Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Αδιέξοδες Σχέσεις...



Πόσα χρόνια μπορούμε να χάσουμε από τη ζωή μας σε μια αδιέξοδη σχέση; Τι είναι αυτό που μας κρατάει σε μια τέτοια σχέση; 



Σχέσεις πάνω σε λάθος θεμέλια, σε ψεύτικες υποσχέσεις και σε επιφανειακές συμπάθειες ή υποκριτικές συμπεριφορές, σε ανέφικτες καταστάσεις ή ψευδαισθητικές προσδοκίες. Ψεύτικα χαμόγελα ή αληθοφανή ψέματα… Ανάγκη για αναζήτηση λίγης τρυφερότητας, λίγης προσοχής και ενδιαφέροντος. Και ο δρόμος για την αναζήτηση της ουσίας χάνεται, εκεί που χάνεται και ο προορισμός σου σε σιωπηλά σκοτεινά δρομάκια χωρίς κανένα ουσιαστικό προορισμό. Κι εσύ απλά αναρωτιέσαι, αν έχεις και τη δύναμη να αναρωτηθείς, «γιατί παραμένω μέσα σ’ αυτή τη σχέση; Τι μου προσφέρει;»

Μήπως φοβάμαι τη μοναξιά μετά το τέλος της σχέσης;
Μήπως έχω πείσει τον εαυτό μου ότι μόνο αυτό αξίζω και δεν πρόκειται να κάνω μια καλύτερη σχέση;
 Μήπως και οι προηγούμενες σχέσεις που είχαν ήταν μια αποτυχία;
Μήπως έχω πείσει τον εαυτό μου ότι κανείς άλλος δεν πρόκειται να με αγαπήσει;
Μήπως είμαι αρκετά ανασφαλής και έχω βολευτεί μέσα σ’ αυτή τη σχέση και ανέχομαι περισσότερα από όσα πρέπει, από όσα θέλω, από όσα μπορώ;
Μήπως αυτός ο άνθρωπος μου αξίζει;
Μήπως εγώ δεν αξίζω;

Και πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα όταν βρισκόμαστε μέσα σε μια αδιέξοδη σχέση;
Ίσως θα πρέπει πρώτα να πείσουμε τον εαυτό μας ότι αξίζουμε και ότι μπορούμε να καταφέρουμε να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε. Επίσης, θα πρέπει πρώτα να είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να σταθούμε εμείς στα πόδια μας και μετά να ξεκινήσουμε μια σχέση. Η σχέση δεν είναι και δεν θα πρέπει να είναι το απόλυτο στήριγμά μας, η «πατερίτσα» στη ζωή μας, ούτε θα πρέπει να καταλήξουμε να ζούμε μέσα από τη σχέση ή μέσα από τον άλλο. Ακόμη, κι όταν είμαστε μέσα σε μια σχέση δεν χάνουμε τον εαυτό μας, τα ενδιαφέροντά μας και τις δικές μας προτιμήσεις. Προσπαθούμε να δούμε την πραγματικότητα. Ποια είναι η πραγματική κατάσταση που βιώνουμε; Πόσο πιθανό είναι να αλλάξει; Τι προσδοκούμε μέσα από αυτή τη σχέση; 

Επομένως, το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε στον εαυτό μας είναι τι μας κρατάει σε μια αδιέξοδη σχέση, σε μια σχέση για την οποία δεν υπάρχει μέλλον, ενώ και το παρόν δεν μας δίνει καμία ικανοποίηση; 

Τι γίνεται όταν θεωρούμε ότι αγαπάμε τον άλλο, αν και βλέπουμε ότι η σχέση δεν προχωράει; Αρκεί η αγάπη μας να σώσει αυτή τη σχέση; Και είμαστε σίγουροι ότι είναι αγάπη; Μήπως είναι απλά συνήθεια ή μήπως καλύπτουμε δικές μας ανασφάλειες και φόβους;

Κι αν είναι λάθος η απόφαση να χωρίσουμε από αυτή τη σχέση; Μήπως είμαστε τόσο ανασφαλείς ή αναποφάσιστοι που δυσκολευόμαστε να πάρουμε την ευθύνη μιας απόφασης και περιμένουμε από τον άλλο να αποφασίσει; Ποιος όμως θα αποφασίσει τι είναι καλύτερο για τη δική μας ζωή, για τον εαυτό μας, για το μέλλον μας; 

Όσο δυσαρεστημένοι και να είμαστε μέσα σε μια σχέση είναι πιθανό να βιώσουμε τα συναισθήματα πένθους που προκαλεί ο χωρισμός, και μπορεί η ανακούφιση να αργήσει λίγο μέχρι να φτάσει, όμως, το να απαλλαγούμε από μια αδιέξοδη κατάσταση σίγουρα θα μας βοηθήσει να νιώσουμε ανακουφισμένοι και να βάλουμε νέα θεμέλια στη ζωή μας, χωρίς να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος, αυτά που μας ακολουθούν και μας οδηγούν στο να κάνουμε διαρκώς αποτυχημένες σχέσεις…

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Κοινωνικό Άγχος: τι είναι;



Τι μπορεί να συμβαίνει σε ένα άτομο που συμφωνεί με τις περισσότερες από τις παρακάτω ερωτήσεις; Πώς ονομάζεται αυτό το είδος άγχους και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του;


  • «Νιώθεις ανήσυχα ή αμήχανα μπροστά σε άλλους ανθρώπους, με συνέπεια να εμποδίζεσαι να κάνεις πράγματα που θέλεις;
  • Ειλικρινά, βρίσκεσαι στην παρούσα δουλειά μόνο και μόνο επειδή έχεις να αντιμετωπίσεις ανθρώπους που τους γνωρίζεις καλά; Αν είσαι άνεργος αποφεύγεις να ψάξεις για δουλειά λόγω του φόβου να έρθεις σε επαφή με άλλους ανθρώπους; Έχεις αποφύγει να πιάσεις δουλειά ή να την αλλάξεις διότι ανησυχείς για τη συνέντευξη;
  • Δε βγαίνεις ραντεβού γιατί η σκέψη ότι θα βγεις με κάποιον έξω σε αναστατώνει ή γιατί φοβάσαι τι θα συμβεί αν ζητήσεις από κάποιον να βγείτε;
  • Βάζεις όρια στο πόσο κοντά θα έρθεις με τους ανθρώπους επειδή φοβάσαι να τους αφήσεις να σε γνωρίσουν; Ανησυχείς ότι δε θα τους αρέσεις εάν τελικά σε γνωρίσουν;
  • Ο κόσμος γύρω σου σχολιάζει συχνά ότι είσαι ήσυχος, απρόσιτος, κλειστός στις κοινωνικές συναναστροφές;
  • Απορρίπτεις προσκλήσεις σε κοινωνικές εκδηλώσεις επειδή γνωρίζεις πώς αν πήγαινες, δε θα ένιωθες άνετα;
  • Νιώθεις ανακούφιση αν ακυρωθεί μια κοινωνική εκδήλωση ή μια δραστηριότητα της εργασίας σου στην οποία εμπλέκονται και άλλοι άνθρωποι;
  • Νιώθεις αμήχανα και άβολα όταν είσαι το επίκεντρο της προσοχής;
  • Σε απασχολεί αν κοκκινίζεις ή αν νιώθεις αμήχανα μπροστά σε άλλους ανθρώπους;
  • Είσαι από αυτούς τους ανθρώπους που σπάνια θα πιάσουν κουβέντα με τον υπάλληλο ενός καταστήματος, με τον γείτονα, με τον συνεπιβάτη στο λεωφορείο ή στο αεροπλάνο, με τους συμμαθητές ή τους συναδέλφους από άλλα τμήματα;
  • Μήπως οι άνθρωποι γύρω σου σου λένε ότι ανησυχείς υπερβολικά για το τι σκέφτονται οι άλλοι για σένα;
  • Νιώθεις άβολα να τρως ή να πίνεις μπροστά σε άλλους, γιατί ανησυχείς μήπως χύσεις το ποτό σου ή εκθέσεις κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό σου; Ανησυχείς ότι δεν έχεις καλούς τρόπους;
  • Η συνομιλία με άλλους ανθρώπους σε αναστατώνει τόσο πολύ ώστε η φωνή σου να ακούγεται παράξενη ή να τρέμει ή να μην μπορεί να πάρεις ανάσα;
  • Σου αρέσουν οι άλλοι άνθρωποι και ονειρεύεσαι μια καλύτερη κοινωνική ζωή αλλά αμφιβάλλεις για την ικανότητά σου να κατορθώσεις αυτό το όνειρο, επειδή είσαι πολύ ντροπαλός για να έρθεις κοντά στους άλλους;
  • Δυσκολεύεσαι να πεις την άποψη σου ή να ζητήσεις κάτι που δικαιούσαι επειδή ανησυχείς για το τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εσένα;»    
(Hope et al., 2000, σσ. 22-23)


Σύμφωνα με τους συγγραφείς Hope et al. (2000) του βιβλίου «Αντιμετώπισε το κοινωνικό άγχος. Μια γνωστική- συμπεριφορική θεραπευτική προσέγγιση» (Hope et al., 2000), το κοινωνικό άγχος είναι ένας έντονος και επίμονος φόβος απέναντι σε μια ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις ή καταστάσεις επίδοσης στις οποίες το άτομο βρίσκεται εκτεθειμένο μπροστά σε αγνώστους ανθρώπους ή σε καταστάσεις που νιώθει άβολα. Το άτομο σκέφτεται έντονα ότι μπορεί να συμβεί κάτι και να νιώσει ταπείνωση, να γίνει ρεζίλι, να γίνει αντικείμενο συζήτησης από τους άλλους, με αποτέλεσμα να έρθει σε αμηχανία. Τι άγχος του ατόμου επικεντρώνεται στην ανησυχία που έχει για το τι σκέφτονται οι άλλοι για αυτό. Οι πιο συνηθισμένες καταστάσεις στις οποίες το άτομο βιώνει άγχος είναι:

  •      Όταν μιλά δημόσια
  •     Όταν συζητά με αγνώστους
  •      Όταν βγαίνει ραντεβού
  •      Όταν βιώνει άγνωστες καταστάσεις
  •       Όταν πρέπει να διεκδικήσει κάτι
  •     Όταν βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής
  •      Όταν πρέπει να φάει ή να πιει μπροστά στους άλλους
  •       Όταν ξέρει ότι θα δεχθεί αξιολόγηση ή βρίσκεται σε εξετάσεις

Η διαταραχή κοινωνικού άγχους χαρακτηρίζεται από έντονο και υπερβολικό φόβο, ενώ το άτομο αντιλαμβάνεται ότι ο φόβος που νιώθει είναι υπερβολικός. Το άτομο συχνά αποφεύγει καταστάσεις που του προκαλούν άγχος ή στις οποίες νιώθει ότι θα αγχωθεί, ενώ επηρεάζονται σημαντικοί τομείς της ζωής του ατόμου.



Βιβλιογραφία
Hope, D.A., Heimberg, R.G., Juster, H.R., & Turk, C.L. (2000). Αντιμετώπισε το κοινωνικό άγχος. Μια γνωστική- συμπεριφορική θεραπευτική προσέγγιση. (Μτφρ. Π. Γκόγκα & Λ. Κωνσταντινίδης). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Το Σύνδρομο του Μικρού Σοφού



Το Σύνδρομο του Μικρού Σοφού (Savant Syndrome) είναι μια σπάνια και ασυνήθιστη κατάσταση, κατά την οποία άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, όπως είναι ο αυτισμός, μπορεί να έχουν ένα τομέα στον οποίο παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλή νοημοσύνη («ένα νησί ιδιοφυΐας», σύμφωνα με τον Treffert, 2009, σ. 1351). Πρόκειται για μια ικανότητα που φαίνεται ασύμφωνη, παράλογη και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις συνολικές δυσκολίες του ατόμου (Heaton & Wallace, 2004). Όποια και αν είναι η συγκεκριμένη δεξιότητα, πάντα είναι συνδεδεμένη με μαζική μνήμη. Εκτιμάται ότι το 10% περίπου των παιδιών με αυτισμό εμφανίζουν το Σύνδρομο του Μικρού Σοφού, ενώ το 50% των ατόμων με το σύνδρομο του Μικρού Σοφού έχουν αυτισμό και το υπόλοιπο 50% έχει άλλου τύπου αναπτυξιακές διαταραχές (Treffert, 1999).

Πρόκειται για ένα όρο που για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε από τον Langdon Down, το 1887, ο οποίος αναφέρθηκε στον “idiot savant”, περιγράφοντας ένα άτομο με εξαιρετική μνήμη αλλά με ένα σημαντικό έλλειμμα στη συλλογιστική δύναμη, ένα άτομο δηλαδή με χαμηλή νοημοσύνη αλλά υψηλές ικανότητες σε κάποιο τομέα.






Ο τομέας στον οποίο το άτομο εμφανίζει εξαιρετικά υψηλές δεξιότητες μπορεί να αφορά τη μουσική, τον υπολογισμό αριθμών, τις τέχνες, τα μαθηματικά, τη μνήμη, τη γλώσσα και το λεξιλόγιο ή κάποιο άλλο τομέα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα στενό εύρος ειδικών ικανοτήτων, που περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο τομέα. Στον τομέα που το άτομο εμφανίζει υψηλές ικανότητες συνήθως παρουσιάζει έμμονη ενασχόληση και τάση απομνημόνευσης. Οι ειδικές δεξιότητες συνοδεύονται δηλαδή από καταπληκτική μνήμη του ατόμου, που χαρακτηρίζεται από αυτόματες, μηχανικές, συγκεκριμένες και σαν συνήθεια πρακτικές (Treffert, 1999).

Τα αγόρια εμφανίζουν τέσσερις φορές πιο συχνά το συγκεκριμένο σύνδρομο σε σύγκριση με τα κορίτσια. Το Σύνδρομο του Μικρού Σοφού δεν ταυτίζεται με το Σύνδρομο Άσπεργκερ. Ένα άτομο με Άσπεργκερ και υψηλή νοημοσύνη δεν σημαίνει πώς έχει το Σύνδρομο του Μικρού Σοφού. Ακόμη, το συγκεκριμένο σύνδρομο μπορεί να είναι εκ γενετής ή να αποκτηθεί. Στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας (Treffert, 1999).

Ωστόσο, τα άτομα αυτά συνεχίζουν να έχουν δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση, προβλήματα στην επικοινωνία με τους άλλους, ενώ έχουν εμμονές και χρησιμοποιούν επαναλαμβανόμενα και στερεότυπα πρότυπα συμπεριφοράς. Σε ένα άτομο με αυτισμό που έχει το Σύνδρομο του Μικρού Σοφού οι υψηλές ικανότητες που συγκεντρώνει σε ένα τομέα δεν μπορούν να το βοηθήσουν να ξεπεράσει τις δυσκολίες που έχει λόγω του αυτισμού.


Βιβλιογραφία
Heaton, P., & Wallace, W.L. (2004). Annotation: The savant syndrome. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 45 (5), 899- 911.
Treffert, D.A. (1999). The savant syndrome and autistic disorder. CNS Spectrums, 4 (12), 57-60.
Treffert, D.A. (2009). The savant syndrome: An extraordinary condition. A synopsis: past, present, future. Philosophical Transactions of the Royal Society B, 364, 1351- 1357.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Νυχτερινή ενούρηση



Δεν είναι και τόσο ασυνήθιστο φαινόμενο κάποια παιδιά να συνεχίζουν να βρέχουν το κρεβάτι τους κατά τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας. Ένα βασικό ζήτημα είναι τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν το παιδί ώστε να νιώσει καλύτερα και να μπορέσει να το διαχειριστεί. 

Τα περισσότερα παιδιά σταματούν να βρέχονται την ημέρα στα τρία περίπου χρόνια και τη νύχτα στα πέντε περίπου χρόνια, αν και τα περισσότερα παιδιά κατά την προσχολική ηλικία κάποιες φορές βρέχουν το κρεβάτι τους. Ορισμένα παιδιά συνεχίζουν να βρέχουν το κρεβάτι τους και κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Εκτιμάται ότι ένα στα πέντε παιδιά ηλικίας 5 ετών βρέχουν το κρεβάτι τους, το 5% των παιδιών ηλικίας 10 ετών και το 1% των εφήβων ηλικίας 15 ετών βρέχουν το κρεβάτι τους τη νύχτα.

Ένα κύριο ερώτημα είναι: ποια είναι τα αίτια της νυχτερινής ενούρησης. Δεν προκαλείται από την τεμπελιά ή την απροσεξία του παιδιού, για αυτό δεν πρέπει να κατηγορούμε το παιδί για την κατάσταση που βιώνει. Είναι σημαντικό να εμπεδώσουμε ότι το παιδί δεν το κάνει επίτηδες ή ηθελημένα. Το παιδί δεν μπορεί να ελέγξει αυτή την κατάσταση. 

Γιατί όμως; Το παιδί δεν έχει κανένα έλεγχο, δεν καταλαβαίνει να ξυπνήσει όταν η κύστη του είναι γεμάτη και πρέπει να πάει στην τουαλέτα. Πολλά παιδιά μπορεί να έχουν πιο βαθύ ύπνο και δυσκολεύονται να ξυπνήσουν. Επίσης, μπορεί να παράγουν περισσότερα ούρα το βράδυ σε σύγκριση με άλλα παιδιά. Μερικά παιδιά έχουν κύστεις που δεν μπορούν να κρατήσουν μεγάλη ποσότητα ούρων. Μια περιστασιακή ενούρηση μπορεί να οφείλεται σε παθολογικό πρόβλημα. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση ο γονιός θα πρέπει να επισκεφθεί με το παιδί το γιατρό για να γίνουν οι κατάλληλες εξετάσεις και να αποκλειστούν οι παθολογικοί λόγοι. Στη συνέχεια θα πρέπει να αναζητηθούν τυχόν αλλαγές στο περιβάλλον του παιδιού, καθώς και ψυχολογικοί παράγοντες που μπορεί να έχουν επηρεάσει το παιδί. Η νυχτερινή ενούρηση μπορεί να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια μιας στρεσογόνας φάσης που περνάει η οικογένεια ή το ίδιο το παιδί, όπως για παράδειγμα ένας χωρισμός, ένας θάνατος, ένα νέο μέλος στην οικογένεια. 

Η νυχτερινή ενούρηση δεν βοηθάει στην ωρίμανση του παιδιού, που νιώθει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και δεν μπορεί να ξεπεράσει κάτι που για τα άλλα παιδιά είναι αυτονόητο. Τα παιδιά βιώνουν άγχος μόλις φτάνει το βράδυ και πρέπει να κοιμηθούν, ενώ το άγχος γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν τα παιδιά πρέπει να κοιμηθούν σε ένα ξένο μέρος. Επίσης, μερικά παιδιά που έχουν σταματήσει για ένα χρονικό διάστημα να βρέχουν το κρεβάτι τους μπορεί να αρχίσουν και πάλι να το βρέχουν είτε χωρίς κάποια εμφανή αιτία είτε κάποιου συμβάντος ή κατάστασης που δημιουργεί άγχος στο παιδί. Τα περιστατικά νυχτερινής ενούρησης γίνονται πιο έντονα όταν το παιδί αρχίζει και αισθάνεται πιο ασφαλές.

Το θέμα είναι τι μπορούν να κάνουν οι γονείς; Αφού γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις και δεν βρεθεί κάποιο παθολογικό αίτιο, οι γονείς θα πρέπει να καθησυχάσουν το παιδί, λέγοντας ότι η ενούρηση είναι φυσιολογική, δεν υπάρχει κάτι για το οποίο θα πρέπει να ντρέπεται, συμβαίνει και σε άλλα παιδιά, ενώ με το πέρασμα του χρόνου θα το ξεπεράσει. Δεν θα πρέπει να περιορίζονται τα υγρά που πίνει το παιδί κατά τη διάρκεια της ημέρας, παρά μόνο κατά τις βραδινές ώρες. Το παιδί μπορεί να πίνει λιγότερο νερό από τις 7-8 το βράδυ κι έπειτα. 

Ακόμη, είναι σημαντικό να δοθούν ορισμένες εξηγήσεις στο παιδί σχετικά με το γιατί συμβαίνει αυτό. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε στο παιδί: «όταν κοιμάσαι το μυαλό σου δεν μπορεί να πάρει το μήνυμα ότι πρέπει να πας τουαλέτα και για αυτό δεν ξυπνάς» ή «η ουροδόχος κύστης, όπου αποθηκεύονται τα ούρα, δεν έχει μεγαλώσει ακόμη αρκετά και δεν μπορεί να κρατήσει τα ούρα από την ώρα που κοιμάσαι μέχρι το πρωί, αλλά αυτό θα αλλάξει καθώς το σώμα σου μεγαλώνει». Αν βλέπουμε ότι το παιδί έχει στρες ή ανησυχεί έντονα λόγω της κατάστασης που βιώνει θα πρέπει να βρούμε τρόπους για να αισθανθεί καλύτερα. Καθησυχάζουμε το παιδί λέγοντας ότι μεγαλώνοντας θα σταματήσει να βρέχει το κρεβάτι του, δεν το ενοχοποιούμε και δεν το θεωρούμε υπεύθυνο για αυτή την κατάσταση. 

Αποτελεσματικό για κάποια παιδιά είναι να τα πηγαίνουν οι γονείς στην τουαλέτα 2-3 ώρες μετά την ώρα που κοιμούνται τα παιδιά. Ωστόσο, δεν λειτουργεί σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ είναι κουραστικό και για τους γονείς.
Άμεσα θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να προστατεύεται το στρώμα του κρεβατιού. Έτσι θα πρέπει να τοποθετηθεί ένα πλαστικό ή αδιάβροχο κάλυμμα ανάμεσα στο σεντόνι και στο στρώμα. 

Θα πρέπει να μένει ένα μικρό φως αναμμένο το βράδυ, ώστε αν ξυπνήσει το παιδί να μπορεί να πάει στην τουαλέτα, αλλά και για να νιώθει ασφάλεια. Κάθε φορά που συμβαίνει άλλο ένα ατύχημα νυχτερινής ενούρησης ενθαρρύνουμε το παιδί να μην ανησυχεί, λέγοντας ότι δεν πειράζει. Το πρωί όταν ξυπνάει βρεγμένο φροντίζουμε να υπάρχει ζεστό νερό ώστε να μπορεί να κάνει ένα ντους και να μην μυρίζει αλλά και να μην νιώθει βρώμικο όλη την ημέρα και να το ακολουθεί η βραδινή αίσθηση.

Το παιδί θα πρέπει να αισθάνεται την αγάπη και την τρυφερότητα των γονιών, ακόμη και όταν συμβαίνουν τα ατυχήματα νυχτερινής ενούρησης. Δεν θα πρέπει να νιώθει ότι οι γονείς το απορρίπτουν ή θεωρούν ότι δεν είναι ικανό να τα καταφέρει. Κάθε φορά που βρέχει το κρεβάτι του θα πρέπει να το χαρακτηρίζουν ως ένα ατύχημα, έτσι ώστε να μην δίνουν την εντύπωση στο παιδί ότι το θεωρούν δεδομένο ότι θα βρέχει το κρεβάτι του.
Δεν είναι και πολύ καλή ιδέα να βάζουμε το παιδί να καθαρίσει το βρεγμένο κρεβάτι ή να πλύνει τα σεντόνια, γιατί είναι σαν να το κατηγορούμε και το τιμωρούμε μ’ αυτό τον τρόπο και ταυτόχρονα θεωρούμε ότι έχουμε βρει ένα τρόπο να το συνετίσουμε. Η αλλαγή των σεντονιών από τα ίδια δεν είναι τρόπος συμμόρφωσης ούτε τρόπος τιμωρίας που θα βοηθήσει το παιδί. Το παιδί συχνά αισθάνεται αρκετά λυπημένο όταν ξυπνάει σε ένα βρεγμένο κρεβάτι και το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι μια τιμωρία ή μια επιπλέον αναστάτωση. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να βοηθήσουν στην αλλαγή των σεντονιών, στο πλαίσιο της αυτοεξυπηρέτησής τους. 

Τα συστήματα συναγερμού που υπάρχουν για παιδιά που βρέχουν το κρεβάτι τους μπορούν να βοηθήσουν παιδιά που είναι επτά ετών ή και περισσότερο. Προγράμματα που προβλέπουν την αμοιβή του παιδιού όταν δεν βρέχει το κρεβάτι του (προγράμματα αλλαγής συμπεριφοράς) δεν θεωρούνται τόσο βοηθητικά, καθώς είναι σαν να θεωρούμε το παιδί υπεύθυνο για την ενούρησή του.

Αυτό που σίγουρα βοηθάει σε μεγάλο βαθμό είναι η στάση και η συμπεριφορά των γονέων. Απαιτείται η ύπαρξη ενός ήρεμου και χαλαρού περιβάλλοντος που δεν θα κατηγορεί το παιδί. Αντίθετα, οι γονείς θα πρέπει να λειτουργούν υποστηρικτικά δίπλα στο παιδί, κατανοώντας όλο αυτό που περνάει. Είναι σημαντικό οι γονείς να μην τιμωρούν, να μην κάνουν κριτική και να μην κοροϊδεύουν το παιδί αλλά και να μην αφήνουν άλλους να το κάνουν αυτό στο παιδί (π.χ. τα αδέρφια του παιδιού). Επίσης, είναι σημαντικό οι γονείς να μην κάνουν συγκρίσεις ανάμεσα στα παιδιά τους, για παράδειγμα ο αδερφός σου είναι μικρότερος και δεν έχει βρέξει το κρεβάτι του ούτε μια φορά. 


Βιβλιογραφία
http://raisingchildren.net.au/articles/bedwetting_%28cyh%29.html. Raising Children Network. The Australian Parenting Website.