Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Μεγάλες Προσδοκίες… στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις…


Προσδοκίες VS ευγνωμοσύνη 

Γιατί δεν εκτιμούνται οι θυσίες που κάνουμε για τους άλλους;

Η πλειοψηφία των ανθρώπων θεωρεί ότι ένα από τα προνόμια αλλά και απαραίτητο συστατικό στοιχείο των ερωτικών σχέσεων είναι η θυσία καθώς και η παροχή υποστήριξης και βοήθειας κάθε φορά που θα παραστεί ανάγκη και ειδικότερα σε καταστάσεις αυξημένου στρες και αναστάτωσης. Θεωρείται δεδομένο το να θυσιαστεί ή να συμβιβαστεί ο/η σύντροφός μας προκειμένου να καλύψει πρώτα τις δικές μας ανάγκες. Μπορούμε, λοιπόν, να υπολογίζουμε στη θυσία και στην υποστήριξη του/της συντρόφου μας προσδοκώντας να είναι πάντα εκεί για εμάς, όμως ποιες είναι οι συνέπειες του να τρέφουμε τέτοιου είδους προσδοκίες θυσίας στις ερωτικές μας σχέσεις; 

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, το να υπάρχουν προσδοκίες για θυσίες μέσα στο ζευγάρι, τότε είναι λιγότερο πιθανό να εκτιμηθούν αυτές οι θυσίες, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο ικανοποιημένοι και οι δυο από τη σχέση τους. Μια ομάδα επιστημόνων που μελετούν τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, διεξήγαγε μια έρευνα στις Κάτω Χώρες, 126 ζευγαριών για 8 ημέρες. Κάθε μέρα και οι δυο σύντροφοι ανέφεραν οποιεσδήποτε θυσίες έκαναν, καθώς και πόσο ευγνώμονες ένιωθαν απέναντι στον/στη σύντροφό τους, πόσο σεβάστηκαν τον/τη σύντροφό τους και πόσο ικανοποιημένοι ένιωθαν από τη σχέση τους. Από όλα τα ζευγάρια ζητήθηκε επίσης να απαντήσουν στις εξής τέσσερις ερωτήσεις:


α) γενικά η θυσία αποτελεί ένα απαραίτητο στοιχείο των στενών σχέσεων;
β) είναι φυσιολογικό να υπάρχει η θυσία στις στενές σχέσεις;
γ) οι άνθρωποι θα πρέπει να κάνουν θυσίες προκειμένου να διατηρήσουν μια υγιή σχέση;
δ) αναμένω από τον σύντροφό μου να κάνει θυσίες στη σχέση μας; 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι προσδοκίες σχημάτιζαν αντιδράσεις ως προς τις θυσίες, κι ότι οι άνθρωποι ήταν πιο ευγνώμονες, είχαν μεγαλύτερο σεβασμό για τους συντρόφους τους και ήταν πιο ικανοποιημένοι από τις σχέσεις τους τις ημέρες που θεωρούσαν ότι ο/η σύντροφός τους είχε κάνει κάποια θυσία για χάρη τους, αλλά ένιωθαν όλα τα παραπάνω ακόμη περισσότερο όταν έτρεφαν χαμηλές προσδοκίες για θυσίες.  Δηλαδή, οι άνθρωποι που είχαν υψηλές προσδοκίες για θυσίες, συγκινούνταν πολύ λιγότερο από τις θυσίες και δεν είχαν αυξημένη ευγνωμοσύνη, σεβασμό και ικανοποίηση κατά τις ημέρες που θεώρησαν ότι ο/η σύντροφός τους θυσιάστηκε γι’ αυτούς σε σύγκριση με τις ημέρες χωρίς θυσία. 


Προφανώς, δεν μπορούμε παρά να αναμένουμε βοήθεια, υποστήριξη και θυσία ως ένα βαθμό από τους συντρόφους μας, αν και αυτή η έρευνα έδειξε ότι μερικοί άνθρωποι τα προσδοκούν αυτά περισσότερο από άλλους. Όμως, όπως προείπαμε, αυτές οι προσδοκίες ίσως μειώσουν την ικανότητά μας να εκτιμούμε την εμπλοκή των συντρόφων μας σε τέτοιες συμπεριφορές. Όταν προσδοκούμε θυσίες από τους συντρόφους μας, τότε είναι που δεν βλέπουμε με το ίδιο θετικό βλέμμα αυτές τις θυσίες τους. 


Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι «οι προσδοκίες για θυσίες σκοτώνουν την ευγνωμοσύνη». Λόγου χάρη, σκεφτείτε πόσοι φοιτητές προσδοκούν ως δεδομένο ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στο πανεπιστήμιο οι γονείς τους είναι υποχρεωμένοι να τους στηρίξουν οικονομικά και εν τέλει η ευγνωμοσύνη τους περιορίζεται σε ένα «ελάχιστο» και απλό λεκτικό «ευχαριστώ» ή και σε κάποιες αγκαλιές… Θα εκτιμούνταν όμως με τον ίδιο τρόπο εάν δεν υπήρχε η προσδοκία οικονομικής στήριξης των σπουδών τους από τους γονείς; Θα ήταν το ίδιο αν οι φοιτητές έπρεπε να δουλέψουν για να πληρώνουν τα έξοδά τους; Ακόμη τι θα συνέβαινε εάν οι γονείς τους, συμφωνούσαν μαζί τους να μην δουλέψουν κατά τη διάρκεια των σπουδών, αλλά να έπρεπε αργότερα, μετά την αποφοίτησή τους να πληρώσουν πίσω όλα τα χρήματα που ξόδεψαν οι γονείς τους για να τους σπουδάσουν; Ακόμη κι έτσι, δηλ. στην περίπτωση της οικονομικής στήριξης και της υποχρέωσης εξόφλησης μετά την αποφοίτηση, η ευγνωμοσύνη θα έπρεπε να ήταν μεγάλη για τη γενναιόδωρη χειρονομία των γονιών. 

Συνοψίζοντας, είναι σημαντικό να προσπαθούμε μέσα στην καθημερινότητά μας να συλλογιζόμαστε τις θυσίες που κάνει ο/η σύντροφός μας για μας και να του/της εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας, ακόμη και για πράγματα που περιμένουμε, ώστε να δίνουμε το μήνυμα ότι οι θυσίες που κάνει για εμάς είναι αξιοπρόσεκτες κι εκτιμούνται. 


Από την άλλη, εάν δεν εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας, τότε ο/η σύντροφός μας δε δέχεται τα απαραίτητα θετικά ερεθίσματα που είναι απαραίτητα προκειμένου να ενισχυθεί και να διατηρηθεί μια συμπεριφορά κι έτσι άθελά μας τον οδηγούμε στο να σταματήσει να κάνει θυσίες για εμάς, εφόσον τίποτα από όσα κάνει δεν εκτιμάται. 

Τέλος, εμείς ενδεχομένως να προσδοκούμε θυσίες από τον/την σύντροφό μας, τη στιγμή που από την άλλη πλευρά δεν υπάρχουν τέτοιου είδους προσδοκίες προς εμάς. Επίσης, θα πρέπει να έχουμε στο νου ότι αν δεν ακούμε ποτέ το «ευχαριστώ» για όσες θυσίες κάνουμε για τον/τη σύντροφό μας, τότε είναι πιθανό ο/η σύντροφός μας να έχει πέσει θύμα της παγίδας που περιγράφηκε σε αυτό το άρθρο, δηλ. ότι «οι προσδοκίες για θυσίες, σκοτώνουν την ευγνωμοσύνη».  


Βιβλιογραφία:
 https://www.psychologytoday.com/intl/blog/between-you-and-me/201909/how-expectations-are-shaping-your-relationship. How Expectations Are Shaping Your Relationship. Research shows that if you expect help, you might not appreciate it. Gordon A. (2019).


Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Μουσική: το φάρμακο της ψυχής


Η σημασία της μουσικής και η επίδρασή της στην ψυχή σύμφωνα με τους Αρχαίους Έλληνες

Η μουσική κατείχε δεσπόζουσα θέση στη ζωή των Αρχαίων Ελλήνων. Καίριος ήταν ο ρόλος της μουσικής στις θλιβερές στιγμές της ζωής, αλλά και στις στιγμές της χαράς και του γλεντιού, στα συμπόσια, στις συγκεντρώσεις και φυσικά στους γάμους. Δηλαδή, η μουσική, το άσμα και η όρχηση αποτελούσαν τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις της πολιτισμένης κοινωνίας και παράγοντες, αλλά και δείκτες ευζωίας. Η μουσική έχοντας θεϊκό χαρακτήρα ήδη από τους Αρχαϊκούς χρόνους άρχισε να αποκτά έναν όλο και πιο σύνθετο ρόλο με αποκορύφωμα τις δύο μεγάλες εορτές της πόλης, τα Μεγάλα Παναθήναια και τα Μεγάλα Διονύσια.  Αξιοπρόσεκτη είναι επίσης η δημιουργία μουσικών αγώνων σε πολλές πόλεις, π.χ. τα «Κάρνεια» στην αρχαία Σπάρτη.  Επιπλέον, οι μεγάλοι αθλητικοί αγώνες περιελάμβαναν και μουσικούς διαγωνισμούς, διότι οι αθλητές χρειάζονταν τον ρυθμό του μουσικού να τους παρακινεί και να τους εμψυχώνει.  Σημαντικό ήταν επίσης ένα νέο τότε είδος κτηρίων, προορισμένων για μουσικές εκδηλώσεις, τα λεγόμενα «ωδεία» (Κ. Παπαοικονόμου – Κηπουργού, 2003).


Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ο πρώτος που έκανε μαθηματικούς υπολογισμούς πάνω στους μουσικούς τόνους και απέκτησε θεμελιώδεις γνώσεις γύρω από τις σχέσεις των τονικών διαστημάτων ήταν ο Πυθαγόρας.  Μία από τις βασικές του διδασκαλίες ήταν ότι ο κόσμος είναι αρμονία και αριθμοί (Neubecher, 1986).  Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα «η πιο τέλεια και απόλυτη υλική και σύγχρονη άυλη έκφραση του αριθμού εντοπίζεται στη Μουσική, η οποία, με τον τρόπο αυτό, περιβάλλεται την αίγλη του πιο καθαρού και αφηρημένου αριθμητικού εκδηλώματος».  Ο Πυθαγόρας, θεωρούσε πως η μουσική ως τέχνη χαρακτηρίζεται από θεμελιώδη αιτήματα όπως η αισθητική, η ηθική και η παιδευτική της αξία.  Επίσης, ο Πυθαγόρας θεωρούσε πως η μουσική επιδρά θετικά στην ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου και αναγνώριζε στη μουσική θεραπευτικές ιδιότητες (Λέκκας κ.α., 2003). 

Ο Δάμων ο Αθηναίος (5ος αι. π. Χ.) υπήρξε δάσκαλος του Περικλή και του Σωκράτη και θεωρείται ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός του ρυθμού (Λέκκας κ.α., 2003).  Ο δεσμός με τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους φαίνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος υποστήριζε την συνετή χρήση της μουσικής ως μορφοποιητικού στοιχείου στην ανατροφή των νέων, πίστευε δηλαδή, στην στενή σχέση μουσικής – ψυχής (Neubecker, 1986).

Και ο Πλάτων (428 – 347 π.Χ.) ο οποίος ήταν ο σπουδαιότερος μαθητής του Σωκράτη, συμφωνούσε ότι η μουσική έχει διαπαιδαγωγική σημασία και ότι η επίδρασή της είναι εξαιρετικά σημαντική στη διάπλαση της ψυχής και του χαρακτήρα των νέων (Λέκκας κ.α., 2003).  Ο Πλάτων αποδοκίμαζε τη μουσική που επιδιώκει μόνο στην ακουστική τέρψη με αριστοτεχνικά «εφέ», ενώ θεωρούσε ως ωραίο, τις λιτές ή μετρημένες μελωδίες που βελτιώνουν το χαρακτήρα.  Παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον οι απόψεις του Πλάτωνα στον «Τίμαιο».  Εκεί περιγράφεται η δημιουργία της ψυχής του κόσμου, ώστε να δείχνει πώς πρέπει να προχωρεί κανείς καθαρά με την σκέψη.  Ο δημιουργός της ψυχής την πλάθει ταξινομώντας μια σειρά μαθηματικών αναλογιών.  Το αποτέλεσμα είναι μια κατασκευή που οι αναλογίες της αντιστοιχούν σε τόνους μιας κλίμακας.  Φαίνεται δηλαδή, ότι ο Πλάτων αποδέχεται στοιχεία της Πυθαγόρειας διδασκαλίας (Neubecker, 1986).

Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα που σχετίζεται με τον Πλάτωνα είναι ο μαθητής του ο Αριστοτέλης (384 – 322 π.Χ.).  Στο έργο του «Πολιτικά» και πιο συγκεκριμένα στο 8ο βιβλίο του, αναλύει διεξοδικά τις δυνατότητες χρήσης της μουσικής στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή, διότι πίστευε στην επίδραση της μουσικής πάνω στην ψυχή (Neubecker, 1986).  Θεωρούσε ότι οι μουσικοί τόνοι επηρεάζουν την ψυχική διάθεση και ότι ο μουσικός τόνος που προκαλεί κατά βάση μια μέση, ισορροπημένη διάθεση, ανήκει σε ένα είδος, σε εκείνο του «δωρικού τρόπου» (Shaboutin, 2005). Επιπλέον, ασχολήθηκε με τη θεωρία της μουσικής πιο εκτεταμένα και λιγότερο θεωρητικά από τον Πλάτωνα (Neubecker, 1986).
Τόσο ο Πυθαγόρας, όσο ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης πίστευαν πως η μουσική καθώς και τα επιμέρους στοιχεία της, εμπεριέχουν «ήθος».  Επιπροσθέτως, θεωρούσαν ότι η μουσική είναι ικανή να διαπλάθει τον χαρακτήρα του ανθρώπου και κυρίως των παιδιών (Λέκκας κ.α., 2003). 


Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι ο ρόλος της μουσικής είναι μοναδικός κι ότι συμπεριλαμβάνει πολιτισμικές, κοινωνικές αλλά και ψυχολογικές διαστάσεις όπως είδαμε επιχειρώντας να διερευνήσουμε κάποια ζητήματα φιλοσοφικής διαλεκτικής. 
Μας δόθηκε η ευκαιρία να εντρυφήσουμε στη μουσική, σε μια τέχνη δηλαδή που χαρακτηρίζεται από την μαθηματική θεωρία και την καλλιτεχνική της πράξη.  Συνειδητοποιήσαμε ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής που μοιάζουν δεδομένα σε εμάς και κατ’ επέκταση δευτερευούσης σημασίας, όπως λόγου χάρη τα όργανα μουσικής, κρύβουν από πίσω τους ένα απίστευτο βάθος χρόνου κι ότι δίχως υπερβολή αποτελούν δυναμική πολιτισμού. 


Η μουσική αλλά και ο χορός αναμφισβήτητα αποτελούν αξιόλογες τέχνες που επηρεάζουν την ψυχική μας ισορροπία κι αυτό διαφαίνεται από την συμπαγή και ατελείωτη ποικιλία τεχνικών, πρακτικών, σχολών, ειδών και υφών που συναντάμε σε όλους τους πολιτισμούς του κόσμου.  


Βιβλιογραφία: 

Βιρβιδάκης, Στ.,  Λέκκας, Δ. , Παπαοικονόμου – Κηπουργού, Κ. , κ. α. , 2003,Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, Διαλεκτικοί Συσχετισμοί – Θεωρία της Ελληνικής Μουσικής, Τόμος Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα.

Βιρβιδάκης, Στ.,  Λέκκας, Δ. , Παπαοικονόμου – Κηπουργού, Κ. , κ. α. , 2003,Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, Διαλεκτικοί Συσχετισμοί – Θεωρία της Ελληνικής Μουσικής, Τόμος Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα.

Neubecker, A., J., 1986, Η Μουσική Στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Σιμωτά – Φιδετζή, Μ., Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα. 

Shaboutin, S., 2005, Ιατρικές Δυνάμεις της Μουσικής, Εκδόσεις PLS, Αθήνα. 


Κουραβάνας Νικόλαος, Πολιτισμιολόγος, MSc.
kouravanasnikos@gmail.com


Γιατί οι γυναίκες προσποιούνται οργασμό;


Ενδεχομένως αρκετές φορές να έχουμε ακούσει για το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες έχουν προσποιηθεί οργασμό, είτε σε περιστασιακές σχέσεις, είτε σε σταθερές και μόνιμες σχέσεις. Συνεπώς, ένα βασικό ερώτημα που αναδύεται είναι γιατί οι γυναίκες έχουν την ανάγκη ή επιλέγουν να προσποιηθούν οργασμό;

Πρόκειται για ένα αρκετά σημαντικό ζήτημα, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι με το να προσποιούνται οι γυναίκες οργασμό καθοδηγούν τον σύντροφό τους σε λανθασμένα συμπεράσματα, καθώς δίνουν το μήνυμα ότι παίρνουν τη μέγιστη σεξουαλική ικανοποίηση και ευχαρίστηση, χωρίς όμως αυτό να συμβαίνει πραγματικά. Οπότε, μακροπρόθεσμα, υιοθετούνται συγκεκριμένες ερωτικές πρακτικές μέσα στο ζευγάρι, προκειμένου να έρθει ο οργασμός, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν έρχεται. Η γυναίκα μένει με το αίσθημα του ανικανοποίητου και ο άνδρας με την ψευδαίσθηση ότι επαναλαμβάνοντας την ίδια ερωτική συμπεριφορά ικανοποιεί τη σύντροφό του. Η γυναίκα σιωπά το «πρόβλημα», ενώ ο άνδρας αγνοεί την ύπαρξή του, με αποτέλεσμα να μην αναζητείται κάποιος τρόπος επίλυσης. Εν τέλει, η συγκεκριμένη κατάσταση έχει αρνητική επίδραση στη σεξουαλική ικανοποίηση.    

Μια νέα μελέτη για τη σεξουαλική συμπεριφορά που εκπονήθηκε από την Debby Herbenick και τους συνεργάτες της στην Αμερική ρίχνει φως στα αίτια σχετικά με τους προσποιητούς οργασμούς. Η μελέτη περιελάμβανε 1008 γυναίκες, ηλικίας από 18 έως 94 ετών, οι οποίες ήταν κυρίως ετεροφυλόφιλες. Το 59% των γυναικών του δείγματος ανέφεραν ότι είχαν προσποιηθεί κάποια στιγμή στη ζωή τους, αλλά τα δύο τρίτα αυτών ανέφεραν ότι έχουν σταματήσει να προσποιούνται. 


Οι πιο κοινοί λόγοι που οι γυναίκες ανέφεραν για τον προσποιητό οργασμό ήταν οι εξής:
Ήθελαν ο σύντροφός τους να νιώσει επιτυχημένος (57%). 

Ήθελαν να τελειώσει η σεξουαλική πράξη επειδή αισθάνθηκαν κουρασμένες (45%).
Τους άρεσε πολύ ο σεξουαλικός τους σύντροφος και δεν ήθελαν να τον κάνουν να αισθανθεί άσχημα (38%).

Από την άλλη, οι λόγοι που σταμάτησαν πλέον να προσποιούνται οργασμό ήταν οι εξής:
Νιώθουν πιο άνετα τώρα με το σεξ, είτε είχαν είτε δεν είχαν οργασμό (47%).

Αισθάνονται περισσότερη αυτοπεποίθηση με τον εαυτό τους, ως γυναίκες (35%).

Νιώθουν ότι οι σύντροφοί τους τις αποδέχονται και είναι ευχαριστημένοι μαζί τους, ακόμη κι αν αυτές δεν έχουν οργασμό (34%). 

Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η έλλειψη σεξουαλικής επικοινωνίας μπορεί να είναι μερικώς υπεύθυνη για την προσποίηση οργασμού. Αν θα μπορούσαμε να πούμε ξεκάθαρα στον σύντροφό μας πώς και που μας αρέσει να μας αγγίζουν και αν αυτοί είναι δεκτικοί να μας ακούσουν, καθώς και να μας δείξουν ενδιαφέρον κάνοντάς μας ερωτήσεις, τότε έχουμε περισσότερες πιθανότητες να βιώσουμε σεξουαλική ευχαρίστηση. Αντιθέτως, αν δεν αισθανόμαστε άνετα να μιλάμε για σεξ με τον σύντροφό μας, ή έχουμε έναν σύντροφο που δεν είναι ανοιχτός στο να ακούσει αυτό που μας αρέσει ή αυτό που θέλουμε, τότε υπάρχει μικρότερη πιθανότητα ώστε να ικανοποιηθούν οι σεξουαλικές μας ανάγκες. 


Σύμφωνα με τους ερευνητές, γυναίκες που προσποιούνταν οργασμό και συνεχίζουν να προσποιούνται ανέφεραν ότι όταν μιλούσαν για σεξ με τον σύντροφο τους και ένιωθαν ότι αυτό ήταν ντροπιαστικό, τότε ήταν λιγότερο πιθανό να εξωτερικεύσουν τι θεωρούσαν πιο ευχάριστο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Επίσης, οι ερευνητές σημείωσαν ότι η νεαρότερη ηλικιακή ομάδα (γυναίκες 18-24 ετών) δήλωναν ότι δεν ήξεραν πώς να ζητήσουν αυτό που ήθελαν. Πάνω από το ήμισυ του δείγματος, δηλαδή 55%, δήλωσαν ότι ήθελαν να επικοινωνήσουν με τον σύντροφό τους για το σεξ, αλλά αποφάσισαν να μην το κάνουν. Όταν οι ερευνητές τις ρώτησαν γιατί δεν επικοινωνούν για το σεξ, οι γυναίκες αυτές δήλωσαν ότι δεν ήθελαν να βλάψουν τα συναισθήματα του συντρόφου τους (42%), ότι δεν ένιωθαν άνετα στο να μιλήσουν για σεξουαλικές λεπτομέρειες (40%) και εξαιτίας αμηχανίας (37%). 

Τέλος, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες που ένιωθαν πιο άνετα να εκφράσουν στον σύντροφό τους τις σεξουαλικές τους επιθυμίες και χρησιμοποιούσαν το κατάλληλο λεξιλόγιο για να αναφερθούν στη σεξουαλική τους ανατομία ήταν λιγότερο πιθανό να προσποιούνται οργασμό και περισσότερο πιθανό να βρίσκονται μέσα σε μια σεξουαλικά ικανοποιητική σχέση. Επίσης, οι γυναίκες που δεν πιέζουν τον εαυτό τους να έχουν προσποιητούς οργασμούς και είναι δεκτικές και στην επικοινωνία και την ανατροφοδότηση έχουν το βασικό κλειδί για τη δημιουργία ενός πιο άνετου πεδίου ώστε να εξωτερικεύσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες και ανάγκες.


Murray, Sarah Hunter. (2019). Why women fake (and no longer fake) having orgasms. Retrieved in 29/9/2019 by https://www.psychologytoday.com/intl/blog/myths-desire/201909/why-women-fake-and-no-longer-fake-having-orgasms.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ένας διάλογος καρδιάς και λογικής...

 
 
-Θέλω… 
 
-Όχι, την τελευταία φορά πληγώθηκες. Για σκέψου λίγο λογικά. Τι πας να κάνεις πάλι;
 
-Μα… θέλω, θέλω να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Θέλω να χτυπήσω δυνατά και να κάνω μια άλλη καρδιά να χτυπήσει δυνατά για μένα. Θέλω… θέλω να νιώσω έντονα συναισθήματα. Θέλω να νιώθω ζωντανή. Θέλω να νιώσω όμορφα συναισθήματα που και στο παρελθόν ένιωσα…
 
-Και τι κατάλαβες που στο παρελθόν τα ένιωσες; Ή… τουλάχιστον έτσι πίστευες. Δεν βλέπεις την κατάντια σου; Πώς μπορείς και ξεχνάς τον πόνο, τη θλίψη, την απογοήτευση; Πώς ξεχνάς ότι μου υποσχέθηκες ότι δεν θα ξανακάνεις τίποτα χωρίς να με ρωτήσεις;
 
-Σε ρωτάω… πάντα σε ρωτάω, αλλά με τίποτα δεν είσαι ευχαριστημένος… σε όλες τις επιλογές μου βρίσκεις ένα σωρό προβλήματα. Αν συνεχίσω να σ’ ακούω θα καταλήξω να ζω μέσα στη μοναξιά.
 
-Πάντα ανυπόμονη και παρορμητική ήσουν, επιλέγοντας τα πιο ακατάλληλα άτομα για να αγαπήσεις, ελπίζοντας ότι θα σ’ αγαπήσουν κι αυτά… Αλλά για σκέψου πόση αγάπη έχεις λάβει μέχρι σήμερα; Άξιζε τόσος κόπος, τόση αναμονή, τόση ένταση, τόσος πόνος, τόση απογοήτευση… Το αποτέλεσμα πάντα με δικαιώνει…
 
-Δεν ζω για το αποτέλεσμα, ζω για την πορεία, για την έξαψη, για το συναίσθημα που με κάνει να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να γελώ χωρίς λόγο και αιτία. Ζω για το τώρα, για την αγάπη, για το όνειρο… Ακολούθησέ με, κατάλαβέ με, δικαιολόγησέ με… συμβούλεψέ με, αλλά αφού πρώτα μ’ ακούσεις. 
 
-Τα κάνω όλα αυτά που μου ζητάς, όμως, όταν εσύ αρχίζεις και χτυπάς πιο δυνατά δεν ακούς τίποτα… Η φωνή μου χάνεται μέσα στους χτύπους σου, δεν φτάνει καν σε σένα… Κι εγώ μένω εδώ περιμένοντας τη στιγμή της συντριβής για να σε συνεφέρω… για να επαναφέρω στους προηγούμενους ρυθμούς σου. Όμως, ξέρεις ότι τίποτα πλέον δεν είναι όπως πριν… τίποτα… δεν επανέρχεται ποτέ η προηγούμενη ηρεμία, είναι μια νέα ηρεμία… λιγότερο ήσυχη, λιγότερο αθώα, λιγότερο ικανοποιητική… Κι εσύ παριστάνεις την ήρεμη αλλά δεν είσαι.
 
-Δηλαδή θεωρείς δεδομένη τη συντριβή μου; Και πιστεύεις ότι ποτέ πια δεν γίνομαι όπως πριν; Και τι προτείνεις;
 
-Αχ! Είσαι καταδικασμένη να αγαπάς και να πληγώνεσαι και πάλι τα ίδια να κάνεις… Διάλεξε ότι θέλεις κι εγώ θα είμαι εδώ για να σε στηρίξω…