Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Διαταραχές συμπεριφοράς στο σχολείο



Στο σχολείο μπορεί να  εκδηλωθούν διάφορες διαταραχές διασπαστικής συμπεριφοράς, που προκαλούν προβλήματα στους εκπαιδευτικούς, στα παιδιά και στη λειτουργία της τάξης. Είναι σημαντικό να είναι οι εκπαιδευτικοί επαρκώς ενημερωμένοι για τις διαταραχές αυτές ώστε να μπορούν να παραπέμψουν παιδιά που εμφανίζουν έντονα προβλήματα συμπεριφοράς.
Οι πιο συνηθισμένες διαταραχές διασπαστικής συμπεριφοράς που μπορεί να εντοπιστούν στο πλαίσιο του σχολείου είναι οι εξής:

  • Διαταραχή ελλειμματικής- προσοχής- Υπερκινητικότητα
  • Εναντιωτική- προκλητική διαταραχή
  • Διαταραχή διαγωγής.


Εκτός από τις διαταραχές στη συμπεριφορά, στο σχολείο μπορεί να εντοπιστούν συναισθηματικά προβλήματα καθώς και προβλήματα μάθησης και επικοινωνίας. Τα προβλήματα συμπεριφοράς συνδέονται άμεσα με τα συναισθηματικά και μαθησιακά προβλήματα των μαθητών. 

Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-  Υπερκινητικότητα
v  Αναπτυξιακή διαταραχή, οργανικής αιτιολογίας,
v  που ασκεί αρνητική επίδραση σε πολλούς τομείς της λειτουργικότητας του παιδιού
v  Σοβαρές και επίμονες δυσκολίες
v  Δυσκολία διατήρησης προσοχής και ενδιαφέροντος σε μια δραστηριότητα μέχρι την ολοκλήρωσή της
v  Έντονη και συχνή παρορμητική συμπεριφορά
v  Δυσκολίες προσαρμογής
v  Απουσία διάθεσης και ικανοτήτων για συνεργασία
v  Δυσκολία τήρησης ορίων και κανόνων
v  Δυσκολίες στο σχολείο:
v  Σχολική προσαρμογή
v  Κοινωνική- συναισθηματική προσαρμογή
v  Δυσκολίες ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος
v  Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε ένα απλά ζωηρό παιδί και σε ένα παιδί με ΔΕΠΥ, όσον αφορά την ικανότητα και το βαθμό ελέγχου της κινητικής δραστηριότητας ανάλογα με τις περιστάσεις.
v  Το παιδί με ΔΕΠΥ δεν μπορεί να ελέγξει την κινητικότητά του και να παραμείνει ήσυχο ακόμη και σε περιστάσεις που αυτό επιβάλλεται.
v  Αδεξιότητα στις κινήσεις
v  Ανησυχία- Ευερεθιστότητα και οξυθυμία
v  Δυσκολίες οργάνωσης-  Απουσία αίσθησης κινδύνου

v  Έχουν ανάγκη από:
v  Απλές και κατανοητές οδηγίες
v  Ήσυχο περιβάλλον με λίγα ερεθίσματα
v  Υπομονή και ηρεμία από τον εκπαιδευτικό
v  Επιβράβευση
v   Ασφάλεια
v   Εκτόνωση της έντασης
v   Συχνά διαλείμματα
v   Εκφράσεις που λέμε στο παιδί τι να κάνει και όχι τι να μην κάνει
v   Όρια και καθοδήγηση

Εναντιωτική- προκλητική διαταραχή
v   Αντιδραστικότητα
v   Αρνητισμός
v   Έλλειψη συνεργατικής διάθεσης
v   Έλλειψη υπακοής
v   Προκλητική συμπεριφορά
v   Άρνηση συμμόρφωσης στους κανόνες των ενηλίκων
v   Εμπλοκή σε καβγάδες
v   Έλλειψη ψυχραιμίας
v   Θυμός
v   Ψέματα
v   Επιθετικότητα
v   Αντικοινωνικές συμπεριφορές
v   Πείσμα
v   Ευερεθιστότητα
v  Το 50% των παιδιών με εναντιωτική- προκλητική διαταραχή συνεχίζει να παρουσιάζει αυτή τη διαταραχή στην εφηβεία
v  Το 25% αναπτύσσει και συμπτώματα διαταραχής διαγωγής
v  Στο 25% των παιδιών τα συμπτώματα υποχωρούν τελείως
v  Τα λιγότερο επιθετικά παιδιά καταφέρνουν συνήθως να ξεπεράσουν τα συμπτώματα, ενώ
v  Τα πιο επιθετικά παιδιά αναπτύσσουν σοβαρότερης μορφής ψυχοπαθολογία. 


Διαταραχή διαγωγής
Ø  Επαναλαμβανόμενο και επίμονο πρότυπο συμπεριφοράς που περιλαμβάνει:
Ø  Επιθετικότητα σε ανθρώπους και ζώα (εκφοβισμός, άσκηση σωματικής βίας, εξαναγκασμός)
Ø  Καταστροφή ιδιοκτησίας (πρόκληση φωτιάς, κ.α.)
Ø  Απάτη ή κλοπή (κλοπή, διάρρηξη, ψέματα)
Ø  Συχνές παραβιάσεις κανόνων (παραμονή εκτός σπιτιού τη νύχτα από 13 ετών, συχνές αδικαιολόγητες απουσίες στο σχολείο)
Είδη επιθετικής συμπεριφοράς:
  1. Καταστροφική και μη καταστροφική επιθετική συμπεριφορά
  2.  Φανερή και συγκεκαλυμμένη επιθετική συμπεριφορά
-- Φανερή μη καταστροφική επιθετική συμπεριφορά: πείσμα, αντιδραστικότητα, διαπληκτισμοί
-- Φανερή καταστροφική συμπεριφορά: άσκηση σωματικής βίας
-- Συγκεκαλυμμένη καταστροφική συμπεριφορά: κλοπές, ψεύδη
-- Συγκεκαλυμμένη επιθετική μη καταστροφική συμπεριφορά: χρήση ουσιών, απάτες 
 
Συνοδεύεται από:
·         Φυσιολογικό ή λίγο κάτω από το φυσιολογικό δείκτη νοημοσύνης
·         Γλωσσικά και γνωστικά ελλείμματα
·         Αρνητικοί οικογενειακοί παράγοντες
·         Συναισθήματα ματαίωσης
·         Κοινωνικά ελλείμματα
·         Υποτίμηση συνεπειών επιθετικότητας

Διαταραχή διαγωγής: Συνυπάρχει με:
*       ΔΕΠ-Υ
*       Αντικοινωνική συμπεριφορά των γονιών
*       Κακές ενδοοικογενειακές σχέσεις
*       Μαθησιακές δυσκολίες- χαμηλή σχολική επίδοση
*       Διαταραχές στην ανάπτυξη του λόγου
*       Αγχώδεις διαταραχές
*       Διαταραχές διάθεσης (κατάθλιψη)
*       Τάσεις αυτοκτονίας
*       Κατάχρηση ουσιών

Οι παραπάνω διαταραχές χρήζουν διάγνωσης και παρέμβασης. 

Τα προβλήματα συμπεριφοράς εκφράζουν τη δυσλειτουργικότητα των σχέσεων στα πλαίσια του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
Στόχος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ή διαταραχών συμπεριφοράς είναι η εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων, η ενίσχυση των δεξιοτήτων επικοινωνίας, η βελτίωση της διαχείρισης και έκφρασης των συναισθημάτων, καθώς και η βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων στην οικογένεια και στο σχολείο.


Βιβλιογραφία
Κάκουρος, Ε., & Μανιαδάκη, Κ. (2006). Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω.


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Εσωτερικός διάλογος



Δεν ξέρω πώς να εκφράσω όλα όσα νιώθω και κάθε φορά που σκέφτομαι να το κάνω, μένω ακίνητη και αποσβολωμένη, λέγοντας στον εαυτό μου «όχι δεν μπορώ, δεν μπορώ να πω σε κανέναν πώς νιώθω… τι νιώθω… γιατί νιώθω έτσι…», «όχι, κανείς ποτέ δεν θα μάθει τα συναισθήματά μου». Εξάλλου, αυτό που έμαθα όλα τα χρόνια και αυτό που κι εγώ η ίδια έλεγα στον εαυτό μου είναι «μην θυμώνεις, δεν είναι σωστό να θυμώνεις, απαγορεύεται να θυμώνεις, όχι, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ…».

Καταπιεσμένα συναισθήματα και σκέψεις που απεγνωσμένα αναζητούν μια διέξοδο. Πρέπει όμως; 
Μήπως είναι πιο εύκολο να επιλέξω την παραίτηση; Μάλλον είναι καλύτερη η παραίτηση, δεν ασχολείσαι ούτε με συναισθήματα, ούτε με ανθρώπους, ούτε με σκέψεις… Τι καλά…
Είμαι όμως καλά; Νιώθω καλά; Λέω δεν πρέπει και μένω σ’ αυτό. Δεν πρέπει γιατί δεν είναι σωστό να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας. Κι όμως, θέλω να εμπλακώ στα συναισθήματα, να γνωρίσω άγνωστους δρόμους που καθοδηγούνται από το συναίσθημα… Πώς;

Θέλω να δώσω, θέλω να έρθω κοντά στους ανθρώπους… Δίνω όμως; Τι δίνω στους ανθρώπους και πώς αντιλαμβάνονται αυτά που τους δίνω;
Παρόρμηση, αγωνία και λαχτάρα για επαφή και επικοινωνία. Επιτακτική ανάγκη αναζήτησης ανθρώπων. Θέλω να έρθω κοντά στους άλλους ανθρώπους, θέλω να επικοινωνήσουμε, να κάνουμε παρέα, να με δεχτούν και να τους δεχτώ…
Μα, που πήγαν όλοι οι άνθρωποι; Γιατί κανείς δεν μένει στη ζωή μου; Γιατί όλοι φεύγουν χωρίς εγώ να μπορώ να καταλάβω ποιο είναι το γιατί;
Θέλω να φωνάξω στους άλλους «σας έχω ανάγκη, σας θέλω δίπλα μου, αλλά εσείς δεν με βλέπετε, με αγνοείτε, δεν μ’ ακούτε, δεν με υπολογίζετε. Δεν, δεν, δεν…». Είναι τόσα πολλά τα αρνητικά που βλέπω σε αυτή την προσπάθεια, τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνω και τις αρνητικές σκέψεις που κάνω… 

Φταίτε; Φταίω; Ποιος φταίει άραγε; Δεν θέλω να σας κατηγορώ, αλλά ίσως μερικές φορές σας κατηγορώ. Σας κατηγορώ, αλλά δεν ξέρω ποιος μου φταίει και γιατί; Μου φταίνε τα παιδικά μου χρόνια (αυτά που λένε οι ψυχαναλυτές και πάντα τα προσπερνούσα βιαστικά;); Μου φταίει ο λάθος τρόπος που βλέπω τα πράγματα; Μου φταίνε οι άλλοι ή φταίω εγώ;
Έχω αναλώσει ώρες και ώρες για να σκεφτώ αυτό και καταλήγω τώρα στο να σκεφτώ: πόση τελικά σημασία έχει αυτό; 

Και άντε και να βρω ποιος φταίει, μετά τι κάνω; Τι να κάνω με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου; Τι να κάνω με όλα όσα γυρίζουν στο κεφάλι μου;
Φταίω, φταις, φταίτε… κι ο θυμός συνεχίζει να πλημμυρίζει τα πάντα μέσα μου και γύρω μου και εγώ συνεχίζω να μην θέλω να τον βλέπω… 


Και ίσως θυμώνω με όλα αυτά, αλλά δεν ξέρω να θυμώνω, δεν ξέρω τι να τον κάνω αυτό τον θυμό. Ας τον κρύψω, να μην τον δει κανείς, δεν είναι σωστό.
Τι θα σκεφτούν για μένα; Τι θα γίνει μετά;

Κι αν όλοι φύγουν και μείνω τελείως μόνη;
Όχι, αυτό δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Δεν θ’ αντέξω τη μοναξιά, θα καταρρεύσω. Οπότε η μόνη λύση είναι: να δίνω, να δίνω, να δίνω… και κάποια στιγμή ίσως με λυπηθούν και μου δώσουν, ίσως καταφέρω να πάρω… Όμως, θέλω;

Δεν είναι λίγο ζητιανιά να ζητάς συναισθήματα;
Όχι, καλύτερα να μη δείξω ποτέ ότι έχω ανάγκη από συναισθήματα. Σιγά, μην ζητήσω να με αγαπούν. Αν θέλουν ας το κάνουν. Εξάλλου, τους δείχνω την αγωνία μου ότι δεν θέλω να τους χάσω από κοντά μου.

Φοβάμαι να μην σας χάσω μ’ ακούτε; Και θα κάνω τα πάντα να μείνετε εδώ, αλλά εσείς δεν μένετε. Όλοι φεύγετε…

Κι ο φόβος μου επιβεβαιώνεται και μένω μόνη και φοβισμένη, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια, στη φωνή και στη συμπεριφορά μου, στο πρόσωπο και στις κινήσεις μου.
Δεν θέλω να σε χάσω… Θα κάνω τα πάντα… Θα σου δώσω ότι θέλεις αρκεί να μείνεις. Δεν πειράζει. Μη μου δίνεις θα δώσω εγώ και για τους δυο μας.
Αρκεί να μη φύγεις… γιατί όλοι φεύγουν από τη ζωή μου.
Όμως, γιατί όλοι φεύγουν, αφού δεν ζητάω, δεν διεκδικώ, δεν απαιτώ, αφού υποχωρώ, συμβιβάζομαι, κρύβομαι…


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Βάζοντας όρια στις σχέσεις μας...



Ξέρουμε να λέμε όχι;
Εκφράζουμε τις προσωπικές μας ανάγκες;
Τι φοβόμαστε αν πούμε όχι;

Τα όρια πάντα υπάρχουν ή θα πρέπει να υπάρχουν. Βάζω τα δικά μου όρια σε μια σχέση δεν σημαίνει πως δεν λαμβάνω υπόψη τις ανάγκες και τα όρια του άλλου. Σέβομαι τον άλλο, τις ανάγκες του, τα θέλω του, όμως, δεν ξεχνώ ότι θα πρέπει να σέβομαι και τον εαυτό μου. 

Είναι σημαντικό να λεκτικοποιούμε τα όρια μας, να εξηγούμε στον άλλο αυτά που κι εμείς θέλουμε, καθώς δεν είναι αυτονόητο ή δεδομένο ότι ο άλλος καταλαβαίνει τις δικές μας ανάγκες, το δικό μας τρόπο σκέψης και τα δικά μας συναισθήματα. Θέτω ορισμένους κανόνες στην κάθε σχέση γύρω μου δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ τον άλλο. Ωστόσο, όταν σε μια σχέση από την αρχή δεν έχω βάλει κάποια όρια είναι δύσκολο ξαφνικά να κάνω ριζικές αλλαγές. Για αυτό χρειάζεται υπομονή, σταδιακές αλλαγές, μικρά βήματα, που θα δημιουργήσουν μια πιο σταθερή βάση στη σχέση μου. Σημαντικό ρόλο παίζει η συμπεριφορά, ο τρόπος που επιλέγουμε ώστε να βάλουμε τα προσωπικά μας όρια σε αυτή τη σχέση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βάζω όρια δεν σημαίνει πως επιβάλλω στον άλλο αυτά τα όρια, απλά θέτω τις δικές μου προϋποθέσεις για αυτή τη σχέση. Μέχρι που επιτρέπω τον άλλο να με επηρεάσει; Μέχρι ποιο σημείο διαμορφώνω τη ζωή μου με βάση το χαρακτήρα του άλλου, τα σχέδια του άλλου; Πόσο μπορεί μια σχέση να μας αλλάξει ως προς το χαρακτήρα μας;

Πολλές φορές στην αρχή μιας σχέσης είμαστε πιο χαλαροί στο θέμα των ορίων είτε γιατί σκεφτόμαστε πως είναι μια ένδειξη αγάπης να μην λέμε όχι, να μην φέρνουμε αντιρρήσεις ή να είμαστε συγκαταβατικοί, είτε γιατί θέλουμε να αποφύγουμε τις συγκρούσεις, το ενδεχόμενο της σύγκρουσης χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα συμβεί. Βρίσκομαι μέσα σε μια σχέση δεν σημαίνει πως θα πρέπει να χάσω τη δική μου προσωπικότητα, τα ενδιαφέροντα και τους στόχους μου, τα θέλω μου, το περιβάλλον μου…

Σταδιακά, όμως, όσο προχωρά και εξελίσσεται η σχέση νιώθουμε ότι πνιγόμαστε μέσα σε μια σχέση που δεν καθορίζουμε εμείς, μέσα σε μια σχέση που δεν είμαστε ο εαυτός μας. Και τότε ανακαλύπτουμε ότι έφτασε η στιγμή να θέσουμε κάποια όρια. Ποτέ σε μια σχέση δεν είμαστε ένα με τον άλλο. Ο καθένας έχει τη δική του προσωπικότητα, τα δικά του θέλω και τις δικές του ανάγκες. Στόχος της σχέσης είναι να μπορέσουμε να βρούμε μια κοινή γραμμή, που θα μοιραστούμε κοινά όνειρα και θέλω, να έχουμε κοινές προσδοκίες…
Μπορεί να περάσουμε μια δύσκολη φάση μέχρι να μπορέσουμε να βάλουμε τα όρια. Μπορεί να είναι δύσκολο να εκθέσουμε τις ανάγκες μας, να πούμε όχι και να εκφράσουμε τη γνώμη μας. Είναι, όμως, ο μόνος τρόπος να μπορέσουμε να παραμείνουμε όσο το δυνατόν πιο πολύ ο εαυτός μας, χωρίς μάσκες, χωρίς απωθημένα και χωρίς καταπιεσμένα συναισθήματα. 

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα όρια ξεκινάμε από τον εαυτό μας. Πρώτα καθορίζουμε τα όρια γύρω από εμάς, πόσο επιτρέπουμε στους άλλους να πλησιάσουν, πόσο εκφράζουμε όσο θέλουμε και όσα μας ενοχλούν. Επίσης, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο σταθεροί είμαστε στα όρια που βάζουμε. Είναι πρωτεύον να μπορούμε εμείς οι ίδιοι να τηρούμε τα όριά μας και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, ώστε να μην νιώθουμε ότι βρισκόμαστε μέσα σε σχέσεις που ασφυκτιούμε. Κι όταν βρεθούμε σε μια τέτοια σχέση ας ψάξουμε να βρούμε γιατί το επιτρέψαμε και τι είδους ανάγκες καλύπτει αυτό σε εμάς τη δεδομένη στιγμή. 
 
Χωρίς όρια στις σχέσεις μας στερούμε από τον εαυτό μας τις βαθύτερες ανάγκες και επιθυμίες του, δεν του δίνουμε τη χαρά να έχει βαθιές και ικανοποιητικές σχέσεις, στις οποίες δεν θα χάνεται η αυθεντικότητα του εαυτού. Χωρίς όρια στις σχέσεις μας δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αποκτήσει μια θετική αυτοεκτίμηση αλλά και εμπιστοσύνη προς τον εαυτό, καθώς διαρκώς νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε τίποτα, ότι οι άλλοι μας εκμεταλλεύονται, ότι δεν μας δίνουν σημασία ή δεν μας βλέπουν καν. Ας υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι δεν φταίνε οι άλλοι που μας εκμεταλλεύονται, «φταίμε» εμείς που τους αφήνουμε, που τους δίνουμε το δικαίωμα να παρεμβαίνουν τόσο στη ζωή μας, να εισβάλλουν με διαβρωτικό τρόπο στον εαυτό μας, στην προσωπικότητά μας. 

Συνειδητοποιώντας ότι δεν μας βοηθάει καθόλου να ζούμε χωρίς όρια θα πρέπει να αναζητούμε τους λόγους που δεν το κάνουμε: τι φοβόμαστε; Γιατί υποχωρούμε; Γιατί πείθουμε τον εαυτό μας ότι δεν πρέπει να λέμε όχι; Γιατί επιτρέπουμε στους άλλους να παρεμβαίνουν στη ζωή μας περισσότερο από ότι αντέχουμε, περισσότερο από όσο θέλουμε; Φοβόμαστε την απόρριψη; Δεν θέλουμε να απογοητεύσουμε ή να στεναχωρήσουμε τους άλλους; Φοβόμαστε να μην χάσουμε την αγάπη και το ενδιαφέρον των άλλων; Δεν θέλουμε να σκέφτονται αρνητικά πράγματα για εμάς; Φοβόμαστε την εγκατάλειψη και τη μοναξιά; 
Η απουσία ορίων ακολουθείται από ένα σύνολο σκέψεων και πεποιθήσεων σχετικά με το πώς πρέπει να είμαστε απέναντι στους άλλους. Η οικογένεια και ο τρόπος λειτουργίας της οικογένειας παίζει σημαντικό ρόλο σ’ αυτό. Τι έχω μάθει μέσα στην οικογένεια και πώς συμπεριφέρονται τα υπόλοιπα μέλη απέναντι στις σημαντικές τους σχέσεις; Μήπως έχω μάθει ότι θα πρέπει να βάζω προτεραιότητα τους άλλους και στο τέλος να κοιτάζω και τις δικές μου ανάγκες; Μήπως πιστεύω ότι είναι πιο σημαντικές και ουσιώδεις οι ανάγκες των άλλων και υποδεέστερες οι δικές μου; Μήπως πιστεύω πως όρια σημαίνουν έλλειψη αγάπης και αποδοχής; 

Αφού προβληματιστούμε πάνω στο κατά πόσο βάζουμε ή όχι όρια και σε περίπτωση που δεν βάζουμε όρια απαντήσουμε και στο γιατί δεν το κάνουμε, θα πρέπει να κάνουμε το επόμενο βήμα: να αναθεωρήσουμε τις σχέσεις μας, ξεκινώντας από τον εαυτό μας. Αρχικά, αναζητούμε τα χαρακτηριστικά εκείνα που θεωρούμε σημαντικά για τον εαυτό μας και θέλουμε να τα προστατεύσουμε και να τα σεβαστούμε, δείχνοντας και στους άλλους ότι «απαιτούμε» σεβασμό για αυτά. Όταν αρχίσουμε και ξεκαθαρίζουμε μέσα μας τα σημαντικά για εμάς όρια, μπορούμε να προχωρήσουμε σε συζητήσεις ώστε να εκφράζουμε όσα μας ενοχλούν, να εκφράζουμε τις ανάγκες και τα θέλω μας. Βάζω όρια στις σχέσεις μου δεν σημαίνει πώς επικεντρώνομαι μόνο στον εαυτό μου και δεν υπολογίζω και δεν σέβομαι τα όρια του άλλου. Βάζουμε τα δικά μας όρια και βλέπουμε και τα όρια του άλλου. Με υποχωρήσεις και διαπραγματεύσεις και από τις δύο πλευρές μπορούμε να καταφέρουμε να χτίσουμε υγιείς σχέσεις. 

Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.