Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ερωτική απογοήτευση: Δεν αξίζει ούτε καν να σκεφτούμε την αυτοκτονία…


Οι ευαίσθητοι άνθρωποι πληγώνονται βαθιά, όταν τα συναισθήματα αγάπης τους όχι μόνο δεν αναγνωρίζονται, αλλά χρησιμοποιούνται προς εκμετάλλευση. Στην πραγματικότητα, δεν είναι ακριβώς τα συναισθήματα, αλλά το ίδιο το άτομο που το χρησιμοποιούν και το εκμεταλλεύονται, για να περάσουν καλά και μετά το εγκαταλείπουν και το κάνουν να νιώθει ανάξιο να αγαπηθεί. 


Δεν έχουμε όλοι οι άνθρωποι τον ίδιο βαθμό ψυχικής ανθεκτικότητας για να αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους καταστάσεις. Τα συναισθήματα είναι πολλά και διάφορα ύστερα από ένα χωρισμό όπου νιώθεις ότι απλά σε χρησιμοποίησαν. Απογοήτευση, ματαίωση, θλίψη, αμηχανία, απόγνωση, πένθος, ακόμη και σκέψεις αυτοκτονίας. Νιώθεις ότι δεν αξίζεις τίποτα, ότι η ζωή σου έχει τελειώσει εδώ, ότι έχασες τον χρόνο σε μια σχέση που ήταν ένα τίποτα, ότι δεν έχεις ή δε θέλεις να ζήσεις κάτι άλλο. Και ότι αφού δε σ’ αγάπησε κι αυτό το άτομο, ποιος πρόκειται να σ’ αγαπήσει;


Οι επιλογές είναι πολλές: να λυπηθείς και να προσπαθείς να γυρίσεις σελίδα, να παρακαλέσεις ώστε να γυρίσει πίσω, να αναζητήσεις εκδίκηση, να μείνεις προσδοκώντας μια ανέλπιστη επιστροφή, κ.ο.κ. Τι γίνεται όμως όταν δεν μπορείς απλά να το ξεπεράσεις και οι σκέψεις αυτοκτονίας ξεπηδούν άξαφνα, πνίγουν τη λογική και φαντάζουν ως η μόνη επιλογή;


Κάτω από συνθήκες τόσο έντονης συναισθηματικής φόρτισης χάνεται η λογική και παίρνουμε αποφάσεις εν θερμώ, βεβιασμένες, απερίσκεπτες και επιπόλαιες. Ας σκεφτούμε όμως ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να πάρουμε την οποιαδήποτε απόφαση. Ας δώσουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας για να προβληματιστούμε σχετικά με κάποιες σκέψεις και ερωτήματα που ακολουθούν:


Προβαίνοντας σε μια τέτοια πράξη δεν εκδικούμαστε αυτόν που ήταν ο ηθικός αυτουργός και μας οδήγησε στο να σκεφτόμαστε να βάλουμε ένα τέλος στη ζωή μας. Εκδικούμαστε και τιμωρούμε τον ίδιο μας τον εαυτό, δηλαδή τιμωρούμε αυτόν που δεν έφταιξε σε κάτι, τιμωρούμε το θύμα της υπόθεσης. Για ποιον λόγο όμως; Γιατί τα συναισθήματά μας ήταν αθώα και ειλικρινή; Γιατί νιώσαμε αληθινή αγάπη; Γιατί ήμασταν δοτικοί και φροντίζαμε να μην προσβάλουμε και να μην προδώσουμε; Για ποιον ακριβώς λόγο θα πρέπει να τιμωρήσουμε τον εαυτό μας;  


Ο άλλος αξίζει περισσότερο από τον ίδιο μας τον εαυτό; Είναι τόσο πολύτιμος που θέλουμε να θυσιάσουμε την ίδια μας τη ζωή για την απόρριψη που δεχτήκαμε; Τα λάθη μπορούν να διορθωθούν και οι σχέσεις μας να βελτιωθούν, με την αυτοκτονία δεν επιλύουμε τίποτα, γιατί όλα τελειώνουν εκεί… 


Εφόσον δεν εκτιμήθηκε η αγάπη μας και όσα προσφέραμε σ’ αυτή τη σχέση, γιατί θεωρούμε ότι θα νοιαστεί το άτομο που μας εγκατέλειψε; Γιατί πιστεύουμε ότι θα συγκινηθεί από την αποτρόπαιη πράξη της αυτοκτονίας; Ίσως να δώσουμε και πάτημα, μια δικαιολογία ότι δεν ήμασταν καλά στο μυαλό και η πράξη μας το αποδεικνύει. Δε λυπήθηκε τότε που είπε το οριστικό αντίο, χωρίς να σεβαστεί και να νοιαστεί αν ο κόσμος μας καταρρεύσει από τη φυγή του. Γιατί, λοιπόν, τώρα να νοιαστεί για τη δική μας φυγή; Τη φυγή όχι απλώς από τη ζωή του, αλλά τη φυγή από τη δική μας ζωή.


Έχουμε ποτέ σκεφτεί ότι ίσως και να χαρεί, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που δεν έχει μάθει να αγαπά κι έτσι… θα συνεχίσει μια ώρα αρχύτερα για το επόμενο θύμα;… δίχως πλέον να σκεφθεί ότι υπάρχουμε εκεί και ότι  περιμένουμε… Έχουμε σκεφτεί ότι βάζοντας ένα τέλος για αυτό τον λόγο στερούμε από τον εαυτό μας να αγαπηθεί πραγματικά από έναν άλλο άνθρωπο που θα μπορέσει να μας εκτιμήσει, να μας νοιαστεί, να μας δώσει όλα όσα δεν πήραμε από κανέναν: συναισθηματική πληρότητα, τρυφερό χάδι, ζεστή αγκαλιά, στοργή, αφοσίωση, γαλήνη, ηρεμία, εγκαρδιότητα, αλληλεγγύη, υποστήριξη, ενσυναίσθηση, μοίρασμα, συντροφιά… και τελικά συναισθηματική και ψυχική ωρίμανση…;


Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Φρομ: Μια ερμηνεία για το καλό και το κακό



                                  Βίντεο από το Youtube- Αφήγηση για τον Έριχ Φρομ


Σύμφωνα με τον Φρομ: 

«Η κακία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. Πρόκειται για την προσπάθεια οπισθοδρόμησης σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο και εξάλειψης αυτού που είναι αποκλειστικά ανθρώπινο: της λογικής, της αγάπης, της ελευθερίας. Ωστόσο, η κακία δεν είναι μόνο ανθρώπινη αλλά και τραγική. Ακόμη, και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να πάψει να είναι άνθρωπος. Έτσι, η κακία δε θα τον ικανοποιήσει ποτέ ως λύση. Το ζώο δεν μπορεί να είναι κακό, δρα σύμφωνα με τις έμφυτες παρορμήσεις, οι οποίες ουσιαστικά υπηρετούν το συμφέρον της επιβίωσής του. Η κακία είναι η προσπάθεια να υπερβεί κανείς την ανθρώπινη και να περάσει στη μη ανθρώπινη σφαίρα. Ωστόσο, είναι βαθιά ανθρώπινη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ζώο, όπως δεν μπορεί να γίνει «Θεός». Το Κακό είναι η από πλευράς ανθρώπου απώλεια του εαυτού του στην τραγική προσπάθεια να αποδράσει από το βάρος της ανθρώπινης φύσης του. Και το δυναμικό για Κακό είναι ακόμη μεγαλύτερο, επειδή ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μια φαντασία που του επιτρέπει να φανταστεί όλες τις δυνατότητες για Κακό, και έτσι να της επιθυμήσει και να τις κάνει πραγματικότητα, να τροφοδοτήσει την κακή φαντασία του. Η ιδέα του Καλού και του Κακού που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί ουσιαστικά με εκείνη που εκφράζεται από τον Σπινόζα. «Στο εξής επομένως», λέει, «θα εννοώ ως ‘καλό’ αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί μέσο για να προσεγγίσουμε εγγύτερα στον τύπο της ανθρώπινης φύσης που έχουμε θέσει ενώπιόν μας. (…)

Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν. Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο πρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων.     


Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει, μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μας καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μας καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας» (σελ. 190-191).


Φρομ, Ε. (2017). Η καρδιά του ανθρώπου. Αθήνα: Διόπτρα, σελ. 179- 191.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Οικογενειακές συγκρούσεις: μια κοινωνιολογική προσέγγιση


Το σύνδρομο ενοχής μέσω της σύγκρουσης

Ένα σύνδρομο με το οποίο έχουν ασχοληθεί ελάχιστοι κοινωνιολόγοι της οικογένειας, όπως αναφέρει ο Σένετ. Πρόκειται για ένα σύνδρομο που εμφανίζεται στις συμπεριφορές πολλών μελών οικογενειών που βιώνουν υψηλά επίπεδα έντασης απέναντι στις οικογένειές τους. Το σύνδρομο είναι αρκετά εύκολο να εκδηλωθεί μέσα σε μια οικογένεια, η οποία το βιώνει με επώδυνο τρόπο, καθώς η ευτυχία συνδέεται άμεσα με τις «καλές οικογένειες, τις ακέραιες οικογένειες», που χαρακτηρίζονται από γαλήνη και ηρεμία. Οι οικογένειες που βιώνουν συγκρούσεις ή διαμάχες νιώθουν αποτυχημένες και στιγματισμένες. 

Στο πλαίσιο της θεραπείας το ζητούμενο είναι να εξετάσουμε τη σύγκρουση, ως έναν τρόπο προσέγγισης της οικογένειας και των αλληλεπιδράσεων που λαμβάνουν χώρα μέσα στην οικογένεια. Εξάλλου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι οικογένειες που επιλέγουν να συγκρατήσουν ή να απωθήσουν τις συγκρούσεις έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν βαθιές συναισθηματικές διαταραχές σε σύγκριση με οικογένειες στις οποίες οι συγκρούσεις εκφράζονται άμεσα και ανοικτά. 

Το σύνδρομο «ενοχή μέσω της σύγκρουσης» στηρίζεται στην πεποίθηση ότι «οι άνθρωποι βλέπουν τις συγκρούσεις μεταξύ των γενιών περισσότερο σαν ένα κακό, το οποίο αποκαλύπτει μια σήψη μέσα στο κοινωνικό οικοδόμημα, παρά σαν μια αναπόφευκτη και φυσιολογική διαδικασία ιστορικής αλλαγής». Συχνά, οι διαμάχες και οι αποξενώσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα αδέρφια θεωρούνται ως μια ένδειξη κακής γονεϊκής ανατροφής και αποδίδεται στον τρόπο που τα μεγάλωσαν οι γονείς. 

Το άγχος και η ενοχή για την οικογενειακή σύγκρουση αποτελεί ένα σημάδι της επιθυμίας ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στο σπίτι αυτές οι συγκρούσεις, για χάρη της κοινωνικής τάξης. Ο Σένετ αναφέρει ότι «μια από τις πιο πλατιά διαδεδομένες αρρώστιες της μεσαιοταξικής οικογένειας είναι η προσπάθεια, συνήθως μοιραία για την ‘ευτυχία’ μιας οικογένειας, να απωθεί την απόκλιση και την ιδιαιτερότητα από την ανάπτυξη των μελών της οικογένειας χάριν της τάξης που πρέπει να υπάρχει μέσα σε αυτή».

Η ένταση των οικογενειακών σχέσεων εκφράζει την ανάγκη της οικογένειας για τάξη. Βλέποντας την οικογένεια ως μια πλήρη κοινωνία που θα πρέπει να επιβιώσει από μόνη της, είναι σημαντικό να ακολουθήσει ορισμένες βασικές δομές:
«Μια ασυνήθιστη στενότητα της καθημερινής επαφής.
Μια προσπάθεια να απωθούνται οι εμπειρικές και ηλικιακές διαφορές που φυσικά θα χώριζαν τα μέλη της οικογένειας.
Μια προσπάθεια να τίθενται διαβεβαιώσεις μακροπρόθεσμης εμπιστοσύνης.
Πεποίθηση ότι προδοσίες και χωρισμοί δε θα συμβούν».


Ο Σένετ συνεχίζει αναφέροντας:
«Όμως η απώθηση και η αποφυγή της ποικιλίας μέσα σε αυτά τα πλαίσια είναι ακριβώς ίδια με την επιθυμία για μια καθαρμένη, υπερβαίνουσα την αταξία ταυτότητα η οποία προβάλλει στην εφηβεία. Η επιθυμία για συνεκτική ταυτότητα είναι ακριβώς η αναζήτηση αποφυγής της ποικιλίας και του επώδυνου άγνωστου μέσα στην κοινωνική αρένα για χάρη κάποια ασφαλούς τάξης. (…) Η έντονη οικογενειακή δομή έχει αναπτυχτεί ως ένας ειδικός μηχανισμός με σκοπό να κάνει τις επιθυμίες για συνεκτικές ταυτότητες μια μόνιμη δύναμη στις ζωές των ενηλίκων. Αυτή η διαμόρφωση της έντονης οικογένειας είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ενήλικοι κατέληξαν να είναι καθηλωμένοι στα πρότυπα της εφηβείας. Το μυστικό αυτών των οικογενειών, της απεγνωσμένης τους λαχτάρας για επαφή και του φόβου τους για εσωτερική διάσταση, που με τη σειρά της προκαλεί όλα τα είδη έντασης και κρυμμένων αισθημάτων ενοχής, είναι ότι αυτά εκφράζουν τα αισθήματα ανθρώπων που είναι ακόμα υποδουλωμένοι στις ταυτοποιητικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στην εφηβεία τους. Οι δομές αυτών των οικογενειών, η πίστη ότι ο κύκλος της οικογένειας είναι ένας μικρόκοσμος του κόσμου, η πίστη ότι τα μέλη της οικογένειας πρέπει να είναι ίσα για να είναι ικανά να σέβονται ο ένας τον άλλο, και η τρομερή ενοχή για την οικογενειακή σύγκρουση είναι ειδικές εκφράσεις ανθρώπων που ψάχνουν για τον μύθο αλληλεγγύης στις ζωής τους, μια αλληλεγγύη γεννημένη από μια ανικανότητα να δέχονται αμφιβολίες και το επώδυνο άγνωστο».


«Η οικογενειακή ζωή με εντάσεις αποτελεί τον μεσάζων για την ενστάλαξη του εφηβικού φόβου μέσα στην κοινωνική ζωή των σύγχρονων πόλεων. Η έντονη οικογένεια προμηθεύει τα υλικά με τα οποία οικοδομείται ο μύθος της κοινής αλληλεγγύης. Η έντονη οικογένεια είναι το μέσο με το οποίο ολόκληρη η κοινότητα των οικογενειών, όπως επίσης τα άτομα μέσα σε ένα σπίτι, καθηλώνονται μέσα σε αυτό το τελετουργικό καθαρμού των ταυτοτήτων τους». «Η σημασία της έντασης στην οικογενειακή ζωή έγκειται στην ικανότητά της να απορροφά, στη δύναμή της να συγκεντρώνει τα ενδιαφέροντα και την προσοχή του ατόμου στη σφιχτά ενωμένη ομάδα των συγγενών».
(Σένετ, 2004, σελ. 85-88)  

Σένετ, Ρ. (2004). Οι χρήσεις της αταξίας. Προσωπική ταυτότητα και ζωή της πόλης. Αθήνα: Τροπή.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Η «χαμένη» μας ελευθερία


Έντονα απαγορευτικά μέτρα και αυστηροί περιορισμοί, αίσθηση εγκλεισμού μέσα σε ένα σπίτι και μια διαρκής ένταση μας κατακλύζει εσωτερικά… Γιατί νιώθουμε έτσι και γιατί βρισκόμαστε σε μια διαρκή κατάσταση ανάγκης να αντιδράσουμε; Πόσο εφικτή είναι μια αντίδραση και πόσο φθείρει τον ψυχισμό μας αυτή η κατάσταση;

Κάθε φορά που νιώθουμε ότι κάποιος μας στερεί την ελευθερία θα πρέπει να κάνουμε τα πάντα –να αντιδράσουμε- (ψυχολογική αναδραστικότητα) ώστε να μπορέσουμε να επανακτήσουμε τη χαμένη μας ελευθερία. Πρόκειται για μια ψυχολογική κατάσταση που βιώνουμε όταν κάποιος προσπαθεί να μας στερήσει ή να μας περιορίσει από την προσωπική μας ελευθερία. Ο άμεσος τρόπος αντίδρασης ώστε να μειωθεί η ένταση που βιώνουμε και να αποκατασταθεί η αίσθηση της ελευθερίας είναι να απομακρυνθούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθουμε ότι εμείς έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας, εμείς επιλέγουμε και αποφασίζουμε για εμάς και είμαστε ελεύθεροι να ζήσουμε όπως θέλουμε, όπου θέλουμε, με όποιους θέλουμε…

Η ζωή μας μπορεί λόγω των περιορισμών να άλλαξε δραματικά ή μπορεί να άλλαξε σε μικρό βαθμό. Για παράδειγμα, μπορεί και πριν να περνούσαμε πολλές ώρες κλεισμένοι μέσα στο σπίτι ή στο γραφείο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και μπορεί να μην είχαμε σχεδόν ποτέ ελεύθερο χρόνο για μια βόλτα στη θάλασσα. Είναι όμως, διαφορετικό να μην μπορούμε να πάμε στη θάλασσα γιατί έχουμε δουλειά από ό,τι να μην μπορούμε να πάμε γιατί απαγορεύεται. Όσο πιο πολύ μας στερούν κάτι, τόσο πιο πολύ αντιδρούμε (τουλάχιστον γνωστικά- νοητικά και κάποια στιγμή και σε επίπεδο συμπεριφοράς)… και η επίκληση της αυθεντίας δε φέρει πάντα το «επιθυμητό» αποτέλεσμα.   

Επομένως, η ανάγκη για αντίδραση μπορεί να μην είναι πάντα σε επίπεδο συμπεριφοράς, γιατί πολλοί θα σκεφθούν «Τι αντίδραση; Εδώ υπάρχει η μέγιστη συμμόρφωση, στα όρια της αποχαύνωσης». Πολλές φορές, η ψυχολογική αναδραστικότητα παραμένει σε ένα εσωτερικό- γνωστικό διεργασιακό- επίπεδο και δε φτάνει να γίνει πράξη. Οπότε μπορεί εσωτερικά να σκεφτόμαστε ένα σωρό σενάρια, να ψάχνουμε τρόπους αντίδρασης, να θυμώνουμε, να βρίζουμε… και να θέλουμε να κάνουμε το αντίθετο από αυτό που μας λένε… όμως, αναγκαζόμαστε να συμμορφωθούμε… 


Μέσα από τη γνωστική επεξεργασία μπορούμε να μειώσουμε αυτή την εσωτερική ένταση αν σκεφτούμε λογικά και δούμε τους λόγους του περιορισμού… όμως, όταν οι λόγοι αυτοί πλέον βλέπουμε να αρχίζουν να μην υπάρχουν η ψυχολογική μας αναδραστικότητα είναι ακόμα πιο έντονη και νιώθουμε ότι θέλουμε να εκραγούμε… να αντιδράσουμε περισσότερο από ποτέ…
Όταν δεν μπορούμε πλέον να εξηγήσουμε τους λόγους περιορισμού και επιβολής αυστηρών μέτρων, τότε νιώθουμε ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας στερήσει την ελευθερία μας. Η αιτία της αναδραστικότητας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον βαθμό της αίσθησης της χαμένης μας ελευθερίας, καθώς και ο φορέας που επιβάλλει την απειλή. 

Η βίωση της ψυχολογικής αναδραστικότητας και η ανάγκη για άμεση ανάκτηση της χαμένης μας ελευθερίας αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο που ζούμε και ξαναζούμε τον τελευταίο καιρό, με επιπτώσεις στην ψυχολογική μας κατάσταση, καθώς η διαρκής αίσθηση της μη ελευθερίας μας προκαλεί νεύρα, θυμό, ανισορροπία, εσωτερική ένταση και ανάγκη για αλλαγή…

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Brehm και τη Θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας, η χαμένη μας ελευθερία μπορεί να βρει διάφορους τρόπους επανάκτησης ώστε να μειωθεί ή να επιλυθεί η κατάσταση ψυχολογικής αναδραστικότητας. Έτσι, μπορεί να αξιολογήσουμε πιο θετικά από ότι πριν αυτό που μας απαγορεύτηκε ή αποτέλεσε αντικείμενο σχετικής απειλής. Μπορεί να εκφράσουμε μια διαφορετική επιλογή από αυτή που μας προτάθηκε ή μπορεί να αλλάξουμε την κοινωνική μας στάση προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που μας προτείνουν. 


Η έντονη απαγόρευση δε βοηθάει και η φαινομενική μας συμμόρφωση δε σημαίνει και αποδοχή της κατάστασης και ηρεμία… Αναζητούμε τρόπους να επανακτήσουμε τη χαμένη μας ελευθερία είτε φαίνεται προς τα έξω είτε δε φαίνεται…


Βιβλιογραφία
Hogg, M.A. & Vaughan, G.M. (2010). Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Gutenberg.
Παπαστάμου, Σ. (2008). Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Η παράδοση. Αθήνα: Πεδίο.     

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Η βιβλιοφάγος κάμπια


Η βιβλιοφάγος κάμπια δεν είναι μια συνηθισμένη κάμπια, όπως όλες οι άλλες, καθώς, πριν φάει τα βιβλία, τα διαβάζει πρώτα. Αυτή της η συμπεριφορά θα προκαλέσει το ενδιαφέρον και όχι μόνο… όλου του χωριού. Θα σχολιαστεί, θα χλευαστεί, και θα απομονωθεί για τη φιλομάθειά της. Τελικά, θα βρει το κουράγιο και τη δύναμη να αντιμετωπίσει όλο αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο που υφίσταται από τις άλλες κάμπιες; 



Πρόκειται για ένα θεραπευτικό παραμύθι που διαπραγματεύεται τη ζήλεια, τον φθόνο, την κακία,  την κοινωνική απομόνωση, τις διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις αλλά και τη διαφορετικότητα, τη φιλομάθεια και την πίστη στον εαυτό αλλά και στις προσωπικές επιλογές. Οι επιλογές που έκανε η βιβλιοφάγος κάμπια δεν ήταν εύκολες, καθώς απαιτούσαν μόχθο και κόπο. Πολλές φορές όταν οι άλλοι δεν μπορούν να κοπιάσουν το ίδιο, εκδηλώνουν τη ζήλεια τους, κατηγορώντας αυτόν που μοχθεί… 


Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παραμύθι ότι η διαφορετικότητα ακόμη και όταν σχετίζεται με κάτι θετικό δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη από τους άλλους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές συναντάμε πολύ συχνά σήμερα στα σχολεία, με τη μορφή του εκφοβισμού (bullying). Βλέπουμε, π.χ. ότι οι καλοί μαθητές αποκαλούνται με μειωτικούς όρους και επίθετα, όπως σπασικλάκια, φυτά, κ.α. Το μήνυμα όμως του παραμυθιού είναι ελπιδοφόρο: Άσε τους άλλους να λένε και επικεντρώσου στον εαυτό σου, στους στόχους και στα όνειρά σου. Και τότε… αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθείς.  


Συγγραφέας και αφηγητής: Κουραβάνας Νίκος, Πολιτισμιολόγος, MSc.