Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Σκέφτομαι εγωιστικά θα πει: «θέλω να σε αλλάξω για να μοιάζεις σ’ εμένα»...

Αν βάζουμε το Εγώ μπροστά για να κρίνουμε τον άλλον, τότε το πιο πιθανό είναι ότι θα εντοπίσουμε τα αρνητικά χαρακτηριστικά του, τα ελαττώματά του, τις αδυναμίες του, τις ελλείψεις του ή ακόμη κι αν δεν ξεκινήσουμε έτσι, είναι πολύ πιθανό να εξετάσουμε αν και κατά πόσο ο άλλος καλύπτει τις προσδοκίες μας, τις απαιτήσεις μας, τα ανελαστικά στάνταρ μας. Ενώ αν βγάλουμε το Εγώ, τότε θα εντοπίσουμε τα δικά μας ελαττώματα και τα αρνητικά χαρακτηριστικά του εαυτού μας, του χαρακτήρα μας. Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ σχετικά με το αν εμείς καλύπτουμε τις ανάγκες, τις προσδοκίες, τις απαιτήσεις του άλλου; Αν δεν αναρωτηθούμε, τότε δεν θα αλλάξουμε κάτι σε εμάς, αλλά θα απαιτούμε από τον άλλον να γίνει σαν εμάς, για να μας αντέχει και να τον αντέχουμε. 


Αν δεν σκεφτούμε και με το Εγώ και με το Εσύ, δεν θα καταφέρουμε ποτέ να γίνουμε Εμείς. Πώς όμως μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Το πρώτο και κύριο συστατικό της επιτυχίας είναι η προσπάθεια. Γιατί χωρίς προσπάθεια στη σχέση δεν υπάρχουν ούτε αμοιβαίες υποχωρήσεις, ούτε αξιολόγηση της σχέσης. Χωρίς προσπάθεια δε θα βρεθεί μια χρυσή τομή σε όλα τα επίπεδα, δηλ. σε ό, τι περιλαμβάνει μια στενή διαπροσωπική σχέση, είτε αυτό είναι ποιοτικός χρόνος, συντροφικότητα, τρυφερότητα, είτε ερωτική επαφή. Αν δεν μπορέσουμε να βρούμε έναν κοινό παρανομαστή για να επικοινωνήσουμε καταρχήν τις ανάγκες μας και να δούμε κατά πόσο μπορούμε να αλλάξουμε κάτι το οποίο ενοχλεί κι αν μπορούμε να έρθουμε ακόμη πιο κοντά.

Οι προσδοκίες εμπεριέχουν εγωισμό, γιατί περιμένουμε από τον άλλον να καλύψει τις απαιτήσεις μας, το ιδανικό που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας για το πώς θα πρέπει να είναι ο άλλος. Αλλά, τι γίνεται με το ιδανικό του άλλου που έχει πλάσει στο μυαλό του για εμάς; Το αναλογιζόμαστε ποτέ; Το φτάνουμε; Πόσο κοντά ή μακριά είμαστε από αυτό το ιδανικό; Μήπως τελικά αυτό το ιδανικό που έχει ο καθένας στο μυαλό του δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία ουτοπία; Υπάρχει άραγε άνθρωπος που δεν έχει μειονεκτήματα ή ελαττώματα; Προφανώς και δεν υπάρχει τέτοιος τέλειος άνθρωπος. Όταν θα το συνειδητοποιήσουμε αυτό, τότε δε θα στεκόμαστε και δε θα δίνουμε τόσο βάρος στα ελαττώματα, τα οποία μας ενοχλούν τόσο πολύ. 


 

Προσοχή όμως, δεν μας ενοχλούν τα δικά μας ελαττώματα, αλλά μονάχα των άλλων. Τα δικά μας τα ελαττώματα τις περισσότερες φορές δεν τα βλέπουμε, τα στρογγυλοποιούμε, τα ωραιοποιούμε, τα λειαίνουμε… δεν μας ενοχλούν γιατί είναι δικά μας, δεν σκεφτόμαστε τι αντίκτυπο έχουν στους άλλους. Επομένως, εκεί που στεκόμαστε είναι στα ελαττώματα των άλλων. Τελικά πόσο εγωιστικό είναι το να θέλουμε να διορθώσει ο άλλος τα ελαττώματά του, αλλά να μην διορθώσουμε εμείς τα δικά μας;

Ο εγωισμός, λοιπόν, σχετίζεται άμεσα με το να αλλάξουμε τον άλλον, αλλά όχι τον εαυτό μας. Να κάνει ο άλλος προσπάθεια, αλλά όχι Εγώ. Σίγουρα είναι ωραίο όταν μας φροντίζει ο άλλος, όταν μας περιποιείται, όταν μας δίνει ό,τι έχει να δώσει. Αλλά θέλει προσπάθεια το να είμαστε κι εμείς περιποιητικοί, να φροντίζουμε τον άλλον, να υποχωρούμε αν έχουμε άδικο, να προσπαθούμε να βελτιώσουμε τα ελαττώματά μας. 


Κάποια αρετή που είναι απαραίτητη για μια επιτυχημένη σχέση, είναι αυτή της ανοχής. Πόση ανοχή μπορούμε να επιδείξουμε στα στραβά κι ανάποδα του άλλου; Δηλαδή, πόση υπομονή; Όλα τα παραπάνω είναι ζητήματα τα οποία συνήθως δεν τα βλέπουμε, συνήθως τα αφήνουμε να περνάνε έτσι και δεν έχουμε μάθει να αξιολογούμε τον εαυτό μας, αλλά τον άλλον. Η κριτική μας διάθεση κατευθύνεται προς τον άλλον και σπανίως προς τον εαυτό μας. Μας φταίει ο άλλος όταν η σχέση δεν πάει καλά. Θα πρέπει όμως κάποια στιγμή να μάθουμε και να εκπαιδευτούμε στο να κρίνουμε το Εγώ, το Εσύ, αλλά και το Εμείς, δηλαδή τους εαυτούς μας σχετικά με το πώς λειτουργούμε και πώς συμπεριφερόμαστε μέσα στη σχέση. 


 

Όταν δεν επικοινωνούμε τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις ανάγκες μας, τότε εγκλωβιζόμαστε στην παγίδα του θυμού και άθελά μας δημιουργείται μια απόσταση. Η απόσταση φέρνει έλλειψη οικειότητας και τότε θα είναι πολύ αργά για να συζητήσουμε, θα είναι πολύ δύσκολο να γεφυρωθεί το χάσμα, ώστε να έρθει το ζευγάρι σε έναν καλοπροαίρετο διάλογο, μια εποικοδομητική συζήτηση.

Η εποικοδομητική συζήτηση θα πρέπει να καταλήγει σε ορισμένους στόχους. Δίχως στόχους σε μια σχέση δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον. Ο στόχος πάντα διακρίνεται από μια κατεύθυνση, δηλαδή ένα σημείο στο οποίο θα επιχειρηθεί να φτάσουμε. Δεν χρειάζεται να βάλουμε πολλούς στόχους μαζί και να χαθούμε ή να απογοητευτούμε από την υπερβολική προσπάθεια. Μια καλή τακτική είναι να επιχειρήσουμε μικρά βήματα στην αρχή και σταδιακά μεγαλύτερα.   

 


Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 

 

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Παιδικοί φόβοι

 

Απόσπασμα από το βίντεο "Τα πρώτα 6 χρόνια της ζωής"


«Φόβος είναι μια συναισθηματική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από ένταση, ανησυχία, νευρικότητα, εσωτερική αναταραχή. Ο φόβος μπορεί να αποτελεί την αντίδραση του ατόμου σε κάποιο πραγματικό ή αυξανόμενο κίνδυνο κατά την οποία παρατηρείται αυξημένη δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Μια χαρακτηριστική αντίδραση του φόβου είναι η τάση για φυγή, μια έντονη προσπάθεια απομάκρυνσης από την πηγή του φόβου. Ο φόβος είναι μια καθολική αντίδραση προσαρμογής που είναι απαραίτητη στην προστασία και την επιβίωση, επειδή μας ευαισθητοποιεί σε επικείμενο κίνδυνο και μας προετοιμάζει να τον αντιμετωπίσουμε. Έχει δύο πτυχές: την ψυχολογική (υποκειμενικό αίσθημα φόβου) και τη νευροφυσιολογική διέγερση κατά την οποία ο οργανισμός τίθεται σε κατάσταση συναγερμού, για να προφυλαχθεί. Ο φόβος σε όλες τις ηλικίες περιλαμβάνει την αντίληψη κάποιας απειλής προς τον εαυτό, είτε σε σχέση με τη σωματική ασφάλεια και ακεραιότητα είτε σε σχέση με την ψυχολογική ασφάλεια και αυτοεικόνα του ατόμου. 


 

Η ωρίμανση του νευρικού συστήματος θεμελιώνει τις αντιδράσεις στον φόβο από πλευράς φυσιολογίας. Τα νεύρα και ο εγκέφαλος πρέπει να φθάσουν σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης ώστε να καθίστανται δυνατές οι σωματικές αντιδράσεις οι οποίες συνοδεύουν τον φόβο. Εξάλλου ένα ορισμένο επίπεδο νοητικής ανάπτυξης είναι εξίσου απαραίτητο, για να βιώσει κάποιος φόβο. Προτού το νήπιο αισθανθεί φόβο πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται και να διαφοροποιεί ανάμεσα σε πρόσωπα και αντικείμενα καθώς και ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο στο περιβάλλον του. Πρέπει εξάλλου να κατέχει αρκετή γνωστική ωριμότητα ώστε να εκτιμά ότι ορισμένα άτομα, αντικείμενα ή συνθήκες μπορεί να απειλούν την ακεραιότητα και την ευημερία του. Προφανώς, το παιδί δεν είναι δυνατό να νιώθει ότι οι διάφορες απειλές αφορούν τον εαυτό του προτού αναπτύξει την αίσθηση της ταυτότητας. Εξάλλου η ανάπτυξη της φαντασίας ‘ανοίγει τον δρόμο’ για μια ευρεία ποικιλία παιδικών φόβων» (σελ. 826-827).

Το παιδί καθώς μεγαλώνει εμφανίζει παράλογους και φανταστικούς φόβους, που συνδέονται με τις υποσυνείδητες συγκρούσεις και την επιθετικότητα που κρύβει μέσα του. Το παιδί μέσα από τους τρόπους που επιλέγει να αντιμετωπίσει τους φόβους του μαθαίνει περισσότερα πράγματα για τον εαυτό του και μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τις δεξιότητες που μελλοντικά θα αναπτύξει. 


 

Τα πράγματα που φοβούνται πιο συχνά τα παιδιά κατά την προσχολική ηλικία και έπειτα είναι τα ζώα, οι άνθρωποι, το σκοτάδι, τα φαντάσματα, οι φυσικές καταστροφές και τα μηχανήματα. Ορισμένοι φόβοι έχουν προστατευτικό χαρακτήρα για το παιδί και είναι χρήσιμο το παιδί να έχει έναν μέτριο φόβο απέναντι σε ξένα πρόσωπα ή σε κάποιες καταστάσεις.

 

Δημητρίου- Χατζηνεοφύτου, Λ. (2009). Τα 6 πρώτα χρόνια της ζωής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 826-834.

 


Κουραβάνας Νικόλαος, Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Άρνηση τροφής στα παιδιά

 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Τα πρώτα 6 χρόνια της ζωής"


«Το παιδί από την αρχή της ζωής του δημιουργεί στενές συναισθηματικές σχέσεις με το άτομο που το ταΐζει, οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ψυχολογική ανάπτυξή του. Το παιδί τρώει όχι μόνο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, αλλά και για να ‘κερδίσει’ την αγάπη της μητέρας ή/και των οικείων ατόμων. Άρα μπορεί το νήπιο να αντλεί ευχαρίστηση από την τροφή αλλά κατά τη διάρκεια του φαγητού να νιώθει ότι δε συναντά καν τη μητέρα. Στην περίπτωση λοιπόν που οι δυσκολίες εμμένουν, μια δεύτερη σειρά ερωτήσεων είναι αναγκαία, όπως: 


1. Η μητέρα είναι αρκετά χαλαρωμένη, τρυφερή και ‘κοντά’ στο παιδί κατά την ώρα του φαγητού;

 2. Η μητέρα είναι απορροφημένη στη δραστηριότητα αυτή ή κάνει χίλιες δύο άλλες δουλειές ενώ το παιδί κάθεται να φάει;

Πολλές φορές παρατηρούνται θετικότατες αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού αν αρχίζει να το ταΐζει κάποιο άλλο πρόσωπο του οποίου η συμπεριφορά πληροί τις πιο πάνω προδιαγραφές. 

 

Καθώς το νήπιο μεγαλώνει οι γονείς θα ανακαλύψουν ότι οι προσπάθειές του για ανεξαρτητοποίηση και αυτονομία αυξάνονται. Το καλύτερο που μπορούν να κάνουν όσον αφορά το φαγητό είναι να αφήσουν το παιδί να τρώει μόνο του. Το νήπιο θα προσπαθεί απεγνωσμένα, κάποτε, να μιμηθεί την επιδεξιότητα με την οποία οι γονείς χειρίζονται τα μαχαιροπίρουνα. Πολλές φορές οι προσπάθειές του θα στέφονται με επιτυχία ενώ άλλοτε θα αποτυγχάνουν. Είναι σημαντικό οι γονείς να αντιμετωπίζουν τις ανάγκες του παιδιού με σεβασμό, αν τα γεύματα θα γίνουν μια πηγή ικανοποίησης για το παιδί» (σελ. 482-483).



Δημητρίου- Χατζηνεοφύτου, Λ. (2009). Τα 6 πρώτα χρόνια της ζωής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 479-483.

 

Κουραβάνας Νικόλαος, Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Τι είναι η νεύρωση, κατά τον Άντλερ;

«Πρέπει να αφήσουμε στην πάντα τους αυθαίρετους ορισμούς που υπάρχουν ανέκαθεν, π.χ. ότι η νεύρωση είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Οι συγγραφείς που υποστηρίζουν αυτή την άποψη θα πρέπει να καταλάβουν ότι οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες, ώστε έτσι δε λέγεται κάτι διαφωτιστικό για τη φύση της νεύρωσης. Επίσης και οι άλλοι ορισμοί που κυκλοφορούν δε λένε τίποτε καινούργιο. Με τη νευρικότητα εννοούμε ερεθιστικότητα, δυσπιστία, δειλία, κ.λ.π., με λίγα λόγια οποιαδήποτε συμπτώματα που χαρακτηρίζονται από αρνητικά γνωρίσματα του χαρακτήρα, με γνωρίσματα του χαρακτήρα που δεν ταιριάζουν στη ζωή και είναι φορτωμένα με αψιθυμίες. Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι η νευρικότητα συσχετίζεται με αυξημένη αψιθυμική ζωή. Όταν πριν από χρόνια δοκίμασα να περιγράψω τι εννοούμε με τον νευρικό χαρακτήρα, υπογράμμισα την υπεραισθησία του νευρικού ανθρώπου. Αυτό το γνώρισμα του χαρακτήρα το βρίσκουμε σχεδόν σε κάθε νευρικό, αν και σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να αποκαλυφθεί εύκολα, όταν όμως παρατηρήσουμε προσεκτικότερα θα αποκαλύψουμε ότι πράγματι είναι άνθρωποι με μεγάλη ευαισθησία. Άλλες έρευνες της ατομικής ψυχολογίας έχουν δείξει από πού προέρχεται η υπερευαισθησία. Ένας άνθρωπος που αισθάνεται καλά πάνω σε αυτή τη γη, που ξέρει πολύ καλά ότι έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις ευχάριστες αλλά και τις δυσάρεστες πλευρές της ζωής, που είναι πρόθυμος να συμβάλλει και να συνεργαστεί, δε θα παρουσιάσει υπερευαισθησίες. Η υπερευαισθησία είναι έκφραση του αισθήματος κατωτερότητας. Έτσι προκύπτουν εύκολα άλλα γνωρίσματα του χαρακτήρα του νευρικού, όπως π.χ. η ανυπομονησία, που δεν την έχει αυτός που αισθάνεται σίγουρος, που έχει αυτοπεποίθηση, που δε δειλιάζει μπρος στα προβλήματα της ζωής. Όταν προσθέσουμε ότι αυτό το αίσθημα της ανασφάλειας αναζητά επίμονα την ήσυχη κατάσταση, την ασφάλεια, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί είναι ερεθισμένη η τάση του νευρικού για υπεροχή, για τελειότητα, και ότι αυτό το γνώρισμα που τείνει προς το ύψος το βρίσκουμε σα φιλοδοξία που την έχει αυτός που λαμβάνει υπόψη του μόνο τον εαυτό του. Αυτό είναι ευνόητο για έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη. Μερικές φορές αυτή η τάση προς το ύψος παίρνει μορφές, όπως απληστία, φιλαργυρία, ζηλοτυπία, που απορρίπτονται προκαταβολικά από την κοινωνία, πρόκειται για ανθρώπους που τείνουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες βίαια, γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ομαλή λύση τους. Εδώ προστίθεται ότι το αυξημένο αίσθημα κατωτερότητας συμβαδίζει με ελλιπή ανάπτυξη του θάρρους, στη θέση του οποίου μπαίνει ένας σωρός από τεχνάσματα για την παράκαμψη των προβλημάτων της ζωής και το φόρτωμά τους σε άλλους, αυτό συνδέεται με έλλειψη ενδιαφέροντος απέναντι στους άλλους. Απέχουμε πολύ από το να ασκήσουμε κριτική ή να καταδικάσουμε αυτούς τους ανθρώπους που παρουσιάζουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτή τη συμπεριφορά, επειδή γνωρίζουμε ότι και τα μεγαλύτερα ελαττώματα δεν έχουν προέλθει από συνειδητή ευθύνη, αλλά ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι θύματα της κακής στάσης τους απέναντι στη ζωή. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα σκοπό στο μυαλό τους, στην επιδίωξη του οποίου έρχονται σε αντίφαση με τη λογική. Ακόμη δεν έχουμε πει τίποτε για τη φύση της νευρικότητας, για τη δημιουργία της και τη δομή της. Προχωρήσαμε ένα βήμα παραπέρα και μπορέσαμε να διαπιστώσουμε με βάση το ελλιπές θάρρος του νευρικού τη διστακτική του στάση απέναντι στα προβλήματα της ζωής. Είναι σίγουρο ότι μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη μικρή ικανότητα για ενεργητικότητα πίσω ως την παιδική ζωή. Αυτό δε μας ξαφνιάζει, γιατί η μορφή ζωής αναπτύσσεται στα πρώτα χρόνια της ζωής, είναι αμετάβλητη και προσιτή σε αλλαγή μόνο όταν ο άνθρωπος καταλαβαίνει το λάθος στην εξέλιξη και έχει την ικανότητα να επανασυνδεθεί με την κοινότητα με σκοπό το καλό της ανθρωπότητας. […] 


 

Τα νευρικά συμπτώματα εμφανίζονται εν όψει ενός ορισμένου προβλήματος. Έχουμε κάνει εκτεταμένες έρευνες για να ανακαλύψουμε που βρίσκεται η δυσκολία στη λύση προβλημάτων, και η ατομική ψυχολογία έχει διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι έχουν πάντα προβλήματα μπροστά τους, για τα οποία χρειάζεται κοινωνική προετοιμασία. Τα προβλήματα είναι διαφόρων ειδών. Μια φορά είναι το πρόβλημα της κοινωνίας. Μια άλλη φορά απογοήτευση στη φιλία. Ποιος δεν την έχει ζήσει, ποιος δε συγκλονίστηκε από αυτή; Ο κλονισμός δεν είναι ακόμη σημάδι νευρικότητας. Είναι σημάδι νευρικότητας και γίνεται νευρικότητα μόνο όταν συνεχίζεται, όταν αποτελεί μόνιμη κατάσταση, όταν ο άνθρωπος αποστρέφεται τους άλλους ανθρώπους, όταν με δειλία, διστακτικότητα, σωματικά συμπτώματα, καρδιοχτύπι, ίδρωμα, στομαχικές ανωμαλίες δείχνει καθαρά πως εμποδίζεται να πλησιάσει τους άλλους, μια κατάσταση που από την άποψη της ατομικής ψυχολογίας μιλάει καθαρά ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει αναπτύξει το αίσθημα επαφής, πράγμα που προκύπτει και από το ότι η απογοήτευσή του τον έσπρωξε στην απομόνωση. Τώρα έχουμε πλησιάσει το πρόβλημα πιο κοντά και μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη για τη νευρικότητα. Νευρικότητα γίνεται όταν ο άνθρωπος αυτός δεν ξεπερνάει την απώλεια και μένει κλονισμένος. Τούτο σημαίνει πως δεν έχει αποκτήσει αρκετό βαθμό συνεργασίας, πως προχωράει στη ζωή του υπό όρους, όταν όλα του πάνε καλά. Το ίδιο ισχύει και για το πρόβλημα της αγάπης. Ο καθένας ζει στη θύελλα επιδράσεων των σοκ, αλλά στη μονιμότητα οδηγούν αυτές μόνο όταν δεν είναι προετοιμασμένος για τα προβλήματα της ζωής. Ακινητοποιείται. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως υποφέρει, αλλά προτιμά αυτό το κακό από εκείνο το μεγαλύτερο, να μη φανεί ανάξιος στη λύση του προβλήματος. Επωμίζεται καλύτερα όλα τα νευρικά πάθη παρά την αποκάλυψη της ασημότητάς του. Και οι δύο, τόσο ο νευρικός όσο και ο μη νευρικός άνθρωπος, θα αντιτάξουν στη διαπίστωση της ασημότητάς του τη μεγαλύτερη αντίσταση, αλλά πολύ περισσότερο ο νευρικός. Αν λάβουμε υπόψη μας την υπερευαισθησία, την ανυπομονησία, την προσωπική φιλοδοξία, θα καταλάβουμε πως ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να πάει μπροστά όσο πιστεύει πως βρίσκεται σε κίνδυνο να αποκαλυφθεί η ασημότητά του. Ποια ψυχική κατάσταση δημιουργείται μετά την έναρξη των επιδράσεων του σοκ; Δεν τις έχει δημιουργήσει, δεν τις επιθυμεί, υπάρχουν όμως σαν συνέπειες ενός ψυχικού κλονισμού, σαν συνέπειες του φόβου να μην αποκαλυφθεί η ασημότητά του. Να τις καταπολεμήσει δεν έχει ιδιαίτερη όρεξη, ούτε ξέρει πώς να απελευθερωθεί από αυτές» (σελ. 65-70). 



 

Τι είναι στην πραγματικότητα η νεύρωση;

Η προσπάθεια του ανθρώπου να αποφύγει το μεγαλύτερο κακό, η δοκιμή να διατηρήσει το πρόσχημα της αξίας με κάθε τίμημα και ταυτόχρονα να επιθυμεί να φτάσει σε αυτό τον σκοπό χωρίς να πληρώσει. Δυστυχώς, αυτό είναι αδύνατο. Δε γίνεται αλλιώς πάρα μόνο με το να δώσουμε στον άνθρωπο μια καλύτερη προετοιμασία για τη ζωή, να τον ενθαρρύνουμε, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται με τιμωρίες, σκληρότητα και καταναγκασμό.

«Ο νευρωτικός στρέφει ολόκληρο το ενδιαφέρον του στην υποχώρηση. Κάθε βήμα προς τα μπρος θεωρείται από αυτόν σαν πτώση στον γκρεμό. Για αυτό προσπαθεί με όλη του τη δύναμη, με όλα του τα αισθήματα, με όλα του τα δοκιμασμένα μέσα της υποχώρησης να κρατηθεί στα μετόπισθεν. Η εκμετάλλευση των βιωμάτων των σοκ για την προστασία του απειλημένου γοήτρου- αυτό είναι η νεύρωση. Η με άλλα λόγια: η ψυχική κατάσταση του νευρωτικού παίρνει τη μορφή ενός ‘’ναι, αλλά’’. Στο ‘’ναι’’ βρίσκεται η αναγνώριση του αισθήματος κοινωνικότητας, στο ‘’αλλά’’ η υποχώρηση και οι διασφαλίσεις της» (σελ. 72).

 

Adler, A. (1974). Το νόημα της ζωής. Αθήνα: Επίκουρος.

 


Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία στο ζευγάρι

 

«Στην πρώτη επαφή με το ζευγάρι ο θεραπευτής οφείλει να ακολουθήσει μια διαδικασία έτσι ώστε να εισάγει το ζευγάρι στο πνεύμα της συνεργασίας που θα ακολουθήσει. Θεωρείται απαραίτητο στην πρώτη συνεδρία να τους δει και τους δύο μαζί, όσο και αν οι σύζυγοι επιμένουν για το αντίθετο. Το φαινόμενο να θέλει ο κάθε σύζυγος να δει μόνος του τον θεραπευτή με το επιχείρημα ότι έτσι θα μπορέσει να εκφρασθεί πιο ελεύθερα είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο και αποδίδεται στην τάση του κάθε συζύγου να προσεταιρισθεί τον θεραπευτή. Ωστόσο, ο θεραπευτής πρέπει να αρνηθεί εξηγώντας τους λόγους της άρνησής του. Ότι δηλαδή θα είναι χρήσιμο για τον ίδιο να έχει μια εικόνα του τρόπου που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ώστε να είναι πιο αποτελεσματικός στη βοήθεια που θα τους προσφέρει και επίσης ότι επιθυμείς να μην τον βλέπουν σαν ‘διαιτητή’ γιατί ο ρόλος του απέχει πολύ από αυτόν. Με τον τρόπο αυτόν ο θεραπευτής θέτει από την αρχή τα όρια του πλαισίου της σχέσης του με τους συζύγους και προσπαθεί να διαλύσει εξαρχής τις όποιες αυταπάτες τρέφουν οι σύζυγοι για τη δημιουργία συμμαχιών μέσα στη θεραπεία.

Ο κάθε σύζυγος καλείται να περιγράφει το ή τα προβλήματα που θεωρεί ο ίδιος ότι αντιμετωπίζει με τον σύντροφό του και επίσης ενθαρρύνεται να εκφράσει τα συναισθήματά του γύρω από αυτά. Συνηθισμένο φαινόμενο είναι στην πρώτη αυτή συνάντηση ο κάθε σύζυγος να προσπαθεί α επιρρίψει ευθύνες στον άλλο και να μιλάει κυρίως για τη συμπεριφορά του άλλου μέσα στη σχέση αντί για τον εαυτό του. Συνήθως αυτός είναι το ‘θύμα’ και ο άλλος είναι ο ‘θύτης’. Ή και εάν αυτός έχει ένα μερίδιο ευθύνης είναι αμελητέο σε σύγκριση με τις ευθύνες της άλλης μεριάς. Σπάνια θα συναντήσετε ζευγάρι που και οι δύο σύζυγοι θα συνομολογούν την ευθύνη τους για τη διαταραχή της σχέσης τους.  Ο θεραπευτής καλείται σε αυτές τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει επίγνωση της αμοιβαίας συμμετοχής στη δημιουργία της σύγκρουσης να υποδείξει την αλληλεξάρτηση που υπάρχει μεταξύ των αντιδράσεων των συζύγων είτε χρησιμοποιώντας παραδείγματα μέσα από την εμπειρία του από άλλα ζευγάρια είτε ζητώντας αυτό το δεδομένο ζευγάρι να αναφερθεί σε προσωπικές στιγμές σύγκρουσης, τις οποίες αναλύει έτσι ώστε να γίνεται εμφανής η συνυπευθυνότητα και των δύο» (σελ. 59-60).


 

«Είναι χρήσιμο ο θεραπευτής να αφήσει το ζευγάρι να συζητήσει για λίγο σχετικά με  ένα πρόβλημά του, έτσι ώστε να έχει μια πρώτη εικόνα του είδους της επικοινωνίας που υιοθετούν οι δύο σύζυγοι μεταξύ τους.

Επαφίεται στον θεραπευτή να ξεκινήσει ήδη από την πρώτη συνεδρία τη λήψη του ιστορικού της σχέσης εφόσον κρίνει ότι το ζευγάρι είναι έτοιμο να το κάνει» (σελ. 59-60).

Επίσης, είναι σημαντικό ο θεραπευτής να ενημερώσει το ζευγάρι για τα στάδια που ακολουθούν. Αρχικός στόχος είναι η εκμάθηση των δεξιοτήτων επικοινωνίας, αφού γίνει λήψη του ατομικού ιστορικού του κάθε μέλους. Ο θεραπευτής στοχεύει και στη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης.

Άσκηση στην επικοινωνία: «εκμάθηση της έκφρασης συναισθημάτων, σκέψεων, επιθυμιών, καθώς και της κατανόησης και της υιοθέτησης μεθεκτικής στάσης απέναντι στα προβλήματα του συντρόφου» (σελ. 61).


Αξίζει να γίνει αναφορά στα κύρια αίτια αντίστασης στη συζυγική θεραπεία, που είναι τα εξής:

«Τα μέλη της σχέσης ή ο θεραπευτής παραβιάζουν έναν κανόνα λειτουργίας του συστήματος.

Πιθανόν να υπάρχουν αδιευκρίνιστα σημεία, που ούτε ο θεραπευτής ούτε το ζευγάρι τα αντιλαμβάνονται, αλλά χρειάζονται συγκεκριμενοποίηση προκειμένου να προχωρήσει η θεραπεία.

Ίσως το ζευγάρι να έχει συνειδητοποιήσει ένα βασικό σημείο, αλλά ό ένας από τους δύο ή και οι δύο να φοβούνται να το αντιμετωπίσουν, γιατί φοβούνται τα αποτελέσματα της αντιμετώπισης. Έτσι κρύβουν το σημείο αυτό από τον θεραπευτή, και η θεραπεία δεν προχωρά.

Μερικά ζευγάρια προχωρούν στη θεραπεία έως εκείνο το σημείο που αντιλαμβάνονται τη φύση των προβλημάτων τους και τον ρόλο της αλληλεπίδρασης, αλλά σταματούν σε εκείνο το σημείο που θεωρούν ότι το κόστος της αλλαγής θα είναι μεγάλο» (σελ. 69-70).

«Ο θεραπευτής οφείλει να διακρίνει τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ατομική ιστορία του ενός συζύγου ή η ψυχοπαθολογία του ενός βαραίνει τόσο στη σχέση, ώστε να δημιουργεί εμπόδια στη βελτίωσή της» (σελ. 135).

 


Χάιντς, Ε. 2012. Συζυγική θεραπεία. Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. University Studio Press.

 


Κουραβάνας Νικόλαος, Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος,  MSc.