Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

Επιλεκτική αλαλία και διαταραχή κοινωνικού άγχους

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην επιλεκτική αλαλία και τη διαταραχή κοινωνικού άγχους; Τι ιστορικό διαταραχών έχουν οι γονείς παιδιών με επιλεκτική αλαλία; 

Η επιλεκτική αλαλία είναι μια αγχώδης διαταραχή, στην οποία το άτομο αποτυγχάνει να μιλήσει σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ενώ έχει την ικανότητα να μιλάει σε άλλες καταστάσεις. Ορισμένοι κατηγοριοποιούν την επιλεκτική αλαλία ως μια διαταραχή κοινωνικού άγχους (Poole et al., 2021).

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των ατόμων με επιλεκτική αλαλία:

  • Υπερβολική συστολή/ ντροπή
  • Άγχος και κοινωνική φοβία
  • Φόβος για κοινωνική αμηχανία
  • Κοινωνική απομόνωση και απόσυρση
  • Ψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά
  • Αρνητισμός
  • Νευρικά ξεσπάσματα
  • Αλλαγή ομιλίας ή φωνής

Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη από τους Chavira et al. (2007), το ένα τρίτο των γονέων με παιδιά με επιλεκτική αλαλία εμφάνιζαν γενικευμένη κοινωνική φοβία. Επίσης, το 17.5% των γονέων με παιδιά με επιλεκτική αλαλία είχαν αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας. Ακόμη, οι γονείς των παιδιών με ΕΑ εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα νευρωτισμού και χαμηλότερα επίπεδα ανοίγματος στην εμπειρία. 

Οι γονείς συχνά αναφέρουν στο οικογενειακό ιστορικό ορισμένα συμπτώματα, όπως έντονη συστολή (ντροπαλοσύνη), μειωμένη ομιλία σε κοινωνικές καταστάσεις, αποφυγή και άγχος (Jackson et al., 2005). Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει διαφοροδιάγνωση από το κοινωνικό άγχος, με το οποίο έχει πολλές ομοιότητες, αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Η επιλεκτική αλαλία χαρακτηρίζεται από υψηλότερα επίπεδα κοινωνικού άγχους σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια, όπως το σχολείο και διαφοροποιείται από τη διαταραχή κοινωνικού άγχους στις μετρήσεις της συμπεριφοράς που συνδέονται με το κοινωνικό άγχος (Poole et al., 2021).

Πρόκειται για μια διαταραχή που απαιτεί πολυδιάστατες προσεγγίσεις για την αντιμετώπισή της. Η διαταραχή αυτή προσεγγίζεται μέσα από συμπεριφοριστικά, γνωστικά και ψυχοδυναμικά συστήματα. Οι ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις είναι πιο μακροχρόνιες, απαιτώντας συχνά κάποια χρόνια θεραπείας. Οι οικογενειακές προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν την επιλεκτική αλαλία ως πρόβλημα στις οικογενειακές σχέσεις, καχυποψία προς τον έξω κόσμο, φόβο προς τους ξένους και συζυγική δυσαρμονία. Η οικογενειακή θεραπεία εξετάζει τα πρότυπα αλληλεπίδρασης μέσα στην οικογένεια που μπορεί να προκαλέσουν τέτοιου είδους προβλήματα. Επίσης, οι τεχνικές του συμπεριφορισμού φαίνεται πως είναι αποτελεσματικές στη θεραπεία της επιλεκτικής αλαλίας (Jackson et al., 2005).

Οι πιο αποτελεσματικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την επιλεκτική αλαλία θα πρέπει να εστιάζουν στον θεραπευόμενο, ξεκινώντας με μια εις βάθος ανάλυση του παιδιού και του περιβάλλοντός του. Με βάση τα δεδομένα που θα συγκεντρωθούν από τις παρατηρήσεις της συμπεριφοράς και της οικογένειας, η παρέμβαση εστιάζει στην αλλαγή  περιβαλλοντικών και διαπροσωπικών παραγόντων που συμβάλλουν στη διαταραχή. Πρόκειται για μια  διαταραχή- πρόκληση, που απαιτεί διεπιστημονική και πολυπαραγοντική προσέγγιση, εμπλέκοντας στην παρέμβαση το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον (Jackson et al., 2005).

 

Πηγές:

Chavira, D.A. et al. (2007). Selective mutism and social anxiety disorder: All in the family? Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry, 46 (1), 1464-1472.

Jackson, M., Allen, R., Boothe, A., Nava, M. & Coates, C. (2005). Innovative Analysis and Interventions in the Treatment of Selective Mutism. Clinical Case studies, 4 (1), 81-111.

Poole, K.L., et al. (2021). Distinguishing selective mutism and social anxiety in children: A multi-method study. European Child & Adolescence Psychiatry, 30(7), 1059-1069.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

 

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Διαβάζοντας: «Εισαγωγή στη θεωρία και την πρακτική της Κοινωνικής Εργασίας»

Πρόκειται για ένα εισαγωγικό βιβλίο για την επιστήμη της Κοινωνικής Εργασίας και παραθέτει πληροφορίες για την ιστορία της, δηλαδή πότε και που θεμελιώθηκαν οι απαρχές της, καθώς και πώς οι συνθήκες ενήργησαν εξελίσσοντας και καθιστώντας την εφαρμοσμένη αυτή επιστήμη ως παγκόσμιο φαινόμενο παρέμβασης, αλλά και πρόληψης – αντιμετώπισης των περιορισμών ή των ανεπαρκειών – παραλείψεων των κρατικών προσπαθειών διαχείρισης των ατομικών ή κοινωνικών κρίσεων. Λόγου χάρη, αναφέρεται ότι: «Η κοινωνική εργασία συμβάλλει στην απάλειψη των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από αποτυχίες, κενά και αστοχίες των πολιτικών συστημάτων και της κοινωνικής πολιτικής και/ή από την απουσία συνεκτικής κοινωνικής πολιτικής σε συγκεκριμένους τομείς» (σ.21). 

 

Στις ενότητες του βιβλίου περιλαμβάνονται εμπεριστατωμένες πληροφορίες για τη σχέση και τη συνάφεια της Κοινωνικής Εργασίας με την Κοινωνιολογία και την Ψυχολογία. Επιπροσθέτως, αναφέρονται οι ορισμοί και οι προσεγγίσεις που χρησιμοποιεί η κοινωνική εργασία, καθώς και οι ρόλοι του κοινωνικού λειτουργού παγκοσμίως, αλλά και πιο εστιασμένα, δηλαδή για την Ελλάδα και την Κύπρο. Με αυτό τον τρόπο γίνεται αντιληπτή η συνέχεια και η συνέπεια στη διαμόρφωση της ταυτότητας της Κοινωνικής Εργασίας, των κοινών και των διαχρονικών χαρακτηριστικών της, του βαθύτερου νοήματός της, καθώς και τον ορίων της.

Η παρουσίαση της εικόνας εξέλιξης της Κοινωνικής Εργασίας, βοηθά τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει ότι οι κοινωνικές – πολιτικές ζυμώσεις, δηλαδή το ευρύτερο ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου των πολιτισμικών προτύπων και αξιών, επηρεάζουν τη συστηματικοποίηση και τη θεωρητικοποίηση των γνώσεων που προέρχονται από την άσκηση του επαγγέλματος. Με άλλα λόγια, ενδέχεται κάποιες νέες και σύγχρονες θεωρίες ή μοντέλα κοινωνικής εργασίας, που διαμορφώθηκαν σε χώρες με διαφορετική οργάνωση ή κουλτούρα, να μην μπορούν να εφαρμοστούν στην κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας. Ορισμένες φορές, βασικό ρόλο διαδραματίζουν και οι εκάστοτε πολιτικές συνθήκες των διαφόρων περιόδων, όπως π.χ. η περίοδος της Χούντας,  που σύμφωνα με την  Έλλη Παπαθεοφίλου, αναφερόμενη στην περίοδο της 7 ετούς δικτατορίας, σημειώνει ότι «επάγγελμα και επαγγελματίες επέζησαν… όμως η φθορά ήταν μεγάλη…» (σ.165).

Πέραν αυτών, ίσως ο αναγνώστης σταθεί στο γιατί αυτή η επιστήμη έχει αυτό το όνομα ή για ποιο λόγο την αποκαλούν ως «εφαρμοσμένη» επιστήμη. Οι παρακάτω όροι ξεκαθαρίζουν αυτές τις απορίες:

Ο πρώτος όρος – κοινωνική – υποδηλώνει την ενασχόλησή της με τη μελέτη των ανθρώπινων ομάδων, της συμπεριφοράς, της εξέλιξής τους ως προς τις κοινωνικές και πολιτισμικές πλευρές τους, με στόχο την άρτια ανάπτυξη των δυνατοτήτων τους και τον σεβασμό της αξιοπρέπειας της ανθρώπινης προσωπικότητας (σ.22). 

Ο δεύτερος όρος – εφαρμοσμένη- αποσαφηνίζει ότι το θεωρητικό σχήμα της επιστήμης τίθεται σε ενέργεια ή ισχύ, ότι το αντικείμενό της είναι η πρακτική αξιοποίηση των αντίστοιχων θεωρητικών δεδομένων (σ.22).

Στον όρο εφαρμοσμένη επιστήμη εμπεριέχεται το στοιχείο της δράσης, της παρέμβασης για την επικύρωση, την κατίσχυση και την ευόδωση των αρχών και του περιεχομένου της ως κοινωνικής επιστήμης (σ.22). 

 

Συνοψίζοντας, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε τη σημασία ανάγνωσης αυτού του βιβλίου από ανθρώπους που επιθυμούν να ασχοληθούν με το επάγγελμα του Κοινωνικού Λειτουργού, αλλά επίσης από ανθρώπους που συνεργάζονται διεπιστημονικά, όπως οι Ψυχολόγοι, οι Κοινωνικοί Ανθρωπολόγοι, οι Κοινωνιολόγοι και όλοι όσοι ασχολούνται σε δομές κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων.

Θα θέλαμε να κλείσουμε παραθέτοντας τα λόγια του N. Webb, που αφορούν στο τι συνιστά την προσοχή των επαγγελματιών που ασχολούνται με τη διαγνωστική εκτίμηση προβλημάτων των παιδιών: «Πριν την επιβίβαση ενός παιδιού και της οικογένειάς του στο καράβι της εξερεύνησης του προβλήματος, ο κοινωνικός λειτουργός πρέπει να γνωρίζει τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες του οχήματος με το οποίο ταξιδεύουν, τα εμπόδια στη διαδρομή για τον προορισμό τους και τους ελιγμούς για την αποφυγή των εμποδίων, καθώς και τα πιθανά, διαθέσιμα μέσα διάσωσης σε περίπτωση ανάγκης. Η βιοψυχοκοινωνική αξιολόγηση λειτουργεί ως πυξίδα και ναυτικός χάρτης που βοηθά τον κοινωνικό λειτουργό στην πλοήγηση προς τον στόχο που επιθυμεί η οικογένεια» (σ.237).

Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση! 

 

Πηγή:

Θεανώ Καλλινικάκη, 2011, Εισαγωγή στη θεωρία και την πρακτική της Κοινωνικής Εργασίας, Εκδόσεις: Τόπος, Αθήνα.

  

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τα πλήρως λειτουργικά άτομα, κατά τον Rogers

Σύμφωνα με τον Rogers, τα πλήρως λειτουργικά άτομα είναι αυτά που έχουν φτάσει σε μια υψηλότερη ψυχολογική ανάπτυξη και κοινωνική εξέλιξη. Δηλαδή, τα άτομα που έχουν καταφέρει να φτάσουν στην αυτοπραγμάτωση: την κατάσταση όπου έχουν αναπτύξει με βάση το μέγιστο των δυνατοτήτων τους όλες τις πτυχές του εαυτού. 

 

Τα πλήρως λειτουργικά άτομα έχουν επίγνωση όλων των εμπειριών, που έχουν βιώσει, και τους έχουν προκαλέσει τόσο θετικά όσο και αρνητικά αισθήματα. Τα άτομα αυτά δεν διαστρεβλώνουν και δεν αρνούνται καμία εμπειρία τους, καθώς θεωρούν ότι μέσα από κάθε εμπειρία μπορούν να αντλήσουν πληροφορίες για τον εαυτό τους. Επίσης, τα πλήρως λειτουργικά άτομα ζουν κάθε στιγμή με όσο το δυνατόν πιο πλήρη και πιο πληθωρικό τρόπο, καθώς αντιμετωπίζουν όλες τις εμπειρίες τους ως πρωτόγνωρες και νέες.

Τα πλήρως λειτουργικά άτομα έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, στην προσωπική συμπεριφορά και τα συναισθήματά τους. Εμπιστεύονται, δηλαδή, τις δικές τους αντιδράσεις και δεν καθοδηγούνται από τις απόψεις και πεποιθήσεις  των άλλων. Ωστόσο, αξιολογούν όλες τις πληροφορίες χωρίς να λειτουργούν με απειλητικό τρόπο για τους ίδιους και για την αντίληψη του εαυτού τους. Επιπλέον, τα πλήρως λειτουργικά άτομα νιώθουν την ελευθερία να επιλέξουν χωρίς περιορισμούς ή αναστολές, αποκτώντας ένα αίσθημα δύναμης, καθώς γνωρίζουν ότι μπορούν να στηριχθούν στα πόδια τους και το μέλλον τους εξαρτάται από τις δικές τους ενέργειες και όχι από άλλους ανθρώπους και καταστάσεις.

Τα πλήρως λειτουργικά άτομα είναι δημιουργικά και αντιμετωπίζουν με εποικοδομητικό και προσαρμοστικό τρόπο τις μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες. Πρόκειται για άτομα που είναι ευέλικτα, εύκαμπτα και αναζητούν νέες εμπειρίες και προκλήσεις διαρκώς στη ζωή τους. Επίσης, τα πλήρως λειτουργικά άτομα βρίσκονται σε κατάσταση πραγμάτωσης, καθώς η ανάπτυξη του εαυτού ακολουθεί μια συνεχή πορεία. Το άτομο μαθαίνει να κατευθύνεται προς τον δρόμο της πραγμάτωσης και όχι να αποτελεί αυτός τον τελικό προορισμό.

Ωστόσο, η πλήρης λειτουργικότητα είναι μια δύσκολη και απαιτητική κατάσταση, που προϋποθέτει συνεχή έλεγχο, ανάπτυξη, αγώνα και αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού του ατόμου.

 

Πηγές:

Schultz, D.P. & Schultz, S.E. (2021). Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Πεδίο.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Βιογραφίες: Carl Rogers (1902 – 1987)

Ο Carl Rogers, που ανέπτυξε την προσωποκεντρική προσέγγιση (πελατοκεντρική προσέγγιση), γεννήθηκε το 1902 στο Ιλινόις, σε ένα προάστιο του Σικάγο. Ήταν το τέταρτο στη σειρά γέννησης παιδί, μιας οικογένειας με έξι παιδιά. Προέρχονταν από ένα οικογενειακό περιβάλλον, όπου οι γονείς του είχαν αυστηρές θρησκευτικές αρχές και έδιναν έμφαση στην ηθική συμπεριφορά και στις αρετές της σκληρής εργασίας, ενώ δεν συμφωνούσαν με την εκδήλωση των συναισθημάτων. Ο Rogers μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να ζει με βάση τις αντιλήψεις των γονιών του, ενώ δεν έπρεπε να χορεύει, να παίζει χαρτιά, να καπνίζει, να πίνει ή να εκδηλώνει σεξουαλικό ενδιαφέρον. Η κοινωνική του ζωή ήταν περιορισμένη και επικεντρώνονταν κυρίως στην αλληλεπίδραση με την οικογένεια, με αποτέλεσμα να νιώσει έντονο ανταγωνισμό για τον μεγαλύτερο αδερφό του, που θεωρούσε ότι είχε ευνοϊκή μεταχείριση από τους γονείς. 

«Ο Rogers μεγάλωσε με πικρές και δυσάρεστες αναμνήσεις, όντας ο περίγελος και ο αναπόφευκτος στόχος των αστείων του αδερφού του, την ίδια στιγμή που η μητέρα του του στερούσε τη χαρά» (Milton, 2002). Στην ηλικία των 12 ετών, η οικογένειά του μετακόμισε σε ένα αγρόκτημα έξω από το Σικάγο και ο Rogers άρχισε να αναπτύσσει ενδιαφέρον για τη γεωπονία, που ήταν σχετική με τις σπουδές των γονιών του και των αδερφών του. Όμως, μετά το δεύτερο έτος φοίτησης, ο Rogers εγκατέλειψε τη γεωπονία για να γίνει κληρικός. Η απόφαση αυτή προκάλεσε λύπη στους γονείς του, ενώ ο ίδιος ένιωσε συναισθηματικά και πνευματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος.

Το 1924 ο Rogers παντρεύτηκε μια παιδική του φίλη για να μπορέσει να γίνει ιερωμένος. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα αποφάσισε να σπουδάσει στο Παιδαγωγικό Κολέγιο, όπου επέλεξε σπουδές στην κλινική και εκπαιδευτική ψυχολογία. Το 1931 έλαβε διδακτορικό τίτλο πάνω στην ψυχολογία. Έπειτα, ασχολήθηκε με τη διάγνωση και τη θεραπεία παραβατικών και μη προνομιούχων παιδιών. Το 1940 διορίστηκε καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Ohio, όπου άρχισε να διαμορφώνει τις προσωποκεντρικές του απόψεις για τη συμβουλευτική ατόμων με συναισθηματικές διαταραχές. Τη δική του προσέγγιση την ανάπτυξε από το 1945 έως το 1957 ενώ βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο του Chicago.

Ο Rogers κατέρρευσε όταν δεν κατάφερε να βοηθήσει έναν πελάτη με σοβαρή διαταραχή. Εμφάνισε νευρικό κλονισμό, ενώ καταστράφηκε τελείως η αυτοπεποίθησή του. Ένιωθε ανάξιος ως άτομο και ανεπαρκής ως θεραπευτής. Μετά από ένα εξάμηνο απομόνωσης στο εξοχικό του σπίτι μαζί με τη σύζυγό του, ανάρρωσε από τον νευρικό κλονισμό και επέστρεψε στους πελάτες του. Αυτό που συνειδητοποίησε ήταν ότι είχε βαθιά αισθήματα ανασφάλειας, ενώ πίστευε:

«Κανένας δε θα μπορούσε ποτέ να με αγαπήσει, έστω κι αν σε κάποιους μπορεί να αρέσουν αυτά που κάνω»

Από το 1957 έως και το 1963 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin, όπου δημοσίευσε πολλά άρθρα και βιβλία, μέσα από τα οποία το ευρύ κοινό γνώρισε τη θεωρία του για την προσωπικότητα και την προσωποκεντρική θεραπεία.

 

Πηγές:

Milton, J. (2002). The Road to Malpsychia: Humanistic Psychology and Our Discontents. ‎Encounter Books.

Schultz, D.P. & Schultz, S.E. (2021). Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Πεδίο.

https://counsellingtutor.com/biography-of-carl-rogers/. Carl Rogers - Person Centred Therapy.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.