Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Προσπαθώντας να πουλήσεις τον εαυτό σου…


μήπως τελικά τον χάσεις;

Personal Branding: Μία επικοινωνιακή τεχνική με απρόβλεπτες συνέπειες

Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η βιομηχανική επανάσταση, άλλαξε το ρου της ιστορίας, εισάγοντας τη χρήση μηχανών και την αυτοματοποίηση της εργασίας με την ανάδυση του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου. Οι εξελίξεις πλέον είναι τόσο ραγδαίες που το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης, όπως το ξέραμε, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και έπειτα, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. 

Η φύση της μισθωτής εργασίας έχει ολοκληρωτικά αλλάξει τα τελευταία χρόνια με την εισαγωγή νέων και ευέλικτων μορφών απασχόλησης και την άνοδο των υπηρεσιών κυρίως μέσω της χρήσης του διαδικτύου. Πλέον δεν αρκεί να έχει κάποιος ένα πτυχίο, ώστε να εξασφαλίσει μια καλή θέση εργασίας, ούτε αρκούν οι δεξιότητες και άλλα προσόντα μιας και ο ανταγωνισμός έχει οδηγήσει τους ανθρώπους σε ένα δίχως τέλος κυνήγι πτυχίων και άλλων εφοδίων. 

Οι ειδικοί τα τελευταία χρόνια επισημαίνουν ότι αυτό που χρειάζεται για μια καλή επαγγελματική αποκατάσταση είναι να ξέρεις πώς να «πουλάς- πλασάρεις» τον εαυτό σου. Το να «πουλάς» τον εαυτό σου είναι μάλλον μια επικοινωνιακή στρατηγική εξαιρετικά δημοφιλής, κυρίως τα τελευταία δέκα χρόνια, που μας έρχεται από το εξωτερικό και ονομάζεται ‘personal branding’.


Το ‘personal branding’ ακολουθεί την έκρηξη της λεγόμενης ψηφιακής (digital) εποχής και σχετίζεται με την εικόνα που προβάλλεις στους άλλους για εσένα. Μεγαλύτερη σημασία δεν έχει ακριβώς το τι πιστεύεις εσύ για εσένα, αλλά το τι θέλεις οι άλλοι να πιστεύουν για εσένα. Ο εαυτός σου μετατρέπεται σε ένα brand, σε μια μάρκα δηλαδή ή καλύτερα σε ένα σημείο αναφοράς ευρέως αναγνωρίσιμο. 


Το ‘personal branding’ μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό όπλο, μιας και σου δίνει τη δυνατότητα να κατασκευάσεις μια αναγνωρίσιμη ταυτότητα που θες για εσένα, όπως ακριβώς κάνουν όλες οι μεγάλες εταιρείες για τα προϊόντα τους. Στο ‘personal branding’ δεν υπάρχει όμως κάποιο προϊόν, εφόσον το προϊόν είσαι εσύ. Αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι να επικοινωνήσεις καλύτερα το «πακέτο» σου και να διαφοροποιηθείς από τους ανταγωνιστές σου. Οι τελευταίοι, ενδεχομένως, να έχουν όσα πτυχία, εφόδια και προσόντα έχεις εσύ ή και περισσότερα ακόμη, συνεπώς, αυτό που χρειάζεσαι είναι να «πλασάρεις» τον εαυτό σου με ένα έξυπνο και διαφορετικό τρόπο, που θα σε κάνει να ξεχωρίζεις, που θα προκαλέσει αίσθηση, θα κλέψει τις εντυπώσεις και θα δημιουργήσει μια επιθυμία να ασχοληθούν οι άλλοι μαζί σου. 

Για να τα επιτύχεις όλα αυτά, θα πρέπει να εκμεταλλευτείς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media), στα οποία θα προβάλλεις μια πολύ προσεγμένη εικόνα, τόσο ως προς τις φωτογραφίες ή βίντεο που ανεβάζεις, όσο και ως προς αυτά που γράφεις και αναρτάς. Θα πρέπει, λοιπόν, να φαίνεσαι ταπεινός, ευγενικός, μορφωμένος, με εντυπωσιακή εξειδίκευση στον τομέα σου, με εξαιρετικές επικοινωνιακές ικανότητες, με σημαντικές γνωριμίες με ισχυρά πρόσωπα, αξιόπιστος, ειλικρινής, με διάθεση για προσφορά, με πάθος για αυτό που κάνεις, κ.ο.κ. Θα πρέπει όταν κάποιος ψάχνει για σένα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) ή όταν googlάρει το όνομά σου, να διαμορφώνει μια πολύ θετική γνώμη για εσένα. 


Ως εδώ καλά όλα αυτά, όμως, αν επιχειρήσουμε μια δεύτερη και βαθύτερη ανάγνωση, τότε διαπιστώνουμε ότι ο άνθρωπος από μια αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη οντότητα, με ελεύθερη βούληση, φορά ένα προσωπείο και αλλοτριώνεται από την ανθρώπινη και έμψυχή του υπόσταση και υποβιβάζεται σε μία μάλλον άψυχη υπόσταση και σε μια μη- οντότητα, σε ένα αντικείμενο, σε ένα προϊόν. 

Μήπως η αγορά εργασίας και η εμπορευματοποίηση σχεδόν των πάντων μετατρέπει τον άνθρωπο σιγά- σιγά σε εμπόρευμα; Μήπως ο άνθρωπος για να φτάσει το τρένο του ανταγωνισμού που θα τον οδηγήσει στην υλική επιτυχία και άρα στην «ευτυχία», εν τω μεταξύ αλλοτριώνεται σε τέτοιο βαθμό που χάνει τον ίδιο του τον εαυτό; Μήπως το ‘personal branding’ καλλιεργεί μέσα μας μια ναρκισσιστική νοοτροπία, όπου αυτό που μας νοιάζει περισσότερο είναι η εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς, και όχι το πως θα βελτιώσουμε ουσιαστικά τον αληθινό εσώτερο εαυτό μας; 


Αυτά τα ερωτήματα θα ήταν καλό να αποτελέσουν τροφή για σκέψη, προκειμένου να μην απωλέσουμε την ηθική στο αξιακό μας σύστημα και να μην μετατραπούμε σε αριβίστες, δηλαδή σε άτομα δίχως ιδιαίτερους ενδοιασμούς που επιχειρούν να ανέλθουν κοινωνικά και επαγγελματικά κρυμμένα πίσω από ένα ψεύτικο προσωπείο.


Βιβλιογραφία:


  

Ψυχολογικός πόλεμος… μια ύπουλη μάχη δίχως τέλος…


Η ζήλια και ο φθόνος δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φυλή ή φύλο και δεν κάνουν διακρίσεις σε δικούς μας και σε ξένους ανθρώπους. Αυτά τα τοξικά συναισθήματα μπορούν να διακατέχουν τον οποιονδήποτε, όσο κοντινός ή όσο μακρινός κι αν είναι. Δε γνωρίζουν όλοι πώς να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους και πώς να τα τιθασεύσουν. Οπότε ο ψυχολογικός πόλεμος είναι αόρατος και μπορεί να κηρυχθεί σε διαπροσωπικό, κοινωνικό και επαγγελματικό πλαίσιο. Η επίθεση δεν είναι άμεση και δε γίνεται ευθέως, αλλά έμμεσα και ύπουλα. Συνήθως, αυτοί που μας πολεμούν είναι άτομα που χαρακτηρίζονται από διπροσωπία, από συμπλέγματα κατωτερότητας, ενώ διαρκώς συγκρίνονται μαζί μας και απασχολούν το μυαλό τους καταστρώνοντας ραδιουργίες και δολοπλοκίες προκειμένου να μας βάζουν εμπόδια και να μεθοδεύσουν με τέτοιο τρόπο τις καταστάσεις ώστε να σαμποτάρουν την επιτυχία μας και να καταστρέψουν την ευτυχία μας.  

Η χειρότερη μορφή ψυχολογικού πολέμου είναι αυτή που γίνεται από τα κοντινότερα ή και τα προσφιλέστερα σε εμάς πρόσωπα, όπως λόγου χάρη φίλοι καρδιακοί, συνεργάτες, αδέρφια, γονείς κ.ο.κ. Αυτά τα κοντινά μας πρόσωπα μας γνωρίζουν πάρα πολύ καλά και ξέρουν πώς ακριβώς πρέπει να μας χειριστούν σε λεκτικό, συναισθηματικό και συμπεριφορικό επίπεδο προκειμένου να μας κάνουν να πονέσουμε, να πληγωθούμε και να νιώσουμε τύψεις. 


Συνήθως οι τακτικές που εφαρμόζουν για να το επιτύχουν αυτό ακολουθούν κάποια στάδια, τα οποία αρκετές φορές αλληλεπικαλύπτονται. 

Το πρώτο στάδιο είναι το «ωφελιμιστικό» και περιλαμβάνει την εκμετάλλευση της διάθεσής μας να προσφέρουμε, όπως π.χ. όταν ένα ή περισσότερα άτομα μας ζητούν αρκετά τακτικά κάποιες χάρες και εξυπηρετήσεις, σε σημείο κατάχρησης της καλοσύνης μας ή και του χρόνου μας. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν αποκλείεται και η οικονομική απάτη ή εκμετάλλευση, πάντα στο όνομα της αγάπης και της αλληλεγγύης που προκύπτει από αυτή. Από την άλλη, αν εμείς κάποια στιγμή χρειαστούμε κάτι δεν είναι ποτέ κανείς από αυτούς διαθέσιμος.


Το δεύτερο στάδιο είναι το «επικριτικό», το οποίο περιλαμβάνει αρνητική κριτική επιλογών και αποφάσεών μας δήθεν για το καλό μας, αποσκοπώντας, όμως, να μας προκαλέσουν ενοχές, υπογραμμίζοντας τα αδύνατα σημεία μας, άλλοτε με έμμεσο και άλλοτε με άμεσο, επιθετικό, δηκτικό ή ειρωνικό τρόπο. Αν δεν υπάρξει συμμόρφωση και υπακοή στις επικριτικές συμβουλές και υποδείξεις τους, τότε δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί επίκληση και άλλων γνωστών σε εμάς ατόμων που εκφέρουν την ίδια με αυτούς άποψη και αντίθετη με τη δική μας, ούτως ώστε να μας αποδείξουν ότι η πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο. 

Αν ανέβουν οι τόνοι και αυξηθεί η ένταση τότε περνάμε στο επόμενο στάδιο, αυτό της «κατά μέτωπον σύγκρουσης». Στο στάδιο αυτό έχει επέλθει σοβαρή ρήξη και έχουν ανταλλαγεί εκατέρωθεν σκληρά λόγια, κατηγορίες ακόμη και βωμολοχίες. Όσο λογική κι αν είναι η επιχειρηματολογία μας αντί να βοηθήσει να επιλυθεί το ζήτημα, επιτείνει την ένταση. Ο άλλος παρουσιάζεται ως δίκαιος και σωστός κι εμείς ως ο άδικος, ο φταίχτης, ο εκτός ορίων, ο αψύς, ο αγενής και ο παράλογος. 

Το επόμενο και τελευταίο στάδιο είναι αυτό της «συκοφάντησης», δηλαδή της λασπολογίας εις βάρος μας. Η ψευδής δυσφήμιση γίνεται με σκοπό να μας βλάψει κατηγορώντας μας σε κοινούς μας φίλους, κοινούς μας γνωστούς, συγγενείς, ακόμη και σε συνεργάτες μας ή και σε προϊσταμένους ή στον διευθυντή μας. Η προσπάθεια σπίλωσης του ονόματός μας και αποδόμησης του χαρακτήρα μας, της αξιοπρέπειας και του ήθους μας αποσκοπεί μεταξύ άλλων όχι τόσο στο να μας εκδικηθεί όσο στο να μας απομονώσει και να στρέψει τον περίγυρο εναντίον μας. Δεν είναι απίθανο να διαπιστώσουμε ότι όλα αυτά τα προσφιλή μας πρόσωπα ξαφνικά κρατούν αποστάσεις, είναι πιο ψυχρά και λιγότερο ευγενικά και αποφεύγουν να συζητήσουν ή να συναναστραφούν μαζί μας. Ενόσω συμβαίνουν όλα αυτά πίσω από την πλάτη μας είναι πολύ πιθανό να επιχειρηθούν κάποιες προσπάθειες επαναπροσέγγισης, σπανίως εξαιτίας κάποιας μεταμέλειας, αλλά το πιθανότερο για να ξανά αποκτήσουν τον ρόλο που έχασαν, δηλαδή να μας εκμεταλλεύονται, να μας χειρίζονται προς ιδίον τους όφελος και να συνεχίσουν να σαμποτάρουν τη ζωή μας. Για αυτούς πάντα φταίνε οι άλλοι, οπότε είναι δύσκολη μια ειλικρινής μεταμέλεια.    

Ωστόσο, μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από τέτοιου είδους ανθρώπους και σχέσεις, έτσι ώστε να μην γίνουμε το θύμα ενός ψυχολογικού πολέμου. Ήδη από την αρχή μιας σχέσης δε θα πρέπει να αφήνουμε να περνούν απαρατήρητα κάποια σημάδια, όπως αυτά της εκμετάλλευσης της καλοσύνης μας, της ειρωνείας, της αποκάλυψης των μυστικών μας, της αυστηρής κριτικής των επιλογών μας κοκ. Για να είμαστε σε θέση να εντοπίζουμε αυτά τα σημάδια που αποτελούν ενδείξεις μιας νοσηρής σχέσης, θα πρέπει να καλλιεργήσουμε μια συνεχή διεργασία ανάλυσης και αξιολόγησης της κάθε σχέσης μας. Επιπλέον, να μάθουμε να οριοθετούμε τα θέλω μας, τις ανάγκες μας και κυρίως τον χώρο και τον χρόνο που θα δίνουμε στους άλλους δείχνοντας τα επιτρεπτά αυτά όρια και τις κόκκινές μας γραμμές. Αν λόγου χάρη δε θέλουμε να μας ασκήσουν κριτική, δε θα πρέπει να επιτρέπουμε να μας ασκούνε κριτική. Πολύ ευγενικά μπορούμε να τους ενημερώνουμε: ‘’δε σου ζήτησα να κρίνεις τις επιλογές μου, σε παρακαλώ ας αλλάξουμε συζήτηση’’. Αν επιμείνει ότι μας κρίνει για το καλό μας, τότε θα μπορούσαμε π.χ. να υπογραμμίσουμε με ένα πιο αυστηρό ύφος πως : ‘’όπως εγώ δεν κρίνω τις δικές σου επιλογές, έτσι δε θέλω να κρίνεις κι εσύ τις δικές μου’’.  Αν διαπιστώνουμε ότι δεν πτοείται και συνεχίζει, τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να απομακρυνθούμε από τέτοιου είδους ανθρώπους. Η απομάκρυνση δεν αποτελεί μια προσωπική μας ήττα, αλλά σεβασμό προς τον εαυτό μας.     

Γιατί πρέπει να εξηγούμε στα παιδιά;


Ο γνωστικός- αναπτυξιακός ψυχολόγος Lev Vygotsky θεμελίωσε μια ολόκληρη θεωρία για τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών και διερεύνησε τη σχέση μεταξύ γλώσσας και σκέψης, ασκώντας σημαντική επιρροή, όχι μόνο σε ψυχολόγους αλλά και σε εκπαιδευτικούς.
Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι κοινωνικές επιδράσεις έχουν μεγαλύτερη και πιο βαρύνουσα σημασία από τις βιολογικές επιδράσεις, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που το μεγαλύτερο μέρος της μάθησης κατά την παιδική ηλικία εκφράζεται ως το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του παιδιού με το περιβάλλον του, εφόσον αυτή η αλληλεπίδραση καθορίζει το τι τελικά θα εσωτερικεύσει το παιδί, δηλαδή τι γνώσεις από τα ερεθίσματα που δέχεται, θα «απορροφήσει». 

Για να γίνουν πιο κατανοητά όλα αυτά, ας παραθέσουμε ένα παράδειγμα. Έστω, λόγου χάρη, ότι βρισκόσαστε με το μικρό κορίτσι σας στο λεωφορείο κι ότι το διατάσσετε αυστηρά: «κάτσε αμέσως κάτω», δίχως να του δώσετε κάποια εξήγηση, τότε θα πρέπει να έχετε υπόψη ότι σύμφωνα πάντα με τη θεωρία του Vygotsky, χάνεται για το μικρό κορίτσι μια ευκαιρία για μάθηση. 

Το πιο πιθανό είναι να μην κατορθώσει να συμπεράνει τη λογική που κρύβεται πίσω από την προσταγή του γονέα της. Εάν όμως, η προσταγή συνοδευόταν κι από μια μικρή αλλά επεξηγηματική πρόταση, όπως: «Κάτσε αμέσως κάτω, διότι θα πέσεις και θα χτυπήσεις», τότε θα δινόταν μια ευκαιρία στο παιδί να μάθει το γιατί πρέπει να ‘τροποποιήσει’ τη συμπεριφορά του, καθώς επίσης να μάθει τι πρέπει να κάνει κάθε φορά που θα βρίσκεται σε ανάλογες περιπτώσεις. Η αλληλεπίδραση, λοιπόν, του περιβάλλοντος προς το παιδί θα πρέπει να είναι διευκολυντική, ούτε ώστε να συμπληρώνονται και να επεκτείνονται οι γνώσεις και ως εκ τούτου η μάθηση του παιδιού. 

Για τον Vygotsky, ο φροντιστής του παιδιού θα πρέπει να γίνεται το ‘σκαλοπάτι’, ώστε το παιδί να αποκομίζει τα κατάλληλα προαπαιτούμενα προκειμένου να προχωρήσει σε περαιτέρω μάθηση και να επωφεληθεί με έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο. Συνεπώς, περισσότερη σημασία έχει το να εξηγήσουμε, παρά το να δώσουμε μια ‘’στεγνή’’ απάντηση ή λύση στο παιδί μας.   

Βιβλιογραφία
Sternberg, R.J. (2011). Γνωστική ψυχολογία. Αθήνα: Διάδραση.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Ποια είναι τα προβληματικά μέλη μιας ομάδας ψυχοθεραπείας;


Σε κάθε ομάδα μπορούμε να συναντήσουμε ορισμένους θεραπευόμενους που θα τους περιγράφαμε με τον όρο «προβληματικοί θεραπευόμενοι». Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που οφείλεται στα ψυχοδυναμικά χαρακτηριστικά του ίδιου του θεραπευόμενου, από τα δυναμικά στοιχεία της ομάδας και τις αλληλεπιδράσεις του θεραπευόμενου με τα υπόλοιπα μέλη και με τον θεραπευτή. Όπως αναφέρει ο Γιάλομ «Δεν έχω ακόμη συναντήσει έναν θεραπευόμενο που να μην είναι ‘προβληματικός’, έναν θεραπευόμενο που να πλέει ήρεμα μέσα από τα στάδια της θεραπείας σαν πλοίο που μόλις το βάφτισαν και γλιστράει απαλά από τις ράμπες καθέλκυσης στο νερό. Το κάθε μέλος της ομάδας πρέπει να αποτελεί ένα πρόβλημα: Η επιτυχία της θεραπείας του κάθε ανθρώπου εξαρτάται από την επαφή του με τα βασικά προβλήματα της ζωής αρχικά και από την κυριάρχηση πάνω τους στη συνέχεια, στο εδώ- και- τώρα της ομάδας» (σελ. 527). 

Ποια είναι λοιπόν τα προβληματικά μέλη μιας ομάδας;

1. Ο θεραπευόμενος που μονοπωλεί: πρόκειται για το μαύρο πρόβατο, που μονοπωλεί το ενδιαφέρον των υπολοίπων, ενώ φλυαρεί ακατάπαυστα. Έχει έντονο άγχος, δεν επιθυμεί να υπάρχουν στιγμές σιωπής και συχνά παίρνει τον λόγο από τους άλλους. Οι θεραπευόμενοι με συναισθηματική αστάθεια εμφανίζουν μια έντονη τάση για δράμα, παρουσιάζοντας στην ομάδα έντονα και συγκλονιστικά γεγονότα, κάνοντας όλους τους άλλους να σιωπούν.


2.  Ο σιωπηλός θεραπευόμενος: μέσα σε κάθε ομάδα μπορεί να υπάρχει ένα απόλυτα σιωπηλό άτομο, που είναι πιθανό όμως να αποκομίζει οφέλη. Τα πιο συγκρατημένα μέλη μπορεί να ωφεληθούν από την ταύτισή τους μέσα στην ομάδα με κάποια από τα πιο ενεργά μέλη που εμφανίζουν παρόμοια προβλήματα. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι όσο πιο πολύ συμμετέχουν τα μέλη στην ομάδα τόσο πιο θετικά είναι τα αποτελέσματα για τον εαυτό τους. Πιθανοί λόγοι για τη σιωπή του θεραπευόμενου μπορεί να είναι ο διάχυτος τρόμος για την αυτοαποκάλυψη, η επιθετικότητα που βιώνουν εσωτερικά, οι απειλές που νιώθουν από μέλη της ομάδας ή ο φόβος ότι οι άλλοι θα εντοπίσουν την αδυναμία, την ανία ή τον υπερβολικό συναισθηματισμό που κρύβουν. 

3. Ο ανιαρός θεραπευόμενος: κανείς δε ζητά να μπει σε θεραπεία για την ανία, όμως, κάποιοι θεραπευόμενοι εκφράζουν παράπονα ότι δε βρίσκουν τίποτα να πουν στους άλλους ή ότι στα πάρτι μένουν μόνοι σε μια άκρη. Μέσα στην ομάδα αναπαράγουν το πρόβλημά τους και οδηγούν τα άλλα μέλη της ομάδας να τους βαριούνται. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Πρόκειται για άτομα που δεν έχουν αυθορμητισμό, είναι μαζικά ανεσταλμένοι και δεν επιθυμούν την ανάληψη οποιουδήποτε ρίσκου. Προσπαθούν να αποφύγουν επιθετικές συμπεριφορές, συμμορφώνονται και αντιδρούν με βάση τις κοινωνικές απαιτήσεις και κυρίως λένε ότι περιμένουν οι άλλοι να ακούσουν. 


4. Ο θεραπευόμενος που ενώ παραπονιέται απορρίπτει τη βοήθεια: Μοιάζει με τον θεραπευόμενο που μονοπωλεί το ενδιαφέρον, αν και φέρει άλλα χαρακτηριστικά. Ο θεραπευόμενος ενώ κάνει έκκληση για βοήθεια εκθέτοντας αναλυτικά τα προβλήματά του, στη συνέχεια απορρίπτει την οποιαδήποτε βοήθεια του δίνεται από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Καταλήγουν να μιλούν μόνο για τα προβλήματά τους εγωκεντρικά, ενώ μιλούν μόνο για τον εαυτό τους, προσδοκώντας μια άμεση απάντηση ή συμβουλή από τον θεραπευτή.   

5. Ο δύσκολος θεραπευόμενος: ασθενής που χαρακτηρίζεται από δυσκολίες ως προς τη ρύθμιση του συναισθήματος, τη διαπροσωπική δέσμευση και την αίσθηση του εαυτού. Νιώθει έντονα την εγκατάλειψη, τη στέρηση και την απογοήτευση, ενώ συχνά κατακλύζεται από έντονα συναισθήματα και διαπροσωπικές αντιδράσεις, όπως οργή, ευαλωτότητα απέναντι στην εγκατάλειψη και ναρκισσιστικά τραύματα. Με δυσκολία ανακαλούν συναισθήματα, πέρα από τα τρέχοντα συναισθήματα που νιώθουν να τους κατακλύζουν και αφορούν τη στιγμή. 


6. Ο ναρκισσιστικός θεραπευόμενος: εμφανίζει αισθήσεις μεγαλείου, ενώ έχει ανάγκη να τον θαυμάζουν οι άλλοι, δεν έχει ενσυναίσθηση, ενώ χαρακτηρίζεται από ρηχή συναισθηματική ζωή, αντλώντας ελάχιστη ευχαρίστηση από τη ζωή, με εξαίρεση τις εκδηλώσεις θαυμασμού που δέχονται. Συχνά υποτιμούν τους άλλους όταν δεν μπορούν να αποκομίσουν ναρκισσιστικά οφέλη, ενώ θεωρούν ότι οι άλλοι υπάρχουν αποκλειστικά για τη δική τους ικανοποίηση και αυτοεκτίμηση, όπου η τελευταία είναι εύθραυστη και μειώνεται με το παραμικρό. 

Σε όποια κατηγορία και αν εντάσσεται ένας θεραπευόμενος, κεντρικός στόχος του θεραπευτή είναι να περιορίσει τα πρώιμα δυναμικά μέσα στην ομάδα, και ανεξάρτητα από τη διάγνωση να τους διαχειριστεί θεραπευτικά, καθώς είναι ιδιαίτερα ευάλωτα άτομα μέσα στην ομάδα.

Yalom, I.D. (2017). Θεωρία και Πράξη της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας. Αθήνα: Αγρά, σελ. 527-570.