Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Δυσπραξία



H αναπτυξιακή δυσπραξία αποτελεί αναπηρία ή ανωριμότητα ενός οργανισμού ως προς την κίνηση. Πρόκειται για ανώριμο τρόπο διαχείρισης της πληροφορίας από τον εγκέφαλο, που συνεπάγεται σε κακή μετάδοση των μηνυμάτων προς το σώμα. Η δυσπραξία επηρεάζει τον προγραμματισμό όσων κάνουμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά ολοκληρώνονται. Συνδέεται με προβλήματα στην αντίληψη, τη σκέψη και το λόγο, τη μνήμη και την κριτική ικανότητα, την επεξεργασία και άλλες γνωστικές ικανότητες. Φαίνεται ότι τα δύο ημισφαίρια δεν ανταποκρίνονται ταυτόχρονα και συντονισμένα, με αποτέλεσμα το άτομο να εμφανίζει δυσκολία στο σχεδιασμό και την ολοκλήρωση δραστηριοτήτων που απαιτούν κινητικές και γνωστικές ικανότητες. 

Άλλα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψουν τη δυσπραξία είναι: αναπτυξιακή διαταραχή συγχρονισμού και κινητικές μαθησιακές δυσκολίες. Στη βιβλιογραφία συναντώνται και οι όροι: "Ελάχιστη Εγκεφαλική Βλάβη" (Minimal Brain Damage) και το σύνδρομο του Άτσαλου Παιδιού (Clumsy Child Syndrome). Τα συμπτώματα και η σοβαρότητα αυτών ποικίλουν από άτομο σε άτομο. Είναι μια διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει με ποικίλους τρόπους το άτομο στα διάφορα αναπτυξιακά στάδια, ενώ επιδρά σε πολλές βασικές λειτουργίες που είναι απαραίτητες μέσα στην καθημερινότητα.


Τα συμπτώματα της δυσπραξίας κάνουν την εμφάνισή τους στην πρώιμη παιδική ηλικία, ενώ τα βρέφη που στη συνέχεια εκδηλώνουν δυσπραξία εμφανίζουν έντονο εκνευρισμό με το παραμικρό και προβλήματα σχετικά με την πρόσληψη τροφής. Τα προβλήματα για την πρόσληψη της τροφής είναι έντονα τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού και εστιάζουν στις κινητικές δυσκολίες που συνδέονται με τον τρόπο πρόσληψης της τροφής, όπως χρήση του πιρουνιού ή του κουταλιού και συντονισμό χεριού και ματιού για τη μεταφορά της τροφής στο στόμα. Τα παιδιά με δυσπραξία προτιμούν να τρώνε με τα χέρια και συνήθως είναι αρκετά άτσαλα στον τρόπο που τρώνε. Ακόμη, η δυσπραξία μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση προβλημάτων στις κινήσεις των μερών του σώματος για την πρόσληψη της τροφής. Οι δυσκολίες στην πρόσληψη της τροφής μπορεί να περιλαμβάνουν δυσκολίες στη μάσηση ή την κατάποση, με αποτέλεσμα το παιδί να έχει πρόωρα το αίσθημα κορεσμού της πείνας ή να εμφανίσει εμετό.

Τα βρέφη με δυσπραξία συχνά αποφεύγουν δραστηριότητες που περιλαμβάνουν καλή αδρή και λεπτή κινητικότητα. Εμφανίζουν καθυστέρηση στην επίτευξη αναπτυξιακών σταδίων, ενώ δεν μπορούν να κατακτήσουν τα στάδια του μπουσουλήματος. Συνήθως, εμφανίζουν μία προτίμηση να προχωρούν εμπρός καθισμένα σε οκλαδόν στάση και έπειτα να κατακτούν απευθείας την όρθια βάδιση.


Είναι σημαντικό να γίνει πρώιμη διάγνωση της δυσπραξίας, καθώς τα προβλήματα μπορεί να γενικευτούν και να γίνουν πιο έντονα κατά την είσοδο του παιδιού στο σχολείο. Το παιδί κατά την προσχολική ηλικία εμφανίζει έντονη σύγχυση και εκρηκτική συμπεριφορά, αυξημένη κινητικότητα, με έντονο κούνημα και χτύπημα των κάτω ή άνω άκρων, μειωμένο αυτοσυναίσθημα, φτερούγισμα των χεριών όταν τρέχει, δυσκολίες στη διαχείριση της θέσης του σώματος και δυσκολίες στην εκμάθηση ποδηλάτου, απουσία της αίσθησης του κινδύνου και φτωχή κινητικότητα. Επίσης, το παιδί με δυσπραξία σε αυτή την ηλικία εμφανίζει διάσπαση προσοχής, ενώ απουσιάζει το φανταστικό παιχνίδι και δεν υπάρχει αρέσκεια για παιχνίδια με κατασκευές.  Έχει μια τάση για απομόνωση, ενώ συχνά εξαιτίας των δυσκολιών βιώνει και την απόρριψη από τα άλλα παιδιά. Ενδέχεται να εμφανίζει και δυσκολίες στο λόγο, καθώς και αυξημένα επίπεδα αισθητηριακού και κινητικού ερεθισμού.

Οι βασικοί τομείς στους οποίους το παιδί με δυσπραξία εμφανίζει δυσκολίες είναι:

Ανάγνωση και ορθογραφία- τα παιδιά με δυσπραξία εμφανίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση και την ορθογραφία λόγω της περιορισμένης προσοχής και συγκέντρωσης καθώς και των προβληματικών ικανοτήτων για επεξεργασία των ακουστικών ερεθισμάτων. Κάποια παιδιά διαβάζουν καλά αλλά δεν κατανοούν αυτά που διαβάζουν, ενώ κάποια παιδιά είναι απρόθυμα να διαβάσουν δυνατά εξαιτίας των δυσκολιών άρθρωσης ή της έλλειψης αυτοπεποίθησης.


Γραφή- είναι ένα από τα πιο κοινά συμπτώματα της δυσπραξίας. Τα παιδιά δεν θα πρέπει να δέχονται κριτική για αυτό, παρά μόνο να ενθαρρύνονται για όσα καταφέρνουν. Ωστόσο, πολλές φορές τα ίδια συγκρίνουν τα γράμματα που κάνουν με αυτά των συμμαθητών τους.   
Γλώσσα και ομιλία- Η ομιλία βρίσκεται σε ανώριμο στάδιο και η γλώσσα μπορεί να έχει βλάβες ή να καθυστερήσει να αναπτυχθεί. Για πολλά παιδιά, οι δυσκολίες στο συντονισμό των κινήσεων οδηγούν στην εμφάνιση προβλημάτων στην παραγωγή της ομιλούμενης γλώσσας. Τα παιδιά με δυσκολίες στη γλώσσα και την ομιλία χρειάζονται την παρέμβαση λογοθεραπευτή.


Αντίληψη και σκέψη- Τα παιδιά με δυσπραξία εμφανίζουν φτωχή κατανόηση των μηνυμάτων και δυσκολίες στο να συσχετίσουν τα μηνύματα με τις πράξεις ή δράσεις. Όσον αφορά τις σκέψεις τους, μπορεί να έχουν δυσκολίες στην παραγωγή και οργάνωση των σκέψεων. 

Η δυσπραξία αποτελεί ένα τύπο αναπτυξιακής διαταραχής συντονισμού, που επηρεάζει τον κινητικό συντονισμό, τη γλώσσα και ομιλία, τη γραφή και ανάγνωση, τη σκέψη και αντίληψη… Είναι, επομένως, μια διαταραχή στην οποία το παιδί εμφανίζει ελλείμματα σε μια ή περισσότερες γνωστικές λειτουργίες, καθώς και στην κίνηση και το συντονισμό, ενώ έχει άμεσες επιδράσεις στην κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.


Πηγή:


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Εφηβεία...



Ένα από τα αναπτυξιακά στάδια ή ένα σύνολο από κρίσεις; Μια φυσιολογική εξέλιξη στην ανάπτυξη του ανθρώπου ή ένα κοινωνικό κατασκεύασμα; Μήπως δίνουμε περισσότερη έμφαση από όση πρέπει; Μήπως ανησυχούμε περισσότερο από όσο πρέπει; 

Τα παιδιά στην εφηβεία μπορεί να αντιδράσουν, να φωνάξουν, να αμφισβητήσουν, να εμφανίσουν εκρήξεις θυμού και να γίνουν διαφορετικά από πριν… Το θέμα είναι πόσο ψύχραιμοι είναι οι γονείς… Φάση είναι και θα περάσει… Όσο περισσότερο επισημαίνουμε τα αρνητικά τόσο πιο διογκωμένα τα κάνουμε να φαίνονται στο κεφάλι των εφήβων. Οι έφηβοι συνεχίζουν να έχουν ανάγκη τα όρια κι ας αντιδρούν, συνεχίζουν να επιθυμούν την ασφάλεια του σπιτιού και των γονιών κι ας την αμφισβητούν ταυτόχρονα… Οι έφηβοι απλά προσπαθούν να οριοθετήσουν τη δική τους ταυτότητα, να βρουν τον εαυτό τους, να καθορίσουν την ατομικότητά τους. 


Είναι το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο υπάρχουν σωματικές μεταβολές και αναπτύσσονται τα δευτερεύοντα φυλετικά χαρακτηριστικά (στήθος, τριχοφυΐα, φωνή, σεξουαλική ωρίμανση). Είναι μια φάση στην οποία το άτομο βιώνει κρίση του σώματος, κρίση του εαυτού και κρίση των σχέσεων. Δοκιμάζονται όλες οι σχέσεις του και προσπαθεί να αναδιαμορφώσει τη ζωή του και τον εαυτό του.
Έφηβος: Σε ένα κόσμο που διαρκώς αλλάζει, καλείσαι να προσαρμοστείς. Τι γίνεται, όμως, όταν κι εσύ αλλάζεις; Τι γίνεται όταν νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε ένα ρευστό περιβάλλον, ενώ κι εσύ ο ίδιος είσαι τελείως ασταθής;

Ίσως είναι η περίοδος των μεγαλύτερων αλλαγών, των μεγαλύτερων αμφισβητήσεων και προβληματισμών, των μεγαλύτερων ανακαλύψεων και πειραματισμών. Οι έφηβοι έχουν ανάγκη από σημεία αναφοράς και από πρότυπα. Οι έφηβοι έχουν ανάγκη και από τους γονείς τους, κι ας είναι υπερβολικοί στην προσπάθειά τους να κόψουν τον ομφάλιο λώρο και να γίνουν τελείως ανεξάρτητα άτομα, καθώς μόνο έτσι πιστεύουν πως θα καταφέρουν να βρουν τον εαυτό τους και να διαμορφώσουν την προσωπικότητά τους. Ίσως, έχουν λίγο μεγαλύτερη ανάγκη να αναζητήσουν την επιβεβαίωση αυτών που έχουν διδαχθεί μέσα στο σπίτι, να επικυρώσουν τις αξίες του σπιτιού μέσα από πρότυπα που θα βρουν έξω από το σπίτι, στις παρέες, στις πρώτες τους σχέσεις, στο σχολείο… 

Αυτό δεν σημαίνει πως ακυρώνουν τους γονείς τους, ούτε πως οι γονείς είναι τελείως λάθος. Απλά, χρειάζονται χρόνο και χώρο για να βρουν τη δική τους προσωπική και κοινωνική ταυτότητα.
Όμως, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τις όμορφες στιγμές που έχει. Είναι απλά ένας από τους σταθμούς στο ταξίδι της ζωής, ίσως, λίγο πιο σημαντικός ή καθοριστικός από τους επόμενους, όμως, είναι απλά ένας σταθμός που ίσως οδηγεί σε μια δύσβατη και ασταθή διαδρομή. Μόνο έτσι θα φτάσουμε στην ενηλικίωση. 


Γονείς: ίσως το μεγαλύτερο ρήγμα στην εφηβεία βρίσκεται στη σχέση των γονέων με τα παιδιά τους. Ο έφηβος μέσα από τις ερωτήσεις που διατυπώνει, τις κρίσεις και τα συναισθήματα που εκφράζει, οδηγεί τους γονείς του στην αναβίωση αναμνήσεων από την εφηβεία, τις οποίες θεωρούσαν ξεχασμένες.

 Όλα αρχίζουν με την εφηβεία; Ή όλα αλλάζουν με την εφηβεία;

Η εφηβεία είναι ένα σύνολο αλλαγών, που σηματοδοτεί την είσοδο στην ενήλικη ζωή. Η εφηβεία είναι η αρχή που θα φέρει αλλαγές οδηγώντας το άτομο στην ενηλικίωση, αλλαγές κυρίως στην οικογενειακή ισορροπία.


Η εφηβεία απαιτεί μια αλλαγή στάσης και από την πλευρά των γονιών, που θα πρέπει να είναι περισσότερο ελαστικοί αλλά όχι χωρίς όρια, περισσότερο διαλλακτικοί αλλά όχι απόλυτα παραχωρητικοί, περισσότερο ψύχραιμοι και υπομονετικοί, με κύριο στόχο να διατηρήσουν μια καλή σχέση με τον έφηβο. 

Η είσοδος στην εφηβεία για τα περισσότερα παιδιά εμφανίζεται με έντονες αντιδράσεις: το παιδί εκδηλώνει έντονα νεύρα και θυμό, αρνείται τα όρια και τις πιέσεις, δεν δέχεται υποδείξεις, μπορεί να φτάσει σε ακραίες συμπεριφορές. Η συμπεριφορά του εφήβου εξαρτάται από τη στάση των γονέων. Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να γίνουν σεβαστοί και όταν προσπαθούν να το κάνουν, ακούν φωνές και έντονα λόγια. Όσο πιο πολλά λόγια και συμπεριφορές ανέχεται ο γονιός τόσο πιο πολύ αφήνει τον έφηβο να πάρει ο ίδιος την πρωτοβουλία και να κάνει ότι θέλει, χάνοντας τελείως τα όρια. Ο γονιός με υπομονή και σταθερότητα θα πρέπει να είναι δίπλα στο παιδί για να του δείχνει μέσα από συμπεριφορές και πράξεις και όχι μόνο από λόγια το σωστό τρόπο συμπεριφοράς.


Ο έφηβος βγαίνει από την παιδική ηλικία έχοντας ένα στενό δεσμό και δέσιμο με τους γονείς του και προσπαθεί να γίνει ανεξάρτητος και αυτόνομος, αμφισβητώντας τους γονείς του και την εξουσία που τους χαρακτηρίζει. Ωστόσο, ο έφηβος νιώθει σιγουριά, ασφάλεια και σταθερότητα όταν βλέπει ότι οι γονείς του αποτελούν ένα κοινό και ενωμένο μέτωπο απέναντι στις δικές του αντιδράσεις, ενώ νιώθει σύγχυση όταν οι εντάσεις και οι καβγάδες προκαλούν έντονες διαφωνίες στη σχέση μεταξύ των γονιών του. Ο έφηβος έχει ανάγκη από ένα ήρεμο και χωρίς έντονο θυμό ή επιθετικότητα περιβάλλον, καθώς από μόνος του βιώνει ήδη έντονη αμφιθυμία και έντονα κυκλοθυμικά συναισθήματα. Η δύναμη και η ορμή των συναισθημάτων του εφήβου απαιτεί την ύπαρξη ενός γερού συζυγικού δεσμού για να μπορεί να την ελέγξει και να τη στηρίξει. 


Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Σ’ αγαπώ και σε μισώ ταυτόχρονα...



Η αμφιθυμία στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις

Όλοι κάποιες φορές έχουμε βιώσει μέσα σε μια σχέση αντίθετα μεταξύ τους συναισθήματα ή επιθυμίες, που οφείλονται στην ύπαρξη μιας εσωτερικής σύγκρουσης. Ο βαθμός και η ένταση αυτών των αντίθετων μεταξύ τους συναισθημάτων μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της σχέσης και την αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο συντρόφων. 

Η αμφιθυμία οφείλεται στην ανικανότητα επίλυσης εσωτερικών συγκρούσεων που οδηγεί σε μια έλλειψη της παρουσίας, ενώ ένας συνηθισμένος τρόπος έκφρασης είναι η σύγχυση. Η αμφιθυμία και η σύγχυση θα μπορούσαν προσωρινά, σε μια φάση της σχέσης, να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε σχέση, ενώ το άτομο χρειάζεται λίγο χρόνο να επιλύσει αυτή την αντίθεση ή να αναζητήσει νέες πληροφορίες που θα το βοηθήσουν να επιλύσει αυτή την εσωτερική σύγκρουση που βιώνει. 


Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η αμφιθυμία γίνεται μια χρόνια αντίδραση του ατόμου μέσα στις στενές διαπροσωπικές του σχέσεις με αποτέλεσμα να εμφανίζει μια σύγχυση που εκδηλώνεται ως μια αμυντική στάση απέναντι στις σχέσεις και το άτομο αναζητά ατρόπους να προστατεύσει τον εαυτό του, προσπαθώντας να μην είναι απόλυτα παρόν μέσα στις σχέσεις τους. Η σύγχυση που εκφράζει και γίνεται μια συνήθεια το οδηγεί στην ενίσχυση της αίσθησης ότι είναι αβοήθητο. Η αμφιθυμία εμποδίζει το άτομο από τη σύναψη βαθύτερων διαπροσωπικών σχέσεων.


Μια χρόνια μορφή αμφιθυμίας συνήθως δημιουργεί μια σχέση που ο ένας σύντροφος χαρακτηρίζεται ως μη δεσμευμένος και ο άλλος ως άτομο που θέλει τη δέσμευση. Ο κάθε σύντροφος θα αναπτύξει συμπεριφορές που θα σχετίζονται με τη σύγκρουση που βιώνει στην προσπάθειά του να φέρει πιο κοντά του ή να απομακρύνει τον σύντροφό του. Ο κάθε σύντροφος υιοθετεί δηλαδή ένα συγκεκριμένο ρόλο στη σύγκρουση που συμβάλλει στη διατήρηση ή στη διακοπή της σχέσης, ενώ κινείται ανάμεσα στα δύο άκρα ενός δίπολου. Έτσι, το άτομο σκέφτεται: «ναι, θέλω να είμαι περισσότερο μαζί σου και ταυτόχρονα, όχι, δεν θέλω να είμαι περισσότερο μαζί σου. Ναι, θέλω να σε βλέπω, αλλά ταυτόχρονα, όχι, δεν σε αντέχω. Ναι, σε θέλω, όχι, δεν γίνεται να σε θέλω, δεν σε θέλω».


Τα αμφίθυμα συναισθήματα που βιώνει το άτομο μέσα σε μια σχέση το οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις και σε σύγχυση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια αίσθηση αβεβαιότητας και μη δυνατότητας πρόβλεψης της εξέλιξης της σχέσης, καθώς και μη σταθερότητας και εμπιστοσύνης. Αυτή η αίσθηση εντείνει ακόμη περισσότερο τα αμφίθυμα συναισθήματα κάνοντας το άτομο να νιώθει: σ’ αγαπώ αλλά και σε μισώ, θέλω να μείνω αλλά θέλω και να φύγω.

Μια σχέση με έντονα αμφίθυμα συναισθήματα συνήθως βιώνει πολλούς χωρισμούς και διακοπές, ενώ τα άτομα δεν λαμβάνουν ευχαρίστηση και ασφάλεια από αυτή τη σχέση. Μέσα σε μια τέτοια σχέση είναι δύσκολο οι δύο σύντροφοι να νιώσουν άνετα, να είναι ο εαυτός τους και να είναι ανοιχτοί ο ένας στον άλλο. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με την πιθανότητα διάλυσης της σχέσης τους, πιστεύουν ότι φτάνοντας στα άκρα και προκαλώντας το τέλος της σχέσης ο άλλος θα αρνηθεί ή θα τους ζητήσει να γυρίσουν πίσω. 


Ο κάθε σύντροφος κρατά κρυφές ορισμένες πτυχές του εαυτού του με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια απόσταση, να μην έρχονται πολύ κοντά συναισθηματικά και να αυξάνεται το άγχος και η αγωνία για την πιθανότητα χωρισμού. Το ζευγάρι με αμφίθυμα συναισθήματα μπαίνει μέσα σε ένα φαύλο κύκλο, που χαρακτηρίζεται από ανασφάλεια, έλλειψης σταθερότητας και εμπιστοσύνης, καθώς και μια συναισθηματική απόσταση που δεν επιτρέπει την εξέλιξη μιας βαθιάς σχέσης. 


Μέσα σε μια αμφίθυμη σχέση, ο σύντροφος που αναζητά τη δέσμευση νιώθει πληγωμένος και βιώνει την απόρριψη από τον άλλο σύντροφο. Αισθάνεται ότι δεν είναι αρκετά καλός για τον άλλο και δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει και να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του. Ο σύντροφος που κουβαλά περισσότερη αβεβαιότητα και ανασφάλεια νιώθει ένοχος που δεν είναι ικανός να προσφέρει περισσότερα μέσα σε αυτή τη σχέση και δυσκολεύεται αρκετά να εκφράσει τα πραγματικά του συναισθήματα. Και οι δύο σύντροφοι νιώθουν ότι βρίσκονται μέσα σε σχέση που δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουν, αλλά δεν θέλουν και να τελειώσει η σχέση. Συνήθως, τα άτομα ασχολούνται με τον αποχωρισμό, είτε γιατί επιθυμούν τον αποχωρισμό είτε επειδή τον φοβούνται. Αυτό δημιουργεί μια έντονη ανησυχία και δυσαρέσκεια στους συντρόφους καθώς και μια έντονη στέρηση και άγχος, νιώθοντας ότι βρίσκονται μέσα σε μια σχέση που δεν τους ταιριάζει. Το άτομο που συνήθως συνάπτει τέτοιου είδους σχέσεις θα πρέπει να βρει τρόπους να επιλύσει τις εσωτερικές συγκρούσεις που εμποδίζουν τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, τη λήψη αποφάσεων, την έκφραση των συναισθημάτων και την ικανότητα να είναι παρόν στη σχέση. 



Στη ρίζα της αμφιθυμίας βρίσκονται θέματα που συνδέονται με τη δέσμευση και τον αποχωρισμό, με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί το άτομο, ενώ θα πρέπει να κατανοήσει ότι η ευθραυστότητα και η μη τελειότητα είναι «φυσιολογικά» χαρακτηριστικά και μέρος της ζωής του.
 



Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Επαγγελματική ικανοποίηση και κοινωνική στήριξη στην εργασία



Η εργασία λαμβάνει κεντρική θέση στη ζωή του ατόμου, μετά την ενηλικίωση του, ενώ συμβάλει σημαντικά στη διαμόρφωση της ψυχοκοινωνικής του ταυτότητας. Παίζει καθοριστικό ρόλο η επαγγελματική ικανοποίηση που βιώνει το άτομο καθώς και η κοινωνική στήριξη που δέχεται στο πλαίσιο της εργασίας. Είναι δύο παράγοντες που συνδέονται με την γενικότερη ψυχική ισορροπία και ικανοποίηση που νιώθει το άτομο στη ζωή του, ενώ συμβάλλει στην ψυχοκοινωνική του εξέλιξη και ολοκλήρωση. 

Η επαγγελματική ικανοποίηση σχετίζεται με την ψυχική υγεία του εργατικού δυναμικού και την υψηλή τους αποδοτικότητα, ενώ συνδέεται με τα κίνητρα της εργασίας, τις στάσεις και τις αξίες, διαμορφώνοντας και τις στάσεις απέναντι στην εργασία (Κάντας, 1997). Στον αντίποδα της επαγγελματικής ικανοποίησης βρίσκεται η επαγγελματική δυσαρέσκεια, η οποία θεωρείται ότι σχετίζεται με την επαγγελματική εξουθένωση. Σύμφωνα με τον Koustelios (2001), η επαγγελματική δυσαρέσκεια συνδέεται με την επαγγελματική εξουθένωση ή οι δύο αυτές μεταβλητές ίσως σχετίζονται με μία τρίτη μεταβλητή, όπως οι κακές συνθήκες εργασίας. Ο Koustelios (2001) πραγματοποίησε μία έρευνα με δασκάλους στην οποία βρήκε ότι το στρες δεν παίζει σημαντικό ρόλο ως παράγοντας πρόβλεψης της εμφάνισης επαγγελματικής εξουθένωσης, ενώ συγκεκριμένες πλευρές της επαγγελματικής ικανοποίησης φαίνεται πως είναι σημαντικοί προβλεπτικοί παράγοντες για την επαγγελματική εξουθένωση των δασκάλων.

Σύμφωνα με το μοντέλο για την επαγγελματική ικανοποίηση (Lent & Brown, 2006), η επαγγελματική ικανοποίηση προβλέπεται από πέντε κατηγορίες μεταβλητών, που είναι οι συνθήκες εργασίας, η εξέλιξη των στόχων, η αυτοαποτελεσματικότητα, η στήριξη σχετικά με τους στόχους και την αποτελεσματικότητα και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Οι Duffy & Lent (2009) εξέτασαν αυτούς τους πέντε παράγοντες και διαπίστωσαν ότι οι δάσκαλοι που ήταν περισσότερο ικανοποιημένοι με τη δουλειά τους αντιλαμβάνονταν το περιβάλλον τους ως πιο υποστηρικτικό, ενώ είχαν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους για επιτυχή ολοκλήρωση της εργασίας τους και των στόχων τους.

Σημαντικό ρόλο στη σχέση που έχει το άτομο με την εργασία του και στα συναισθήματα που του προκαλεί παίζει η κοινωνική στήριξη που έχει το άτομο. Η σχέση του ατόμου με το περιβάλλον αποτελεί και μία σημαντική στρατηγική για τη διαχείριση του άγχους (Lazarus, 1993). Σύμφωνα με τον Cohen (2004) η κοινωνική στήριξη αφενός μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία του εργαζομένου δίνοντάς του μια αίσθηση ψυχολογικής ασφάλειας και επομένως μειωμένα επίπεδα άγχους και αφετέρου μπορεί να μειώσει τις διαπροσωπικές συγκρούσεις παρέχοντας ένα θετικό εργασιακό περιβάλλον, όπου η συναδελφική στήριξη μπορεί να συμβάλλει στην ψυχική ευημερία και ικανοποίηση από την εργασία. Οι εργαζόμενοι που λαμβάνουν κοινωνική στήριξη τείνουν να υιοθετούν πιο προσαρμοστικές στρατηγικές αντιμετώπισης ή περισσότερο συναισθηματικά κατευθυνόμενες στρατηγικές (Shen, 2009). 


Η κοινωνική στήριξη έχει βρεθεί πως παίζει σημαντικό ρόλο στην επαγγελματική εξουθένωση και το εργασιακό στρες (Mo, 1991). Συγκεκριμένα, τα αυξημένα επίπεδα κοινωνικής στήριξης συμβάλλουν στη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης επαγγελματικής εξουθένωσης, που χαρακτηρίζεται από συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποίηση και μειωμένο αίσθημα προσωπικής επίτευξης, τα οποία συνδέονται με την αύξηση του στρες στην εργασία. Οι Καφέτσιος και συν. (2006) παρουσίασαν δύο έρευνες σχετικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις στην εργασία, από τις οποίες διαπίστωσαν ότι τόσο ο αριθμός υποστηρικτικών ατόμων όσο και η ικανοποίηση από την κοινωνική στήριξη παρουσίασαν θετική συσχέτιση με την ικανοποίηση από την εργασία και το θετικό συναίσθημα στην εργασία και αρνητική συσχέτιση με πλευρές της επαγγελματικής εξουθένωσης, ενώ συμπέραναν ότι η κοινωνική στήριξη παίζει σημαντικό ρόλο για τους εργαζόμενους.
 


Όσον αφορά την κοινωνική στήριξη, σε μία έρευνα των Bellman et al. (2003), διαπιστώθηκε ότι ασκεί επιρροή στα επίπεδα του άγχους, αλλά είναι διαφορετικά τα αποτελέσματα για τους άντρες  και γυναίκες. Η επίδραση του φύλου φαίνεται και στην έρευνα των Thompson & Cavallaro (2006), όπου οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα συναδελφικής στήριξης από ότι οι άντρες. Γενικότερα, η κοινωνική στήριξη φαίνεται πως είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για τη βελτίωση των συναισθημάτων για την προσωπική ολοκλήρωση των εργαζομένων, με πιο σημαντική τη συναισθηματική στήριξη. 



Βιβλιογραφία
Bellman, S., Forster, N., & Cooper, C.L. (2003). Gender differences in the use of social support as a moderator of occupational stress. Stress and Health, 19, 45- 58.
Cohen, S. (2004). Social relationship and health. American Psychologist, 59, 676- 684.
Duffy, R.D., & Lent, R.W. (2009). Test of a social cognitive model of work satisfaction in teachers. Journal of Vocational Behavior, 75, 212- 223.
Κάντας, Α. (1997). Οργανωτική-Βιομηχανική Ψυχολογία: Κίνητρα-Επαγγελματική Ικανοποίηση- Ηγεσία (Μέρος 1ο). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Καφέτσιος, Κ., Βούζας, Φ., Πετρούλια, Ι., & Τζίμα, Γ. (2006). Διαπροσωπικές σχέσεις στην εργασία: Η επίδραση της κοινωνικής στήριξης στο συναίσθημα και την ικανοποίηση από την εργασία. Επιθεώρηση Ελληνικής Ακαδημίας Διοίκησης Επιχειρήσεων, 4 (1), 6- 17.
Koustelios, A. (2001). Organizational factors as predictors of teachers’ burnout. Psychological Reports, 88, 627-634.

Lazarus, R.S. (1993). From psychological stress to the emotions: A history of changing outlooks. Annual Review of Psychological, 44, 1- 21.
Lent, R.W., & Brown, S.D. (2006). Integrating person and situation perspectives on work satisfaction: A social- cognitive view. Journal of Vocational Behavior, 69, 236- 247.
Mo, K-W. Teacher burnout: Relations with stress, personality, and social support. Educational Journal, 19 (1), 3- 11.
Shen, Y.E. (2009). Relationships between self- efficacy, social support and stress coping strategies in Chinese primary and secondary school teachers. Stress and Health, 25, 129- 138.
Thompson, B.M., & Cavallaro, L. (2007). Gender, work- based support and family outcomes. Stress and Health, 23, 73- 85.