Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Παθολογικό πένθος

Ποια είναι τα είδη του παθολογικού πένθους;

 

Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και στο παθολογικό πένθος;

Με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται μια αύξηση στην αποδεκτή διάρκεια του πένθους. Επίσης, για έναν σημαντικό αριθμό φυσιολογικών από άλλες απόψεις ατόμων, κάποιες πλευρές του πένθους θα συνεχίσουν να υπάρχουν σε όλη του τη ζωή. Κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να εκδηλώνουν αντιδράσεις πένθους με την ίδια ένταση ακόμα και μετά το πέρας αρκετού χρόνου. Υπάρχουν άνθρωποι που καθηλώνονται στη διεργασία του θρήνου και δεν μπορούν να μειώσουν την ένταση της σχέσης που είχαν με τον μακαρίτη. Κάποιοι βιώνουν υπερβολικό θυμό, ενοχή, αυτομομφή και κατάθλιψη για ιδιαίτερα παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Ένας άνθρωπος που βιώνει μακροχρόνια οδύνη και πένθος μπορεί να αισθάνεται ότι δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο μπορεί να ελπίζει και να προσβλέπει και ενδέχεται να συνεχίσει να θρηνεί για την απώλεια που υπέστη ακόμα και μετά από πολλά χρόνια. Πολλά άτομα που έχουν χηρεύσει δεν αποδέχονται ποτέ πλήρως τον θάνατο των συζύγων τους. 

 

«Η παντελής έλλειψη συναισθηματικής εμπλοκής στον θάνατο είναι ένα αντίστοιχο προβληματικό πρότυπο συμπεριφοράς κάποιων πενθούντων, ενώ ενδέχεται ορισμένοι άνθρωποι να μην εκδηλώνουν κανένα απολύτως συναίσθημα ως απόκριση στην απώλεια που υπέστησαν. Δεν αισθάνονται ούτε δυσφορία ούτε κάποιο από τα συνήθη συμπτώματα του πένθους. Αρνούνται τα συναισθήματά τους και μπορεί ακόμα και να εμποδίζουν τους άλλους να αναφέρονται στην απώλεια. Απωθούν τα απειλητικά συναισθήματα καθώς τους είναι ιδιαίτερα επώδυνα και δεν μπορούν να τα αντέξουν. Συνήθως, εκείνοι που παλεύουν με τη χρόνια οδύνη αισθάνονται ιδιαίτερα αδύναμοι να αναλάβουν το τρομαχτικό συναισθηματικό έργο του πένθους. Αντ’ αυτού, μπορεί να εκδηλώνουν μόνιμα συμπτώματα κατάθλιψης, τα οποία κάποιες φορές συγκαλύπτονται από μια πληθώρα σωματικών ενοχλήσεων.

Κατά συνέπεια, ως παθολογικό πένθος μπορεί να οριστεί οποιουδήποτε είδους θρήνος που βρίσκεται πέραν των ορίων της νόρμας. Αν θεωρήσουμε ότι η εκδήλωση πένθους έχει μια κανονική κατανομή, τότε οι συμπεριφορές που βρίσκονται στα άκρα μπορεί να θεωρηθούν μη φυσιολογικές. Έχει υποστηριχθεί ότι υπάρχουν οι ακόλουθες κατηγορίες παθολογικού πένθους:

Καθυστερημένο πένθος- η εμπειρία του πένθους είναι η συνήθης, αλλά απλώς παρουσιάζεται με καθυστέρηση.  

Απόν πένθος- φαίνεται να υπάρχει άρνηση, χωρίς καμία ανοιχτή έκφραση πένθους.

Χρόνιο πένθος- παρατεταμένο πένθος, χωρίς ενδείξεις βελτίωσης, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο άγχους και ενοχής.

Ανεπίλυτο πένθος- παρατεταμένο πένθος, αλλά με κάποιες ενδείξεις βελτίωσης.

Ανεσταλμένο πένθος- στο οποίο το άτομο είναι πλήρως ανήμπορο να μιλήσει για την απώλεια.

Σε αντίθεση με τις συνήθεις ψυχολογικές συμβουλές, κάποιοι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι όταν αντιμετωπίζει κάποιον τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, μπορεί να είναι καλύτερο να αποφεύγει να σκέφτεται υπερβολικά το γεγονός και να κάνει διαρκώς προσπάθειες να του προσδώσει κάποιο νόημα. Αυτό μπορεί να ισχύει ιδιαίτερα για τις περιπτώσεις όπου ο νεκρός ήταν νεαρής ηλικίας και η κατανόηση του θανάτου του είναι εξαιρετικά δύσκολη» (σελ. 726-727).

Επίσης, στην περίπτωση ενός αναμενόμενου θανάτου υπάρχει και το προκαταβολικό πένθος, που ακολουθεί το ίδιο μοτίβο των αντιδράσεων που εκδηλώνονται μετά την έλευσή του. Κατά την περίοδο αναμονής, ο άνθρωπος που θα μείνει πίσω έχει την ευκαιρία να αποδεσμευτεί συναισθηματικά από τον ετοιμοθάνατο. Ωστόσο, υπάρχουν και έρευνες που δείχνουν ότι τα άτομα που γνωρίζουν ότι θα χάσουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο συνδέονται ακόμη πιο έντονα  μαζί του, με αποτέλεσμα να είναι πιο δύσκολος ο αποχωρισμός στη συνέχεια.

  

Πηγή:

DiMatteo, R.M. & Martin, L.R. (2011). Εισαγωγή στην Ψυχολογία της Υγείας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Ο Αφηγηματικός Εαυτός

 Ο Εαυτός διηγείται ιστορίες που περιλαμβάνουν και μια σκιαγράφηση του εαυτού, που αποτελεί μέρος της ιστορίας.

 

«Για τον Spence (ψυχαναλυτής), το Εγώ ή ο Εαυτός παίζει τον ρόλο ενός αφηγητή, ενός κατασκευαστή αφηγήσεων που έχουν σχέση με τη ζωή. Η δουλειά του αναλυτή είναι να βοηθήσει τον ασθενή στη δημιουργία αυτής της αφήγησης, της αφήγησης που έχει ως επίκεντρο έναν Εαυτό. Υπάρχει, όμως, σ’ αυτή την περιγραφή, μια ανεπίλυτη δυσκολία. Γιατί, σύμφωνα με τον Spence, ούτε ο αναλυτής αλλά ούτε και ο αναλυόμενος μπορούν να γνωρίζουν ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα είναι ‘εκεί’ αλλά είναι ‘μη περιγράψιμο’. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια ερμηνευτική προσέγγιση παρέχει κάποια χρήσιμη εξήγηση για κάτι που είναι εξ ορισμού μη περιγράψιμο. Θεωρήθηκε πως το κύριο έργο της ψυχανάλυσης και της λειτουργίας του Εγώ ήταν η δημιουργία μιας ιστορίας για τη ζωή που ανταποκρινόταν στις παρούσες περιστάσεις του ασθενή, χωρίς να δίνεται σημασία στο κατά πόσον ήταν ‘αρχαιολογικά πιστό στη μνήμη’ ή όχι» (σελ. 164).

Επίσης, ο David Polonoff υποστήριξε ότι «ο Εαυτός μιας ζωής ήταν μάλλον ένα προϊόν της αφήγησής μας, παρά κάποιο σταθερό αλά συγκαλυμμένο πράγμα, που αποτελούσε το σημείο αναφοράς της» (σελ. 165). Μέσα από την αφήγηση του εαυτού στόχος είναι να υπάρξει μια ‘εσωτερική και εξωτερική συνοχή, βιωσιμότητα και επάρκεια’.

Σύμφωνα με τον Roy Schafer, «διηγούμαστε διαρκώς ιστορίες για τους Εαυτούς μας. Διηγούμενοι αυτές τις αυτοβιογραφικές ιστορίες σε άλλους, μπορεί, γενικά, να θεωρηθεί ότι εκτελούμε σαφείς αφηγηματικές πράξεις. Λέγοντας, όμως, ότι τις διηγούμαστε και στον εαυτό μας, παρεμβάλλουμε τη μια ιστορία μέσα στην άλλη. Αυτή είναι η ιστορία ότι υπάρχει ένας εαυτός για να του διηγηθούμε κάτι, ένας κάποιος άλλος που χρησιμεύει σαν ακροατής, ο οποίος είναι ο ίδιος ο εαυτός μας ή ο εαυτός ενός άλλου. Όταν οι ιστορίες που διηγούμαστε στους άλλους για τους εαυτούς μας αφορούν σ’ αυτούς τους άλλους εαυτούς μας, όταν για παράδειγμα λέμε ότι ‘Δεν είμαι κύριος του εαυτού μου’, παρεμβάλλουμε πάλι μια ιστορία μέσα σε μια άλλη. Μ’ αυτή την έννοια, ο εαυτός αποτελεί μια διήγηση. Από καιρό σε καιρό και από πρόσωπο σε πρόσωπο, η διήγηση αυτή ποικίλλει ως προς την ενότητα, τη σταθερότητα και την αποδοχή της ως έγκυρης και αξιόπιστης από πληροφορημένους παρατηρητές» (σελ. 165).

Και οι άλλοι απεικονίζονται με τρόπο αφηγηματικό, έτσι ώστε «η αφήγησή μας για τον εαυτό μας, αφηγούμενη σε άλλον, αποτελεί στην ουσία, δύο φορές αφήγηση» (σελ. 165).

 

Πηγή:

Bruner, Jerome. 1997. Πράξεις νοήματος. Ελληνικά Γράμματα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Μεταμόρφωση της Οικειότητας

του Giddens

 

«Η σεξουαλική επανάσταση: ένας υποβλητικός όρος, αλλά ποιο νόημα μπορεί να λάβει σήμερα; Πώς διαμορφώνεται η "σεξουαλικότητα" και ποιες είναι οι συνδέσεις της με τις αλλαγές που έχουν επηρεάσει την προσωπική ζωή σε ένα γενικότερο επίπεδο; Ο Antony Giddens, προσπαθώντας να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, αμφισβητεί πολλές από τις κυρίαρχες ερμηνείες για το ρόλο της σεξουαλικότητας στη μοντέρνα κουλτούρα. Η ανάδυση αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί πλαστική σεξουαλικότητα - σεξουαλικότητα απελευθερωμένη από την εγγενή σχέση της με την αναπαραγωγή - αναλύεται υπό τους όρους της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης της μοντέρνας κοινωνικής οργάνωσης και των κοινωνικών επιδράσεων των τελευταίων δεκαετιών. Ο Giddens υποστηρίζει πως η μεταμόρφωση της οικειότητας, στην οποία η γυναίκες έχουν παίξει τον βασικό ρόλο, προσφέρει τη δυνατότητα για έναν ριζικό εκδημοκρατισμό της προσωπικής σφαίρας. Αυτό το βιβλίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό και επίσης αποτελεί ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για σπουδαστές και καθηγητές» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Το πλέγμα ιδεών που συσχετίζονται με τον έρωτα συσχέτισε για πρώτη φορά τον έρωτα με την ελευθερία, δύο καταστάσεις που θεωρούνται επιθυμητές ως κανονιστικές αρχές. Ο περιπαθής έρωτας υπήρξε ανέκαθεν απελευθερωτικός, αλλά μόνο υπό την έννοια ότι αποτελούσε ένα διάλειμμα από τη ρουτίνα και τις υποχρεώσεις. Ήταν αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του amour passion που τον αποστασιοποιούσε από τους υπάρχοντες θεσμούς. Αντίθετα, τα ιδανικά του έρωτα ενσωματώνονταν ανάμεσα στους προϊόντες δεσμούς ανάμεσα στην ελευθερία και την αυτοπραγμάτωση.

Οι συναισθηματικοί δεσμοί του έρωτα τείνουν να κυριαρχούνται από το στοιχείο του απόλυτου έρωτα παρά από το σεξουαλικό πάθος. Η σημασία αυτού του επιχειρήματος πρέπει πάντα να επισημαίνεται. Από αυτή την άποψη, το σύμπλεγμα του έρωτα είναι ιστορικά εξίσου ασυνήθιστο όσο τα χαρακτηριστικά που εντόπισε ο Μαξ Βέμπερ να συνδυάζονται στην Προντεσταντική ηθική. Ο έρωτας απομακρύνεται από τη σεξουαλικότητα την ίδια στιγμή που την ασπάζεται, η αρετή αποκτά ένα νέο νόημα και για τα δύο φύλα και πέρα από την αθωότητα αναφέρεται και σε ιδιότητες του χαρακτήρα που διακρίνουν το άλλο άτομο ως ‘ιδιαίτερο’» (σελ. 69).

 

Πηγή:

Giddens, A. 2005. Η μεταμόρφωση της οικειότητας. Εκδόσεις Πολύτροπον.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Η διδακτική ιστορία του Ζήνωνα

«Ο Ζήνων αναφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα σχετικά με έναν νέο από την Ερέτρια, ο οποίος αφού μαθήτευσε κοντά στον Ζήνωνα πολλά χρόνια γύρισε  στην πατρίδα του. Ο πατέρας του, αφού τον καλωσόρισε, του ζήτησε να δώσει στοιχεία και δείγματα της μόρφωσής του, διότι οι συμπατριώτες του, που τον έβλεπαν λιγομίλητο και ήσυχο, είχαν αρχίσει να ψιθυρίζουν ότι αποφεύγει να μιλήσει, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί δεν έμαθε τίποτε, και σπατάλησε χρήμα και χρόνο σε διασκεδάσεις. Παρά την επιμονή του πατέρα του ο νέος εξακολουθούσε να μην του δίνει καμία συγκεκριμένη απάντηση για το περιεχόμενο των σπουδών του περιοριζόμενος στην υπόσχεση ότι κάποια στιγμή θα το κάνει. Πολύ σύντομα, όμως, η απροθυμία του να μιλήσει για τις σπουδές του εξαγρίωσαν τον πατέρα του και τους κακεντρεχείς χωριανούς του, οι οποίοι τον ειρωνευόντουσαν και τον κορόιδευαν ανοικτά. 

Μια μέρα ο πατέρας του τόσο πολύ οργίσθηκε εναντίον του, που άρχισε να τον χτυπά, ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, ο νέος επέλεξε όχι μόνο να δεχθεί καρτερικά τα χτυπήματα του πατέρα του, χωρίς να ανταποδώσει, αλλά και να συγκρατήσει την οργή του και να παραμείνει αμίλητος. Όταν ξεθύμανε η οργή, ο νέος σηκώθηκε από το έδαφος και με απόλυτη ψυχική ηρεμία έδωσε στον πατέρα του την απάντηση που περίμενε: η διαμονή στον Ζήνωνα, του είπε, δεν ήταν μάταιη, όπως λένε οι συκοφάντες μου, αφού όχι μόνο μου προσέφερε πολλές γνώσεις, αλλά και με δίδαξε ότι οφείλουμε να υποφέρουμε αγόγγυστα την οργή και την παραφορά του πατέρα μας και να μην αγανακτούμε».

Πραγματικά πόσα διδάγματα εμπεριέχει αυτή η ιστορία! Ας επιχειρήσουμε μια σύντομη ανάλυση. Ο πατέρας έκανε αυτό που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, δηλ. θέλοντας να προσφέρει το καλύτερο για τον γιο του, τον έστειλε σε έναν από τους καλύτερους δασκάλους προκειμένου να τον μορφώσει. Ο πατέρας γνωρίζοντας το παιδί του, ήταν σίγουρος ότι τα χρήματα που του είχε δώσει για να σπουδάσει δε θα τα ξόδευε, ούτε θα τα σπαταλούσε σε άσκοπα και περιττά πράγματα. Ο πατέρας όμως αντί να περιμένει υπομονετικά για να του εξηγήσει ο γιος του τι σπούδασε και πόσα χρήσιμα έμαθε, άκουσε τις συκοφαντίες των ξένων και μάλιστα τις ενδόβαλλε, έκανε δική του την τοξικότητά τους, την κακεντρέχειά τους. Υπό το βάρος της ντροπής βγήκε εκτός ορίων και παραφέρθηκε χειροδικώντας απέναντι στο παιδί του, αντί να στραφεί εναντίον όλων εκείνων που συκοφάντησαν και κατηγόρησαν το παιδί του! Τον ένοιαξε περισσότερο η εικόνα απέναντι στους ξένους κι όχι η εικόνα απέναντι στο παιδί του.

 Αλήθεια, πόσες φορές συμβαίνει αυτό; Δηλ. να επέρχεται διχόνοια στα μέλη οικογενειών, ακριβώς επειδή λόγια τρίτων έριξαν λάσπη κι έσπειραν το μίσος; Πώς είναι δυνατόν η ζήλεια, ο φθόνος και το μίσος των άλλων να διασπά την αγάπη και την ενότητα μεταξύ των μελών μιας οικογένειας; Γιατί οι οικογένειες επιτρέπουν στους άλλους να ανακατεύονται στις οικογενειακές υποθέσεις τους;

Πέραν αυτών των κρίσιμων ερωτημάτων, αξίζει να υπογραμμίσουμε το ήθος του νέου, την ταπεινότητά του, όπου δεν καυχήθηκε για όσα έμαθε, αλλά και η στάση του απέναντι στην λεκτική επιθετικότητα των συγχωριανών του, με τις συκοφαντίες και τον χλευασμό τους, καθώς και στην σωματική επιθετικότητα του πατέρα του είναι σπάνια και αξιοσημείωτη. Στις μέρες μας, οι νέοι δεν είναι τόσο ταπεινοί, ούτε τόσο επιεικείς σε λιγότερο ακραίες συμπεριφορές των γονιών τους και δεν συγχωρούν τα λάθη των γονιών τους. Αλίμονο όμως αν οι νεότερες γενιές δεν γίνουν καλύτερες από τις προηγούμενες γενιές, αν περιμένουν στα πρόσωπα ανθρώπων με λιγότερη μόρφωση να είναι αλάνθαστοι. Ας αναρωτηθούμε όλοι ανεξαρτήτως ηλικίας: ποιος δε θα κάνει κανένα λάθος στη ζωή του κι έπειτα ας μάθουμε να συγχωρούμε, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε πότε θα έρθει η δική μας στιγμή που θα σφάλουμε.

 

Πηγή:

Παναγιώτης Ν. Πανταζάκος, 2015, Ηθική και Μεταηθική, Ινστιτούτο Του Βιβλίου – Καρδαμίτσα, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Σχέσεις εθισμού ή σχέσεις οικειότητας;

«Τα συνεξαρτημένα άτομα συνηθίζουν να ανευρίσκουν την ταυτότητά τους μέσα από τις πράξεις και τις ανάγκες των άλλων, όμως σε κάθε σχέση που βασίζεται στον εθισμό, ο εαυτός τείνει να συγχωνεύεται με τον άλλο, γιατί ο εθισμός είναι η πρωταρχική πηγή οντολογικής ασφάλειας. Ένας από τους πρώτους στόχους που προτείνεται συχνά, στις πρώτες φάσεις της θεραπείας ή των ομάδων αυτοβοήθειας, είναι το να παραδίνεσαι –να εγκαταλείπεις την προσπάθεια να ελέγχεις τους άλλους, κάτι που χαρακτηρίζει τη συνεξάρτηση. Το άτομο ενθαρρύνεται να προσπαθήσει να απελευθερώσει τον εαυτό του από το άρρητο συμβόλαιο να διορθώνει τον άλλο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να περάσει κανείς από αυτή τη διαδικασία, αν και οι επιφανειακοί δείκτες της είναι εμφανείς: οι συζητήσεις της δεν εστιάζονται πια διαρκώς στο τι νομίζει ή κάνει αυτός, στο τι λένε αυτοί, ο σύζυγός μου ή ο εραστής μου. Στις ομάδες υποστήριξης για συντρόφους αλκοολικών, η διαδικασία του να παραδίνεσαι παίρνει την ετικέτα της Αποστασιοποίησης με Αγάπη, μια φράση τετριμμένη για ένα πολύ αληθινό φαινόμενο- την αναδυόμενη ικανότητα του συνεξαρτημένου να διατηρήσει τη φροντίδα του για τον άλλο, χωρίς να επωμίζεται το φορτίο του εθισμού του. 

 

Αυτό που με την πρώτη ματιά μοιάζει με ενθάρρυνση του εγωισμού, ακόμα και του ναρκισσισμού, θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως ένα ουσιώδες σημείο εκκίνησης για την πιθανότητα ανάπτυξης του συνάλληλου έρωτα. Είναι ένα προαπαιτούμενο ώστε να αναγνωριστεί ο άλλος ως ένα ανεξάρτητο ον, το οποίο μπορεί να αγαπηθεί για τις δικές του ιδιαίτερες ιδιότητες και τα δικά του γνωρίσματα, επιπλέον προσφέρει την ευκαιρία απεμπλοκής από μια έμμονη ανάμειξη σε μια σχέση που διαλύεται ή έχει ήδη τελειώσει» (σελ. 131-132).

«Το να καθορίζεις τα προσωπικά όριά σου θεωρείται θεμελιώδες για μια σχέση που δεν βασίζεται στον εθισμό. Γιατί; Και πάλι η απάντηση αφορά άμεσα τον εαυτό και την αναστοχαστική ικανότητά του. Μιλώντας με ψυχολογικούς όρους, τα όρια καθορίζουν τι ανήκει σε ποιον και συνεπώς εξουδετερώνουν τις επιπτώσεις της προβλητικής ταύτισης. Τα σαφή όρια σε μια σχέση είναι προφανώς σημαντικά για τον συνάλληλο έρωτα και τη διατήρηση της οικειότητας.

Οικειότητα δεν σημαίνει να απορροφάσαι από τον άλλο, αλλά να γνωρίζεις τα χαρακτηριστικά του και να καθιστάς διαθέσιμα τα δικά σου. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, το να ανοίγεσαι στον άλλο απαιτεί προσωπικά όρια, γιατί αποτελεί ένα επικοινωνιακό φαινόμενο, απαιτεί επίσης ευαισθησία και λεπτούς τρόπους, από τη στιγμή που δεν είναι το ίδιο με το να ζεις χωρίς καμία απολύτως ιδιωτική σκέψη. Η ισορροπία που αναπτύσσεται σε μια σχέση ανάμεσα στο να είναι κανείς ανοιχτός, ευάλωτος και έμπιστος καθορίζει το αν τα προσωπικά όρια θα καταστούν διχαστικά, με αποτέλεσμα να εμποδίζουν παρά να ενθαρρύνουν την επικοινωνία» (σελ. 132-133).

Στις σχέσεις εθισμού το άτομο: έχει εμμονή να βρει κάποιον να αγαπήσει, έχει ανάγκη για άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών, ασκεί πιέσεις στον σύντροφο για σεξ ή δέσμευση, έχει άνιση κατανομή εξουσίας, παίζει παιχνίδια εξουσίας για την ανάληψη του ελέγχου, χειραγωγεί, δεν εμπιστεύεται, προσπαθεί να αλλάξει τον σύντροφό του για να ικανοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες, στηρίζεται στην πλάνη και αποφυγή του δυσάρεστου ως προς την πρόσληψη της σχέσης, προσδοκά πως ο ένας σύντροφος θα διορθώσει και θα σώσει τον άλλο, κάνει συγχωνευτικές σχέσεις, έχει πάθος μπλεγμένο με φόβο, καταλογίζει ευθύνες για τα προβλήματα στον εαυτό ή στον σύντροφό του και βιώνει κύκλους οδύνης και απόγνωσης.

Στις σχέσεις οικειότητας το άτομο: αναπτύσσει τον εαυτό ως προτεραιότητα, επιθυμεί μια μακροπρόθεσμη ευχαρίστηση, ενώ η σχέση αναπτύσσεται βήμα προς βήμα, έχει ελευθερία επιλογής, επιθυμεί ισορροπία και αμοιβαιότητα στη σχέση, επιθυμεί τον συμβιβασμό, τη διαπραγμάτευση ή εναλλαγές στην πρωτοβουλία, μοιράζεται επιθυμίες, αισθήματα και εκτιμήσεις για όσα σημαίνει ο σύντροφός του για αυτόν, έχει ευθύτητα, αρμόζουσα εμπιστοσύνη, αποδέχεται τη μοναδικότητα του άλλου  και η σχέση αντιμετωπίζει όλες τις πλευρές της πραγματικότητας, ενώ αλλάζει διαρκώς. Επίσης, υπάρχει φροντίδα του εαυτού εκ μέρους και των δύο συντρόφων, αποστασιοποίηση με αγάπη, ενώ το σεξ αναπτύσσεται μέσα από τη φιλία και το ενδιαφέρον. Οι σύντροφοι επιλύουν από κοινού τα προβλήματα, ενώ υπάρχουν κύκλοι άνεσης και ευχαρίστησης.

 

Πηγή:

Giddens, A. 2005. Η μεταμόρφωση της οικειότητας. Εκδόσεις Πολύτροπον.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.