Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Συντροφικότητα και επικοινωνία στο ζευγάρι

Είναι σημαντικό για τα παιδιά να βλέπουν μια καλή συντροφική σχέση στο σπίτι καθώς μεγαλώνουν. Διαφορετικά είναι πιθανό ότι θα επαναλάβουν τα λάθη των γονιών τους. Η συντροφική σχέση σήμερα είναι πιο δύσκολο από ποτέ να διατηρηθεί, καθώς συχνά υπονομεύεται από τη σύγχυση για τον προσδιορισμό των ρόλων, τα χρήματα, τη δουλειά και την πειθαρχία που πρέπει να ασκηθεί στα παιδιά.
Προειδοποιητικά σημάδια σε μια συντροφική σχέση είναι:
·         Ο θυμός, που είναι ένα επικίνδυνο συναίσθημα που προκαλεί εντάσεις
·         Η αρνητική κλιμάκωση, που σημαίνει ανταπόκριση στην εχθρική συμπεριφορά και κατά συνέπεια κλιμάκωση ή άνοδο του επιπέδου του εκνευρισμού.
·         Άρνηση του συζύγου να δεχτεί την επίδραση της συζύγου του.
·         Σκληρή αρνητική εισαγωγή, κατά την έκφραση μιας ανάγκης ή μιας παράκλησης.
Είναι διαφορετική η συναισθηματική επιβάρυνση που προκαλείται από τη φράση «Με αγνοείς εντελώς τώρα τελευταία. Τι τρέχει μαζί σου;» από ότι με τη φράση «Μου λείπεις τώρα τελευταία. Θα ήθελα να σε έχω περισσότερο μαζί μου, κάθε μέρα».
Οι καλές συντροφικές σχέσεις απαιτούν δουλειά, θέλουν σχεδιασμό, υποστήριξη, αγώνα και προγραμματισμό. Είναι σημαντικό και οι δύο σύντροφοι να είναι θετικοί στον τρόπο που δέχονται τις ιδέες του συντρόφου και στον τρόπο που εκφράζουν τις δικές τους ιδέες.
Η αρνητικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τον τόνο της φωνής μας ή με αυτά που λέμε, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο είμαστε παρόντες για το σύντροφό μας: τον τρόπο που τους κοιτάζουμε ή δεν τους κοιτάζουμε, τον τρόπο που τους ακούμε ή προσέχουμε αυτό που έχουν να μας πουν.
Ως σύντροφοι θα πρέπει να αναζητάμε ο ένας στον άλλο τα θετικά του χαρακτηριστικά. Σε μια σχέσης αγάπης δεν θα πρέπει να δυσφημούμε το σύντροφό μας. Αν το κάνουμε, δεν βγάζουμε λάθος μόνο το σύντροφό μας, αλλά και τον εαυτό μας και τη σχέση μας. Πάντα θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι άνδρες και οι γυναίκες αγαπούν διαφορετικά, επομένως θα πρέπει να το κατανοήσουμε, ώστε να αποφύγουμε να επικρίνουμε τους συντρόφους μας με βάση τις αντιλήψεις του δικού μας φύλου.
Όταν μέσα στο ζευγάρι η γυναίκα τονίζει συχνά τα λάθη που κάνει ο άνδρας της και προσπαθεί να τον διορθώσει με βάση τα δικά της πιστεύω, τις δικές της πεποιθήσεις και αντιλήψεις, του δημιουργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης και παραίτησης. Μπορεί να έχει την επιθυμία να αγωνιστεί, να προσπαθήσει να κάνει κάποιες αλλαγές. Ωστόσο, η αποδοκιμασία ή η έλλειψη αποδοχής και επαίνου, για αυτό που έχει κάνει, μπορεί να τον αποτρέψει από την αγάπη ή ακόμη και από την ερωτική επιθυμία. Όλοι έχουν την ανάγκη να νιώθουν ότι ο άλλος τους αγαπά και τους δέχεται όπως είναι. Η βασική ανάγκη της γυναίκας είναι να νιώθει ότι ο σύντροφός της νοιάζεται για αυτήν, για τις σκέψεις της, για τη μητρική της ευθύνη, καθώς και για τις ανησυχίες της. Επίσης, η γυναίκα χρειάζεται να νιώθει ότι εκείνος την καταλαβαίνει και τη σέβεται, όπως είναι. Δεν θέλει να την ταπεινώνει για αυτό που νιώθει όσο ανόητα κι αν νομίζει εκείνος πως είναι. Χρειάζεται να νιώθει ασφαλής μαζί του και αποδεκτή για αυτό που είναι, ακόμα και για εκείνα τα κομμάτια του χαρακτήρα της που διαφέρουν από  τα δικά του.
Το ζευγάρι δεν θα πρέπει να καβγαδίζει μπροστά στα παιδιά του. «Για να κυβερνήσεις ένα παιδί, πρέπει πρώτα να κυβερνήσεις τον εαυτό σου». Η συζήτηση είναι ένας πολιτισμένος τρόπος διαφωνίας και αποτελεί για τα παιδιά ένα πρότυπο μέσα από το οποίο μπορούν να φτάσουν στο συμβιβασμό, να βρουν μια λύση. Οι γονείς δρουν ως πρότυπα στα παιδιά τους, για αυτό θα πρέπει να φροντίζουν ώστε να καλλιεργούν το σεβασμό για τον εαυτό τους και για τους άλλους. Οι γονείς ενεργούν ως πρότυπα ρόλων. Οι γονείς θα πρέπει να λένε ‘όχι’ με αγάπη και ‘ναι’ με αγάπη. Η ταπείνωση, ο υποβιβασμός, οι ετικέτες και οι χαρακτηρισμοί είναι καταστροφικά για την αυτοεκτίμηση.
Σε κάθε διαπροσωπική σχέση, αλληλεπίδραση και επαφή σημαντικό ρόλο παίζει ο τόνος της φωνής. Το μήνυμα δεν είναι μόνο σε αυτό που λέμε, αλλά και στο πως το λέμε. Είναι σημαντικό όταν εκφράζουμε ένα μήνυμα να έχουμε βεβαιότητα στην φωνή, να είμαστε σίγουροι για αυτό που λέμε. Στην επικοινωνία και σε κάθε μας συνδιαλλαγή με τους άλλους σημαντικό ρόλο παίζει και ο σεβασμός. Όταν απευθύνομαι στον άλλο και η φωνή μου εκφράζει θυμό τότε και ο άλλος θα αντισταθεί ή θα θυμώσει. Η αυστηρότητα σε κάποιες περιπτώσεις επιβάλλεται, χωρίς όμως να συγχέεται με τον θυμό.
Σε κάθε σχέση είναι σημαντικό να υπάρχει αλληλοσεβασμός. Οι καλοί τρόποι που προσπαθούμε να μάθουμε στα παιδιά θα πρέπει να σχετίζονται με τον σεβασμό και την ευγένεια. Και πως θα τα μάθουν αυτά τα παιδιά; Τα παιδιά μιμούνται τον τρόπο με τον οποίο φέρονται οι ενήλικες μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε υβριστικό λεξιλόγιο, να έχουμε απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι σε άλλους, να μιλάμε άσχημα για άλλα άτομα και να απαιτούμε από το παιδί να μην τα κάνει αυτά. Το παιδί στέκεται περισσότερο στις συμπεριφορές παρά στα λόγια. Έτσι, ως ενήλικες θα πρέπει να μιλάμε μεταξύ μας με τον τρόπο που θέλουμε να μας μιλάνε τα παιδιά, να μεταχειριζόμαστε ο ένας τον άλλο με σεβασμό, να μιλάμε με σεβασμό ο ένας στον άλλο, να αφήνουμε τους άλλους να τελειώνουν την πρότασή τους, πριν μιλήσουμε, να απαντάμε με ολόκληρες προτάσεις και όχι με μισόλογα, να κοιτάζουμε τους άλλους στα μάτια όταν τους μιλάμε.

Η επικοινωνία στηρίζεται στην επιθυμία και των δύο να ακούσουν, να κατανοήσουν τον άλλο και να μπορέσουν να μπουν στη θέση του άλλου. Επικοινωνία είναι η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων, μέσω της οποίας αναπτύσσονται σχέσεις. Η λειτουργία της επικοινωνίας εξυπηρετεί σημαντικές πτυχές της ζωής του ανθρώπου, όπως είναι η κάλυψη βασικών αναγκών, η ενίσχυση και διατήρηση της αίσθησης του εαυτού, η ανταλλαγή πληροφοριών, η αυτοανάπτυξη, κ.α.
Για να είναι επιτυχημένη- αποτελεσματική η επικοινωνία, θα πρέπει η πληροφορία που λαμβάνει και κατανοεί ο δέκτης να είναι η ίδια ή να συμφωνεί με αυτήν που μεταδόθηκε από τον πομπό, γεγονός όμως που δεν αρκεί να οδηγήσει στην θετική κατάληξη ενός συμβάντος. Η επικοινωνία δεν είναι μια απλή μεταβίβαση πληροφοριών ή νοημάτων καθώς επηρεάζεται από φόβους, συναισθήματα, εμπειρίες, ανησυχίες, πιστεύω και την αυτοεκτίμηση των ατόμων.
Ο καθένας μας διαθέτει ένα σύστημα από αντιλήψεις, με βάση το οποίο καταλαβαίνει την πραγματικότητα. Αυτό το σύστημα βασίζεται, με την σειρά του, στις προηγούμενες εμπειρίες μας (προσωπικές, κοινωνικές, επαγγελματικές) στην παιδεία και στην ευρύτερη καλλιέργειά μας, αλλά και στην τωρινή διάθεση, στις ανάγκες και στις προσδοκίες μας. Έτσι, κάθε άνθρωπος βρίσκει την ισορροπία του, με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, μέσα στην περίπλοκη πραγματικότητα που τον περιβάλλει και η οποία, χωρίς τον μηχανισμό που περιγράφηκε, θα μετατρεπόταν σε χάος.
Η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ευγένεια, κατανόηση, ενσυναίσθηση (μπαίνω στη θέση του άλλου και βλέπω το θέμα από τη δική του οπτική γωνία), σεβασμό, αποδοχή του άλλου και της διαφορετικότητας.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Ιστορίες του ατόμου... για την αγάπη


Σύμφωνα με τον Stenberg, ο κάθε άνθρωπος έχει μια διαφορετική ιστορία για την αγάπη, όταν όμως βρίσκεται σε μια σχέση δημιουργεί και μια κοινή ιστορία με το σύντροφό του σχετικά με την αγάπη. Εκτός, δηλαδή από την προσωπική ιστορία για την αγάπη και τη σχέση, το άτομο μαζί με το σύντροφό του δημιουργεί μια εικόνα της κοινής ιστορίας όπως την αντιλαμβάνεται μέσα από τον τρόπο που βιώνει τη συγκεκριμένη σχέση. Η εικόνα που σχηματίζει το άτομο για την κοινή ιστορία μπορεί να παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους δύο συντρόφους, καθώς εξαρτάται από τον τρόπο που βλέπει και αντιλαμβάνεται τη σχέση ο κάθε σύντροφος. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου τα άτομα που βρίσκονται μέσα σε μία σχέση αρχίζουν να μοιάζουν ως προς την κοινή ιστορία τους, κάτι που μπορεί να οφείλεται είτε στην αρχική επιλογή συντρόφου με παρόμοια ιστορία είτε στη διαρκή αλλαγή της συμπεριφοράς ώστε να συμφωνεί περισσότερο με την ιστορία του συντρόφου.
Το κάθε άτομο έχει πολλαπλές ιστορίες για την αγάπη, ενώ η κάθε προσωπική σχέση που κάνει συμβάλλει σημαντικά στη μεταμόρφωση των ιστοριών που ήδη έχει για την αγάπη. Οι πολλαπλές ιστορίες για την αγάπη δείχνουν ότι η αγάπη όχι μόνο μπορεί να είναι διαφορετική για το κάθε άτομο αλλά δεν είναι ένα μόνο πράγμα για τον καθένα. Ωστόσο, το κάθε άτομο προτιμά περισσότερο κάποια από τις ιστορίες αγάπης σε σύγκριση με τις υπόλοιπες, ενώ ο σύντροφος που έχει απέναντί του αποτελεί το ερέθισμα που βγάζει από μέσα του διαφορετικές ιστορίες.
Αν και το άτομο σε μια δεδομένη στιγμή επιλέγει το σύντροφό του ως τον πλέον κατάλληλο, κάποια άλλη στιγμή μπορεί αυτός να του φαίνεται ανεπαρκής. Αυτό μπορεί να γίνει κυρίως όταν ένας νέος πιθανός σύντροφος θα αρχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο σε μια άλλη ιστορία αγάπης του ατόμου που το άτομο την προτιμά περισσότερο. «Όταν γνωρίζουμε έναν καινούργιο πιθανό σύντροφο, που ταιριάζει σε μια ιστορία μας που βρίσκεται πιο ψηλά στις προτιμήσεις μας, ο παλιός σύντροφος μπορεί ξαφνικά να χάσει μεγάλο μέρος της γοητείας του. Είναι φοβερό το πόσο γρήγορα κάποιος, που μας φαίνεται γοητευτικός τη μια στιγμή, μπορεί να μας φανεί σχετικά αδιάφορος την επόμενη» (Sternberg, 2000, σ. 34). Αυτές οι αλλαγές μπορούν να παρατηρηθούν σε άτομα που δεν γνωρίζουν συνειδητά την κλίμακα προτίμησης των ιστοριών τους και την επίδραση που αυτές μπορούν να ασκήσουν επάνω τους. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ένα άτομο να οδηγηθεί να του αρέσουν ταυτόχρονα δύο άτομα και να επιθυμεί ή να κάνει σχέση και με τα δύο.
Ωστόσο, οι ιστορίες του ατόμου αλλάζουν με τον καιρό, αλλά δεν πρόκειται για μια εύκολη διαδικασία και δεν εξαφανίζονται τελείως. Οι ιστορίες αλλάζουν πολύ δύσκολα καθώς η αλλαγή είναι μια δυσάρεστη για το άτομο διαδικασία, εφόσον το άτομο θα πρέπει να παραδεχτεί στον εαυτό του ότι έχει κάνει λάθος και θα πρέπει να προχωρήσει στην αναδιοργάνωση των πληροφοριών για τη σχέση του. Το άτομο θα πρέπει να αμφισβητήσει τα συναισθήματα, τις πεποιθήσεις και την εμπιστοσύνη προς το σύντροφό του και να προσπαθήσει να αναδιαμορφώσει την ιστορία για τη σχέση. Οι ιστορίες επηρεάζονται από τα συναισθήματα, τα κίνητρα, τις εμπειρίες και τις γνωστικές διαδικασίες του ατόμου, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τα οποία οδηγούν το κάθε άτομο να αντιλαμβάνεται τις ιστορίες με διαφορετικό τρόπο.

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Η απελπισία...


Τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα άτομο θα περάσει μέσα από τους κινδύνους και τις προκλήσεις μιας μακρόχρονης ζωής χωρίς να νιώσει απελπισία. Η απώλεια, ο πόνος, τα ανθρώπινα λάθη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Παρόλα αυτά από εμάς εξαρτάται να περιορίσουμε το βάθος και την έκταση του πόνου και να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο όταν τα αποθέματα εξαντλούνται παροδικά.

Στα γηρατειά η απελπισία είναι περισσότερο έντονη, γιατί τα άμεσα προβλήματα υπενθυμίζουν παλιότερες δυσκολίες. Το ηλικιωμένο άτομο κατατρέχεται από αναμνήσεις οδυνηρών γεγονότων και σχέσεων, τόσο παλιότερων όσο και από τότε που ήταν παιδί. Ο άνθρωπος που βασανίζεται τόσο από το παρελθόν όσο και το παρόν μπορεί να νιώσει κάποια στιγμή ανυπεράσπιστος. Η ανικανότητα να ανταπεξέλθει σε άμεσα προβλήματα μεγαλώνει, όταν ταυτόχρονα τα αποθέματα, που θα βοηθούσαν στο ξεπέρασμα των άμεσων προβλημάτων περιορίζονται –λιγότεροι φίλοι, μικρότερος φυσικός και οικονομικός έλεγχος πάνω στο περιβάλλον, κ.α.

Μπορούμε να βοηθήσουμε ένα τέτοιο άνθρωπο ενθαρρύνοντάς τον να χρησιμοποιήσει όλο τον έλεγχο, την ενεργητικότητα και τις ικανότητες που εξακολουθεί να διαθέτει. Να τον ακούσουμε προσεκτικά καθώς περιγράφει τις λύσεις και τους φόβους του. Αυτό θα τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει, ότι τα προβλήματα του παρελθόντος δεν είναι ανάγκη να τον βαραίνουν μέχρι σήμερα.

Μπορούμε να αλληλο- βοηθιόμαστε προσφέροντας ασφάλεια και υποστήριξη, χωρίς να ζητάμε μεγάλο ψυχολογικό αντίτιμο. Όταν βοηθάμε ένα καταβεβλημένο ή συναισθηματικά διαταραγμένο ηλικιωμένο άτομο δεν πρέπει να ζητάμε κάτι σαν αντάλλαγμα ούτε να παρεμβαίνουμε άσκοπα στην ιδιωτική του ζωή. Δεν πρέπει να σφετεριζόμαστε την ακεραιότητά του, να το προσβάλλουμε ή να του στερούμε δικαιώματα στο όνομα της ευτυχίας, που του προσφέρουμε. 

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η αναζήτηση της ευτυχίας


Όλοι οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο θέλουν να είναι ευτυχισμένοι ή τουλάχιστον αυτό δηλώνουν δικαιολογώντας την κάθε πράξη τους. Αυτό θέλουν και επιδιώκουν αλλά τελικά είναι ευτυχισμένοι; Ένα βασικό βήμα είναι ο καθένας να καθορίσει τι είναι ευτυχία για τον ίδιο και να νιώσει πλήρης και ολοκληρωμένος. Για τον καθένα η ευτυχία είναι κάτι διαφορετικό, όπως και ο ορισμός της είναι διαφορετικός. Επιλέγοντας να είναι κάποιο ευτυχισμένος, μπορεί να βρει την ευτυχία πίσω από καθετί. Η ευτυχία θα πρέπει να αποτελεί τρόπο ζωής, δεν προέρχεται από ξαφνικά γεγονότα. Πρόκειται για μια συνειδητή προσωπική απόφαση, που βιώνεται από το άτομο χωρίς συγκεκριμένο λόγο και χωρίς το φόβο ότι μπορεί να χαθεί. Αν το άτομο δεχτεί ότι η ευτυχία είναι μια καθημερινή εμπειρία και αξίζει να ζήσει μαζί της, τότε θα μπορέσει να ανακαλύψει διάφορες χαρές στη ζωή του.

Η ευτυχία μας δεν εξαρτάται από τους άλλους, αλλά από τη δική μας αντίδραση στις πράξεις των άλλων και στα γεγονότα που εκείνοι προκαλούν. Όσο πιο πολύ κάνουμε καθημερινά μικρές ενέργειες ή έχουμε συνήθειες που μας προκαλούν ευτυχία τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε μέσα μας μια ατέλειωτη δύναμη που μας απελευθερώνει από τους φόβους και μας φέρνει σε επαφή με την αφθονία της ζωής. Το άτομο δεν θα πρέπει να περιορίζει τις πηγές που μπορούν να το δώσουν ευτυχία.
Η απόφαση για ευτυχία σημαίνει ότι η ζωή του ατόμου αλλάζει. Το άτομο παίρνει την απόφαση για αλλαγή, και αυτό που έχει σημασία είναι το ταξίδι, καθώς η ευτυχία είναι το ταξίδι και όχι ο προορισμός.

Για να μπορέσει το άτομο να κατακτήσει την ευτυχία θα πρέπει να σταματήσει να αναβάλλει όσα μπορεί να κάνει άμεσα καθώς η ζωή κυλάει πολύ γρήγορα, να βάζει όρους, κάνοντας διαπραγματεύσεις με τη ζωή, να υποτιμά διάφορα γεγονότα χαράς και ευτυχίας, να έχει υψηλές προσδοκίες. Η ευτυχία για το κάθε άτομο είναι ατομική υπόθεση και το κάθε άτομο μπορεί να αποφασίσει για τον εαυτό του και να δεσμευτεί στην πεποίθηση ότι η ευτυχία είναι η δική του απόφαση. Το ότι επιλέγεις να ζεις ευτυχισμένα δεν σημαίνει ότι δε θα θυμώσεις, δε θα λυπηθείς, δε θα πληγωθείς, δεν θα έχεις μερίδιο στις δυσκολίες, δεν θα περάσεις κρίσεις. Ότι κι αν νιώθεις, ότι κι αν συμβαίνει γύρω σου, έχεις βαθιά μέσα σου σιγουριά ότι είσαι καλά, ότι ακολουθείς τη ροή της ζωής χωρίς να αντιστέκεσαι σε όσα σου συμβαίνουν.

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Τα αδέρφια παιδιών με αναπηρία



Τα αδέρφια των παιδιών με αναπηρία έχουν και αυτά… ανάγκες. Είναι σημαντικό η οικογένεια μέσα σε όλα αυτά που καλείται να αντιμετωπίσει να μην ξεχνά και τα αδέρφια του παιδιού με αναπηρία. Η παρουσία ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες μέσα στην οικογένεια ανατρέπει τις ισορροπίες της οικογένειας και έχει αντίκτυπο στη δομή αυτής της οικογένειας.
Η αναπηρία ενός παιδιού μέσα στην οικογένεια επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη σχέση των μελών της. Από την αρχή οι απαιτήσεις για τη φροντίδα του παιδιού με ειδικές ανάγκες είναι ιδιαίτερα αυξημένες, με αποτέλεσμα να απαιτείται η αφοσίωση των γονιών στο συγκεκριμένο παιδί, ενώ τα αδέρφια του μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, καθώς οι γονείς δεν έχουν ούτε χρόνο, ούτε δυνάμεις για να ασχοληθούν με τα υπόλοιπα παιδιά τους. Εκτός από τις υλικές ανάγκες που καλούνται να καλύψουν σχετικά με το παιδί με ειδικές ανάγκες θα πρέπει να καλύψουν και αυξημένες ανάγκες σχετικά με την συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Η συναισθηματική έγνοια του γονιού για το παιδί με ειδικές ανάγκες είναι μεγάλη.
Τα αδέρφια των παιδιών με αναπηρία έχουν ανάγκη να μιλούν για γεγονότα που τους απασχολούν, ενώ ανάλογα με την ηλικία στην οποία βρίσκονται θα πρέπει να τους παρέχεται και η κατάλληλη ενημέρωση και πληροφόρηση σχετικά με την αναπηρία του αδερφού τους ή της αδερφής τους. Είναι σημαντικό τα παιδιά μέσα στην οικογένεια να νιώθουν ασφάλεια και εμπιστοσύνη και να νιώθουν ότι μπορούν να μιλήσουν για γεγονότα που τους προκαλούν ψυχική αναστάτωση, ανησυχία και πόνο σχετικά με καταστάσεις που συνδέονται με την αναπηρία του μέλους μέσα στην οικογένεια.
Είναι, επίσης, σημαντικό να αισθάνονται ότι μπορούν να μιλούν για τους φόβους και τις ανησυχίες τους όταν το θέλουν και να μην σκέφτονται ότι η αναπηρία αποτελεί ένα θέμα που θα πρέπει να αποφεύγεται και να μην συζητιέται μέσα στην οικογένεια. Τα αδέρφια των παιδιών με ειδικές ανάγκες μπορεί να νιώσουν ζήλια και απόρριψη λόγω της υπερπροστασίας των γονιών απέναντι στο παιδί με ειδικές ανάγκες, καθώς και πίκρα και ψυχική κούραση.
Τα παιδιά που έχουν αδερφό ή αδερφή με αναπηρία πολλές φορές έρχονται σε δύσκολη θέση όταν αισθάνονται ότι οι άνθρωποι καρφώνουν το βλέμμα πάνω στον αδερφό τους με ειδικές ανάγκες. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό νιώθουν ντροπή, αμηχανία, ενόχληση και θυμό.
Σε τέτοιου είδους καταστάσεις θα πρέπει ο γονιός να παρεμβαίνει και να εξηγεί στο παιδί ότι οι άνθρωποι στρέφουν την προσοχή τους ή καρφώνουν το βλέμμα όταν βλέπουν κάτι διαφορετικό ή κάτι που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Τον καθένα θα τον ενοχλούσε ένα επίμονο βλέμμα, ενώ κάποιοι είναι ιδιαίτερα περίεργοι ή αγενείς. Μια τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να αντιμετωπίσει οποιοσδήποτε αν έβγαινε έξω εκκεντρικά ντυμένος ή με μια πολύ διαφορετική από τους υπόλοιπους εμφάνιση.
Ωστόσο, ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε τέτοιες καταστάσεις είναι να μην δίνουμε σημασία στα βλέμματα των άλλων. Προσπαθούμε να εστιάσουμε σε ευχάριστα πράγματα, που κάνουμε εκείνη τη στιγμή, όπως στη βόλτα, τα ψώνια, ή οτιδήποτε άλλο, γενικά στο να απολαύσουμε την παρέα των ατόμων με τα οποία έχουμε βγει έξω.
Από την πλευρά των ενηλίκων θα πρέπει να γίνεται συζήτηση και αναφορά σε τέτοια περιστατικά, όταν βλέπουμε ότι το παιδί νιώθει άσχημα. Οι ενήλικες θα πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι αποτελούν πρότυπο για τα παιδιά τους. Ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι αντιδρούν σε τέτοιου είδους καταστάσεις λειτουργεί ως πρότυπο στα παιδιά.
Όταν τα αδέρφια των παιδιών με ειδικές ανάγκες βρίσκονται στην εφηβεία οι ανάγκες τους είναι διαφορετικές, συνεχίζουν όμως να υπάρχουν. Οι έφηβοι περνούν μια συναισθηματική επανάσταση. Πολλές φορές αντιδρούν έντονα στην εμπλοκή που απαιτούν οι γονείς τους σχετικά με τη φροντίδα του αδερφού τους. Επίσης, μπορεί να νιώθουν έντονα φορτωμένοι με ευθύνες και υποχρεώσεις, και να συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους άλλους εφήβους που είναι ξέγνοιαστοι και δεν αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους προβλήματα.
Οι γονείς ας μην ξεχνούν ότι η έλλειψη σωστής και επαρκούς πληροφόρησης και αντικειμενικής γνώσης είναι ένα μεγάλο εμπόδιο για να μπορέσουν τα παιδιά να επεξεργαστούν και κάποια στιγμή να αποδεχθούν την αναπηρία του αδερφού τους ή της αδερφής τους. Πολλά προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν στην ανάπτυξη μιας σχέσης ανάμεσα στο παιδί με ειδικές ανάγκες και τα αδέρφια τους, καθώς και στην ψυχική υγεία των παιδιών.
Οι γονείς καλούνται να βρουν και να διατηρήσουν ισορροπίες μέσα στην οικογένεια και να μπορέσουν να ζουν αρμονικά τα παιδιά μέσα στην οικογένεια. Οι έφηβοι αντιδρώντας με έντονο τρόπο μπορεί να εκφράσουν παράπονα προς τους γονείς γιατί δεν τους συμπαραστέκονται αρκετά και συναισθηματικά νιώθουν ότι βρίσκονται στο περιθώριο. Είναι καλό οι γονείς να αντιδράσουν με κατανόηση και υπομονή, αν και οι ίδιοι είναι ιδιαίτερα ψυχικά κουρασμένοι από την κατάσταση που βιώνουν.

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Η δύναμη του παρελθόντος στην τρίτη ηλικία


Το παρελθόν αποτελεί πηγή αποθεμάτων για το άτομο, που έχει συσσωρεύσει πλήθος εμπειριών από όλη τη ζωή του. Μερικοί άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη ικανότητα σε σχέση με άλλους να χρησιμοποιούν το παρελθόν και τις εμπειρίες τους για να νιώθουν ικανοποίηση και πληρότητα και για να εμπλουτίζουν τα γηρατειά τους.
Όταν το άτομο νιώθει τα γηρατειά να φτάνουν αρχίζει να προβληματίζεται για τη ζωή του και την υγεία του, ενώ κλονίζεται και η αυτοπεποίθησή του. Η ανάγκη που είχε νιώσει το άτομο ως έφηβος για επιβεβαίωση απέναντι στον εαυτό και στους άλλους τώρα εμφανίζεται ξανά, αν και οι συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές. Κατά την είσοδο στην τρίτη ηλικία, το άτομο βρίσκεται σε μια προσπάθεια να ανακτήσει την χαμένη του αυτοπεποίθηση ανατρέχοντας στο παρελθόν. 
Μέσα από αυτή την επαφή με το παρελθόν του, το ηλικιωμένο άτομο προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό του με τη σκέψη ότι αφού τα είχε καταφέρει στο παρελθόν θα μπορέσει και τώρα να τα καταφέρει. Σε αυτή την ηλικία το άτομο βασανίζεται και από σκέψεις σχετικά με το πόσο χρήσιμο είναι στη ζωή και στους άλλους καθώς και πόσο σεβασμό αποπνέει στους άλλους. Μέσα από τη σύγκριση με το παρελθόν μπορεί να καθησυχάσει τον εαυτό του ότι αφού του έδειχναν πάντα σεβασμό θα συνεχίσουν να του δείχνουν. 
Ένα βασικό χαρακτηριστικό στην τρίτη ηλικία είναι η αξιολόγηση του παρελθόντος. Το άτομο φέρνει στο μυαλό του στιγμές θριάμβου και επιτυχίας που έζησε, κατορθώματα που βίωσε, ευτυχισμένες στιγμές που έζησε… Είναι σημαντικό η διαδικασία της αξιολόγησης να είναι ικανοποιητική και να γεμίζει το άτομο, καθώς έτσι θα μπορέσει και τώρα στην τρίτη ηλικία να νιώσει ανανεωμένη την πίστη του και να αντλήσει δύναμη σχετικά με τις ικανότητές του.
Ωστόσο, η αξιολόγηση δεν έχει πάντα ικανοποιητικά αποτελέσματα, καθώς το άτομο μπορεί να ξαναβιώσει στο μυαλό του στιγμές αποτυχίας, λύπες και περιορισμούς. Και τι γίνεται όταν τα αρνητικά βιώματα και οι αρνητικές εμπειρίες και αναμνήσεις είναι περισσότερες από τις θετικές; Τότε το άτομο παραμένει απαρηγόρητο και χαμένο μέσα στην αποτυχημένη του ζωή. Νιώθει ότι τίποτα δεν κατάφερε μέχρι σήμερα και πλέον τα πάντα έχουν χαθεί. Τα κίνητρα και η εμπιστοσύνη που χρειαζόταν για να συνεχίσει τη ζωή του σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να τα αντλήσει από το παρελθόν, με αποτέλεσμα το παρόν να γίνεται βαρύ και ανυπόφορο και το μέλλον να μοιάζει αβέβαιο και δύσκολο. 
Επίσης, το άτομο διανύοντας πλέον την τρίτη ηλικία μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με ταπεινωτικές και απογοητευτικές εμπειρίες, που μπορεί να το πείσουν ότι δεν μπορεί πλέον να προσφέρει τίποτα και ότι το μόνο που κάνει είναι να αποτελεί βάρος στους άλλους. Οι άλλοι κάποιες φορές γίνονται προσβλητικοί με τα άτομα της τρίτης ηλικίας και μιλούν απαξιωτικά για αυτά, με αποτέλεσμα τα ίδια να εισπράττουν την απόρριψη και να περιθωριοποιούνται.
Κάποια άτομα στην τρίτη ηλικία εμφανίζουν μια τάση να αφηγούνται συνεχώς τα ίδια πράγματα και τις ίδιες ιστορίες από τη ζωή τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να απομονώνονται κάποιες φορές από τους άλλους, να βιώνουν απόρριψη και να γίνονται κουραστικοί στους άλλους. Αυτό είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα παράπονα των ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι δεν τους αρέσει να κάνουν παρέα με άτομα της τρίτης ηλικίας.
Ωστόσο, πριν βιαστούμε να σχολιάσουμε αρνητικά αυτή την αγαπημένη συνήθεια των ηλικιωμένων ατόμων ας σκεφτούμε τι σημαίνει άραγε για τους ίδιους; Γιατί το κάνουν; 
Ένας βασικός λόγος που οι ηλικιωμένοι νιώθουν συχνά την ανάγκη να καταφεύγουν στην αναπαραγωγή σκηνών του παρελθόντος είναι η προσπάθειά τους να συνδέσουν το παρελθόν με το παρόν. Πρόκειται για μια λειτουργία ενοποίησης, σύνδεσης, που βοηθάει το άτομο να χρησιμοποιήσει έναν πυρήνα γύρω από τον οποίο θα οργανώσει τον εαυτό του. Επίσης, αυτή η αναπόληση του παρελθόντος οφείλεται και στην ανάγκη για αξιολόγηση του παρελθόντος που νιώθει το άτομο. 
Ωστόσο, η συνεχής αναπαραγωγή του παρελθόντος μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ή η αιτία της κοινωνικής απομόνωσης. Σε ένα στερητικό, ξένο και αφιλόξενο περιβάλλον, το ηλικιωμένο άτομο μπορεί να ανατρέχει στο προσωπικό ρεπερτόριο των αναμνήσεών του για να νιώσει ασφάλεια ή για να αντλήσει ικανοποίηση. 
Η επανάληψη γεγονότων του παρελθόντος συνήθως δεν καθορίζεται χρονικά, καθώς το άτομο επιλέγει αναμνήσεις και γεγονότα από διάφορες περιόδους της ζωής του. Αυτή η επανάληψη είναι προβληματική όταν το παρελθόν αρχίζει να επισκιάζει και να καλύπτει το παρόν και το μέλλον. Όταν το άτομο ζει πλέον μόνο μέσα από τις αναμνήσεις του παρελθόντος σταματά ουσιαστικά να ζει, να αποκτά νέες εμπειρίες, που είναι μια ανάγκη των ανθρώπων σε όλες τις ηλικίες.
Η περιστασιακή επανάληψη αναμνήσεων και συμβάντων του παρελθόντος προσφέρει ανακούφιση και παρηγοριά για τα άτομα της τρίτης ηλικίας. Εμφανίζεται συνήθως, όταν το περιβάλλον προσφέρει ελάχιστη ανθρώπινη φροντίδα και όταν η νοητική λειτουργία είναι κάπως εξασθενημένη. Μια μέτρια αφοσίωση στην επανάληψη είναι προειδοποιητική για την ανάγκη του ηλικιωμένου ατόμου να προσλάβει περισσότερα ερεθίσματα και να έχει μεγαλύτερη συμμετοχή στη ζωή. Το άτομο που δείχνει να ζει μόνιμα στο παρελθόν, μπορεί να υποφέρει από κάποια πάθηση, ή να έχει δυσκολία στην αντιμετώπιση του μέλλοντος ή και τα δύο. 
Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Τύποι δεσμού και ερωτικές σχέσεις



Οι διαπροσωπικές σχέσεις καθορίζονται από τον τύπο δεσμού που συνήθως κάνει το άτομο, αλλά και από τους δεσμούς που είχε αναπτύξει κατά τη βρεφική και πρώτη νηπιακή ηλικία, καθώς τα πρότυπα των δεσμών αυτών ακολουθούν το άτομο και κατά την ενήλικη ζωή του. Κάθε διαπροσωπική αλληλεπίδραση που μειώνει το άγχος και συμβάλλει στην ανάπτυξη της αίσθησης ασφάλειας του ατόμου επιβεβαιώνει την ύπαρξη στενής σχέσης και εμπιστοσύνης και βελτιώνει τους συναισθηματικούς δεσμούς με τους ερωτικούς συντρόφους. Οι δεσμοί που αναπτύσσουν τα άτομα κατά την ενήλικη ζωή τους φαίνεται πως επηρεάζονται άμεσα από τους δεσμούς που είχαν με τους γονείς τους ή τα άτομα που τα φρόντιζαν κατά την βρεφική ηλικία, καθώς τα ίδια τα άτομα συχνά κάνουν αναφορές και τονίζουν τις επιδράσεις των πρώιμων εμπειριών που είχαν ως προς τους δεσμούς τους. Αυτοί οι πρώιμοι δεσμοί του ατόμου με τους γονείς του υποστηρίζεται ότι επηρεάζουν πρωτίστως τις συντροφικές- ρομαντικές σχέσεις των ενηλίκων.

Ο Bowlby διέκρινε δύο τουλάχιστον είδη ανασφαλή, αγχώδη δεσμού. Πρόκειται για το πρότυπο του αμφίθυμου δεσμού, όπου ο γονιός φεύγει και όταν επιστρέφει έχει μία θυμωμένη, απορριπτική συμπεριφορά και το παιδί αναζητεί στήριξη και το πρότυπο του δεσμού της αποφυγής, όπου ο γονιός απαντά με ένα ήρεμο τρόπο και μετά την επιστροφή του επιλέγει μια απορριπτική απάντηση μέσω μιας στάσης αποφυγής, με αποτέλεσμα το παιδί να νιώθει ότι δεν μπορεί να στηριχτεί στο γονιό.

Τα άτομα με ασφαλή δεσμό επιζητούν στενές συντροφικές σχέσεις, στις οποίες όμως θα υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ εγγύτητας και αυτονομίας. Τα άτομα αυτά αν και δεν τρομάζουν από την στενότητα της σχέσης, εκτιμούν και την αυτονομία, και νιώθουν πιο χαρούμενα όταν η σχέση τους περιλαμβάνει και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για έναν υγιή τύπο δεσμού που χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία και εγγύτητα στις σχέσεις. Ο ασφαλής τύπος νιώθει ότι είναι σχετικά εύκολο να έρχεται κοντά συναισθηματικά με τους άλλους και να νιώθει άνετα να εξαρτάται από τους άλλους (σε φυσιολογικά πλαίσια), ενώ δεν ανησυχεί ότι οι άλλοι μπορεί να τον εγκαταλείψουν, ούτε φοβάται όταν κάποιος επιθυμεί να έρθει συναισθηματικά κοντά του.

Για τα άτομα με δεσμούς αποφυγής, το βασικό ζητούμενο είναι να διατηρήσουν αποστάσεις και να εμποδίσουν τους άλλους να τους πλησιάσουν πάρα πολύ. Χαρακτηρίζονται από μία έντονη τάση να μην κάνουν πολύ στενές σχέσεις κυρίως εξαιτίας της ανάγκης τους και του φόβου τους να αποφύγουν την απόρριψη. Ο δεσμός της αποφυγής χαρακτηρίζεται από υπερβολική απόσταση από τους άλλους στις σχέσεις. Το άτομο νιώθει κάπως άβολα όταν βρίσκεται συναισθηματικά κοντά στους άλλους, δυσκολεύεται να εμπιστευτεί ολοκληρωτικά και να αφήσει τον εαυτό του να εξαρτιέται από τους άλλους, ενώ γίνεται νευρικός όταν οι άλλοι τον πλησιάζουν συναισθηματικά και πολλές φορές οι ερωτικοί του σύντροφοι επιθυμούν μεγαλύτερη οικειότητα από αυτή που εκδηλώνει ο τύπος με σχέσεις αποφυγής.

Τα άτομα με αγχώδεις δεσμούς επιζητούν στενές συντροφικές σχέσεις, μέσα στις οποίες όμως βιώνουν έντονο άγχος. Πρόκειται για άτομα που εξαιτίας της έντονης ανησυχίας τους σχετικά με το φόβο της εγκατάλειψης και της απόρριψης αφιερώνουν πάρα πολύ χρόνο σε σκέψεις για τις σχέσεις τους. Το άτομο αναπτύσσει σχέσεις εμμονής όπου νιώθει ότι οι άλλοι είναι απρόθυμοι να έρθουν συναισθηματικά κοντά του, όσο επιθυμεί ο ίδιος. Συχνά τον απασχολεί το γεγονός ότι ο σύντροφός του δεν τον αγαπά πραγματικά ή ότι δεν θέλει να μείνει μαζί του, ενώ επιθυμεί να έρθει κοντά συναισθηματικά με τον ερωτικό του σύντροφο, αλλά αυτό μερικές φορές τον φοβίζει.

Φαίνεται πως ο τρόπος που το άτομο νιώθει για τον εαυτό του συμβάλλει σημαντικά στους δεσμούς που αναπτύσσει. Όταν το άτομο έχει μια θετική αίσθηση του εαυτού και των άλλων είναι πιο ικανό να ρυθμίσει τις συναισθηματικές του αντιδράσεις απέναντι σε στρεσογόνα γεγονότα, κυρίως όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με απειλές και προβλήματα στη σχέση του, και με πιο εύκολο και αποτελεσματικό τρόπο από ότι ένα άτομο με αρνητικές νοητικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και τους άλλους.

Επιπλέον, τα άτομα με ασφαλείς δεσμούς τείνουν να έχουν υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, λιγότερη αμφιβολία για τον εαυτό τους, καθώς και μια υψηλότερη αίσθηση αυτοαξίας. Επίσης, τείνουν να προσανατολίζονται διαπροσωπικά, ενώ βλέπουν τους άλλους ως άτομα καλόκαρδα και με καλές προθέσεις. Φαίνεται, δηλαδή, ότι οι πεποιθήσεις και οι στάσεις των ατόμων με ασφαλείς δεσμούς αντικατοπτρίζουν τα θετικά πρότυπα αντιμετώπισης του εαυτού και των άλλων.

Σε αντίθεση με τα άτομα με ασφαλείς δεσμούς, τα άτομα με δεσμούς αποφυγής χαρακτηρίζονται από έλλειψη εμπιστοσύνης στις κοινωνικές περιστάσεις, ενώ τείνουν να εμπλέκονται ελάχιστα σε κοινωνικές σχέσεις. Όσον αφορά τους άλλους, τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία ή εξάρτηση, αμφιβάλλουν για τις προθέσεις και την ειλικρίνειά τους και είναι καχύποπτοι για τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους.

Τέλος, τα άτομα με αγχώδη δεσμό (με εμμονές) θεωρούν ότι είναι δύσκολο και πολύπλοκο να κατανοήσουν και να καταλάβουν τους άλλους. Για αυτό το λόγο πρόκειται για άτομα που στις σχέσεις τους είναι αμφίθυμα και επιφυλακτικά στις αλληλεπιδράσεις τους με τους άλλους, ενώ πιστεύουν ότι τόσο τα ίδια όσο και οι άλλοι έχουν μικρή δυνατότητα ελέγχου της ζωής τους. Το κάθε άτομο παρουσιάζει συνήθως ένα διακριτό προφίλ σχετικά με τη συμπεριφορά του στις διαπροσωπικές σχέσεις, το οποίο τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος