Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Απώλειες: ορίζοντας την απώλεια, επαναπροσδιορίζοντας τον εαυτό

Όσο μεγαλώνουμε συνειδητοποιούμε ότι οι απώλειες είναι όλο κ πιο πολλές κ διαρκώς καλούμαστε να προσαρμοστούμε σε μια νέα πραγματικότητα επαναπροσδιορίζοντας τον εαυτό μας κ τους άλλους γύρω μας. Όσο καλύτερα καταφέρουμε να διαχειριζόμαστε τις απώλειες τόσο καλύτερα θα ζούμε... Μια διαρκής πάλη... Ένας αγώνας επιβίωσης μέσα στα συντρίμμια του παρελθόντος, στη σκληρότητα του παρόντος και στην αβεβαιότητα του μέλλοντος...

 

Απώλεια σημαίνει αλλαγή και κάθε φορά που μια απώλεια έρχεται στη ζωή μας σημαίνει πως είτε το θέλουμε είτε όχι θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε μια νέα κατάσταση, καθώς έχουν αλλάξει τα δεδομένα της ζωής μας ή και η ίδια η ζωή μας. Απώλεια σημαίνει ότι ποτέ δεν θα είμαστε οι ίδιοι με πριν, καθώς όταν αφαιρείς ένα κομμάτι από κάπου το σύνολο ποτέ δεν είναι το ίδιο. Επομένως, μετά την απώλεια θα χρειαστεί για άλλη μια φορά να σμιλεύσουμε τον εαυτό μας, ώστε να μην φαίνονται έντονα τα κενά που δημιούργησε η απώλεια, ή τουλάχιστον να μην μας ενοχλούν πολύ μέσα στην καθημερινότητά μας.

Η διαδικασία που ακολουθούμε για να φτάσουμε στον νέο προσδιορισμό του εαυτού μας ονομάζεται πένθος- «μια έντονη συναισθηματική και σωματική αντίδραση» που εκδηλώνεται μετά από κάποια απώλεια, μετά από έναν θάνατο, «μια φυσιολογική αντίδραση στην απώλεια». Με τον καιρό οι περισσότεροι άνθρωποι προσαρμόζονται στη νέα ζωή, μαθαίνουν να ζουν με την απώλεια, παρά τη βαθιά θλίψη που βιώνουν ή την έντονη λαχτάρα να ξαναδούν τον άνθρωπο που πέθανε. 

 

Κατά τη διαδικασία του πένθους ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα σύνολο από εμπόδια… κάποια ερωτήματα μπορεί να έχουν παραμείνει αναπάντητα και να έρχονται και να ξανάρχονται στο μυαλό μας, ορισμένα συναισθήματα μπορεί να είναι ιδιαίτερα οδυνηρά… Μπορεί να αποφεύγουμε χώρους και ανθρώπους που μας θυμίζουν το πρόσωπο που πέθανε… ενώ να δυσκολευόμαστε να πάρουμε αποφάσεις… Έντονα συναισθήματα ενοχών, θυμού και θλίψης… για όσα δεν είπατε ή δεν κάνατε… Η θλίψη συνοδεύει τις χαμένες ελπίδες για το μέλλον μας και το αίσθημα ότι μετανιώνουμε για όσα είπαμε ή δεν είπαμε και για όσα κάναμε ή δεν κάναμε… Αποφάσεις… για τον εαυτό μας και σχετικά με το πρόσωπο που πέθανε… αποφάσεις που τώρα καλούμαστε να πάρουμε μόνοι μας…

«Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι στη διάρκεια του πένθους νιώθουν σαν να κάνουν ‘δυο βήματα μπροστά και ένα πίσω’. Συνήθως υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία τους να διατηρήσουν τη ζωή τους έτσι όπως ήταν με τον αγαπημένο τους και στην ανάγκη τους να αρχίσουν να ζουν μια διαφορετική ζωή, χωρίς τον αγαπημένο τους. Αυτή η σύγκρουση τους έλκει διαρκώς προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Από τη μια πλευρά γνωρίζουν ότι πρέπει να χτίσουν μια νέα ζωή, όμως από την άλλη δεν θέλουν να το τολμήσουν, επειδή δυσκολεύονται να αφήσουν πίσω τους την παλιά ζωή τους. Ωστόσο, κάποια στιγμή θα πρέπει να πάρουν τη συνειδητή απόφαση να χτίσουν μια νέα ή διαφορετική ζωή ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν…» (Sue Morris, 2020, σελ. 105-106).

 

Πηγή:

Sue Morris. (2020). Αντιμετωπίζοντας την απώλεια. Εκδόσεις Διόπτρα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Διατηρώ προφίλ στο Facebook για να παρακολουθώ τις ζωές των άλλων…

Πάνε χρόνια που έχεις ανοίξει το προφίλ σου στο Facebook και όλα τότε ήταν τελείως διαφορετικά. Ίσως, είχες πιο πολλούς αληθινούς φίλους που ήταν ταυτοχρόνως και διαδικτυακοί σου φίλοι. Πλέον, δεν σου κάνουν τα likes που σου έκαναν τότε κι αναρωτιέσαι γιατί. Προσπαθείς να βρεις τι φταίει και μπλέκεσαι σε έναν κυκεώνα υποθέσεων που δεν μπορείς να επιβεβαιώσεις. Ίσως, να έκανες κάτι λάθος, ίσως όμως και όχι. Ίσως, ο ενθουσιασμός ενός νέου μέσου να έχει παρέλθει και να μην φταις ούτε εσύ, ούτε οι φίλοι σου.

 

Ό, τι και να συμβαίνει, διαπιστώνεις ότι υπάρχουν αρκετές από τις επαφές σου που αναρτούν διάφορα, όπως σχόλια, φωτογραφίες, βίντεο και προτιμάς να κάνεις ότι σου κάνουν. Δηλαδή, να παρατηρείς και να μην αντιδράς. Ενίοτε, θυμώνεις που έχεις αυτό τον ρόλο, τον ρόλο του απλού παρατηρητή. Απλά σκέψου, ποιος σου έδωσε αυτό τον ρόλο; Μήπως εσύ;

Γιατί  έδωσες τόση αξία σε ένα μέσο και το έβαλες πιο ψηλά από τον ίδιο σου τον εαυτό, αλλά και από τις πραγματικές, τις αληθινές σχέσεις σου; Κάθε μέσο κοινωνικής δικτύωσης αποσκοπεί στο να κρατηθούν και να διατηρηθούν κάποιες επαφές, καθώς και να προστεθούν κάποιες νέες. Αναλογίστηκες ποτέ τι σου δίνει αυτό το μέσο ή τι σου πήρε; Σου έδωσε καλύτερη επικοινωνία και επαφή; Σου έδωσε πιο δυνατές φιλίες ή νέες φιλίες; Μήπως σου πήρε τη διάθεση; Τον χρόνο σου; Μήπως τελικά έχοντας την ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι είναι εκεί ανά πάσα στιγμή, σε απομάκρυνε από αυτούς; 


Αυτές είναι κάποιες ερωτήσεις που κατά καιρούς θα πρέπει ο καθένας και η καθεμία ξεχωριστά να υποβάλλουν στον εαυτό τους. Βασικά, είναι ερωτήσεις που θα πρέπει να υποβάλλουμε για κάθε είδους σχέση, είτε εργασιακή, είτε στενή διαπροσωπική σχέση. Τι μας δίνει η κάθε σχέση; Και τι μας παίρνει; Είναι ερωτήσεις που μας βοηθούν να αξιολογήσουμε τις σχέσεις μας, ώστε να συνεχίσουμε ή να τα παρατήσουμε. Δηλαδή, να βγούμε από βαλτωμένες καταστάσεις ή συντρίμμια για να μπορέσουμε να χτίσουμε κάτι καινούργιο, να μπορέσουμε να προχωρήσουμε παρακάτω.

Με το να παρατηρούμε τις ζωές των άλλων ανθρώπων, ξεχνάμε να ζήσουμε τη δική μας ζωή. Ξεχνάμε να δημιουργήσουμε τις δικές μας υπέροχες αναμνήσεις, τις δικές μας μοναδικές στιγμές. Ας έχουμε κατά νου ότι δεν χρειάζεται να αναρτούμε πάντα τα πάντα που μας αφορούν… το που πήγαμε, με ποιον πήγαμε, το αν διασκεδάσαμε, το που και με ποιους διασκεδάσαμε, το τι φάγαμε, το τι διαβάσαμε κοκ. Ας κρατήσουμε και κάτι για μας. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτό που αξίζει δεν είναι να ποστάρουμε τη ζωή μας όπως στο παρελθόν κάποιοι αστέρες που κρεμούσαν τη ζωή τους στα μανταλάκια. Δεν χρειαζόμαστε και δε θα μας προσφέρει τίποτα η μίμηση τέτοιων ατόμων. 

 

Αυτό που χρειαζόμαστε και που έχει αξία, είναι να ζούμε το παρόν, να ζούμε το τώρα, αλλά και να ζούμε τώρα. Να ζούμε για εμάς και όχι για τους άλλους, για το αν θα μας κάνουν likes για να μας επιβραβεύσουν  ή δε θα μας κάνουν likes γιατί θα ζηλέψουν. Μπορούμε αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι σημαντικοί για εμάς να τους κρατήσουμε στη ζωή μας; Μπορούμε να τους κάνουμε να χαμογελούν; Μπορούμε κι εμείς να χαμογελούμε μαζί τους; Το χαμόγελο, το δικό μας και των σημαντικών ανθρώπων της ζωής μας σίγουρα είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός που θα μπορούσε να βρει ένας άνθρωπος.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Ο/η ψυχολόγος θα μου δώσει τη μαγική λύση για το πρόβλημά μου!

Δυστυχώς, παρά τη συστηματική προσπάθεια που γίνεται τα τελευταία χρόνια, ώστε το επάγγελμα του ψυχολόγου να γίνει πιο προσιτό στο ευρύ κοινό και να «σπάσουν» τα ταμπού και το στίγμα της κοινωνίας προς τους ανθρώπους που αναζητούν βοήθεια σε ειδικούς της ψυχικής υγείας, μια μεγάλη μερίδα ατόμων ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζει τι σημαίνει ψυχοθεραπεία. 

 

Πολλοί άνθρωποι δε θα αναζητήσουν ποτέ τη βοήθεια ενός ψυχολόγου, αφενός γιατί υπάρχει το στίγμα όπως προαναφέραμε, δηλαδή η επίκριση από διάφορες ομάδες της κοινωνίας απέναντι στα άτομα που πηγαίνουν στον ψυχολόγο. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους, φέρουν εκτός από το βάρος των ψυχικών τους προβλημάτων ή διαταραχών, επίσης το βάρος του κοινωνικού ελέγχου. Θα πρέπει να απολογηθούν σχετικά με το τι «έχουν» και γιατί χρειάζονται τον ψυχολόγο για να εισπράξουν μια απάντηση του τύπου: «έλα μωρέ, και γι’ αυτόν τον λόγο πaς; Τα λεφτά σου θα πετάξεις, θα σου πω εγώ τι θα κάνεις».

Και το θράσος εννοείται ότι δεν σταματάει εκεί. Αυτό-προσδιορίζονται ως ειδικοί επί του θέματος και αναλαμβάνουν να δώσουν διάφορες συμβουλές στο άτομο που ταλανίζεται από ανυπέρβλητες δυσκολίες, αποτρέποντάς το από το να βοηθηθεί πραγματικά και εμποδίζοντάς το να προχωρήσει στη ζωή του. Οι συμβουλές που θα δώσουν, θα βασίζονται σε προσωπικές εμπειρίες και όχι σε πραγματικές γνώσεις για τον ψυχισμό του ατόμου. Οι συμβουλές αυτές, λοιπόν, θα είναι μεροληπτικές και το πιθανότερο παραπλανητικές που αντί να βοηθήσουν, μπορούν να οδηγήσουν και στην καταστροφή. 

 

Για να γίνει κατανοητό αυτό, ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Έστω ότι μια νέα γυναίκα λέει σε μια ηλικιακά μεγαλύτερη φίλη της ότι τώρα τελευταία αισθάνεται βαθιά θλίψη, σωματική κόπωση και υπνηλία  κι ότι γενικά δεν είναι ψυχολογικά καλά. Και τότε η φίλη της που την ξέρει της απαντάει ότι και πέρυσι την ίδια εποχή έκανε πάλι σκέψεις θλίψης και μετά από λίγο καιρό ξανά βρήκε τον εαυτό της κι ότι ήταν στο άλλο άκρο, η ψυχή της παρέας, πολύ πρόσχαρη κι ευδιάθετη, υπερδραστήρια κι ακούραστη, άρα θα της περάσει πάλι. Αυτό που αγνοεί η καλή φίλη είναι ότι είναι πολύ πιθανό η νέα γυναίκα να είναι μανιοκαταθλιπτική και όταν βγαίνει από την κατάσταση της θλίψης, να εισέρχεται στην κατάσταση της μανίας. Ακόμη, η καλή φίλη μπορεί να αγνοεί ότι η νέα γυναίκα έχει επίσης σκέψεις αυτοκτονίας που απλά φοβάται να εκφράσει. Αγνοεί κι ότι ίσως ένα οποιοδήποτε άσχημο συμβάν που θα επέλθει στη ζωή της, θα μπορούσε να δυσχεράνει την κατάστασή της και τα πράγματα να είναι πολύ σοβαρότερα απ’ ότι ήταν πέρυσι. Εμποδίζοντάς την να επισκεφθεί έναν ψυχολόγο ή έναν ψυχίατρο, ουσιαστικά την εμποδίζει από το να εντοπίσει το πρόβλημά της και άρα να το αντιμετωπίσει. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ό, τι σχετίζεται με τον ψυχισμό του ατόμου δεν είναι ποτέ τόσο απλό όσο φαίνεται στα μάτια κάποιου ατόμου που δεν είναι ειδικός, δηλαδή δεν έχει εκπαιδευτεί στο να αναγνωρίζει και στο να θεραπεύει.

Πέραν αυτών, υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που θεωρούν ότι θα τηλεφωνήσουν στον ψυχολόγο λέγοντας για παράδειγμα ότι το παιδί τους είναι άτακτο ή επιθετικό ή ανυπάκουο κι ότι θα τους δώσει δυο συμβουλές για να διορθώσουν αυτές τις κακές συμπεριφορές. Όμως, η ψυχοθεραπεία δεν λειτουργεί έτσι. Δεν υπάρχει μαγική λύση για όλους τους ανθρώπους, γιατί κανένας άνθρωπος δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλο. Ακόμη και τα δίδυμα αδέλφια, διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα. 

 

Πηγαίνοντας πίσω στο παράδειγμά μας με το ατίθασο και ανυπάκουο παιδί, θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι η συμπεριφορά του είναι ένα σύμπτωμα κι όχι το αίτιο όπως οι περισσότεροι γονείς θέλουν να το βλέπουν. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και το σύμπτωμα να εξαλειφθεί, αυτό θα γίνει για λίγο χρονικό διάστημα και μετά θα υπάρξει επανεμφάνιση του ίδιου ή παρόμοιου συμπτώματος, ακριβώς επειδή ή αιτία θα κρύβεται κάπου και δε θα αντιμετωπίζεται αυτή, αλλά το αποτέλεσμά της, δηλαδή το σύμπτωμα (ανυπακοή). Η ψυχοθεραπεία για να έχει αποτέλεσμα, θα πρέπει να πάει σε βάθος. Το ότι το παιδί είναι ανυπάκουο μπορεί να σημαίνει και να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες όπως λόγου χάρη ότι η σχέση των γονιών είναι προβληματική. Αν το παιδί βλέπει τους γονείς του να τσακώνονται καθημερινά, να μην σέβεται ο ένας τον άλλον, τότε πώς θα ήταν δυνατό το παιδί αυτό να μην τσακώνεται με τους συμμαθητές του στο σχολείο και πώς να μην είναι ανυπάκουο και να σέβεται τους άλλους; Τα παιδιά μιμούνται αυτό που βλέπουν. Πώς, λοιπόν, θα διορθωθούν τα παιδιά, αν δεν διορθωθούν πρώτα οι γονείς;

Εν κατακλείδι, μαγικές λύσεις στην ψυχοθεραπεία δεν υπάρχουν. Η ψυχοθεραπεία δεν έχει καμία σχέση με τη μαγεία, καθώς είναι επιστήμη και όπως όλες οι επιστήμες έχει μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί βήμα βήμα, ώστε να υπάρξει αντιμετώπιση των προβλημάτων. Στην ψυχοθεραπεία ο θεραπευόμενος θα πρέπει να ανοίξει την ψυχή του, δηλαδή να εκφράσει τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματά του, ώστε να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να φτάσει γρηγορότερα στα αίτια που τον κρατάνε πίσω.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Θέατρο: παρακολουθώντας «Η Κυρία Κλάιν»

Το έργο αυτό γράφτηκε από τον Νίκολας Ράιτ το 1988 και ανέβηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας. Μέσα από τη βιογραφία της κυρίας Κλάιν, γνωστή ψυχαναλύτρια, ο Ράιτ σκιαγραφεί την επαγγελματική και προσωπική της ζωή. Μια παράσταση όπου περιγράφονται με έντονες σκηνές και εκφράζονται με έντονα συναισθήματα οι κακές- ανταγωνιστικές- καταστροφικές σχέσεις μητέρας- παιδιού. Πώς γίνεται μια επιστήμονας που ασχολείται με τα τραύματα και τα προβλήματα των άλλων και κυρίως με την ψυχολογία του παιδιού να τα πάει τόσο άσχημα με τα δικά της τα παιδιά, τα οποία έκανε η ίδια ψυχανάλυση για χρόνια.

 

Η υπόθεση του έργου είναι η εξής:

Το έργο διαδραματίζεται στο Λονδίνο το 1934. Τρεις γυναίκες, η μάνα, η κυρία Κλάιν, η γνωστή ψυχαναλύτρια, η κόρη της και η γραμματέας της, και οι δύο ψυχαναλύτριες αλληλεπιδρούν. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ξαφνικός θάνατος του γιου και αδελφού, που δημιουργεί συγκρούσεις και εντάσεις και φέρνει στην επιφάνεια ανεπίλυτα συναισθήματα, ανταγωνισμούς και προβλήματα. Στο έργο παρουσιάζονται οι σχέσεις ανάμεσα στη μάνα και την κόρη, καθώς και ανάμεσα στη μάνα και τον γιο, αλλά και η συμπεριφορά της μάνας προς μια άγνωστη κοπέλα, προς τη φίλη της κόρης της.

Πόσα τραύματα κουβαλάει η κυρία Κλάιν από τη δική της ζωή και δεν μπορεί να τα ξεπεράσει ώστε να μην τα μεταφέρει στα παιδιά της; Πόσο δύσκολο είναι όσα γνωρίζει από την ψυχανάλυση να τα εφαρμόσει στις δικές της σχέσεις;

 

Μια γυναίκα που παρουσιάζεται ως συναισθηματικά απόμακρη και εξουσιαστικά, ως σκληρή και αδιάφορη, ως έμπειρη και πετυχημένη. Συγκρίνεται με την κόρη της, αρνείται το πένθος για τον γιο της και φτάνει στο να απορρίψει και τον ίδιο της τον γιο.

Μέσα σε ένα έντονο σκηνικό αλληλεπιδρούν τρεις γυναίκες, που η κάθε μια από την πλευρά της έχει βιώσει με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό την αδιαφορία, τις ενοχές, την απουσία αγάπης, την απόρριψη και τη σκληρότητα. Μια ψυχρότητα χαρακτηρίζει τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις τρεις γυναίκες.

Η κυρία Κλάιν «χρησιμοποίησε» τα παιδιά της για ανάλυση, παρουσιάζοντάς τα ως τις πρώτες μελέτες περίπτωσης που διεξήγαγε. Ανέλυσε τις επιθυμίες και τις σκέψεις τους προσπαθώντας να καταλάβει τον ψυχισμό των παιδιών, ξεχνώντας ίσως τις ανάγκες των δικών της παιδιών. Ήταν εκεί ως μια επαγγελματίας ψυχαναλύτρια με ψυχρή φωνή και όχι ως μια ζεστή και στοργική μητέρα. Τα παιδιά είχαν ανάγκη από μια θερμή γονεϊκή σχέση και όχι από μια θεραπευτική σχέση. Και η σχέση αυτή δεν αποκαταστάθηκε ποτέ… Αντιθέτως, γινόταν όλο και πιο συγκρουσιακή και έντονη, ανταγωνιστική και σκληρή, απορριπτική και τραυματική…

 

«Το μεσαίο συρτάρι περιέχει τις δοσοληψίες μου με τον έξω κόσμο. Είναι το συρτάρι του Εγώ μου. Το πάνω συρτάρι είναι το συρτάρι του Υπερεγώ μου, λογαριασμοί, χαρτιά της εφορείας, όλες αυτές οι ανελέητες προσταγές που προέρχονται από πάνω ψηλά. Το κάτω- κάτω συρτάρι είναι σκοτεινό και γεμάτο απειλές»- «Το ασυνείδητό σου! Κι έβαλες το γράμμα μου εκεί;!» (σελ. 98).

 

Πηγή:

Νίκολας Ράιτ. (2002). Η κυρία Κλάιν. Θέατρο Εξαρχείων.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Θέατρο: παρακολουθώντας «Αρτώ»

Αρτώ: τρεις παραστάσεις που σε φέρνουν σε επαφή με την ψυχική ασθένεια

Πόσο εύκολο είναι να νιώσεις πως βιώνει την κατάσταση της «τρέλας» ένας ψυχικά ασθενής; Και τι σημαίνει ψυχικά ασθενής; Πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία την ψυχική ασθένεια; Και πως αντιμετωπίζονταν η ψυχική ασθένεια κατά τον 20ο αιώνα; Ηλεκτροσόκ, απομόνωση και εγκλεισμός στα άσυλα, περιθωριοποίηση και απουσία κάθε ανθρώπινης υπόστασης.

Σε τρεις θεατρικές παραστάσεις που σκηνοθετούνται από την Ιόλη Ανδρεάδη και τα κείμενα έχουν γραφτεί από την Ιόλη Ανδρεάδη και τον Άρη Ασπρούλη, παρουσιάζεται η ζωή και το έργο του Αρτώ.

 

«Νομίζω για όλα φταίει η γιαγιά μου η Σμυρνιά που με φώναζε Νανάκι αντί για Αντωνάκη…

Κάπου εκεί κλείδωσαν όλες οι εκδοχές λατρείας που θα άντεχε η καρδιά μου. Όλα ή τίποτα, Αντωνάκη. Όλα ή τίποτα, Νανάκι» (σελ. 16-17), αναφέρεται στο έργο το «Κόκκαλο».

Ο Αρτώ είχε μηνιγγίτιδα στα 4 έτη και κινδύνεψε να πεθάνει… από τότε πονά… Εκτός όμως από τον σωματικό πόνο τον βασάνιζε και ο ψυχικός πόνος, καθώς τα πάθη, η αρρώστια και οι απογοητεύσεις που είχε περάσει τον ταλαιπωρούσαν. 

 

Αρτώ/ Βαν Γκογκ

«Μη με ρωτάτε τι είναι ένας αυθεντικός τρελός. Μη με ρωτάτε για τον άνθρωπο που προτίμησε να θεωρείται τρελός από την κοινωνία, για να μη χάσει την πίστη του στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μη με κοιτάτε σαν να μην το ξέρετε: μέσα στα άσυλά της, η κοινωνία στραγγαλίζει όλους όσους θέλει να ξεφορτωθεί επειδή αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι σε μια σειρά από ατιμίες. Ο εγκλεισμός δεν είναι το μοναδικό της όπλο. Η κοινωνία έχει κι άλλους τρόπους να υποτάσσει τα μυαλά που επιθυμεί… η εκπαίδευση… η κοινή γνώμη… το κοινό γούστο. Το κοινό γούστο που φθονεί και αποκλείει τον ξεχωριστό, τον λαμπερό, τον σπάνιο, τον μεγάλο –εκείνον που φέρει μια υγεία τέτοια, την οποία η κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει» (σελ. 18-19).

«Ο Βαν Γκογκ δεν αυτοκτόνησε. Κανείς δεν αυτοκτονεί μόνος του. Ο Βαν Γκογκ αυτοκτονήθηκε. Από την κοινωνία» (σελ. 19).

Μέσα από μια φανταστική διάλεξη που στηρίχθηκε στο τελευταίο δοκίμιο του Αρτώ «Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας», παρουσιάζεται η πρώτη παράσταση, η οποία στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, παρουσιάζει την ψυχική ασθένεια και τον ρόλο των ασύλων. Ο Αρτώ μέσα από μια ταύτιση με τον Βαν Γκογκ μιλάει για τον εαυτό του, για όλα όσα έχει βιώσει, για τον πόνο που προκαλεί η ψυχική ασθένεια και για την αντιμετώπιση από την κοινωνία. Επίσης, ασκεί κριτική στον ρόλο της ψυχιατρικής, λέγοντας «η κοινωνία που νοσεί δεν επιθυμεί να γιατρευτεί. Και επειδή δεν επιθυμεί να γιατρευτεί. Η ψυχιατρική είναι η πλέον σύγχρονη, η πλέον αποτελεσματική επινόηση που κατασκεύασε η νοσηρή κοινωνία για να ανταπεξέλθει στην καθολική αμφισβήτηση που της ασκούν κάποια συγκεκριμένα, ανώτερα και φωτεινά μυαλά» (σελ. 17-18).

 

Οικογένεια Τσέντσι

Ένα θεατρικό έργο εμπνευσμένο από τους Τσέντσι του Αρτώ και το χρονικό του Σταντάλ.  Το έργο αποτυπώνει με αρκετή σκληρότητα την ωμή πραγματικότητα των οικογενειών: εξουσία, υποταγή και επίδειξη της δύναμης.

Στέρηση αγάπης, περιφρόνηση… συμπλέγματα κατωτερότητας, θυμός: αυτά μπορεί να κληρονομήσει κάποιος από την οικογένειά του. Τη σκληρότητα μπορούμε να τη συναντήσουμε μέσα στην ίδια την οικογένειά μας. Και ίσως είναι μη αναμενόμενο και φαίνεται στα μάτια μας πολύ σκληρό και απάνθρωπο, αλλά οι μεγαλύτερες καταστροφές συμβαίνουν μέσα στην ίδια μιας την οικογένεια, την άσκηση εξουσίας και τη συμμόρφωση τη μαθαίνουμε στην οικογένειά μας και τα μεγαλύτερα εμπόδια για να προχωρήσουμε τα συναντάμε στην οικογένειά μας, είτε με τη μορφή της υπερπροστασίας, είτε με τη μορφή της κακοποίησης και της παραμέλησης, της αδιαφορίας και της απόρριψης.

«Μικρός, άχρηστος και χωρίς μέλλον. Πόσοι να σ’ αγαπήσουν; Έτσι φαίνομαι στα μάτια της μητέρας μου. Πολύ περισσότερο σε εκείνα της αδερφής μου, ποτ στριφογυρίζει πάντα στο πλάι της» (σελ. 35).

 

Το κόκκαλο

«Για να υπάρξεις χρειάζεται απλώς να αφεθείς. Αλλά για να ζήσεις πρέπει να είσαι κάποιος. Πρέπει να έχεις ένα κόκκαλο. Και να μη φοβάσαι να το δείξεις –ακόμα κι αν χρειαστεί να χάσεις τη σάρκα σου για αυτό».

«… θέλουν τον Αρτώ χωρίς ‘πολύ’ Αρτώ. Θέλουν την ιδέα που έχουν για μένα, αλλά όχι εμένα» (σελ. 16).

Στο τρίτο αυτό έργο, ένας μονόλογος σε συνοδεία με μουσική με την παρουσία μουσικού performer, όπου περιγράφονται «η υπέρβαση της δυσκολίας και οι περιορισμοί που θέτει η κοινωνία και το ανθρώπινο σώμα, απέναντι στη θεραπεία της ψυχής». Μια προσπάθεια να δούμε τα βαθύτερα μέρη του μυαλού του Αρτώ, τις σκέψεις και τους πόνους που βίωνε, αλλά ταυτόχρονα και την προσπάθειά του να αλλάξει το θέατρο, οδηγώντας σε ένα θέατρο που θα κινείται έξω από το κατεστημένο. Ο Αρτώ έμεινε γνωστός για το Θέατρο της Σκληρότητας σε αυτή τη σύντομη και δύσκολη πορεία που διένυσε στη ζωή. Στον ρόλο του Αντονέν Αρτώ είναι ο Γεράσιμος Γεννατάς και ο μουσικός περφόρμερ είναι ο Γιώργος Παλαμιώτης.

 

Πηγές:

Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης. 2022. Αρτώ/ Βαν Γκογκ. Εκδόσεις ΚΑΠΑ Εκδοτική.

Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης. 2022. Κόκκαλο. Εκδόσεις ΚΑΠΑ Εκδοτική.

Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης. 2022. Οικογένεια Τσέντσι. Εκδόσεις ΚΑΠΑ Εκδοτική.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.