Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

Η αδερφική αγάπη, με βάση τον Φρομ




«Το βασικότερο είδος αγάπης, που υπογραμμίζει όλα τα άλλα είναι η αδερφική αγάπη. Με τον όρο αυτό εννοώ την αίσθηση της ευθύνης, τη φροντίδα, τον σεβασμό, τη γνώση για κάθε άλλη ανθρώπινη ύπαρξη, και την επιθυμία για την ανάπτυξη της ζωής της. Αυτό είναι το είδος της αγάπης, για το οποίο μιλά η Βίβλος: αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αδερφική αγάπη είναι αγάπη για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις. Χαρακτηρίζεται ακριβώς από την απουσία αποκλειστικότητας. Αν έχω αναπτύξει την ικανότητα ν’ αγαπώ, αναπόφευκτα θα αγαπώ όλα τα’ αδέρφια μου. 


Στην αδερφική αγάπη υπάρχει η εμπειρία της ένωσης με όλους τους ανθρώπους, της ανθρώπινης αλληλεγγύης, της πανανθρώπινης ενότητας. Η αδερφική αγάπη βασική αγάπη βασίζεται στην εμπειρία πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε ένα. Οι διαφορές στο ταλέντο, στην εξυπνάδα, στις γνώσεις είναι ασήμαντες σε σύγκριση με την ταυτότητα  του ανθρώπινου πυρήνα που είναι κοινός σε όλους τους ανθρώπους. Για να νιώσουμε αυτή την ταυτότητα είναι αναγκαίο να εισχωρήσουμε από την περιφέρεια στον πυρήνα» (σελ. 60-61).


Έριχ Φρομ. (1978). Η τέχνη της αγάπης. Αθήνα: Μπουκουμάνης, σελ. 51-59.


Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

Μια ερμηνεία για την υπερβολική ευθιξία


«Η υπερβολική ευθιξία είναι έκφραση ενός αισθήματος κατωτερότητας» (Άλφρεντ Άντλερ)

Ο Αυστριακός ψυχίατρος διατύπωσε την παραπάνω φράση προκειμένου να ερμηνεύσει το γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι υπερβολικά εύθικτοι. Τι στα αλήθεια όμως σημαίνει να είναι κάποιος εύθικτος; Εύθικτος, λοιπόν, είναι αυτός που νιώθει προσβεβλημένος με το παραμικρό από τα λόγια ή τις πράξεις των άλλων. 

Ο Άντλερ αναφέρεται στην υπερβολική ευθιξία, δηλαδή στα άτομα που «πιάνονται» όπως συνηθίζουμε να λέμε στη γλώσσα του συρμού από την οποιαδήποτε άτυχη, απρόσεκτη χρήση μιας λέξης ή φράσης και ανακινούν ένα ολόκληρο ζήτημα περί προσωπικής επίθεσης ή και ασέβειας προς το πρόσωπό τους. Κάποιες φορές η χρήση των λέξεων δεν είναι ούτε ατυχής ούτε απρόσεκτη και τότε τα υπερβολικά εύθικτα άτομα «πιάνονται» με το ύφος της γενικότερης φρασεολογίας του άλλου. Τα υπερβολικά εύθικτα άτομα είναι αποφασισμένα να επικρίνουν το μήνυμα του άλλου, να επιδιώξουν ηθική αποζημίωση για την προσβολή που υπέστησαν, ούτως ώστε να αποκατασταθεί η αξιοπρέπειά τους. Δε διστάζουν να διορθώσουν τον άλλο, υποβάλλοντάς τον σε μια διαδικασία λογοκρισίας, υπό το βάρος μια δήθεν λεκτικής ορθότητας, που θα έπρεπε να διακρίνει κάθε άνθρωπο.


Τα υπερβολικά εύθικτα άτομα καθώς διέρχονται το στάδιο αυτό της λογοκρισίας του άλλου, ξεχνούν ή δεν αντιλαμβάνονται επακριβώς ότι αυτό που κάνουν στον άλλο, είναι ακριβώς αυτό για το οποίο διαμαρτύρονται, δηλαδή κατά μία έννοια αμύνονται μέσω της επίθεσης, μιας επίθεσης προς τον άλλο.

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η χρήση της γλώσσας δεν είναι στο ίδιο επίπεδο δεξιοτεχνίας για όλους τους ανθρώπους, μιας και εξαρτάται από μορφωτικούς, κοινωνικούς, ατομικούς και άλλους παράγοντες και ως εκ τούτου κάποιες φορές και το νόημα των λέξεων δεν είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους, αλλά παρουσιάζει ένα εύρος ξεχωριστό για τον καθένα.


Επίσης, η λογοκρισία γίνεται στη βάση υποκειμενικών και όχι αντικειμενικών κριτηρίων. Πώς μπορεί, λόγου χάρη, να είναι κανείς βέβαιος για το ποιο ακριβώς είναι το ύφος κάποιου, όταν αυτός ο κάποιος που μιλά κρύβει το γεγονός ότι στέκεται όρθιος με πυρετό, ή ότι δεν κοιμήθηκε καθόλου τη νύχτα ή γιατί αισθάνεται απλώς κουρασμένος λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας των τελευταίων ημερών. Επιπροσθέτως, τα υπερβολικά εύθικτα άτομα δεν αντιλαμβάνονται πως στην προσπάθειά τους να αμυνθούν απέναντι στους άλλους απλώς προβάλλουν στους άλλους όσα δε θέλουν να δεχτούν για τον εαυτό τους. Στην ψυχανάλυση, ο μηχανισμός αυτός άμυνας ονομάζεται «προβλητική ταύτιση» κατά τη Μέλανι Κλάιν και με απλά λόγια αυτό που θέλει να μας πει είναι ότι ο άλλος δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από έναν καθρέφτη του εαυτού μας.


Ίσως, τελικά, κάθε φορά που κάνουμε κρίσεις για τους άλλους και τους «ετικετοποιούμε», κατά κάποιο τρόπο χαρακτηρίζοντάς τους είτε θετικά είτε αρνητικά να πρέπει να σκεφτούμε μήπως πίσω από αυτές τις κρίσεις μας βρίσκονται όλες εκείνες οι ανομολόγητες ή ανείπωτες ή ασυνείδητες σκέψεις που κάνουμε για τον εαυτό μας. Κατ’ αυτή την έννοια, η υπερβολική ευθιξία αποτελεί πράγματι έκφραση ενός αισθήματος κατωτερότητας, διότι στην προσπάθειά μας να διορθώσουμε τους άλλους αυτό που επιθυμούμε κατά βάθος είναι να γίνουμε έστω για λίγο το επίκεντρο και να βεβαιωθούμε ότι θα αντιμετωπιστούμε ως ίσος προς ίσους.     

  

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Ο πατέρας, συνοδοιπόρος της συζύγου του




«Ο άνδρας αξιολογεί θετικά το γεγονός ότι είναι εκπρόσωπος της οικογένειας. Επιθυμεί να είναι υπεύθυνος, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητα αυταρχικός ή να υφίσταται τις συνέπειες της καθημερινής διαχείρισης. Εμπλέκεται στην οικογενειακή ζωή, όντας όμως στην πραγματικότητα συνυπεύθυνος με τη σύζυγο ή τη σύντροφό του… 


Η μητέρα αναλαμβάνει κυρίως τις λειτουργίες της βιολογικής συντήρησης και της ανάπτυξης του παιδιού. Σε ότι αφορά στη λειτουργία της συναισθηματικής στήριξης, αυτή εξαρτάται από τον τύπο της οικογένειας: άλλοτε ασχολείται περισσότερο η μητέρα άλλοτε και οι δυο γονείς. Τέλος, η λειτουργία του κανονιστικού ελέγχου, η οποία συνίσταται στον καθορισμό ορίων στην συμπεριφορά του παιδιού, αναλαμβάνεται και από τους δύο γονείς. Οι παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με τα ζητήματα αρχών που διέπουν την αγωγή του παιδιού συμφωνούν με τις συμπεριφορές που παρατηρούμε στις αφηγήσεις των γονέων για την οικογενειακή ζωή. Η διαφορά μεταξύ του πατέρα και της μητέρας σε αυτές τις εκπαιδευτικές λειτουργίες αποκαλύπτει ένα σημαντικό στοιχείο, που αφορά την κατασκευή της πατρικής ταυτότητας. Ο πατέρας, ως αποκλειστικά υπεύθυνος, αντίθετα από τη μητέρα, κατέχει περιορισμένη θέση στην οικογένεια, όπως βρέθηκε στην έρευνα. Ο άνδρας δεν είναι απών από την εκπαιδευτική λειτουργία της οικογένειας, αλλά τις δραστηριότητές του ως πατέρας, σχεδόν πάντοτε, τις μοιράζεται με τη σύντροφό του» (σελ. 252-253).


  
DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική, σελ. 252- 254. 

Ο πατέρας υπεύθυνος για την οικογενειακή ενότητα




«Το γεγονός ότι οι άνδρες επενδύουν λιγότερο στις σχέσεις δε σημαίνει πως δεν αφιερώνουν χρόνο στην οικογένειά τους… Ο άνδρας διαιρεί τον οικογενειακό του χρόνο σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τον χρόνο που περνά ‘μαζί’ με την οικογένεια ως ομάδα και τον χρόνο που διαθέτει προσωπικά στον εαυτό του. Αφιερώνεται ελάχιστα στις δυαδικές σχέσεις, δηλαδή στις στενά προσωπικές. Για αυτό, εξάλλου, συναντά μεγάλη δυσκολία να περιγράψει τα χαρακτηριστικά των παιδιών του με λεπτομέρεια. Αυτοπροσδιορίζεται ως οικογενειάρχης ο οποίος έχει την ευθύνη της οικογένειας. Η εγκατάλειψη της αυταρχικής συμπεριφοράς δε συνεπάγεται και την απόλυτη ρήξη με την έννοια του ‘αρχηγού της οικογένειας’» (σελ. 248-249).


«Η περιορισμένη εμπλοκή του πατέρα στην καθημερινή ζωή του επιτρέπει να διατηρεί κάποια απόσταση, ένα ορισμένο ‘κύρος’. Τα παράπονα των γυναικών παραπέμπουν σε δύο κατηγορίες συμπεριφορών. Στη μια περίπτωση θεωρούν ότι ο άνδρας θα μπορούσε να αποδεχτεί, και αυτός,, για κάποιο διάστημα να τις αντικαταστήσει στον ρόλο του ‘χωροφύλακα’ διότι θεωρούν ότι είναι πολύ εύκολο να επιτελεί τον ρόλο του πατέρα που παίζει με τα παιδιά του. Στην άλλη περίπτωση αρνούνται ότι αισθάνεται υποχρεωμένος να υπενθυμίζει ορισμένους κανόνες για να αποδείξει πως είναι ο κύριος του παιχνιδιού, δηλώνοντας πως οι ίδιες γνωρίζουν καλύτερα τις ανάγκες ως προς τη διατήρηση της τάξης» (σελ. 250-251).  
   
  

DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική, σελ. 248-252.  

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019

Ο απόμακρος πατέρας




«Το ιδεώδες της συναισθηματικής οικειότητας δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο του νέου πατρικού ρόλου. Το γεγονός ότι αυτός ο ρόλος συγκροτείται ενάντια στην αυταρχική διάσταση του πατέρα δε συνεπάγεται και την αποκήρυξη άλλων διαστάσεων του παλαιού του ρόλου, ιδιαίτερα δε της διάστασης του πατέρα- προμηθευτή οικογενειακού εισοδήματος… 

Πράγματι, στα περισσότερα ζευγάρια, παρόλο που και οι δύο σύντροφοι ασκούν κάποια επαγγελματική δραστηριότητα, ο κύριος υπεύθυνος για το βιοτικό επίπεδο της οικογένειας παραμένει ο άνδρας. Ο πατέρας ο οποίος συνεχίζει να πηγαίνει στη δουλειά του, σε περίπτωση ελαφριάς ασθένειας του παιδιού, δε θεωρείται λιποτάκτης ούτε από τον ίδιο αλλά ούτε και από τη σύζυγο ή τη σύντροφό του. Στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου του, ο άνδρας δεν είναι διαθέσιμος για τους δικούς του, γεγονός που δε σημαίνει πως είναι άτομο χωρίς οικογενειακές αναφορές» (σελ. 244-245).

«Το γεγονός ότι τα παιδιά εκμυστηρεύονται λιγότερο στον πατέρα τους και σπανιότερα οι πατεράδες, σε σύγκριση με τη σύντροφό τους, γίνονται έμπιστοι των παιδιών οφείλεται στο ότι οι άνδρες κατέχουν σε μικρότερο βαθμό τη δεξιότητα δημιουργίας σχέσεων» (σελ. 248).



DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική, σελ. 244-248.