Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

ΨΕΜΑΤΑ, ΜΥΘΟΜΑΝΙΑ και ΕΑΥΤΟΣ



Μόλις αισθανθούμε ότι απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, σχεδόν ενστικτωδώς μπορεί να αρχίσουμε να λέμε ψέματα. Όταν λέμε ψέματα που αφορούν τον εαυτό μας, ο κύριος σκοπός δεν είναι να εντυπωσιάσουμε τους άλλους, αλλά υποσυνείδητα καταφεύγουμε σε αυτά για να συντηρήσουμε την εικόνα του εαυτού μας, έτσι, όπως θα θέλαμε να είναι. Εγγενώς θέλουμε να είμαστε αρεστοί και κοινωνικώς αποδεκτοί, αλλά και να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας.

Ωστόσο, όσο περισσότερα ψέματα λέμε τόσο περισσότερο χανόμαστε μέσα σε αυτά και φτιάχνουμε στο μυαλό μας μια τελείως πλαστή εικόνα για τον εαυτό μας, η οποία με το παραμικρό κινδυνεύει να καταρρεύσει. Ουσιαστικά δημιουργούμε έναν ψεύτικο εαυτό, έναν ιδανικό εαυτό, όπως θα θέλαμε να είμαστε, το οποίο όμως είναι τόσο επιφανειακό που δεν μας αντιπροσωπεύει και στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να τον στηρίξουμε. Θεωρούμε ότι αυτός ο πλαστός εαυτός μας προσφέρει ασφάλεια και θα μας βοηθήσει να είμαστε αποδεκτοί και αρεστοί ή τουλάχιστον να μην μας επικρίνουν. 

Ο πλαστός εαυτός είναι μια επιφανειακή όψη που δεν επιτρέπει ούτε σε εμάς τους ίδιους να δούμε τι υπάρχει στο βάθος και να προχωρήσουμε, να ωριμάσουμε ή να εξελιχθούμε. Έτσι, μένουμε σε αυτό το ψεύτικο περιτύλιγμα, που παροδικά μπορεί να μας καλύπτει και να μας κάνει να νιώθουμε καλά, αλλά μακροπρόθεσμα θα καταρρεύσει και δεν θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε κομμάτια του εαυτού μας, για τα οποία απλά ντρεπόμασταν και προσπαθούσαμε επιμελώς να καλύπτουμε κάτω από τα ψέματα. Η εξωτερική εικόνα που προβάλλουμε για τον εαυτό μας μπορεί να είναι πολύ κοντά στην ιδανική εικόνα που θέλουμε, ένας ισχυρός και δυνατός εαυτός που μπορεί να φέρει εις πέρας όσα θέλει και δεν έχει ευάλωτα σημεία. Όμως, για πόσο καιρό μπορούμε να διατηρήσουμε μια ψεύτικη εικόνα, η οποία δεν μας επιτρέπει να εξωτερικεύουμε και τις αδύναμες πλευρές μας;


Δεν είναι αρνητικό να επιλέγουμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας θα δείξουμε ή να βρίσκουμε τρόπους να χειριζόμαστε και να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας και τον τρόπο που θα τα εκδηλώσουμε. Ο κίνδυνος εμφανίζεται ότι αρχίσουμε να χάνουμε κάθε επαφή με τον πραγματικό μας εαυτό και πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι την εικόνα του πλαστού εαυτού που επιμελώς δείχνουμε στους άλλους. 

Ο πλαστός εαυτός μπορεί να αποτελέσει μια ασυνείδητη άμυνα, που ενδέχεται όμως να στηλιτεύσει την ανάπτυξη του συνειδητού αυθεντικού εαυτού μας. Τα ψέματα που λέμε για τον εαυτό μας συνήθως μας δημιουργούν μια δυσαρέσκεια για τον πραγματικό μας εαυτό, για τον οποίο ντρεπόμαστε και νιώθουμε μειονεκτικά, με αποτέλεσμα να θέλουμε να τον κρατάμε καλά κρυμμένο. Αυτό όμως δεν μας βοηθά να αποδεχθούμε πτυχές του εαυτού μας και να μπορέσουμε να τις βελτιώσουμε. 

Παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε οικογένειες με υψηλά στάνταρ και απαιτήσεις μπορεί να αρχίσουν να αναπτύσσουν και να εκδηλώνουν μια πλαστή εικόνα του εαυτού τους, που απέχει από την πραγματική εικόνα. Αυτά τα παιδιά όμως ακόμη και μέσα στην οικογένεια νιώθουν ότι θα πρέπει να δημιουργήσουν μιας ψεύτικη εικόνα ώστε να γίνουν αποδεκτά. Όσο περισσότερο ζούμε με τον ψεύτικο –προσεκτικά διαμορφωμένο, πλαστό, εαυτό μας- τόσο πιο δύσκολο είναι να έχουμε επίγνωση και οι ίδιοι της κατάστασης. Φτάνουμε δηλαδή να πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι τα ψέματα που λέμε και ουσιαστικά καταλήγουμε να τρεφόμαστε μέσα από αυτά και να γίνονται τρόπος ζωής. 


Για αυτό θα πρέπει πρώτα εμείς οι ίδιοι να αναρωτηθούμε πόσα ψέματα χρησιμοποιούμε, πόσο ειλικρινείς είμαστε με τους άλλους και με τον εαυτό μας και πόσο καλά ξέρουμε τον εαυτό μας και νιώθουμε άνετα μαζί του; Πόσο άνετα νιώθουμε να εκδηλώσουμε στον άλλο τον πραγματικό μας εαυτό και να αφήσουμε να αναδυθούν και ορισμένες ευάλωτες πτυχές μας;

Η υπερβολική χρήση ψεμάτων οδηγεί στο παθολογικό ψέμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από συχνές και επαναλαμβανόμενες ψευδείς δηλώσεις για τις οποίες πολλές φορές δεν υπάρχει κάποιο όφελος ή κίνητρο. Το παθολογικό ψέμα συνήθως είναι επιβλαβές για το ίδιο το άτομο, που προσπαθεί να ξεγελάσει τους άλλους και πολλές φορές και τον ίδιο του τον εαυτό. 

Το παθολογικό ψέμα οδηγεί σε μια κατάσταση μυθομανίας, που αφορά άτομα που χαρακτηρίζονται από ανασφάλεια, χαμηλή αυτοεκτίμηση, χαμηλή αυτοεικόνα και ανάγκη για αποδοχή. Το άτομο χρησιμοποιεί το ψέμα για να βελτιώσει την προβολή του εαυτού του στον κοινωνικό περίγυρο, για να γίνει αντικείμενο θαυμασμού και αποδοχής και για να αισθανθεί σημαντικό. Το άτομο παρουσιάζει την εικόνα που θα ήθελε να είναι και αποκρύπτει αυτό που είναι και για το οποίο νιώθει ντροπή. 

Τα μυθομανή άτομα συνήθως εμφανίζουν δυσκολίες στις σχέσεις τους, καθώς γρήγορα οι άλλοι χάνουν την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό τους και διαταράσσονται οι σχέσεις τους. Αυτό δεν τους επιτρέπει να διατηρήσουν συντροφικές, φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις και να μπορέσουν να εξελιχθούν μέσα από αυτές. 

Για την αντιμετώπιση του παθολογικού ψέματος και της μυθομανίας θα πρέπει να υπάρξει αναγνώριση του προβλήματος, που είναι ένα αρκετά δύσκολο βήμα, καθώς το ίδιο το άτομο έχει εντάξει το ψέμα στη ζωή του και είναι δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα και για το ίδιο. Το πρόβλημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ψυχοθεραπεία, με βασικούς στόχους την αναγνώριση του προβλήματος, την αυτογνωσία και την αποδοχή του εαυτού, καθώς και την ενίσχυση της αυτοεικόνας και αυτοεκτίμησης.   


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Συναισθηματική ανταπόκριση: Πόσο ανταποκρίνεσαι στα συναισθήματά μου;



«Η καρδιά του ανθρώπου μαραίνεται εάν δεν ‘απαντά’ σε μιαν άλλη καρδιά»
Pearl Buck

«Ποτέ δεν είμαστε πιο συναισθηματικοί από ότι τη στιγμή που απειλείται η πρωταρχική ερωτική μας σχέση».

Η ανάπτυξη ενός συναισθηματικού δεσμού είναι σημαντική, ενώ η ανάγκη να καλύψουμε τις συναισθηματικές μας ανάγκες μέσα από μια σχέση είναι διαρκής. Σε κάθε σχέση που συνάπτουμε αναζητούμε τη συναισθηματική ανταπόκριση, την κατανόηση και την αποδοχή από τον άλλο. Στην προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε αυτή την ανταπόκριση μπορεί να γίνουμε απαιτητικοί και απόλυτοι, μπορεί να ξεχάσουμε να δείξουμε τη δική μας συναισθηματική ανταπόκριση στον άλλο, μπορεί να γίνουμε εγωιστές ή αχάριστοι, επιθετικοί ή υποτιμητικοί. 


Όταν δεν λαμβάνουμε την ανταπόκριση που έχουμε ανάγκη μέσα από μια σημαντική σχέση μπορεί να οδηγηθούμε στην απομόνωση και στην απώλεια του δεσμού αγάπης. Στην προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε τη συναισθηματική ανταπόκριση μπορεί να μπούμε σε μια διαδικασία μάχης ή φυγής, αρχίζοντας να καταρρίπτουμε ευθύνες στον άλλο και να γινόμαστε επιθετικοί ή μπορεί να αρχίσουμε να απομακρυνόμαστε, να κλεινόμαστε περισσότερο στον εαυτό μας, ως ένα τρόπο άμυνας, και να αδιαφορούμε για την εξέλιξη της σχέσης, εφόσον δεν λαμβάνουμε αυτά που προσδοκούσαμε. 

Μέσα σε μια τέτοια φάση της σχέσης και οι δύο σύντροφοι νιώθουν τρομοκρατημένοι και μπερδεμένοι, αλλά ο καθένας το αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν και οι δύο μπαίνουν σε ένα φαύλο κύκλο «κατηγορώ- απομακρύνομαι», όπου όλοι οι φόβοι επιβεβαιώνονται και προστίθενται στα συναισθήματα μοναξιάς που βιώνει ο καθένας. «Οι περισσότερες αλληλοκατηγορίες σε αυτούς τους διαλόγους είναι απελπισμένες κραυγές για επανασύνδεση, διαμαρτυρίες κατά της αποσύνδεσης. Και κατευνάζουν μόνο όταν ο ένας από τους δύο πλησιάζει συναισθηματικά, με διάθεση να αγκαλιάσει, να καθησυχάσει. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Εάν αυτή η επανασύνδεση δεν γίνει, ο αγώνας θα συνεχιστεί. Ο ένας σύντροφος θα προσπαθεί με μανία να αποσπάσει την ανταπόκριση του άλλου. Ο άλλος, ακούγοντας ότι έχει αποτύχει στην αγάπη, θα παγώσει. Ακινησία μπροστά στον κίνδυνο είναι η βιολογικά εγγεγραμμένη στάση απέναντι στην ανημπόρια» (Johnson, 2014: 60). 


«Η αγάπη είναι ο καλύτερος μηχανισμός επιβίωσης και είναι τρομαχτικό να νιώσεις ξαφνικά αποκομμένος συναισθηματικά από τον σύντροφό σου, αποσυνδεδεμένος. Πρέπει να επανασυνδεθούμε, να μιλήσουμε για τις ανάγκες μας με τέτοιον τρόπο ώστε να κινητοποιηθεί ο σύντροφός μας και να ανταποκριθεί. Αυτή η λαχτάρα για συναισθηματικό δεσμό με τους κοντινούς μας ανθρώπους είναι η κατεξοχήν συναισθηματική προτεραιότητα, επισκιάζει ακόμη και την ανάγκη για τροφή ή για σεξ» (Johnson, 2014: 59).

Η πορεία της σχέσης και η κάλυψη της ανάγκης για συναισθηματική ανταπόκριση εξαρτάται από την αμοιβαία ανάγκη και των δύο να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλο και να συνεχίσουν να αγαπιούνται. Σημαντικό ρόλο για την συναισθηματική ανταπόκριση παίζει ο βαθμός στον οποίο ο ένας σύντροφος πιστεύει ότι ο άλλος είναι διαθέσιμος και θα είναι κοντά του όταν τον έχει ανάγκη, ότι μπορεί να τον ακούσει και να τον καταλάβει, να τον στηρίξει και να τον νοιαστεί. Αρκεί ο κάθε σύντροφος να είναι εκεί και να θέλει να είναι εκεί για να ακούσει την απελπισμένη φωνή του άλλου για επαφή, για φροντίδα και αγάπη, ώστε να αντέξει τις διαφορές, τις πληγές και τη δοκιμασία του χρόνου (Johnson, 2014: 60). 


Η ανάπτυξη μιας σχέσης προϋποθέτει τρία βασικά χαρακτηριστικά:

Τη διαθεσιμότητα: πόσο ανοιχτός παραμένει ο σύντροφος ακόμη και όταν έρχεται αντιμέτωπος με την αμφιβολία και την ανασφάλεια; Πόσο διαθέσιμος είναι ώστε να κατανοήσει τα συναισθήματα του άλλου και να συντονιστεί με τις ανάγκες του άλλου;
 
Την ανταπόκριση: πόσο συντονίζεται ο καθένας στα συναισθήματα του συντρόφου και πόσο δείχνει ότι τον αγγίζουν; Πόσο ευαίσθητη είναι η ανταπόκριση που δείχνει και πόσο κατανοεί ανάγκες και φόβους που αναδύονται από τον συναισθηματικό δεσμό;

Τη δέσμευση: πόσο σίγουρος νιώθει ο καθένας για την εκτίμηση που του τρέφει ο σύντροφος και για το βαθμό στον οποίο θα παραμείνει κοντά του; Πόση προσοχή δείχνουμε στον άλλο και πόσο συναισθηματικά παρόντες είμαστε;

Αυτοί είναι οι βασικοί παράγοντες που θα πρέπει να είναι παρόντες και να λαμβάνονται υπόψη και από τους δύο συντρόφους ώστε να μπορέσει να εξελιχθεί μια σχέση. Απαιτείται όμως προσπάθεια και ενασχόληση και από τους δύο συντρόφους, ώστε να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι και να ανταποκρίνονται σε συναισθηματικό επίπεδο στις ανάγκες του άλλου.



Βιβλιογραφία
Johnson, S. (2014). Κράτα με σφιχτά. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Οι σχέσεις έχουν μια αρχή κι ένα τέλος…




...ή μήπως είναι ένας κύκλος που γυρίζουμε μέσα σε αυτόν;
 


Η ανάμνηση του ανεκπλήρωτου ή η επίδραση του εξιδανικευμένου μπορεί να φαντάζει στο μυαλό μας με την εικόνα της τελειότητας και δημιουργώντας ένα παραμύθι, που συχνά μας ψιθυρίζει ότι αν είχε συμβεί σίγουρα θα ζούσαμε κάτι καλύτερο από αυτό που ζούμε, μια ψευδαίσθηση που μας έχει πείσει ότι δεν πρέπει να προχωρήσουμε, αυτό μας αξίζει και αυτό κάποια στιγμή θα μας οδηγήσει στην ευτυχία. 

Δεν το ξέρουμε και ίσως δεν θα το μάθουμε ποτέ, αν δεν επιστρέψουμε σε αυτή τη σχέση. Είναι σημαντικό όμως να μην επενδύουμε στηριζόμενοι στις δικές μας σκέψεις και πεποιθήσεις, στις ανάγκες και τις προσδοκίες μας. 


Η ισχύς της προσδοκίας είναι ικανή να μας κρατά μακριά από τη σφαίρα της πραγματικότητας κάνοντας εικασίες για το παρόν και το μέλλον μας. Οι αναμνήσεις μπορεί να είναι όμορφες, αλλά κάποιες φορές μπορεί να έχουμε την ανάγκη να τις κάνουμε ακόμη ομορφότερες και τότε… απλά προσμένουμε, γιατί αυτό που σκεφτόμαστε από το παρελθόν και θα θέλαμε να έχουμε και στο παρόν μας φαίνεται το ιδανικό, το τέλειο, αυτό που θα έρθει και θα καλύψει όλα τα κενά και όλα τα σπασμένα μας κομμάτια, θα επουλώσει τα τραύματα του παρελθόντος και ίσως και τα τραύματα της ίδιας της σχέσης. 


Τι νόημα έχει να παραμένεις σε συναισθηματικά αδιέξοδα του παρελθόντος, όταν βλέπεις ότι η κατάσταση δεν ήταν όπως εσύ τόσο καιρό την είχες πλάσει όμορφα στο μυαλό σου; Πόσο καλό θα σου κάνει να ξαναμπείς σε ένα κύκλο έμμονων σκέψεων και συναισθηματικής έντασης που δεν οδηγεί πουθενά, παρά σε βυθίζει σε ένα συναισθηματικό τέλμα; Μπορεί να τα έχεις όλα πολύ καλά τακτοποιημένα στο μυαλό σου, όμως, σκέψου πόσο πιθανό είναι όλα αυτά να γίνουν πραγματικότητα ή πόσα από αυτά που εξιδανικευμένα τώρα σκέφτεσαι τα είχες ζήσει στο παρελθόν; Μπορεί από την αρχή να έχεις επενδύσει σε μια «φανταστική» σχέση, που θα ήθελες όλα να είναι τέλεια, αλλά που ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτα από όσα έχεις ονειρευτεί για αυτή τη σχέση. Και τότε φτάνεις… στο ερώτημα: επιλέγω να συνεχίσω αυτή τη σχέση για να μην διαψεύσω το εγωιστικό μέρος του εαυτού μου ή επιλέγω να θέσω ένα τέλος με στόχο μελλοντικά να επενδύσω σε μια πιο πραγματική σχέση;
 
Η επιλογή εξαρτάται από εμάς: θα επιλέξουμε να κάνουμε βόλτες μέσα σε ένα φαύλο κύκλο, όπου είμαστε δέσμιοι των αναμνήσεων, τις οποίες έχουμε διαμορφώσει όπως θέλουμε, ενώ εναποθέτουμε τις προσδοκίες μας σε αυτές ή επιλέγουμε να αφήσουμε πίσω το παρελθόν, να μάθουμε από τις λάθος επιλογές μας και να επενδύσουμε σε ένα καλύτερο μέλλον;

Για να μπορέσουμε να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο, που μας οδηγεί σε ένα συναισθηματικό αδιέξοδο θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη να βάλουμε το τέλος. Όλα έχουν μια αρχή κι ένα τέλος και σε ορισμένες σχέσεις που δεν ήταν αυτό που θέλαμε, που δεν εξελίχθηκαν όπως προσδοκούσαμε, που είναι κακοποιητικές και μας φθείρουν θα πρέπει να βάλουμε εμείς οι ίδιοι το τέλος… και τέλος σημαίνει πως δεν υπάρχουν άλλες ευκαιρίες, δεν υπάρχουν προσδοκίες για βελτίωση, δεν υπάρχει καμία ελπίδα… 


Κι όσο κι αν κάποιες φορές έχουμε τόση ανάγκη να πιαστούμε από το γνώριμο και το οικείο, το δοκιμασμένο και το πιο κοντινό μας θα πρέπει να σκεφτούμε πριν κάνουμε το επόμενο βήμα, με την ελπίδα ότι όλα θα αλλάξουν… 


Μήπως είναι προτιμότερο το τέλος παρά μια νέα αρχή; Η απόφαση είναι δική μας, όμως, θα πρέπει να στηρίζεται κυρίως στη λογική εξέταση των πραγμάτων, στη διερεύνηση των συναισθημάτων και στην αναπόληση του παρελθόντος με όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικό τρόπο. Πώς ήταν η σχέση στο παρελθόν και τι μας πρόσφερε; Πώς την είχαμε φτιάξει στο μυαλό μας και πόσο πιο πολύ μπορεί να έχουμε εξιδανικεύσει το άτομο αυτό; Τι είχαμε ονειρευτεί ότι θα ζήσουμε μαζί του και τι τελικά ζήσαμε; Μήπως θα μπορούσαμε να ξαναπροσπαθήσουμε και να ζήσουμε όσα από την αρχή προσδοκούσαμε και μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να μας δώσει; Και ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί ότι θα μας τα δώσει; Πόσους κύκλους μπορούμε να κάνουμε όμως σε ένα συναισθηματικό αδιέξοδο μέχρι να βρούμε την έξοδο από αυτό τον κύκλο βάζοντας ένα τέλος στη σχέση;