Τρίτη 29 Αυγούστου 2023

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Η ομάδα, το σώμα και η ψυχοθεραπεία»

Η ομαδική σωματική ψυχοθεραπεία: Θεωρίες, δυναμική και πρακτική

 

«Όταν γίνομαι αποδεκτός από την ομάδα, αισθάνομαι ότι είμαι αποδεκτός από όλο τον κόσμο».

«Το σώμα δεν είναι μόνο σωματικό, δεν έχει μόνο αισθητηριακές και κιναισθητικές λειτουργίες, δεν αισθάνεται μόνο: Έχει και την ικανότητα να ‘μιλάει’, αλλά και να θυμάται. Άρα, εγγράφεται σε μια ιστορία, εκείνη του υποκειμένου, και συνδέεται με τον λόγο, με την επιθυμία και με το ασυνείδητο…» (Κλήμης Ναυρίδης).

«Η εμπειρία της σωματικά προσανατολισμένης θεραπευτικής ομάδας μπορεί να έχει βαθιά επίδραση στους ανθρώπους. Οι μέθοδοι που ενεργοποιούν το σώμα βοηθούν το άτομο που έχει κατάθλιψη, άγχος ή πανικό, να αντέξει και να υπερβεί αυτά τα αρνητικά συναισθήματα.

Εάν η ανάπτυξη της ομαδικής θεραπείας που ενισχύεται από αυτό το έργο, συνεχιστεί στην Ελλάδα όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, θα δούμε νέα σύνορα στην προσωπική ανάπτυξη. Η ομάδα αυτογνωσίας είναι ένα εργαλείο με μεγάλες κοινωνικές δυνατότητες…

Οι μέθοδοι της Ομάδας μπορεί να βοηθήσουν τους γονείς στη βελτίωση των σχέσεων με τα παιδιά τους, τους δασκάλους με τους μαθητές τους, τους εργαζόμενους στον τομέα της απασχόλησής τους…» (Jerome Liss).

«Στην ομαδική θεραπεία, ο αναλυόμενος δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση που αναλαμβάνει στην ατομική, στην οποία απαιτείται μια σοβαρή πειθαρχία και μια μακρόχρονη πορεία. Αντίθετα, από ότι συνήθως πιστεύεται, ο αναλυόμενος δεν μπορεί να εξαρτάται ολοκληρωτικά από τον αναλυτή, πρέπει να δουλεύει κι ο ίδιος πάνω στα προβλήματά του, κι αυτό κάνει συχνά την ατομική θεραπεία ιδιαίτερα μοναχική. Η ομάδα έρχεται να σπάσει αυτή τη μοναξιά, επιτρέποντας στο άτομο να δημιουργήσει στενές, αν και εφήμερες, σχέσεις. Επιπλέον, επιτρέπει τη σωματική επαφή» (σελ. 35).

 

«Μια ομάδα Σωματικής Ψυχοθεραπείας μπορεί να δομηθεί σε τέσσερις χρόνους ή φάσεις:

Αυτογνωσία του σώματος.

Αυτογνωσία των συναισθημάτων και των σκέψεων.

Αυτογνωσία διαπροσωπικών σχέσεων.

Αυτογνωσία των δημιουργικών ικανοτήτων.

Ο καθένας από αυτούς τους χρόνους, στην πραγματικότητα, περιλαμβάνει κάτι από τους υπόλοιπους. Είναι αδύνατον, για παράδειγμα, να έχω διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς να συμμετέχω σ’ αυτές με το σώμα, τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου, και ούτω καθ’ εξής» (σελ. 213).

«Στη Σωματική Ψυχοθεραπεία, το σώμα θεωρείται αλληλένδετο με την ψυχοσυναισθηματική ζωή, άρα κάθε προσέγγιση στην κατάσταση του σώματός μας είναι προσέγγιση στο σύνολο της ύπαρξής μας» (σελ. 214).

 

Πηγή:

Λουμπράνο- Κωτούλα & Κόμη. 2006. Η ομάδα, το σώμα και η ψυχοθεραπεία.  Η ομαδική σωματική ψυχοθεραπεία: Θεωρίες, δυναμική και πρακτική. Εκδόσεις Θυμάρι.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Νικήστε τις φοβίες»

Του Isaac Marks

 

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που βιώνει ο καθένας μας. Όταν όμως οι φόβοι φθάνουν στο σημείο να επιδρούν αρνητικά στην ικανότητά μας να σκεπτόμαστε λογικά και να αποφασίζουμε ορθά, τότε η επιστήμη πρέπει να μπορεί να μας βοηθήσει να τους ξεπεράσουμε. Το ‘’Νικήστε τις φοβίες’’ προσφέρει ένα μοναδικό μείγμα εμπνεύσεως και πρακτικού οδηγού στους ανθρώπους εκείνους που πάσχουν από επανεμφανιζόμενα άγχη και φοβίες. 

 

Ο ψυχίατρος Δρ. Isaac Marks, εξηγεί πρώτα τις διαφορές μεταξύ του φυσιολογικού φόβου, που αποτελεί ένα θετικό κίνητρο για τους περισσότερους ανθρώπους, και των έμμονων φοβιών, οι οποίες παρενοχλούν σοβαρά την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων άλλων. Κατόπιν, εξετάζει μια προς μια τις περιπτώσεις των φοβιών που συναντώνται τακτικά στην εποχή μας: υψοφοβία, αγοραφοβία, φόβος καταιγίδων, αεροπλάνων, ασθενειών, εντόμων, σεξουαλικής επαφής, μικροβίων, θανάτου. Παράλληλα, εξετάζει σοβαρές περιπτώσεις κατάθλιψης και άγχους. Το βιβλίο υποδεικνύει πως μπορεί να βοηθήσει κανείς τον εαυτό του και πως μπορεί να αποφασίσει εάν χρειάζεται βοήθεια από κάποιον ειδικευμένο θεραπευτή».

Ένα βιβλίου, το οποίο περιγράφει τον φόβο και το άγχος σε φυσιολογικό και παθολογικό επίπεδο, αναφέροντας όλες τις βασικές αγχώδεις διαταραχές. Ο φόβος είναι ένα χρήσιμο και αναγκαίο συναίσθημα, απαραίτητο για την επιβίωσή μας και για την εξέλιξή μας. Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα, που μας βοηθά να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από κινδύνους και απειλές και να ζούμε καλύτερα. Αντίθετα, οι παράλογοι φόβοι, οι φοβίες δηλαδή, όχι μόνο δε μας προστατεύουν, αλλά και μας περιορίζουν τη ζωή, τις επιλογές μας και την εξέλιξή μας. Ο φόβος σε κάθε βήμα είναι εκεί για να μας δυναστεύει τη ζωή, να μας εγκλωβίζει και να μας κρατάει πίσω… Η εγκατάσταση, η εδραίωση ενός παράλογου φόβου εξαρτάται από εμάς τους ίδιους. Χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε γεμίζουμε τον εαυτό μας με φοβίες, καλλιεργούμε φόβους και βιώνουμε έντονο άγχος για πιθανές απειλές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μη πραγματικές.

Το άγχος είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και προβλέπεται να παραμείνει μαζί μας για το ορατό μέλλον. Το άγχος είναι φυσιολογικό και αφορά τον καθένα μας. Άγχος είναι το αίσθημα που νιώθουμε όταν βρισκόμαστε σε δύσκολη κατάσταση, όταν νιώθουμε μια απειλή, όταν βιώνουμε την αίσθηση του φόβου. Τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά έχουν ορισμένους μικρούς και ασήμαντους φόβους. Για παράδειγμα, τα παιδιά φοβούνται όταν τα αφήνουν μόνα τους οι γονείς τους, φοβούνται τους ξένους, τα ζώα και κάποιους ασυνήθιστους θορύβους ή παράξενες καταστάσεις. Οι ενήλικες φοβούνται από το ύψος, το ασανσέρ, το σκοτάδι, το αεροπλάνο, τις αράχνες, τις εξετάσεις και κάποιες δεισιδαιμονίες. Τέτοιοι φόβοι δεν οδηγούν σε ολική απώλεια ελέγχου της κατάστασης και συχνά μπορούν να ξεπεραστούν με βάση τη λογική, χωρίς θεραπεία. 

 

Οι δύο πιο βασικές αντιδράσεις απέναντι στον φόβο είναι εκ διαμέτρου αντίθετες: από τη μία εμφανίζεται η τάση για πάγωμα, για τέλεια ακινησία και βουβαμάρα και από την άλλη εμφανίζεται η τάση για αιφνιδιασμό, για τρέξιμο όσο το δυνατόν πιο μακριά. Ένας ισχυρός φόβος και ένα μεγάλο άγχος μπορεί να προκαλέσουν δυσάρεστα αισθήματα τρόμου: χλώμιασμα, εφίδρωση, σήκωμα τριχών κεφαλιού, διαστολή της κόρης των οφθαλμών, δυνατούς χτύπους της καρδιάς, αύξηση της πίεσης του αίματος, συστολή και υπεραιμάτωση των μυών, τρέμουλο, τάση τρόμου, σφίξιμο και στέγνωμα του στόματος και του λαιμού, κ.α.

Ένας από τους πιο συνήθης φόβους τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες είναι ο φόβος του να σε παρακολουθούν. Παιδιά και ενήλικες νιώθουν φόβο όταν κάποιος τους κοιτά επίμονα και συνεχώς. Ο φόβος αυτός οφείλεται στην ευαισθησία του ανθρώπινου είδους απέναντι στα βλέμματα των άλλων. Τα μάτια που κοιτούν επίμονα μπορούν να προκαλέσουν  έντονα συναισθήματα σε ενήλικους ευαίσθητους στα βλέμματα των άλλων, έτσι ώστε το να τους κοιτούν οι άλλοι είναι ένα σοβαρό έναυσμα για κοινωνικές φοβίες και τρακ. Ένας επίσης φόβος τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες είναι ο φόβος για τα μεγάλα ύψη. Πολλοί κάτοικοι αισθάνονται άβολα σε ψηλά κτίρια, κυρίως αν οι εξωτερικοί τοίχοι είναι γυάλινοι από το ισόγειο μέχρι την οροφή.

 

Πηγή:

Marks, Isaac. Νικήστε τις φοβίες. Λήθη Εκδόσεις, 1991.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2023

Οικογενειακά μοτίβα και πώς επηρεάζουν τη ζωή μας…

 Μια περίπτωση ναρκισσιστικού οικογενειακού μοτίβου

Ένας από τους παράγοντες που επιδρούν στον ψυχισμό και κατ’ επέκταση στην κοσμοαντίληψη του κάθε ατόμου και που το επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και στις αποφάσεις και τις επιλογές που θα κάνει μελλοντικά στη ζωή του, είναι αυτός που η επιστήμη της ψυχολογίας αποκαλεί ως «οικογενειακά μοτίβα». 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο της  ψυχοθεραπεύτριας K. McBride με τίτλο: «Χωρίς εσένα, σπάζοντας τους τοξικούς δεσμούς ή η διαχείριση ενός αποχωρισμού», διαπιστώσαμε πως σε κάποιο σημείο περιγράφεται πολύ καλά το πώς λειτουργούν τα οικογενειακά μοτίβα και γι’ αυτό εκτιμούμε ότι αξίζει να το παραθέσουμε:

 «Η Tζέσικα ένιωθε πως η ναρκισσιστική μητέρα της ποτέ δεν την αγάπησε. Αυτό της κληροδότησε ένα πικρό παράπονο, πως αν δεν την είχε αγαπήσει η ίδια της η μητέρα, τότε μάλλον κανείς δεν θα μπορούσε να την αγαπήσει. Η ίδια μου είπε: “πάντα ένιωθα πως η μητέρα μου δεν ήξερε στ' αλήθεια ν' αγαπά. Κάποιες φορές έλεγε τις λέξεις “σ’ αγαπώ”, όμως ήταν σπάνιο να δείξει τρυφερότητα ή να συντονιστεί συναισθηματικά μαζί μου όταν ήμουν παιδί. Όλα, πάντοτε, περιστρέφονταν γύρω από εκείνη. Μου έλεγε πως ποτέ δεν θα έβρισκα έναν άντρα να με αγαπήσει, επειδή ήμουν τόσο δύσκολος άνθρωπος.

Είχε εμμονή με το βάρος μου και τα μαλλιά μου, και ποτέ δεν μπορούσα να την ευχαριστήσω. Ποτέ δεν ήμουν επαρκής/αρκετή για εκείνην. Έτσι όταν παντρεύτηκα, είχα αυτό το άσχημο συναίσθημα, ότι ο άνδρας μου δεν με αγαπούσε στ’ αλήθεια, αλλά πως θα με εγκατέλειπε με την πρώτη ευκαιρία. Περπατούσα πάνω σε αυγά. Δεν είχα καταλάβει ότι μπλέχτηκα σε μια σχέση με έναν νάρκισσο και πως στην πραγματικότητα, προς μεγάλη μου λύπη, είχα παντρευτεί τη μητέρα μου! Όμως αν κατά κάποιον τρόπο ένιωθα εγκαταλειμμένη κατά τη διάρκεια της σχέσης, αυτό εύκολα πυροδοτούσε δικές μου αντιδράσεις”.

Εφόσον η Τζέσικα ένιωθε συναισθηματικά εγκαταλειμμένη από τη μητέρα της καθώς μεγάλωνε, ο φόβος ότι και άλλοι θα την εγκατέλειπαν ομοίως, ήταν ο δικός της πυροκροτητής. Αν ένιωθε πως ο άντρας της δεν συντονιζόταν με τα δικά της συναισθήματα ή αν απειλούσε να την αφήσει όταν δεν έκανε ακριβώς αυτό που εκείνος ήθελε, αισθανόταν έντονο φόβο και κάποιες φορές είχε κρίσεις πανικού.

Παρά τους φόβους της, δυσκολεύτηκε πολύ να απεμπλακεί από τον πρώην της. Για χρόνια, συνέχισε να προσπαθεί να ευχαριστήσει τον άντρα της, όπως είχε κάνει και με τη μητέρα της, χωρίς αποτέλεσμα, κι έπειτα ένιωθε διαρκώς ανεπαρκής. Μέσα από τη θεραπεία αναγνώρισε αυτόν τον φαύλο κύκλο και έκανε κάποια βήματα για να τον λήξει, όπως και τη σχέση της με τον πρώην της» (K. McBride, 2019).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα λόγια, αλλά και οι πράξεις ενός «σημαντικού άλλου», όπως είναι η μητέρα, έχουν βαρύνουσα σημασία για τις πεποιθήσεις και τις σκέψεις που διαμορφώνει ένα παιδί, κυρίως για τον εαυτό του, αλλά και τους άλλους. Δυστυχώς, πολλές φορές τα λόγια ενδοβάλλονται! Τοξικές πεποιθήσεις που έχουν οι άλλοι για εμάς, γίνονται δικές μας. Ακόμη κι αν τα λόγια δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ακόμη κι αν δεν ισχύουν, το παιδί μπορεί να τα κάνει τόσο δικά του, που ακόμη κι αν είναι σκληρά, παράλογα ή απάνθρωπα, να του φαίνονται οικεία και να τα αποζητά. Συνήθως, τα άσχημα λόγια συνοδεύονται από άσχημες συμπεριφορές, τις οποίες το παιδί εκλαμβάνει κι αυτές ως οικείες, παρόλο που το έχουν πληγώσει, παρόλο που το έχουν πικράνει. Μεγαλώνοντας το παιδί και ασυνείδητα, επιζητά το οικείο, γι’ αυτό και η Τζέσικα αναφέρει ότι «με μεγάλη της λύπη» ένιωθε ότι «είχε παντρευτεί τη μητέρα της» κι επίσης ότι «συνέχισε να προσπαθεί να ευχαριστήσει τον άντρα της, όπως είχε κάνει και με τη μητέρα της». Δηλαδή, η Τζέσικα παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που της θύμιζε τη μητέρα της και που τελικά ήταν ακριβώς όπως η μητέρα της, ένας νάρκισσος. Ο ναρκισσισμός ήταν το βίωμα της Τζέσικα, αυτό που γνώριζε, αυτό που είχε μάθει να διακρίνει και να εντοπίζει στους άλλους, αυτό που της ήταν οικείο και γι’ αυτό οδηγήθηκε στο να επιλέξει ο άντρας της να είναι νάρκισσος όπως και η μητέρα της. 

Οπότε, πολλά πράγματα από την παρούσα κατάσταση ή τη φάση στην οποία βρίσκονται πολλοί άνθρωποι, μπορεί να ερμηνευτεί ρίχνοντας μια ενδελεχή και προσεκτική ματιά στο παρελθόν, στα λεγόμενα «οικογενειακά μοτίβα», τα οποία αρκετές φορές προδιαγράφουν το μέλλον των ατόμων, τα οποία ασυναίσθητα επαναλαμβάνουν τη ζωή των γονιών τους, το παράδειγμα και τα βιώματα που έλαβαν κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους από την ίδια τους την οικογένεια.  

Το ζητούμενο που πρέπει να μας απασχολήσει είναι σχετικά με το εάν τα «οικογενειακά μοτίβα» είναι παντοδύναμα… Η απάντηση είναι πως όχι, δεν είναι παντοδύναμα. Γι’ αυτό και η Τζέσικα κατάφερε να συνειδητοποιήσει τον φαύλο κύκλο στον οποίο βρισκόταν και τελικά να τον λήξει. Ένα μέρος της ψυχοθεραπείας είναι το να πάει το θεραπευόμενο άτομο βαθιά στις πεποιθήσεις του και να τις αναλύσει ούτως ώστε να δει κατά πόσο αυτές οι πεποιθήσεις που έχει είναι ξεκάθαρα δικές του ή των άλλων, κατά πόσο τις πιστεύει και αν το επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά. Αν οι πεποιθήσεις ενός ατόμου το επηρεάζουν αρνητικά, τότε μέσα από τη θεραπεία του θα βοηθηθεί να τις αποβάλλει και να τις αντικαταστήσει με άλλες που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και που να μην προσθέτουν αισθήματα αναξιότητας, πικρίας, αυτό-αμφισβήτησης ή μιζέριας και θλίψης.  

 

Πηγή: K. McBride,2019, Χωρίς εσένα, σπάζοντας τους τοξικούς δεσμούς ή η διαχείριση ενός αποχωρισμού, μτφρ. Χ. Ζώνας, Εκδόσεις Πορφύρα, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Διαβάζοντας… Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία

 Του Ίρβιν Γιάλομ

 

«Η ονομασία ‘υπαρξιακή ψυχοθεραπεία’ δεν επιδέχεται πολύ λακωνικό ορισμό, γιατί ο υπαρξιακός προσανατολισμός δεν στηρίζεται σε θεμέλια εμπειρικά αλλά βαθιά διαισθητικά. Θα ξεκινήσω δίνοντας έναν επίσημο ορισμό και στη συνέχεια, σε όλη την έκταση του βιβλίου, θα παρουσιάζω δεδομένα που θα διευκρινίζουν τον ορισμό αυτό: Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία είναι μια δυναμική θεραπευτική προσέγγιση που καταπιάνεται με ανησυχίες, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στην ύπαρξη του ανθρώπου.

Οι παρεκβάσεις μου προς τη Φιλοσοφία θα είναι σύντομες και χρηστικές, θα περιοριστώ σε τομείς που μπορούν να αξιοποιηθούν κλινικά. Δεν θα έχει άδικο κάποιος που ασχολείται επαγγελματικά με τη Φιλοσοφία, αν με θεωρήσει πειρατή που αρπάζει μόνο τα πετράδια κι αφήνει πίσω του τα περίτεχνα και πολύτιμα δεσίματά τους.

Πολύ συχνά σε ολόκληρο το βιβλίο θα ακούγονται οι φωνές των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Κάφκα, Σαρτρ, Καμύ και πολλών άλλων αναγνωρισμένων δασκάλων. Η σπουδαία λογοτεχνία επιβιώνει, γιατί από την ψυχή του αναγνώστη ξεπηδά κάτι που ασπάζεται την αλήθεια της, όπως επισήμανε ο Φρόυντ αναλύοντας τον Οιδίποδα Τύραννο» (Από το οπισθόφυλλο).

Το βιβλίο αρχικά περιγράφει τον βασικό ορισμό για την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Στη συνέχεια είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη:

Θάνατος, Ελευθερία, Απομόνωση και Απουσία νοήματος.

Θάνατος: η σύνδεση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, το άγχος θανάτου και η εκδήλωση της ψυχοπαθολογίας.

Ελευθερία: η ευθύνη ως υπαρξιακή ανησυχία, η αποφυγή της ευθύνης, η ανάληψη ευθύνης και η υπαρξιακή ενοχή.

Απομόνωση: υπαρξιακή απομόνωση και διαπροσωπική ψυχοπαθολογία.

Απουσία νοήματος: νοήματα της ζωής, απώλεια νοήματος και ποιο λόγο έχουμε ανάγκη ένα νόημα;

 

«Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία είναι μια δυναμική θεραπευτική προσέγγιση που καταπιάνεται με ανησυχίες, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στην ύπαρξη του ανθρώπου» (σελ. 23).

Υπαρξιακή ψυχοδυναμική: «Η μέθοδος είναι ο βαθύς προσωπικός αναστοχασμός. Οι προϋποθέσεις είναι απλές: η απομόνωση, η σιωπή, ο χρόνος και η ελευθερία από τους καθημερινούς περισπασμούς με τους οποίους όλοι γεμίζουμε τον βιωματικό μας κόσμο. Αν μπορέσουμε να παραμερίσουμε σε βάθος τη ‘συνθήκη’ μας μέσα στον κόσμο, την ύπαρξή μας, τα όριά μας, τις δυνατότητές μας, αν φτάσουμε στο βαθύτερο επίπεδο που βρίσκεται κάτω από όλα τα άλλα, πάντοτε ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα δεδομένα της ύπαρξης, με τις βαθιές δομές τις οποίες στο εξής θα ονομάζω υπέρτατες ανησυχίες. Αυτή η αναστοχαστική διεργασία πυροδοτείται συχνά από ορισμένες πολύ πιεστικές εμπειρίες. Σε αυτές τις οριακές ή μεταιχμιακές καταστάσεις, όπως συχνά ονομάζονται, περιλαμβάνονται εμπειρίες όπως μια αναμέτρηση με τον ίδιο μας τον θάνατο, μια πολύ σημαντική και μη αναστρέψιμη απόφαση ή η κατάρρευση ενός θεμελιώδους γνωσιακού σχήματος που μας παρέχει νόημα» (σελ. 27).

«Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία μοιάζει με άστεγο ορφανό. Δεν ‘ανήκει’ πουθενά. Δεν έχει στέγη, επίσημη σχολή, θεσμική υπόσταση. Δεν είναι ευπρόσδεκτη στις καλές πανεπιστημιακές γειτονιές. Δεν έχει επίσημη επιστημονική εταιρεία, ανθεκτικό περιοδικό, σταθερό οικογενειακό πλαίσιο, πατέρα. Ωστόσο, διαθέτει γενεαλογικό δέντρο, μερικά διάσπαρτα ξαδέλφια και αρκετούς οικογενειακούς φίλους, άλλους στην Ευρώπη, άλλους στην Αμερική» (σελ. 35).

«Γνώρισμα της ύπαρξης είναι η αναπόδραστη ελευθερία και επομένως η αβεβαιότητα. […] Και στην υπαρξιακή προσέγγιση, όπως και σε όλες τις άλλες προσεγγίσεις, ο ώριμος ψυχοθεραπευτής οφείλει να είναι σε θέση να αντέξει αυτή τη θεμελιώδη αβεβαιότητα» (σελ. 51).

 

Πηγή:

Yalom, I. (2020). Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία. Εκδόσεις Άγρα.   

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τρίτη 22 Αυγούστου 2023

Διαβάζοντας το βιβλίο: Φοβίες και πώς να τις ξεπεράσετε

Των Gardner & Bell

 

Ένα βιβλίο για τις φοβίες: πώς μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε, από πού προέρχονται, πώς θα θεραπευτούμε από αυτές και πως μπορούμε να κατανοήσουμε το φοβικό άγχος;. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι φοβίας, ενώ υπάρχει συννοσηρότητα ανάμεσα στις φοβίες και στις διαταραχές άγχους και διάθεσης.

Τι είναι η φοβία;

«Η φοβία προέρχεται από την ελληνική λέξη ‘φόβος’ και σημαίνει ένα ειδικό σύνολο φόβων, άγχους και τρόμων συνδεδεμένο με συγκεκριμένα πράγματα, μέρη, εμπειρίες ή καταστάσεις. Η λίστα των φοβιών ποικίλλει όσο και η ίδια η ζωή. Τεκμηριωμένες περιπτώσεις φοβιών συμπεριλαμβάνουν φόβο κατάποσης, φόβο για τα μωρά, για τα ψηλά δέντρα, για τους κοντούς ανθρώπους, για τα σκοτεινά σύννεφα, κ.α. Οι πιο συνηθισμένες φοβίες είναι όσες συνδέονται με τις πτήσεις, τα φίδια, τα έντομα, τα ύψη, τα κλειστά μέρη, τα πλήθη, τις ενέσεις, τις λειτουργίες και την κατάσταση του σώματος» (σελ. 24).

Φοβίες και κοινωνική αμηχανία

«Ένα σημαντικό κομμάτι της δυσκολίας που συνοδεύει τους φοβικούς φόβους πηγάζει όχι από τον τρόμο για τα κουκούτσια του πορτοκαλιού, όχι από τις γλιστερές σπείρες του φιδιού ή από την πιθανότητα να πνιγούν από μια μπριζόλα, αλλά από αυτό που θα σκεφθούν οι άλλοι. Ανάλογα με την επιθυμία μας για έγκριση και τις γενικές κοινωνικές ανάγκες, μπορεί να φτάσουμε στα άκρα για να κρύψουμε τις φοβικές αντιδράσεις μας ή για να αποφύγουμε καταστάσεις που φοβόμαστε ότι θα φέρουν τέτοιες αντιδράσεις» (σελ. 30-31).

«Οι φοβίες είναι παράλογες, δυσλειτουργικές και άχρηστες αντιδράσεις φόβου. Οι διαφορετικές φοβίες που έχουν καταγραφεί και ταξινομηθεί είναι όσες και η ανθρώπινη εμπειρία και φαντασία» (σελ. 39). Φοβίες που πυροδοτούνται από την κοινωνική αλληλεπίδραση, αποφυγή τόπων και καταστάσεων… Φοβίες που προέρχονται από υπόγειες αγχώδεις διαταραχές. Οι φοβίες μπορεί να έχουν ένα καταστροφικό αποτέλεσμα στην καριέρα του ανθρώπου, στις σχέσεις και στην ποιότητα της ζωής του. Ο στόχος είναι το να βρούμε τρόπους να απαλλαγούμε από τις φοβίες.

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο: «Ένα μοναδικό βοήθημα που θα φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο σε άτομα με διαγνωσμένες αγχώδεις διαταραχές, αλλά και σε όσους επιθυμούν μεγαλύτερο έλεγχο και επιτυχία στις σχέσεις τους και στη δουλειά τους, σε όσους πολεμούν τις εξαρτήσεις και τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και σε όσους θέλουν να βελτιώσουν την απόδοσή τους σε αθλήματα που απαιτούν διανοητική συγκέντρωση. Ο έλεγχος του άγχους βελτιώνει τη γενική υγεία και την εγκεφαλική λειτουργία, ενισχύοντας τη μνήμη, τη μάθηση και το ανοσοποιητικό σύστημα».

Η γνωσιακή- συμπεριφοριστική προσέγγιση μπορεί να αντιμετωπίσει τις φοβίες. Εστιάζει στις παρερμηνείες του ασθενούς, στις διαστρεβλωμένες αντιλήψεις και στις ανώμαλες αλλά βαθιές πεποιθήσεις. Στόχος είναι η αντικατάσταση της αναληθούς σκέψης από μια αληθινή πραγματικότητα. Το άτομο θα πρέπει να μειώσει την απουσία της αίσθησης του ελέγχου.

 

Πηγή:

Gardner, J. & Bell, A.H. (2008). Φοβίες και πώς να τις ξεπεράσετε. Εκδόσεις Φυτράκη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Ένα ανήσυχο μυαλό

Της Kay Redfield Jamison, ψυχίατρος και καθηγήτρια Ψυχιατρικής

 

Ένα βιβλίο που περιγράφει με βιωματικό τρόπο την μανιοκατάθλιψη, μέσα από τα λόγια της ψυχιάτρου Jamison, που διαγνώστηκε η ίδια με αυτή τη διαταραχή και πάλευε σε όλη της τη ζωή μαζί της. Η Dr. Jamison είναι καθηγήτρια Ψυχιατρικής και μια από τους συγγραφείς του κλασικού ιατρικού εγχειριδίου για την μανιοκατάθλιψη. «Είναι αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον χώρο, αυθεντία στο θέμα της μανιοκατάθλιψης την οποία έζησε από πρώτο χέρι. Ακόμη και στο διάστημα που προσπαθούσε να καθιερωθεί στον χώρο της ακαδημαϊκής ιατρικής, η Jamison βίωνε όλα όσα υπέφεραν οι ίδιοι οι ασθενείς της υποκύπτοντας άλλοτε στη μεθυστική έκσταση κι άλλοτε στην καταστροφική κατάθλιψη, σπρωγμένη από την αρρώστια της σε αλόγιστα έξοδα, βίαια ξεσπάσματα, ακόμη και σε μια απόπειρα αυτοκτονίας» (από το οπισθόφυλλο).

Το ενδιαφέρον στο βιβλίο είναι η μελέτη της μανιοκατάθλιψης από την πλευρά του θεραπευτή και του θεραπευόμενου, «αποκαλύπτοντας και την τρομερή φρίκη και τη σκληρή γοητεία της που την έκανε πολλές φορές να αρνείται τη φαρμακευτική θεραπεία. Βγήκε από τη θύελλα ζωντανή κρατώντας την ανάμνηση που με αφάνταστη ειλικρίνεια, ζωντάνια και σοφία αποτύπωσε σε ένα μοναδικό βιβλίο, ένα από τα λίγα που έχουν τη δύναμη να αλλάζουν ζωές –ακόμη και να τις σώζουν» (από το οπισθόφυλλο).

Η καθηγήτρια Ψυχιατρικής ήρθε αντιμέτωπη με το στάδιο της τρέλας για πρώτη φορά στην ηλικία των 28 ετών, λίγο μετά την υπογραφή της σύμβασής της ως επίκουρος καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Αναφέρει: «μέσα σε τρεις μήνες ήμουν τόσο άρρωστη που δεν αναγνωριζόμουν, ενώ ξεκινούσα έναν μακρύ και επώδυνο προσωπικό αγώνα ενάντια σε ένα φάρμακο, το ποίο μετά από λίγα χρόνια θα σύστηνα ανεπιφύλακτα σε άλλους» (σελ. 24). Μιλάει για το λίθιο, το οποίο πολλές φορές σταμάτησε και κατέληξε σε υποτροπή.

Οι μανίες που βίωνε αρχικά τουλάχιστον την οδηγούσαν σε μια μεθυστική κατάσταση που της έδινε απίστευτη και ασύγκριτη προσωπική ευχαρίστηση, έντονη νοητική δραστηριότητα με πολλές νέες ιδέες και αστείρευτη ενέργεια που της έδινε τη δυνατότητα να κάνει πράξη τις ιδέες της. 

 

«Τα χαμένα χρόνια και οι χαμένες σχέσεις δεν γυρίζουν πίσω, η ζημιά που κάνει κανείς στον εαυτό του και στους άλλους δεν μπορεί πάντα να διορθωθεί  και η αποδέσμευση από τη φαρμακευτική εξάρτηση χάνει το νόημά της, όταν η εναλλακτική επιλογή είναι ο θάνατος και η παράνοια» (σελ. 26).

«Οι γρήγορες ιδέες παραείναι γρήγορες και είναι υπερβολικά πολλές. Μια δυσβάσταχτη σύγχυση διαδέχεται τη σαφήνεια. Μνήμη δεν υπάρχει πια. Η ευθυμία και το ενδιαφέρον στα πρόσωπα των φίλων δίνουν τη θέση τους στον φόβο και στον προβληματισμό. Ότι μέχρι τότε κυλούσε με άνεση, αρμονικά και ευνοϊκά, τώρα φαίνεται να στραβώνει, να πηγαίνει ανάποδα και να μην βγάζει πουθενά. Γίνεσαι ευερέθιστος, θυμωμένος, φοβισμένος, βγαίνεις εκτός ελέγχου και χάνεσαι παγιδευμένος στις σκοτεινότερες γωνιές του μυαλού, σε μέρη που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν. Δεν τελειώνει ποτέ, γιατί η τρέλα δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα» (σελ. 89).

«Ήμουν υπερβολικά μακιγιαρισμένη και του φάνηκα αγριεμένη και υστερικά ομιλητική. Θυμάται ότι είπε στον εαυτό του ‘’η Κέι μοιάζει μανιακή’’. Εγώ από την άλλη νόμιζα ότι ήμουν απλά καταπληκτική» (σελ. 94).

Η μανιοκατάθλιψη είναι μια εξοντωτική ασθένεια, τόσο ψυχολογικά- συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Σταδιακά το μυαλό άρχισε να χαλιναγωγείται, να επιβραδύνει και να βρίσκεται σε αναμονή. Πέρασε καιρός μέχρι να μπορέσει να ξαναβρεί τον εαυτό της και κυρίως να τον εμπιστευτεί.

«Οτιδήποτε χρειαζόταν προσπάθεια. Ό,τι παλιά άστραφτε, τώρα ήταν θαμπό. Στα ίδια μου τα μάτια φαινόμουν βαρετή, πληκτική, ανεπαρκής, αργόστροφη, χλωμή, αδιάφορη, ψυχρή, άψυχη και γκρίζα. Αμφέβαλλα τελείως ότι μπορώ να κάνω οτιδήποτε καλά. Το μυαλό μου έμοιαζε καθυστερημένο, σαν να έχει εξαντληθεί, σε σημείο που ήταν πια τελείως άχρηστο» (σελ. 135).

Ένα βιβλίο στο οποίο αποτυπώνονται με λεπτομέρεια όλες οι δυσκολίες που προκύπτουν ζώντας με την μανιοκατάθλιψη, δίνοντας έμφαση στα συναισθήματα, στις σχέσεις και στην αστάθεια ως προς τη φαρμακευτική αγωγή.

 

Πηγή:

Kay Redfield Jamison. 2007. Ένα ανήσυχο μυαλό. University Studio Press.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.