Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Αποφάσεις, αποφάσεις, αποφάσεις…



«Η ζωή μας είναι, μέσα στ’ άλλα, μια ατέλειωτη αλυσίδα αποφάσεων, από τις οποίες μερικές τις συνειδητοποιούμε, μερικές όχι» (Δημητρόπουλος, 2003: 41)

Καθημερινά, καλούμαστε να πάρουμε χιλιάδες αποφάσεις σε ατομικό επίπεδο, κάποιες από τις οποίες είναι σε μη συνειδητό επίπεδο, ενώ ως μέλη μιας κοινωνίας καλούμαστε να συμμετέχουμε στη λήψη συλλογικών αποφάσεων. Σε συλλογικό επίπεδο, συνειδητοποιούμε τη σημασία που έχει η συμβολή μας στις αποφάσεις και προς τους άλλους. Έτσι, οι αποφάσεις μας διακρίνονται σε ατομικές και συλλογικές.

Οι ατομικές μας αποφάσεις μπορεί να είναι σημαντικές ή μη σημαντικές. Αυτό είναι υποκειμενικό για το κάθε άτομο και εξαρτάται από τη δυσκολία της απόφασης, την ανάγκη ή υποχρέωση λήψης απόφασης, τις προοπτικές της έκβασης, την ανάγκη υποστήριξης, την αναστρεψιμότητα του αποτελέσματος, τα χρονικά περιθώρια, την κρισιμότητα και σοβαρότητα των επιπτώσεων της απόφασης και τη διάρκεια των επιπτώσεων (Δημητρόπουλος, 2003). 

 Σύμφωνα με ένα μοντέλο που στηρίζεται στα πρότυπα συμπεριφοράς για τη λήψη αποφάσεων υποστηρίζεται ότι η λήψη μιας απόφασης μπορεί να βασίζεται στα εξής:
Σχεδίαση και προγραμματισμός (ωριμότητα)
Αυθόρμητη (έτσι μου ήρθε)
Μοιρολατρική (η τύχη μου το ‘θελε)
Συμμορφωτική (αφού έτσι είναι τα πράγματα)
Αναβλητική (ότι μπορείς να αφήσεις για αύριο)
Ενορατική
Εναγώνια (δεν μπορώ να βγάλω άκρη)
Παραλυτική
(Δημητρόπουλος, 2003)


Επομένως, η λήψη αποφάσεων είναι μια σύνθετη και περίπλοκη διαδικασία, που εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων, οι οποίοι διαφοροποιούνται από άτομο σε άτομο και από περίσταση σε περίσταση. Ωστόσο, εστιάζοντας στον εαυτό μας θα πρέπει να δούμε πώς συμπεριφερόμαστε κάθε φορά που καλούμαστε να πάρουμε μια απόφαση. Σε τι είδους τακτικές καταφεύγουμε και πόσο αποτελεσματικές είναι. 

Σύμφωνα με τον Dewey, τα πέντε βήματα που ακολουθούμε αναφορικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε είναι τα εξής:
1. Συνειδητοποίηση της δυσκολίας
2. Προσδιορισμός του προβλήματος
3. Εξέταση προτάσεων για ενδεχόμενη λύση
4. Εξέταση πιθανών συνεπειών λύσης
5. Αποδοχή- απόρριψη της λύσης
(Δημητρόπουλος, 2003)

Οι αποφάσεις είναι δικές μας και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μας, για αυτό θα πρέπει να φροντίζουμε ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά θέλουμε και μας εκφράζει… Ωστόσο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι αποφάσεις μας επηρεάζονται από πεποιθήσεις, συναισθήματα, βιώματα και αναμνήσεις που έχουμε, καθώς και από αποφάσεις που έχουμε πάρει στο παρελθόν. Οι εξηγήσεις που δίνουμε και οι προβλέψεις που κάνουμε σχετικά με τις επιλογές μας στην καθημερινή μας ζωή εξαρτάται από τη λογική που χρησιμοποιούμε και η οποία διαφοροποιείται από άτομο σε άτομο. 


Οι αποφάσεις στηρίζονται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα και αξιολογούμε τις καταστάσεις, αλλά και στις προτιμήσεις μας. Συνήθως, τείνουμε να παίρνουμε αποφάσεις που θα φέρουν όσο το δυνατόν μικρότερο ρίσκο και όσο το δυνατόν λιγότερες επιπτώσεις. Τα αποτελέσματα που εκτιμούμε και θεωρούμε πως έχει μια απόφαση παίζουν σημαντικό ρόλο στην τελική μας επιλογή. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση θα πρέπει η τελική απόφαση να μας ανήκει και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της κάθε απόφασής μας.  


Δημητρόπουλος, Ε.Γ. (2003). Αποφάσεις- λήψη αποφάσεων. Διεπιστημονική προσέγγιση στη θεωρία και πράξη: Εισαγωγή στην ψυχολογία των αποφάσεων. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
Tversky, A., & Kahneman, D. (1981). The framing of decisions and the psychology of choice. Science, 211 (4481), 453-458.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Σε αποδέχομαι χωρίς όρους;



Σε αποδέχομαι, χωρίς όρους και χωρίς προϋποθέσεις. 

Τι σημαίνει και πώς μπορούμε να το καταφέρουμε;

Ο Rogers στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας μίλησε για άνευ όρων αποδοχή του θεραπευτή προς τον πελάτη, αναφερόμενος στην ικανότητα του θεραπευτή να διαθέτει απεριόριστη δεκτικότητα και ευνοϊκή προδιάθεση προς τον πελάτη, χωρίς να τον κρίνει και να τον αποδοκιμάζει. Η άνευ όρων αποδοχή εξασφαλίζει μια σχέση που στηρίζεται στην ειλικρίνεια, τη ζεστασιά και την γνησιότητα. Η άνευ όρων αποδοχή εξασφαλίζει στον πελάτη την ασφάλεια ώστε να μπορέσει να εκφραστεί με ελευθερία και να μην χρησιμοποιεί αμυντικούς μηχανισμούς για να προστατεύσει τον εαυτό του. 


Στην καθημερινότητα μέσα στις σημαντικές μας σχέσεις πόσο εφικτό είναι να αποδεχόμαστε τους άλλους χωρίς όρους; Αν το καταφέρναμε θα μπορούσαμε σίγουρα να έχουμε καλύτερες και βαθύτερες σχέσεις στη ζωή μας… όμως, στην πραγματικότητα μπαίνουμε σε μια σχέση κουβαλώντας ήδη τόσα πράγματα, τόσες προσδοκίες και ψευδαισθήσεις, που δεν είναι καν σίγουρο ότι βλέπουμε τον άλλο που έχουμε απέναντί μας. Πόσο τον ξέρουμε; Πόσο χώρο του δίνουμε για να εκφράσει τον εαυτό του και πόσο θέλουμε να τον γνωρίσουμε, όπως είναι και όχι όπως εμείς θέλουμε να τον βλέπουμε;
Αποδέχομαι χωρίς όρους σημαίνει ότι σέβομαι τον άλλο ως άνθρωπο, για αυτό που είναι και όπως ακριβώς είναι. Τον αποδέχομαι για αυτό που πραγματικά είναι και όχι για αυτό που κατασκεύασα στο μυαλό μου και πίστευα ότι είναι. Τον αποδέχομαι με βάση αυτά που μπορεί να μου προσφέρει και όχι με βάση αυτά που εγώ είχα ανάγκη και πίστευα ότι θα μπορούσε να μου προσφέρει. Αποδέχομαι τον άλλο χωρίς να τον επικρίνω, χωρίς να εκφράζω τα συναισθήματά μου ανάλογα με τη συμπεριφορά του. Συνεχίζω να τον αγαπώ ακόμη και όταν δεν έχει τη συμπεριφορά που θέλω. Εκφράζω την άποψή μου για τη συμπεριφορά του διευκρινίζοντας ότι μιλάω μόνο για τη συμπεριφορά του και όχι για το χαρακτήρα του. Σέβομαι τη διαφορετικότητα του άλλου, το χαρακτήρα του και τον τρόπο συμπεριφοράς του, τις απόψεις και τον τρόπο σκέψης του.


Για να αποδεχτούμε τον άλλο όπως είναι, θα πρέπει πρώτα να δούμε ποιος είναι, τι είναι για εμάς και πώς θέλει να είναι απέναντι σε εμάς, ξεκαθαρίζοντας όμως και το τι περιμένουμε εμείς από τον άλλο.

Και είναι πολύ σημαντικό να έχουμε αποδεχτεί πρώτα τον εαυτό μας, να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα δικά μας θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά, τα δικά μας συναισθήματα και σκέψεις, τους δικούς μας τρόπους αντίδρασης. Αποδέχομαι τον εαυτό μου σημαίνει αναγνωρίζω και αποδέχομαι τα λάθη μου, τις αδυναμίες και τα μειονεκτήματα του χαρακτήρα μου, αποδέχομαι ότι έχω φοβίες και είμαι ευάλωτος, ότι έχω αρνητικά συναισθήματα και ότι κάνω κάποιες αρνητικές σκέψεις. Αποδέχομαι όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα μου, αφού πρώτα τα αναγνωρίσω και μπορέσω να τα αντέξω, λέγοντας στον εαυτό μου ότι αυτά είμαι εγώ… και μπορώ να με εμπιστευτώ και να με αγαπήσω.  


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Επιπτώσεις της ΔΕΠ-Υ στην ενήλικη ζωή



Η ΔΕΠ-Υ έχει σημαντικές επιδράσεις στη λειτουργικότητα του ατόμου επηρεάζοντας πολλούς σημαντικούς ρόλους που καλείται να παίξει το άτομο. Τα προβλήματα και οι δυσκολίες που βιώνουν οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ψυχολογική κατάσταση και λειτουργικότητα του ατόμου καθώς και στην ψυχική του ευημερία. Η κατάσταση του ατόμου και ο τρόπος παρέμβασης με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικότητάς του εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο και τους ρόλους που έχει το άτομο στη ζωή του (Surman et al., 2013). Μεταξύ των πιο σημαντικών παραγόντων που έχουν μια θετική επίδραση στα αποτελέσματα και την μακροχρόνια πρόγνωση και ποιότητα ζωής των ατόμων με ΔΕΠ-Υ είναι η φαρμακοθεραπεία και η πρώιμη διάγνωση. Τα ενεργά συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ έχουν σημαντική επίδραση στην ποιότητα της ζωής του ατόμου, την οποία χειροτερεύουν, με αποτέλεσμα το άτομο να αντιμετωπίζει ένα σύνολο δυσκολιών εξαιτίας της διαταραχής. Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα στην ποιότητα του ύπνου, ενώ μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα στην εικόνα του σώματος, την αυτοεκτίμηση, την ασφάλεια, τις σεξουαλικές σχέσεις, την κοινωνική στήριξη και στο περιβάλλον του σπιτιού. Η ποιότητα ζωής των ατόμων με ΔΕΠ-Υ είναι ακόμη πιο χαμηλή σε όσους εμφανίζουν συννοσηρότητα με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη (Agarwal et al., 2012). 


Σε μια έρευνα των Lensing et al. (2013) εξετάστηκε η ποιότητα ζωής σε ενήλικες ηλικίας άνω των 50 ετών με ΔΕΠ-Υ και διαπιστώθηκε ότι τα άτομα ανέφερα σημαντική μείωση στην ποιότητα ζωής τους εξαιτίας των προβλημάτων υγείας και της απουσίας ικανοποίησης από τη ζωή. Η μη εργασιακή απασχόληση και τα σοβαρά συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ βρέθηκε ότι συνδέονται με την ποιότητα ζωής των ατόμων, ενώ η αρνητική επίδραση της ΔΕΠ-Υ είναι εμφανής σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Στη συγκεκριμένη έρευνα βρέθηκε ότι οι ενήλικες άνω των 50 ετών με ΔΕΠ-Υ έχουν αυξημένες πιθανότητες να είναι άνεργοι και να ζουν μόνοι τους, ενώ χαμηλότερα ήταν και τα επίπεδα της λειτουργικής και ψυχοκοινωνικής τους κατάστασης.


Γενικότερα, οι επιπτώσεις της ΔΕΠ-Υ περιλαμβάνουν αρνητικές επιδράσεις στην ψυχοκοινωνική κατάσταση και στην υγεία του ατόμου. Οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων που συνδέεται με τη συναισθηματική τους κατάσταση. Η εμφάνιση ρίσκου στη λήψη αποφάσεων εξαρτάται από την παρορμητικότητα, που αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό των ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ (Matthies, Philipsen & Svaldi, 2012). Σε μια έρευνα των Klassen, Miller και Fine (2004) διαπιστώθηκε ότι η ΔΕΠ-Υ αποτελεί μια διαταραχή, που έχει σημαντικές επιδράσεις σε πολλούς τομείς της ζωής του ατόμου. Συγκεκριμένα, τα άτομα με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα ψυχοκοινωνικής προσαρμογής, προβλήματα υγείας που συνδέονται με τη διαταραχή καθώς και χαμηλότερα επίπεδα ψυχικής ευημερίας.

Επίσης, σε μια έρευνα των Gjervan, Hjemdal και Nordahl (2013) διαπιστώθηκε ότι οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν λειτουργικά ελλείμματα που διαμεσολαβούν τη σχέση ανάμεσα στην έλλειψη προσοχής και στις επιπτώσεις στα επαγγελματικά. Τα προβλήματα στην εργασιακή λειτουργικότητα του ατόμου συνδέονται με τις δυσκολίες στη λειτουργία του συναισθήματος και στην κοινωνική λειτουργία. Πρόκειται για πτυχές της λειτουργίας του ατόμου που εμφανίζουν ελλείμματα στα άτομα με ΔΕΠ-Υ. Η συμμετοχή του ατόμου στον εργασιακό χώρο απαιτεί ένα σύνολο ικανοτήτων και στρατηγικών, ενώ οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν προβλήματα στη διαχείριση του χρόνου, στην κινητοποίηση του εαυτού και στην πειθαρχία του εαυτού. 


Επιπλέον, οι επιπτώσεις της ΔΕΠ-Υ είναι εμφανείς όχι μόνο στο ίδιο το άτομο αλλά και στην υπόλοιπη οικογένεια. Σε μια έρευνα των Minde et al. (2003) στην οποία εξετάστηκε η ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα των παιδιών και των συζύγων ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά που είχαν ένα γονιό με ΔΕΠ-Υ είχαν υψηλότερα ποσοστά ψυχοπαθολογίας και χαμηλότερα επίπεδα κοινωνικής λειτουργικότητας σε σύγκριση με παιδιά με γονείς χωρίς ΔΕΠ-Υ. Η λειτουργία της οικογένειας και του γάμου συναντά δυσκολίες στις περιπτώσεις που ο ένας γονιός έχει ΔΕΠ-Υ. Διαφορετική ήταν η στάση των ανδρών και των γυναικών απέναντι στο σύζυγο ή στη σύζυγο που εμφάνιζε ΔΕΠ-Υ. Οι γυναίκες ήταν πιο υποστηρικτικές και προστατευτικές απέναντι στο πρόβλημα και συμβάλλουν στην αντιμετώπισή του, ενώ οι άνδρες σύζυγοι ήταν λιγότερο ανεκτικοί απέναντι στο πρόβλημα ΔΕΠ-Υ της συζύγου. Ωστόσο, οι σύζυγοι ατόμων με ΔΕΠ-Υ δεν εμφανίζουν περισσότερες ψυχιατρικές διαταραχές σε σύγκριση με τις συζύγους ατόμων χωρίς ΔΕΠ-Υ.

Σε μια έρευνα των Eakin et al. (2004) δεν βρέθηκαν διαφορές ως προς την ικανοποίηση από το γάμο και τη λειτουργικότητα της οικογένειας ανάμεσα σε άτομα με συζύγους με και χωρίς ΔΕΠ-Υ. Στη συγκεκριμένη έρευνα διαπιστώθηκε μια διαφορά ως προς την αντίληψη των ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ και των συζύγων τους όσον αφορά την κατάσταση του γάμου και της οικογένειάς τους. Οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ εμφάνισαν πιο αρνητική αντίληψη για το γάμο και την οικογένειά τους σε σύγκριση με τους συζύγους τους. Επίσης, οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ σε σύγκριση με τους συζύγους τους εμφάνισαν χαμηλότερα επίπεδα προσαρμογής μέσα στο γάμο τους γενικά, ενώ αξιολογούσαν πιο χαμηλά την ικανοποίηση από την οικογενειακή- συζυγική ζωή, την συναισθηματική έκφραση και τη συνοχή. Οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ αξιολόγησαν πιο αρνητικά και την λειτουργικότητα της οικογένειας. Το εύρημα αυτό δείχνει την ανάγκη για αξιολόγηση και θεραπεία με στόχο την αντιμετώπιση της συζυγικής και οικογενειακής λειτουργίας των ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ. 


Agarwal, R., Goldenberg, M., Perry, R. & Ishak, W.W. (2012) The quality of life of adults with attention deficit hyperactivity disorder: A systematic review. Innovations in Clinical Neuroscience, 9 (5-6), 10-21.
Eakin, L., Minde, K., Hechtman, L., Ochs, E., Krane, E., Bouffard, R., Greenfield, B. & Looper, K. (2004) The marital and family functioning of adults with ADHD and their spouses. Journal of Attention Disorders, 8 (1), 1- 10.
Gjervan, B., Hjemdal, O. & Nordahm, H.M. (2013) Functional impairment mediates the relationship between adult ADHD inattentiveness and occupational outcome. Journal of Attention Disorders, 1-9.
Klassen, A.F., Miller, A. & Fine, S. (2004) Health-Related Quality of Life in Children and Adolescents Who Have a Diagnosis of Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder. Pediatrics, 114 (5), e541-e547.
Lensing, M.B., Zeiner, P., Sandvik, L. & Opjordsmoen, S. (2013) Quality of life in adults aged 50+ with ADHD. Journal of Attention Disorders, 1-9.
Matthies, S., Philipsen, A. & Svaldi, J. (2012) Risky decision making in adults with ADHD. Journal of Behavior Therapy & Experimental Psychiatry, 43, 938-946.
Minde, K., Eakin, L., Hechtman, L., Ochs, E., Bouffard, R., Greenfield, B., & Looper, K. (2003) The psychosocial functioning of children and spouses of adults with ADHD. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 44 (4), 637-646.
Surman, C.B.H., Biederman, J., Spencer, T., Miller, C..A., McDermott, K.M. & Faraone, S.V. (2013) Understanding deficient emotional self-regulation in adults with attention deficit hyperactivity disorder: A controlled study. Attention Deficit Hyperactivity Disorder, 5 (3), 273-281.

Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.