε σε έναν φίλο- συνεργάτη μας; Και τι μπορούμε να διεκδικήσουμε μετά από μια προδοσία; Και τελικά υπάρχει τρόπος αποκατάστασης της προδοσίας;

Μια οικογένεια με πολλά κατάλοιπα από το παρελθόν που τελικά βρίσκεται να ζει σε ένα τέλειο σπίτι, αφήνοντας πίσω όλα τα προβλήματα και τις συγκρούσεις. Αυτό το αίσιο τέλος αφήνει μια αισιοδοξία ή δημιουργεί σκέψεις ότι αυτά μόνο στις ταινίες συμβαίνουν;

 

Ταινία:

Μαμά γύρισα!- Retour Chez Ma Mere, του Ερίκ Λαβέν, 2016.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.