Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Καθορίζοντας τη συγκίνηση...


Τι είναι η συγκίνηση; Πώς θα μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε ώστε να την κατανοήσουμε;

Ξεκινώντας από μια βιολογική προσέγγιση της συγκίνησης, ο Δαρβίνος υποστήριζε ότι τα συναισθήματα έχουν πρωτόγονη διάσταση. Αφορούν δεσμούς με το παρελθόν και δεν μπορούν πάντα να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ατόμου. 

Μέσα από μια σωματική προσέγγιση, ο William James, υποστήριζε ότι οι συγκινήσεις μας παρακινούν σε σωματικές αντιδράσεις. «Αν νιώσουμε μια έντονη συγκίνηση και έπειτα προσπαθήσουμε να αφαιρέσουμε από τη συνείδησή μας όλα τα σωματικά συμπτώματα που τη συνόδευαν, τότε θα διαπιστώσουμε ότι δεν μας έχει απομείνει τίποτα» (James, 1980, σελ. 67, όπως αναφ. στους Oatley & Jenkins, 2004). Μέσα από τα σωματικά συμπτώματα μπορούμε να αντιληφθούμε την ένταση της συγκίνησης. Το κοινό για τον Δαρβίνο και τον James είναι ότι η συγκίνηση θεωρείται κάτι που απλά συμβαίνει. 


Σύμφωνα με τον Freud, η ψυχαναλυτική προσέγγιση αποτελεί μια θεωρία των συγκινησιακών τραυμάτων (ορισμένα γεγονότα, κυρίως σεξουαλικά, είναι επιβλαβή και αφήνουν ψυχολογικά σημάδια με αποτέλεσμα να επηρεάζουν τη ζωή του ατόμου. Ο νους αυτοπροστατεύεται από δυσάρεστα συναισθήματα), μια θεωρία των εσωτερικών συγκρούσεων και μια θεωρία καταναγκασμού της επανάληψης. 

Με βάση την εννοιολογική προσέγγιση του Αριστοτέλη, οι συγκινήσεις συνδέονται με ενέργειες και πηγάζουν μέσα από όσα πιστεύουμε. Ο Αριστοτέλης εστιάζει στα πειστικά επιχειρήματα που εξαρτώνται από τρεις αρχές: μεγαλύτερη πίστη σε ένα καλό άτομο, μεγαλύτερη πίστη σε λόγια που αναδεύουν συγκινήσεις και σε επιχειρήματα που προσεγγίζουν την αλήθεια. Επιπλέον, για τον θυμό αναφέρει πως είναι μια παρόρμηση που συνοδεύεται από πόνο. 

Ο Καρτέσιος και ο Σπινόζα δίνοντας μια φιλοσοφική προσέγγιση της συγκίνησης υποστήριζαν ότι οι συγκινήσεις δεν ελέγχονται απόλυτα από τη σκέψη, αλλά οι σκέψεις μπορούν να παίξουν ρυθμιστικό ρόλο. Οι συγκινήσεις ισχυροποιούν και παρατείνουν στην ψυχή σκέψεις, που είναι χρήσιμες και δεν θα υπήρχαν χωρίς τα πάθη, αλλά αν παραταθούν πολύ τότε γίνονται βλαπτικές οι συγκινήσεις. Οπότε η ίδια η βιολογική κατασκευή μας προσφέρει συγκινήσεις, αναγκαίες και λειτουργικές, ενώ ορισμένες μπορεί να μετατραπούν σε δυσλειτουργικές. Ο Σπινόζα παρακινεί να ελέγξουμε τις παρορμήσεις μας γιατί αν γίνουμε έρμαια των συγκινήσεων μπορεί να χάσουμε τον έλεγχο του εαυτού μας. Τα συναισθήματα είναι άμεσα συνδεδεμένα με τους τρόπους σκέψης. Τα πάθη είναι συγκεχυμένες ιδέες, που βασίζονται σε εσφαλμένες πεποιθήσεις. Ακόμη, για τον Elliot, που προσεγγίζει λογοτεχνικά τις συγκινήσεις, θεωρούνται ένα είδος πυξίδας για να μπορούμε να επηρεάσουμε τους άλλους.     

Ο καθένας από τη δική του οπτική προσέγγιση περιγράφει τις συγκινήσεις… Επομένως, το ερώτημα παραμένει: τι είναι η συγκίνηση;

Μια συγκίνηση μπορεί να προκληθεί από «ένα άτομο που συνειδητά ή ασυνείδητα, αξιολογεί ένα γεγονός ως σχετικό με ένα ενδιαφέρον (ένα στόχο) που θεωρεί σημαντικό» (σελ. 190). Μπορεί να έχει θετική ή αρνητική χροιά, ανάλογα με την προώθηση ή παρεμπόδιση του στόχου, αντίστοιχα. 


Στο κέντρο της συγκίνησης βρίσκεται η «ετοιμότητα για δράση και η προώθηση των σχεδίων». Προτεραιότητα δίνεται σε διάφορες μορφές δράσης ανάλογα με τη συγκίνηση. Μια συγκίνηση συνήθως βιώνεται ως διακριτός τύπος ψυχικής κατάστασης που μπορεί να ακολουθείται από σωματικές αλλαγές, πράξεις ή εκφράσεις (σελ. 190). 

Όταν ο William James το 1884 αναρωτιόταν και προβληματιζόταν σχετικά με το «τι είναι συγκίνηση;» η απάντηση φαινόταν πως δεν είναι φανερή. Το πρόβλημα δεν είναι να δώσουμε παραδείγματα περί της συγκινήσεως, καθώς οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν ιδιαίτερα γύρω από τι είναι οι συγκινήσεις. Το πρόβλημα εμφανίζεται κατά την προσπάθεια να δοθεί ένας ορισμός. 

«Οι συγκινήσεις συνήθως δε συμβαίνουν όλες μαζί. Συνήθως, προκαλούνται μετά υφίστανται κάποια επεξεργασία κι έπειτα έχουν συνέπεια» (σελ. 193). Η συγκίνηση περνά από διάφορα στάδια:
 
Εκτίμηση - Αξιολόγηση πλαισίου - Ετοιμότητα δράσης - Οργανική μεταβολή, έκφραση, δράση.


Η θεωρία του κοινού νου για τα συναισθήματα ως είδους σεναρίου με αρκετά στάδια συγκλίνει με αυτή την επιστημονική θεωρία του Frijda. Επίσης, οι Stein et al. (1994, όπως αναφ. στους Oatley & Jenkins, 2004) προτείνουν τρία στάδια στα οποία ρωτούν: «Τι έγινε; 

Τι μπορώ να κάνω σχετικά και τι μπορεί να συμβεί στη συνέχεια;» (σελ. 193). Τα στάδια αυτά είναι τα εξής:

Απροσδόκητο γεγονός
Αμφισβήτηση πεποιθήσεων
Διαμόρφωση σχεδίων αναφορικά με το τι πρέπει να γίνει μετά το γεγονός. 

Ένα περιστατικό συγκίνησης διαρκεί από λίγα λεπτά ως λίγες ώρες. Συνδέεται περισσότερο με το γνωστικό- λεκτικό σύστημα, παρά με το σωματικό- οργανικό ή συμπεριφορικό- εκφραστικό σύστημα. Η προσοχή μας κατά τη διάρκεια της συγκίνησης επικεντρώνεται στα συναισθήματα. 

Τα συναισθήματα είναι αυτά στα οποία μπορούμε να ανατρέξουμε όταν σκεφτόμαστε τις ώρες που πέρασαν πρόσφατα ή τα συναισθήματα που ζούμε με άλλους ανθρώπους.
Π.χ. Χάρηκα που βρήκα εκείνο το βιβλίο. Θύμωσα που κανόνισες συνάντηση χωρίς να με ενημερώσεις. Όταν είδα το παιδί να γυρίζει σπίτι φοβήθηκα ότι είχε κάποιο ατύχημα. 

Κάθε συγκίνηση αποτελεί μια κατάσταση ετοιμότητας που προσφέρει προτεραιότητα και δέσμευση σε μια σειρά στόχων και σχεδίων.   


   
Keith Oatley & Jennifer Jenkins. (2004). Συγκίνηση: Ερμηνείες και κατανόηση. Αθήνα: Παπαζήση.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Η σοβιετική ψυχολογία για την ανάπτυξη του παιδιού


Ο Vygotsky διακρίνει δύο επίπεδα στη συμπεριφορά, το φυσικό, που είναι προϊόν της βιολογικής εξέλιξης του ζωικού κόσμου και το πολιτιστικό, που είναι προϊόν της ιστορικής εξέλιξης της κοινωνίας. Και τα δύο επίπεδα ενσωματώνονται στην ανάπτυξη του ψυχισμού. Η ουσία της πολιτιστικής συμπεριφοράς έγκειται στη διαμεσολάβηση των εργαλείων και των συμβόλων, όπου τα πρώτα έχουν κατεύθυνση ‘προς τα έξω’, προς την αναμόρφωση της πραγματικότητας, ενώ τα δεύτερα έχουν κατεύθυνση ‘προς τα μέσα’, στην αρχή προς την αναμόρφωση των άλλων ανθρώπων και ύστερα προς τη ρύθμιση της συμπεριφοράς του ίδιου του ρυθμιστή. Ο Vygotsky ασχολήθηκε με τη δομή της συνείδησης, τη συνάρτηση νόησης και λόγου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η δομή της συνείδησης είναι ένα δυναμικό σημειολογικό σύστημα ενοποιημένων συναισθηματικών βουλητικών και νοητικών διαδικασιών» (σελ. 30).

Λεόντιεφ Αλεξέι Νικολάεβιτς
«Στη μελέτη της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού πρέπει να ξεκινάμε με αφετηρία την ανάλυση της ανάπτυξης της δραστηριότητάς του, το πώς αυτή διαμορφώνεται στις δεδομένες, συγκεκριμένες συνθήκες της ζωής του.

Η ζωή στο σύνολό της δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική συγκόλληση διαφορετικών δραστηριοτήτων, υποδεικνύοντας πως διαφορετικά είδη δραστηριότητας μπορούν να παίξουν διαφορετικό ρόλο σε διάφορες περιόδους της ζωής. Για αυτό πρέπει να μιλάμε για την εξάρτηση της ψυχικής ανάπτυξης όχι από τη δραστηριότητα γενικά, αλλά από την κυρίαρχη δραστηριότητα» (σελ. 66). 


«Η κυρίαρχη δραστηριότητα είναι εκείνη η δραστηριότητα, η ανάπτυξη της οποίας καθορίζει τις σημαντικότερες αλλαγές στα ψυχικά προτσές και τις ψυχολογικές ιδιομορφίες της προσωπικότητας του παιδιού στο συγκεκριμένο στάδιο της ανάπτυξής του» (σελ. 67). 

«Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού υπό την επίδραση των συγκεκριμένων συνθηκών της ζωής του, αλλάζει η θέση, την οποία αντικειμενικά κατέχει στο σύστημα των ανθρωπίνων σχέσεων» (σελ. 69). 

Κάτω από κανονικές συνθήκες, το πέρασμα του παιδιού από την προσχολική ηλικία στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης της ψυχικής ζωής συνδέεται και με το πέρασμα του παιδιού στο σχολείο. Τα στάδια της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού χαρακτηρίζονται, όμως, όχι μόνο από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κυρίαρχης δραστηριότητας του παιδιού, αλλά κι από τη συγκεκριμένη διαδοχή στον χρόνο, δηλαδή με μια καθορισμένη σχέση με την ηλικία των παιδιών. Όμως, ούτε τα στάδια καθαυτά ούτε η σειρά διαδοχής τους ως προς τον χρόνο δεν είναι κάτι το δεδομένο και αμετάβλητο για πάντα. 

«Κι αυτό γιατί, όπως και κάθε νέα γενιά, έτσι κι ο κάθε ξεχωριστός άνθρωπος, που ανήκει στη συγκεκριμένη γενιά, βρίσκει ήδη έτοιμες τις γνωστές συνθήκες ζωής. Αυτές και κάνουν δυνατό το ένα ή το άλλο περιεχόμενο της δραστηριότητάς του» (σελ. 79).


Σύμφωνα με τον Vygotsky, «ο χαρακτήρας είναι μια κοινωνική σφραγίδα της προσωπικότητας. Είναι η σταθεροποιημένη, αποκρυσταλλωμένη τυπική συμπεριφορά της προσωπικότητας στον αγώνα της για κοινωνική θέση. Αυτός είναι το κατακάθισμα της βασικής γραμμής της ζωής, του μη συνειδητού σχεδίου της ζωής, του μη συνειδητού σχεδίου της ζωής, της ενιαίας κατεύθυνσης όλων των ψυχολογικών πράξεων και λειτουργιών της ζωής. Σχετικά μ’ αυτό, για τον ψυχολόγο γίνεται υποχρεωτική η κατανόηση κάθε ψυχολογικής πράξης, όπως και του χαρακτήρα του ανθρώπου στο σύνολό του, όχι μόνο σε σχέση με το παρελθόν της προσωπικότητας, αλλά και με το μέλλον της. Αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε τελική κατεύθυνση της συμπεριφοράς μας. Όπως είναι ακατανόητη μια σκηνή σε μια ταινία που δείχνει τη στιγμή της κίνησης, όταν δεν υπάρχουν τα προηγούμενα σημεία, όταν δεν υπάρχει η κίνηση στο σύνολό της, όπως η γραμμή που διασχίζει η σφαίρα καθορίζεται από το τελικό σημείο ή στόχο, έτσι ακριβώς κάθε κίνηση και κάθε χαρακτηριστικό του χαρακτήρα προκαλούν ερωτήματα:

Προς τι στοχεύουν; Πού σημαδεύουν; Σε τι θα μετατραπούν; Προς τι κλίνουν; 

Στην ουσία, αυτή η κατανόηση των ψυχολογικών φαινομένων όχι μόνο από το παρελθόν, αλλά κι από το μέλλον, δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη διαλεκτική απαίτηση: να παίρνουμε υπόψη τα φαινόμενα την τάση τους, το μέλλον τους, να δούμε την αιτιολογία τους στη βάση του υπάρχοντος» (σελ. 166). 

«Ο τελικός χαρακτήρας των ψυχολογικών πράξεων, η κατεύθυνσή τους στο μέλλον εμφανίζονται στις πιο στοιχειώδεις μορφές συμπεριφοράς» (σελ. 168). 

«Η νεύρωση, η φυγή στην αρρώστια, η πλήρης αντικοινωνική ψυχολογική θέση υποδεικνύει την ύπαρξη εικονικού στόχου, που κατευθύνει όλο το σχέδιο της ζωής σε λάθος δρόμο και που διαστρεβλώνει τη βασική γραμμή της ζωής και τον χαρακτήρα του παιδιού. Η αποτυχημένη αναπλήρωση μετατρέπεται σε αμυντική πάλη με τη βοήθεια της αρρώστιας. Ο ηττημένος υπερασπίζεται τον εαυτό του με την αδυναμία του. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους, στις δύο ακραίες περιπτώσεις βρίσκονται διάφορα επίπεδα αναπλήρωσης, από το μικρότερο έως το μεγαλύτερο. Αυτό είναι το συχνότερα καταγεγραμμένο από εμάς και ότι πιο συχνά συναντιέται στην πρακτική έρευνας του παιδικού ταλέντου, στο οποίο ήδη πια έχουμε συνηθίσει» (σελ. 173-174).

«Η ψυχολογική προοπτική του μέλλοντος είναι ακριβώς η θεωρητική δυνατότητα της διαπαιδαγώγησης. Το παιδί από τη φύση του πάντοτε αποδεικνύεται ατελές στην κοινωνία των ενηλίκων. Η θέση του από την αρχή δίνει αφορμή για την ανάπτυξη σ’ αυτό αισθημάτων αδυναμίας, αβεβαιότητας και δυσκολιών. Το παιδί πολλά χρόνια παραμένει απροσάρμοστο ως προς την αυτοτελή ύπαρξή του, και σ’ αυτή την απροσαρμοστικότητα, τη δυσχέρεια της παιδικής ηλικίας βρίσκεται η ρίζα της ανάπτυξής του. Η παιδική ηλικία ακριβώς είναι η περίοδος της ατέλειας και της προνομιακής αναπλήρωσης, δηλαδή της κατάκτησης θέσης σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο. Στο προτσές αυτής της κατάκτησης, ο άνθρωπος ως κοινωνικός τύπος, έτσι ο ζωώδης οργανισμός γίνεται ανθρώπινη προσωπικότητα. Η κοινωνική κατάκτηση αυτού του φυσικού προτσές είναι ακριβώς αυτό που ονομάζεται διαπαιδαγώγηση. Αυτή θα ήταν αδύνατη εάν στο ίδιο αυτό φυσικό προτσές ανάπτυξης και διάπλασης του παιδιού δεν υπήρχε τοποθετημένη η προοπτική του μέλλοντος, που καθορίζεται από τις απαιτήσεις του κοινωνικού είναι» (σελ. 175-176).


Η σοβιετική ψυχολογία για την ανάπτυξη του παιδιού. Συλλογή άρθρων των Βιγκότσκι, Λεόντιεφ, Ελκόνιν. Εισαγωγή και μετάφραση: Ε. Βαγενάς, Εποχή, 2003.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Θεωρία της επιλογής και ψυχαναγκαστικές εμμονές




Τι μας μαθαίνει η Θεωρία της Επιλογής;

«Αυτό που η Θεωρία της Επιλογής δείχνει ξεκάθαρα είναι ότι το 99% των ανθρώπων, όταν αντιμετωπίζουν κάποια δυσκολία με τον συνάνθρωπό τους, χρησιμοποιούν την απαρχαιωμένη μέθοδο που εγώ αποκαλώ Ψυχολογία Εξωτερικού Ελέγχου. Αυτή η ελεγκτική και τιμωρητική ψυχολογία, είναι η αιτία των μη- ικανοποιητικών σχέσεων που βασανίζουν τους ανθρώπους. Αυτή η ψυχολογία βλάπτει τις σχέσεις, και στο τέλος τις καταστρέφει- είναι μια μάστιγα για την ανθρωπότητα. 

Αυτό που προσπαθώ να διδάξω στους ανθρώπους είναι να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τον εξωτερικό έλεγχο και να τον αντικαταστήσουν με τη θεωρία της επιλογής. Μπορούν ακόμα να μάθουν να χρησιμοποιούν τη θεωρία της επιλογής για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από τον εξωτερικό έλεγχο που χρησιμοποιούν οι άλλοι απέναντί τους. Συνήθως, διδάσκω αυτές τις ιδέες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και οι πελάτες μου συχνά δε συνειδητοποιούν αυτό που κάνω. Δίνω όμως και μια ξεκάθαρη εξήγηση της θεωρίας, επειδή πιστεύω ότι βοηθάει» (Glasser, σελ. 21).


Οι ψυχαναγκαστικές εμμονές, και πού τον βοηθάνε…

… κάνεις αυτό που διαλέγεις σε μια σχέση, και όχι αυτό που διαλέγουν οι άλλοι να κάνεις. Αυτός είναι ο πυρήνας της θεωρίας της πραγματικότητας. 

Στην ταινία «Καλύτερα δεν γίνεται», ο ήρωας Μέλβιν Γιουντάλ, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα ψυχαναγκαστικής διαταραχής, την οποία ο ασθενής δεν μπορεί να ελέγξει. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της επιλογής, δε πιστεύω ότι ο Μέλβιν υποφέρει από μια ψυχική ασθένεια, ή ότι δεν έχει τον έλεγχο των πράξεών του. Πιστεύω ότι επιλέγει να επιδίδεται σε έμμονες ιδέες και να ψυχαναγκάζεται, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτό που είναι τόσο εμφανές από την αρχή της ταινίας: Το γεγονός ότι δεν έχει κοντινές και ικανοποιητικές σχέσεις. Για να καταφέρει να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, χρειάζεται, όπως όλοι μας άλλωστε, τουλάχιστον μια σχέση που να τον γεμίζει. 

Όταν αποτυγχάνουμε στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε σχέσεις με άλλους ανθρώπους, όπως ο Μέλβιν έχει αποτύχει- υποφέρουμε. Κι αυτό επειδή αυτή η ανάγκη βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας, όπως και η ανάγκη επιβίωσης. Σχεδόν όλος ο πόνος και η αρρώστια που σχετίζονται με τις επιλογές μας –και αποκαλούνται ψυχικές ασθένειες- είναι μια γενετική προειδοποίηση: Σημαίνει ότι δεν έχουμε κάποια σχέση για να ικανοποιηθούν τα γονίδιά μας. 


Όταν υποφέρουμε από κάποιο πόνο, ψυχικό ή σωματικό, το μυαλό μας δεν μας αφήνει να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια. Νιώθουμε ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να μειώσουμε τον πόνο. Αυτό που αποκαλείται ψυχική ασθένεια, είναι μια περιγραφή του τρόπου που επιλέγει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων, για να αντιμετωπίσει τον πόνο της μοναξιάς ή της απομόνωσής του. Στην περίπτωση του Μέλβιν, η επιλογή είναι κυρίως οι εμμονές και οι ψυχαναγκασμοί, μια επιλογή τόσο κοινή που της έχει δοθεί λανθασμένα η ταμπέλα της ‘ψυχικής ασθένειας’ εδώ και εκατό χρόνια, περίπου. 

Όσο όμως ακατάλληλες κι αν είναι οι εμμονές και οι ψυχαναγκασμοί για να μας βοηθήσουν να επανασυνδεθούμε, είναι πάντα η καλύτερη επιλογή για να ικανοποιήσουμε μία ή περισσότερες από τις πέντε ανάγκες που είναι ενσωματωμένες στη γενετική μας δομή: Η Επιβίωση, η Αγάπη και η Ανάγκη να ανήκουμε, η Δύναμη, η Ελευθερία και η Ψυχαγωγία. Από τη στιγμή που επιλέγουμε κάποια συμπεριφορά, πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε άλλη επιλογή δεν θα είναι τόσο αποτελεσματική. Αυτό που διαλέγουμε είναι η καλύτερη επιλογή για τη συγκεκριμένη στιγμή. Όταν λέμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε κάτι και τελικά το κάνουμε, αυτό σημαίνει ότι υποθέτουμε πώς δε θα φέρει αποτέλεσμα, και αυτό που υποθέτουμε, όμως, δεν είναι αρκετό για να μας σταματήσει από το να επιλέγουμε να το κάνουμε. 


Όπως βλέπουμε λοιπόν στην ταινία, ο Μέλβιν, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον πόνο της μοναξιάς του, επιλέγει μια  ποικιλία εμμονών και ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών, μέσα στην προσπάθειά του –που συχνά είναι ανεπιτυχής- να συγκρατήσει τον θυμό που επιλέγει να νιώσει όταν έχει να κάνε με ανθρώπους που τους βρίσκει εκνευριστικούς. Στην αρχή της ταινίας, φαίνεται να μην αναγνωρίζει τον θυμό του, κι αυτό ενέχει κίνδυνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους. Όμως, σίγουρα γνωρίζει ότι χρειάζεται ν’ αγαπηθεί και να νιώσει ότι ανήκει –όπως όλοι μας άλλωστε. Κι αυτό είναι ολοφάνερο στο γεγονός ότι γράφει ρομαντικές νουβέλες. 

Τα συμπτώματά του είναι τα κλασσικά συμπτώματα που επιλέγει ένα ψυχαναγκαστικό άτομο: Φοβάται τόσο πολύ τα μικρόβια, ώστε χρησιμοποιεί καινούργιο σαπούνι κάθε φορά που πλένει τα χέρια του, και τα πλένει πολλές φορές την ημέρα. Άλλη μια ψυχαναγκαστική διαδικασία που βιώνει, είναι όταν κλειδώνει και ξεκλειδώνει τις τέσσερις κλειδαριές που ασφαλίζουν την είσοδο του διαμερίσματός του. Το πιο εμφανές από τα συμπτώματά του είναι η τεράστια προσπάθεια που καταβάλλει για να μην πατήσει τις γραμμές στις πλάκες του πεζοδρομίου, κάτι που σε μια πόλη σαν την Νέα Υόρκη του παρέχει μια πλήρη απασχόληση.

Με έναν αληθοφανή τρόπο, η ταινία τον δείχνει να προσπαθεί να δημιουργήσει μια σχέση με την Κάρεν, μια μοναχική μητέρα που σηκώνει τα βάρη ενός ασθματικού εφτάχρονου γιου. Η Κάρεν βαστάει γερά, αλλά βλέπει τον εαυτό της να στερεύει σε κοινωνικό και σεξουαλικό επίπεδο. Πριν ακόμα ξεκινήσουν τη σχέση τους, η Κάρεν γνωρίζει αρκετά για τον Μέλβιν. Είναι η σερβιτόρα του σ’ ένα εστιατόριο δίπλα στο σπίτι του, όπου εκείνος τρώει κάθε μέρα. Τον βλέπει που είναι απεχθής και περίεργος κάθε φορά που εκνευρίζεται, πράγμα που συμβαίνει συνέχεια. 

Πολύ σύντομα, ο Μέλβιν και η Κάρεν ερωτεύονται. Η ταινία καταλήγει σε ευτυχισμένο τέλος, μιας και ο Μέλβιν και η Κάρεν γίνονται ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Η επιλογή του, να έχει εμμονές και ψυχαναγκασμούς έχει μειωθεί, μέχρι που υπονοείται ότι οι δυο τους έχουν την προοπτική να ζήσουν μαζί μια φυσιολογική ζωή» (σελ. 23-25).

Glasser, William (2002). Ιστορίες άμεσης θεραπείας. Εκδόσεις Θυμάρι.