Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

Τρέλα και τέχνη, κατά Νίτσε

Ο Νίτσε στο έργο του «Η γέννηση της τραγωδίας» αναρωτιέται τους λόγους που οι Έλληνες είχαν ανάγκη την τραγωδία και κυρίως την τέχνη. Επίσης, θέτει και ένα βασικό ψυχολογικό ερώτημα, το οποίο σχετίζεται με την καταγωγή της τραγωδίας. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να εξηγήσει αν η λαχτάρα του Έλληνα για γιορτές και για ηδονές οφείλεται σε κάποια στέρηση, σε κάποια μελαγχολία ή πόνο; Ποια η σχέση του Έλληνα με τον πόνο; Η θετική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα οδήγησε τον Νίτσε στην προσπάθεια να νοηματοδοτήσει τη διονυσιακή μανία, που πηγάζει μέσα από την τραγική και κωμική τέχνη. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ο Νίτσε θέτει τα εξής ερωτήματα: «Μήπως υπάρχουν -αυτό είναι ερώτημα για ψυχίατρους- νευρώσεις της υγείας; Νευρώσεις της νεότητας και της νεανικότητας ενός λαού; Τι μας δείχνει αυτή η σύνθεση του Θεού και του τράγου στον σάτυρο; Ποιο βίωμα για τον ίδιο τον εαυτό του; Ποια ορμή ωθούσε τον Έλληνα να συλλάβει το διονυσιακό, ενθουσιώδη, ονειροπόλο και αρχέγονο άνθρωπο ως σάτυρο;» (Νίτσε, 2010).


 

Σύμφωνα με τον Νίτσε, ο Σάτυρος ήταν «το αρχέτυπο του ανθρώπου, η έκφραση των υψηλότερων και σφοδρότερων συγκινήσεων του,  ως εκστατικός ζηλωτής που μαγεύεται από τη γειτνίαση του θεού του, ως συμπάσχων σύντροφος στον οποίο επαναλαμβάνεται η οδύνη του θεού, ως διαλαλητής της σοφίας που βγαίνει μέσα από τους κόλπους της φύσης, την οποία συνήθιζαν να θωρούν οι Έλληνες με γεμάτη σεβασμό έκπληξη. Ο Σάτυρος ήταν κάτι υψηλό και θείο: έτσι έπρεπε να φαίνεται ιδίως στην οδυνηρά κομματιασμένη ματιά του διονυσιακού ανθρώπου». Στην ουσία, ο διονυσιακός Έλληνας με ένα μαγικό τρόπο μετατρέπεται σε Σάτυρο. Επίσης, ο Σάτυρος προσομοιάζει σε «μωρό άνθρωπο», δηλαδή στο αντίθετο του θεού, σύμβολο των ισχυρότερων ορμών της φύσης και ταυτόχρονα κήρυκας της σοφίας και της τέχνης της. Η τραγωδία γεννήθηκε από τον τραγικό χορό και στην αρχή ήταν χορός και μόνο χορός. Ο Σάτυρος ήταν διονυσιακός χορευτής, ο οποίος μέσα από τον μύθο και τη λατρεία επικύρωνε τη θρησκευτικά αναγνωρισμένη πραγματικότητα. Ο Απόλλωνας μας φανερώνει ότι μέσω του κόσμου των βασάνων μπορεί το άτομο να πραγματώσει το λυτρωτικό όραμα μέσα από τη θεοποίηση της εξατομίκευσης, δηλαδή να διατηρήσει τα όριά του, το μέτρο. Ο Απόλλωνας ως ηθική θεότητα απαιτεί το μέτρο ώστε τα άτομα να καταφέρουν να διατηρούν την αυτογνωσία τους. Μαζί με την αισθητική αναγκαιότητα για ομορφιά κάνει την εμφάνισή της η αναγκαιότητα για «γνώθι σαυτόν και μηδέν άγαν». Αντιθέτως, η οίηση και η υπερβολή αποτελούν τους εχθρικούς δαίμονες, που προέρχονται από την προαπολλώνια εποχή, την εποχή των Τιτάνων, δηλαδή τον κόσμο των βαρβάρων. Έτσι, λόγου χάρη εξηγείται το γιατί ο Προμηθέας έπρεπε να ξεσκιστεί από τον γύπα (λόγω της αγάπης του για τον άνθρωπο) και γιατί ο Οιδίποδας βρέθηκε στη δίνη ανοσιουργημάτων (λόγω της υπερβολικής σοφίας του), (Νίτσε, 2010).   

Στο σημείο αυτό, διαπιστώνουμε μια διαφοροποίηση από τον ορισμό της τρέλας όπως τον αναφέρει ο Φουκώ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η κλασική τρέλα είναι το παραλήρημα, εκ της λατινικής λέξης lira, που σημαίνει αυλάκι και deliro, που σημαίνει βγαίνω από το αυλάκι, δηλαδή από τον ίσιο δρόμο της λογικής. Το παραλήρημα αποτελεί μια βαθμίδα του ονείρου και στον αντίποδα βρίσκεται η εγρήγορση. Με άλλα λόγια, το παραλήρημα είναι ένα όνειρο που βλέπουμε ξύπνιοι. Πλέον δεν ισχύει η αντίληψη ότι «το όνειρο είναι μια μεταβατική μορφή τρέλας», αλλά η τρέλα παίρνει από το όνειρο τα βασικά της γνωρίσματα, σαν μια απελευθέρωση της εικόνας μέσα στο σκοτάδι της πραγματικότητας. Επίσης, για τον Φουκώ, «η τρέλα ξεκινώντας από το πάθος, δεν είναι ακόμα παρά μια ζωηρή διατάραξη της λογικής ενότητας, σώματος και ψυχής, είναι το επίπεδο του αλόγιστου». Η τρέλα συνδέεται με έναν παραληρηματικό λόγο κάτω από τις αλλοιώσεις του σώματος, τις ιδιορρυθμίες της συμπεριφοράς και της ομιλίας. Όπως βλέπουμε όμως από τον μύθο, η σοφία και η λογική δεν βοήθησε τον Οιδίποδα από το να προβεί σε πράξεις τρέλας, για αυτό και ο Νίτσε προκρίνει το μέτρο (Φουκώ, 2004).

Επίσης, ο Φουκώ (2005) στο άρθρο του με τίτλο “Madness, the absence of work”, που δημοσίευσε με δύο συνεργάτες του επισημαίνει ότι όπως ο Artaud θα ανήκει στη δόμηση της γλώσσας μας και όχι στη ρήξη της, έτσι και οι νευρώσεις θα ανήκουν στις συστατικές μορφές της κοινωνίας μας και όχι στις αποκλίσεις. Ο Φουκώ στο σημείο αυτό δίνει έμφαση στην ύπαρξη ενός ορίου, που επιτρέπει την ηρεμία του θετικού, κάτι που συνδέεται με την αναζήτηση του μέτρου από την πλευρά του Νίτσε. Σύμφωνα με τον Φουκώ, η αναζήτηση της αλήθειας είναι μια περίεργη διαδικασία, στην οποία οι άνθρωποι δεν ξέρουν που θα πρέπει να απευθυνθούν. Ο θάνατος μαρτυρά μια αλήθεια για τον καθένα μας, καθώς λέει τι θα συμβεί σε όλους, ενώ η τρέλα είναι ο πιο σπάνιος κίνδυνος και φέρει ελάχιστο βάρος σε σύγκριση με τις εμμονές που έχει προκαλέσει και τα ερωτήματα που έχει θέσει (Foucault et al., 1995).  Ο Φουκώ στο βιβλίο του «Η ιστορία της τρέλας» περιγράφει επιτυχώς την τρέλα του Αρτώ γράφοντας: «Η τρέλα του Αρτώ δεν γλιστράει στα χρονικά κενά του έργου, η επαναλαμβανόμενη παρουσία αυτής της απουσίας, το κεντρικό κενό της, βιωμένο και μετρημένο σ’ όλες τις απέραντες διαστάσεις του», ενώ λίγο πιο κάτω συνεχίζει: «Η τρέλα είναι η απόλυτη κατάλυση του έργου, είναι η καθοριστική στιγμή μιας απουσίας, που γκρεμίζει την αλήθεια του έργου τέχνης στον χρόνο, γίνεται το εξωτερικό του περίγραμμα, η γραμμή κατάρρευσης, το πλαίσιο του κενού. Το έργο του Αρτώ βιώνει μες στην τρέλα την ίδια του την απουσία, αλλά η εμπειρία αυτή, το πάντα ανανεωμένο κουράγιο του εγχειρήματός του, όλες αυτές οι λέξεις που εκσφενδονίζονται ενάντια σε μια θεμελιωμένη απουσία γλώσσας, όλος αυτός ο χώρος του φυσικού πόνου και του τρόπου που περιστοιχίζει, ή καλύτερα που συμπίπτει με το κενό –να ‘το  το έργο τέχνης. Το έργο του Αρτώ είναι μια επικίνδυνη  κάθοδος στον απόκρημνο  χώρο της απουσίας του έργου. Κι η τρέλα παύει να ‘ναι ο χώρος όπου ο συγγραφέας έστεκε αναποφάσιστος κι όπου η αυθεντική αλήθεια του έργου κινδύνευε να αποσιωπηθεί, γίνεται το αποφασιστικό σημείο, από όπου αυτή η αλήθεια τινάζεται αδέσμευτη και χαράζεται για πάντα στην ιστορία».

 


Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η σχέση ανάμεσα στην τρέλα και την τέχνη. Ο Νίτσε έχει αποδώσει ένα σωτήριο χαρακτήρα στην τέχνη, καθώς η μουσική, ο χορός, οι πλαστικές τέχνες αλλά και η ισορροπία ανάμεσα στις τέχνες οδηγεί το άτομο στην τέχνη ως μέσο έκφρασης. Η μέθη συνδέεται με τη μουσική και τον χορό, η ψευδαίσθηση με τις πλαστικές τέχνες και η ισορροπία ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνιο, δηλαδή ανάμεσα στη μέθη και την ψευδαίσθηση συνδέεται με την τραγωδία. Η γέννηση, επομένως, της τραγωδίας είναι το σημείο εκείνο πάνω στο οποίο μπορούμε να μελετήσουμε τη δυϊκότητα των δύο θεών της τέχνης, του Απόλλωνα και του Διόνυσου, η σύνθεση του ονείρου και της μέθης.

Ο Φουκώ επισημαίνει ότι ο τραγικός ήρωας δεν μπορεί να είναι τρελός και η τρέλα δεν μπορεί να φέρνει μέσα της τις αξίες της τραγωδίας.  Ο τελευταίος τοποθετεί την τρέλα ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ενώ θεωρεί ότι η τρέλα αρχίζει εκεί όπου διαταράσσεται και σκοτεινιάζει η σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια, υποστηρίζοντας ότι η τρέλα του Νίτσε, δηλαδή η κατάρρευση της σκέψης του συνδέεται με το άνοιγμα της σκέψης στον σύγχρονο κόσμο. Επομένως, μέσα από τη μελέτη της γέννησης της τραγωδίας καθορίζονται τα όρια ανάμεσα στη μέθη και στο όνειρο, που και τα δύο φέρουν χαρακτηριστικά τρέλας, αλλά δεν είναι η τρέλα. Η τρέλα παίρνει από το όνειρο τα βασικά της γνωρίσματα, σαν μια απελευθέρωση της εικόνας μέσα στο σκοτάδι της πραγματικότητας. Ίσως αξίζει να μας προβληματίσει το γεγονός ότι στο έργο του Νίτσε υπάρχουν αρκετοί παραλληλισμοί γύρω από το σκοτάδι και το φως, όπως για παράδειγμα η αναφορά στον μύθο του Προμηθέα αλλά κυρίως ο ίδιος ο Απόλλωνας, του οποίου το όνομα σχετίζεται με το φως, αλλά και ανάμεσα στη διαύγεια και την ψευδαίσθηση. Η προσέγγιση του Νίτσε χαρακτηρίζεται από δίπολα, πάνω στα οποία προσπαθεί να βρει μια ισορροπία, να βρει το μέτρο, ώστε να μην χαθούν όλα.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Cook, D. (1989). Nietzsche, Foucault, tragedy. Philosophy and Literature, 13 (1), 140- 150.

Foucault, M., Stastny, P. & Sengel, D. (1995). Madness, the Absence of Work. Critical Inquiry, 21 (2), 290-298.

Νίτσε, Φ. (2010). Η γέννηση της τραγωδίας. Αθήνα: Πανοπτικόν.

Simon, J. (1991). Η αλήθεια και η ερμηνεία. Friedrich Nietzsche Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

Φουκώ, Μ. (2004). Η Ιστορία της τρέλας. Αθήνα: Ηριδανός.

 


 

Διαβάζοντας Νίτσε και Φουκώ: Η γέννηση της τραγωδίας

 

Η παρούσα εργασία βασίστηκε στο βιβλίο του Νίτσε, με τίτλο «Η Γέννηση της Τραγωδίας», καθώς επίσης και στο βιβλίο του Φουκώ «Η Ιστορία της Τρέλας». Όλα όσα εξετάζονται και αναλύονται στο βιβλίο του Νίτσε συνοψίζονται με εύστοχο τρόπο στα εξής ερωτήματα: «Είναι καλό ή κακό το Είναι, το να είσαι; (…) Τι είναι το Είναι; Τι αξίζει; Τι πρέπει να κάνουμε για αυτό;» Δηλαδή, το ουσιώδες στοιχείο του βιβλίου του είναι το ζήτημα του κακού. Ο ίδιος ο Νίτσε επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε τρεις απαντήσεις, που αφορούν «στην τρέλα (διονυσιακή) εκείνου που μεθά, την ψευδαίσθηση (απολλώνια) εκείνου που ονειρεύεται και το ψέμα (σωκρατικό) εκείνου που συλλογίζεται». Ως εκ τούτου επιχειρεί να μας προτείνει τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο προκειμένου να διατηρήσουμε ή να ανακαλύψουμε εκ νέου μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην τρέλα και την ψευδαίσθηση (Νίτσε, 2010).

Σύμφωνα με τον Νίτσε, οι άνθρωποι είναι γεμάτοι από ψευδαισθήσεις και ονειρικές εικόνες, ενώ τα μάτια τους διαρκώς κινούνται πάνω στις επιφάνειες των πραγμάτων μένοντας στις μορφές και προσλαμβάνοντας ερεθίσματα, χωρίς την ανάγκη να αναζητήσουν την αλήθεια (Simon, 1991).

 


Τα Πέντε Στάδια της Ελληνικής Ιστορίας, κατά τον Νίτσε

 

Ο Νίτσε επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις στα παραπάνω διακρίνοντας την ιστορία σε πέντε διαδοχικά στάδια. Το πρώτο στάδιο, που είναι το στάδιο της «βαρβαρότητας», με την έννοια του «ξένου», το συνδέει με τον θεό της μέθης και του χορού, τον Διόνυσο. Είναι η περίοδος του κόσμου των Τιτάνων, όπου για να επιβιώσει ο άνθρωπος σε έναν τόσο φρικαλέο κόσμο, όπου ο πατέρας κατασπαράζει τα παιδιά και τα ίδια επιχειρούν να πάρουν τη θέση του σκοτώνοντάς τον, είναι αναγκαία η μέθη ως τρόπος παραμονής σε αυτόν τον βίαιο κόσμο. Ξορκίζει τη φρίκη αυτού του παράλογου κόσμου ακολουθώντας τις κινήσεις του. Ο Νίτσε κάνει αναφορά στις τέχνες και κυρίως στη μουσική και στον χορό, που μπορούν να εκφράσουν τη φρίκη (Νίτσε, 2010).

Περνάμε στο δεύτερο στάδιο, στο στάδιο του μυκηναϊκού πολιτισμού, όπου οι Τιτανικές θεότητες αντικαθίστανται από τους Ολύμπιους θεούς, με αντιπροσωπευτικότερο τον θεό Απόλλωνα, τον θεό του φωτός, της σαφήνειας, της ισορροπίας και της ηρεμίας, όπου οι άνθρωποι δημιουργούν ψευδαισθήσεις για τις οποίες έχουν συναίσθηση, που προκαλούν όρεξη για τη ζωή. Σε αυτό το στάδιο οι τέχνες που γνωρίζουν μεγάλη άνθηση είναι η ζωγραφική, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική ενισχύοντας τις ψευδαισθήσεις που δίνουν γεύση στη ζωή. Στο τρίτο στάδιο εισβάλλει ένα αρκετά βίαιο στάδιο μυστικισμού, που έρχεται από μια βάρβαρη περιοχή, με αποτέλεσμα να συγκρούονται απολλώνιες ψευδαισθήσεις, με έναν νέο θεό, τον θεό της μέθης, των οργίων, των υστερικών χορών και του παραληρήματος των Μαινάδων και των Βακχών. Μέσα από την ανάμιξη του απολλώνιου με το διονυσιακό επιτυγχάνεται μια συμφιλίωση με το Είναι, μια αλληλεγγύη του καθένα με όλους γύρω του (Νίτσε, 2010).

Στο τέταρτο στάδιο συναντάμε τη γέννηση της τραγωδίας, που προκύπτει μέσα από τη σύνθεση του καθαρά διονυσιακού με το απολλώνιο, δηλαδή ανάμεσα στη διονυσιακή διαύγεια και την απολλώνια ψευδαίσθηση. Το ενδιαφέρον του Νίτσε επικεντρώνεται στην ανωτερότητα της σύζευξης που επιτυγχάνεται ανάμεσα στο απολλώνιο και το διονυσιακό. Στο πέμπτο στάδιο, υφίσταται ο θάνατος της τραγωδίας και του τραγικού πολιτισμού, ουσιαστικά η τραγωδία πεθαίνει με τον Ευριπίδη, ο οποίος είναι εμπνευσμένος από τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης πίστευε ότι η αρετή είναι γνώση και ως εκ τούτου, ο άνθρωπος αμαρτάνει μόνο από άγνοια, και άρα ο ενάρετος είναι ευτυχισμένος. Συνεπώς, ο θάνατος της τραγωδίας επέρχεται επειδή πλέον ο ενάρετος ήρωας πρέπει να είναι διαλεκτικός, που προϋποθέτει μια σύνδεση ανάμεσα σε αρετή και γνώση, πίστη και ηθική. Ο Ευριπίδης απαιτεί από τους θεατές την έλλογη κριτική και όχι τόσο τη συμμετοχή τους. Η ρηξικέλευθος αλλαγή έγκειται στο ότι ο Ευριπίδης δεν επιχειρεί έναν μετριασμό του διονυσιακού με το απολλώνιο, αλλά του λογικού με το συνετό. Έτσι, όπως αναφέρει ο Νίτσε, στην τραγωδία «Βάκχες», ο Πενθέας αντιστέκεται στον Διόνυσο χρησιμοποιώντας το λογικό (Νίτσε, 2010). Ο Νίτσε στο έργο του «Περί αλήθειας και ψεύδους» κάνει αναφορά στον λογικό άνθρωπο, που φοβάται τη διαίσθηση και στον διαισθητικό άνθρωπο, που χλευάζει τη λογική αφαίρεση, ενώ και οι δύο έχουν ως κοινό στόχο να εξουσιάσουν τη ζωή. Ο λογικός άνθρωπος επιθυμεί την απελευθέρωσή του από τον πόνο, ενώ ο διαισθητικός άνθρωπος όταν πάσχει και υποφέρει αυτά γίνονται σε έντονο βαθμό, καθώς στον πόνο είναι το ίδιο παράλογος με την ευτυχία (Simon, 1991). 


 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική του Φουκώ, ο οποίος αναφέρει ότι ο δυτικός Λόγος χρωστά τη βαθύτερη ουσία του στην τρέλα, την παράνοια και τον παραλογισμό, «όπως ακριβώς η σωφροσύνη των Σωκρατικών συνομιλητών, χρωστά κάτι από την παρουσία της στην απειλή της ύβρεως. Πάντως η σχέση Λόγου- Παράλογου αποτελεί, για τον δυτικό πολιτισμό, μία από τις διαστάσεις του χαρακτήρα του, συνοδεύει τα βήματά του πολύ πριν από τον Ιερώνυμο Bosch, και θα τον ακολουθήσει πολύ μετά τον Nietzsche και τον Artaud» (Φουκώ, 2004). Ο Νίτσε και ο Φουκώ έχουν ως κοινό τη σύνδεση της τραγωδίας με μια γνώση της ύπαρξης, που αφορά στην ύπαρξη του κόσμου. Και για τους δύο, το τραγικό είναι η χαμένη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης και το τραγικό συνδέεται με την τρέλα, η οποία είναι η πιο κατάλληλη παρουσίαση αυτού του γεγονότος (Cook, 1989).

Συνεπώς, η εξέλιξη της τέχνης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους δύο θεούς της τέχνης, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο. Οι καλλιτέχνες ως εκφραστές της τέχνης είναι «μιμητές» και διακρίνονται στους «απολλώνιους καλλιτέχνες του ονείρου», τους «διονυσιακούς καλλιτέχνες της μέθης» και στους «καλλιτέχνες συγχρόνως της μέθης και του ονείρου». Ο Νίτσε λέει ότι από τα δύο μισά της ζωής μας, δηλαδή το ένα που είμαστε ξυπνητοί και το άλλο στο οποίο ονειρευόμαστε, εμείς οι άνθρωποι θεωρούμε πιο αξιόλογο για να το ζούμε το πρώτο. Ο Νίτσε όμως πιστεύει ακριβώς το αντίθετο, γιατί μονάχα η ηδονική φαινομενικότητα μπορεί να οδηγήσει στη λύτρωση και εμείς υποχρεούμαστε να τη συλλάβουμε ως το αληθινό μη ον, «δηλαδή, ως ένα αέναο γίγνεσθαι στον χρόνο, στον χώρο και στην αιτιότητα- με άλλα λόγια, ως εμπειρική πραγματικότητα» (Νίτσε, 2010).

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε την άποψη του Φουκώ, ο οποίος υποστηρίζει ότι το όνειρο και η τρέλα αντιμετωπίζονται ως ομοούσια, καθώς έχουν ίδια φύση, καταγωγή και συγγένεια (Φουκώ, 2004). 

 


Πηγές

Cook, D. (1989). Nietzsche, Foucault, tragedy. Philosophy and Literature, 13 (1), 140- 150.

Foucault, M., Stastny, P. & Sengel, D. (1995). Madness, the Absence of Work. Critical Inquiry, 21 (2), 290-298.

Νίτσε, Φ. (2010). Η γέννηση της τραγωδίας. Αθήνα: Πανοπτικόν.

Simon, J. (1991). Η αλήθεια και η ερμηνεία. Friedrich Nietzsche Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

Φουκώ, Μ. (2004). Η Ιστορία της τρέλας. Αθήνα: Ηριδανός.

 

Καρκίνος και προσωπικότητα

 



«Οι άνθρωποι με προδιάθεση για καρκίνο έχουν την τάση να μην εκφράζουν συναισθήματα κι αυτό δημιουργεί προβλήματα στη διαμόρφωση συνηθειών αντιμετώπισης της ζωής. Καθημερινά στρες και ταραχές γίνονται υπερβολικά μεγάλα και αναστατώνουν υπερβολικά. Το άτομο που έχει καταστεί συναισθηματικά ανάπηρο λόγω του ότι δεν μπορεί να εκφράσει ταραχή και την αίσθηση αδυναμίας και ανημποριάς, είναι αναγκασμένο να ζει με ένα συνεχώς κυμαινόμενο επίπεδο εσωτερικής σωματικής αναστάτωσης. Όλα αυτά δημιουργούν τόσο διαπροσωπικά προβλήματα όσο και ενδοψυχικές δυσκολίες, που δεν βοηθιούνται από τα χαρακτηριστικά και καλά τεκμηριωμένα πρότυπα αντιμετώπισης προβλημάτων του επιρρεπούς στον καρκίνο ατόμου- ένα είδος προσποίησης ότι όλα είναι καλά η χρήση ψυχαναγκαστικών συνηθειών και η κόπωση, η ληθαργικότητα και η έλλειψη ενέργειας που δημιουργείται από αισθήματα ανημποριάς» (σελ. 66).    


Το βασικό στοιχείο σ’ αυτήν την εικόνα είναι γεγονός ότι μέσω της ανατροφής τους με αυτό το μάλλον στείρο συναισθηματικά τρόπο, οι άνθρωποι αυτοί φέρονται συχνά στα σώματά τους με λιγότερη προσοχή και φροντίδα από ότι άλλοι άνθρωποι. Συγκεκριμένα, είναι πιο πιθανό να αγνοούν πρώιμα σημάδια σωματικού στρες ή ενόχλησης, είναι πιο πιθανό να συσσωρεύουν πράγματα μέσα τους και να χρησιμοποιούν ‘παθητικά’ μέσα αντιμετώπισης της αναστάτωσης (όπως το φαγητό ή το κάπνισμα) και τέλος, είναι πιο πιθανό να διατηρούν την ανοσοποιητική ικανότητά του σώματός τους σε χαμηλό επίπεδο. Όλα αυτά γίνονται καλά εδραιωμένες συνήθειες που τελικά μεταβάλλουν το πρότυπο δραστηριότητας των υποστηρικτικών συστημάτων του σώματος, του κεντρικού νευρικού, του ορμονικού και του ανοσοποιητικού συστήματος» (σελ. 67).

 

Πηγή:

Peter Lambley. Η Ψυχολογία του Καρκίνου. Αθήνα: Μακρή. 

 

Κουραβάνας Νικόλαος, Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.