Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Η φθορά του σώματος μέσα από την ταινία “Amour”

Στη γαλλική ταινία του Michael Haneke, του 2012, που είναι μια αισθηματική/ δραματική ταινία, το “Amour” παρουσιάζεται η φθορά ενός ηλικιωμένου ζευγαριού λόγω γηρατειών και αρρώστιας.

Το ζευγάρι βρίσκεται προς το τέλος της ζωής του και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, κυρίως η γυναίκα, η οποία σταδιακά γίνεται όλο και πιο ανήμπορη και στηρίζεται στη φροντίδα από τον σύζυγό της, που είναι και ο μόνος που είναι διαθέσιμος να τη φροντίσει. Η κόρη τους βρίσκεται στην Αγγλία με τον σύζυγό της και επισκέπτεται περιστασιακά τους γονείς της.

Η ταινία επικεντρώνεται στην τρίτη ηλικία, που ξεκινάει από την ηλικία των 65 ετών και άνω. Πρόκειται για ένα ηλικιακό στάδιο, στο οποίο σημειώνονται βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές αλλαγές. Το ηλικιωμένο άτομο χάνει τη δύναμη, την ταχύτητα, τις αντοχές και τα αντανακλαστικά που είχε σε μικρότερη ηλικία. Επίσης, μεγαλώνοντας το ηλικιωμένο άτομο εμφανίζει ελλείμματα στις νοητικές λειτουργίες, όπως στη μνήμη, στη μάθηση και στην σκέψη, αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο, όπου μειώνονται οι συναναστροφές, οι εξωτερικές δραστηριότητες και οι κοινωνικές προσδοκίες των ίδιων των ατόμων (Dziechciaz & Filip, 2014). 


Η τρίτη ηλικία θα μελετηθεί μέσα από τη συγκεκριμένη ταινία, που αποτυπώνει την φθορά, την ανημπόρια, την αρρώστια, τον εκφυλισμό, τον πόνο και τις αλλαγές.

Η ταινία παρουσιάζει ένα αγαπημένο ζευγάρι που έχει ζήσει σχεδόν όλη του τη ζωή μαζί. Τα χρόνια που πέρασαν μαζί ήταν περισσότερα από αυτά που έζησαν ξεχωριστά. Ανήκουν στη μεγαλοαστική τάξη και ζουν σε ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι, γεμάτο με βιβλία, δίσκους, πίνακες και ένα πιάνο. Όλα αυτά μαρτυρούν μια εσωτερική καλλιέργεια και μια αγάπη για το ωραίο, ενώ έχουν αρκετά κοινά ενδιαφέροντα, καθώς πηγαίνουν σε κονσέρτα, διαβάζουν καινούργια μυθιστορήματα και περνούν ήρεμα τη ζωή τους έχοντας ο ένας τον άλλο.

Τα προβλήματα για το ζευγάρι ξεκινούν μετά από το χτύπημα ενός εγκεφαλικού επεισοδίου στην Ανν, η οποία σταδιακά χειροτερεύει όλο και περισσότερο. Η Ανν έχει δίπλα της τον Ζορζ, ο οποίος τη φροντίζει μόνος του, καθώς μόνο αυτός γνωρίζει πώς μπορεί να τη φροντίσει. Η Ανν είναι πλέον ένα μικρό, ανυπεράσπιστο και αδύναμο παιδί που χρειάζεται τη βοήθειά του και την προστασία του. 


Η Ανν και ο Ζορζ ζούσαν κλεισμένοι στον δικό τους χώρο, στα ασφαλή και υψηλά τείχη του σπιτιού τους, στην αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλο. Ήταν αρκετά απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς ακόμη και η κόρη τους μένει μακριά, στην Αγγλία με τον σύζυγό της. Η κόρη τους έχει διαρκώς μια επικριτική και ταυτόχρονα αδιάφορη στάση απέναντι στους γονείς της, χωρίς να νοιάζεται πραγματικά πως είναι, τι νιώθουν, πώς περνούν την καθημερινότητά τους. Γενικά, η οικονομική άνεση τους δίνει τη δυνατότητα να έχουν στο σπίτι τους τον κατάλληλο εξοπλισμό και όλα όσα χρειάζονται ώστε να μη βγαίνουν έξω. Σταδιακά, όσο το σώμα φθείρεται παρατηρείται μια αλλαγή και στον λόγο που χρησιμοποιούν, γίνονται πιο νευρικοί, πιο απότομοι και λιγότερο ευγενικοί, χωρίς όμως να χάνουν τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Το ζευγάρι μέσα από τη φθορά του χρόνου και του σώματος έρχεται σε επαφή με τον εγκλωβισμό, την εγκατάλειψη και την εισβολή του θανάτου. Η φθορά του σώματος συνοδεύεται από απώλεια της αξιοπρέπειας, η οποία κάνει όλο και πιο επιτακτική την ανάγκη της φυγής από τη ζωή. Αρχικά προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή μέσα από τις αναμνήσεις που έχουν, από την αγάπη τους και από την κοινή τους ζωή. Η Ανν δεν μπορεί να αποφασίσει μόνη της την εξέλιξή της, για αυτό αποφασίζει ο Ζορζ για την Ανν. Το ζευγάρι είχε περάσει όλη τη ζωή του με αυτάρκεια και περηφάνια από επιλογή και τώρα έρχεται αντιμέτωπο με την απειλή του θανάτου, το ένστικτο της επιβίωσης και τα πρέπει της αστικής τάξης. Η αξιοπρέπεια είναι ένα σημαντικό ζήτημα για το ζευγάρι, το οποίο φαίνεται πως έρχεται σε δύσκολη θέση από τις ερωτήσεις της κόρης καθώς και από τις ερωτήσεις του πρώην μαθητή τους. Μέσα από την ταινία διαφαίνεται η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, η ευθραυστότητα της ζωής και η ευαλωτότητα του πόνου και της δυστυχίας. Το ζευγάρι καταλήγει να ασχολείται με καθημερινά ζητήματα επιβίωσης, τα πρόσωπά τους είναι ζαρωμένα, τα πόδια τους σέρνονται και τα χέρια τους τρέμουν. Ο Ζορζ ξυπνά μέσα στη νύχτα εξαιτίας ενός εφιάλτη, όπου είδε ότι πλημμύρισε το σπίτι του. Η φθορά είναι παντού διάχυτη γύρω τους, όλα βρίσκονται υπό κατάρρευση, παντού υπάρχει θλίψη και πόνος. Η ανθρώπινη φθορά δοκιμάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις οικογενειακές αλληλεπιδράσεις και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Η φυσιολογική κατάρρευση της ανθρώπινης ύπαρξης που προκαλείται από τη φυσιολογική φθορά των γηρατειών οδηγεί σε μια αναδιαμόρφωση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς. 


Η ταινία, λοιπόν, αποτυπώνει βήμα- βήμα την πορεία προς τα γηρατειά, τη φθορά και τον θάνατο. Ξαφνικά, η απώλεια της υγείας φέρνει το ζευγάρι αντιμέτωπο με μια νέα πραγματικότητα, καθώς χάνουν τις παλιές τους συνήθειες και περιορίζονται όλο και περισσότερο μέσα στο πλαίσιο του σπιτιού τους, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Το ζευγάρι είχε καταφέρει να ζήσει μέσα από αυτή τη σχέση τον έρωτα, την αγάπη, τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη, την τρυφερότητα και την ευγένεια, την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα, καθώς και την οικειότητα και τη ζεστασιά. Έζησαν σε μια σχέση που φαίνεται το ιδανικό καταφύγιο και για τους δύο, όπου υπάρχει επικοινωνία και αλληλοϋποστήριξη, κατανόηση και φροντίδα, νοιάξιμο και αγάπη. Η φθορά του σώματος όμως έρχεται να τα γκρεμίσει όλα και να θέσει υπό δοκιμασία αυτή τη σχέση οδηγώντας το ζευγάρι στο τέλος, όπου ο ένας από τους δύο καλείται να πάρει μια απόφαση και για τους δύο, όπως έκαναν παλαιότερα κατά την κοινή τους πορεία.

Το ζευγάρι φαίνεται πως διανύει μια περίοδο μεγαλύτερης αυτονομίας και πνευματικής ολοκλήρωσης, περνώντας μια φάση ωρίμανσης και εσωτερικής ηρεμίας, έχοντας ολοκληρώσει όλα όσα ονειρευόταν. Η οικογένεια πλέον είναι οι δυο τους που περνούν πολύ χρόνο ο ένας με τον άλλο και προσαρμόζονται σταδιακά στις απαιτήσεις της τρίτης ηλικίας. Ωστόσο, όταν εμφανίζεται η ασθένεια, οι ισορροπίες στο σπίτι και ανάμεσα στο ζευγάρι αλλάζουν ολοκληρωτικά. Η αγάπη και ο σεβασμός συνεχίζουν να υπάρχουν, όμως, το φορτίο γίνεται όλο και πιο μεγάλο και νιώθουν ότι ο ένας έχει δώσει έναν όρκο στον άλλο, να φροντίζουν ο ένας τον άλλο, αλλά και να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους.  

Το ζευγάρι βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνία, η οποία δεν είναι πολύ προσφιλής στην τρίτη ηλικία. Έχει κλειστεί αρκετά στο σπίτι, έχει επικεντρωθεί στις δικές του ανάγκες και ζει μια ζωή με αυτάρκεια, αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξη. Δεν επιτρέπουν παρεμβάσεις από τρίτα πρόσωπα, ούτε καν από την κόρη τους, που είναι εγκλωβισμένη στα δικά της προβλήματα και στις δικές της ανησυχίες. Φαίνεται πως ο ένας μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του άλλου και στόχος τους είναι να ζήσουν μέχρι τέλους μια ζωή με αξιοπρέπεια και σωφροσύνη. Μέσα από τις δυσκολίες που πέρασαν κατά την ενήλικη ζωή και τις επιτυχίες που κατέκτησαν έφτασαν στο τελευταίο στάδιο της ζωής τους, με ηρεμία και συντροφικότητα, αλλά και με μια ανησυχία για την ανημπόρια του σώματος, για την αβεβαιότητα των δυνάμεών τους και για την έκβαση του μέλλοντος.

Τα γηρατειά αποτελούν ένα στάδιο της ζωής του ατόμου που συνοδεύονται από ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως την αίσθηση της κοινωνικής απομόνωσης και της συναισθηματικής αποξένωσης, ενώ είναι μια διαδικασία σταδιακής φθοράς και μείωσης των ικανοτήτων του ατόμου για ανεξάρτητη δράση και συμμετοχή στις καθημερινές δραστηριότητες. Στόχος της φροντίδας προς τους ηλικιωμένους είναι να μπορέσουν να εξασφαλίσουν μια ζωή με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, ενώ έχουν ανάγκη από συμπαράσταση και στήριξη όταν μειώνεται η κοινωνική, οικονομική και συναισθηματική τους επάρκεια. Η αίσθηση της μοναξιάς στους ηλικιωμένους έχει βρεθεί πως εξαρτάται από τον τύπο της οικογένειας και τις σχέσεις του ατόμου με το περιβάλλον του.

 


Dziechciaz, M. & Filip, R. (2014). Biological psychological and social determinants of old age: Bio-psycho-social aspects of human aging. Annals of Agricultural and Environmental Medicine, 21 (4), 835-838.

 




 

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Ζηλοτυπία, Φθόνος, Απληστία και Μίσος, κατά Άντλερ

 


«Τα γνωρίσματα του χαρακτήρα που θα αναπτύξει ένα παιδί θα αντιστοιχούν στην κατεύθυνση που ακολούθησε η ψυχική του ανάπτυξη. Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να είναι μια ευθεία γραμμή ή να χαρακτηρίζεται από στροφές. Στην πρώτη περίπτωση, το παιδί μοχθεί για την επίτευξη του στόχου του με άμεσο τρόπο και αναπτύσσει έναν χαρακτήρα επιθετικό και θαρραλέο. Μπορούμε να πούμε ότι οι απαρχές της ανάπτυξης του χαρακτήρα έχουν πάντα κάτι από αυτό το επιθετικό και διεκδικητικό στοιχείο. Αυτή η γραμμή όμως, εύκολα μπορεί να καμφθεί από τις δυσκολίες της ζωής» (σελ. 21-22).   

«Οι δυσκολίες κάθε είδους απειλούν πάντοτε την ευθεία ανάπτυξη ενός χαρακτήρα… Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους: από το πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες. Οι αισιόδοξοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι των οποίων η ανάπτυξη του χαρακτήρα, γενικά, έχει εξελιχθεί σε ευθεία γραμμή, αντιμετωπίζουν κάθε δυσκολία με θάρρος και δεν την παίρνουν πολύ στα σοβαρά. Διατηρούν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και υιοθετούν σχετικά εύκολα μια ευμενή στάση απέναντι στη ζωή. Δεν απαιτούν πολλά, επειδή αξιολογούν σωστά τον εαυτό τους και δεν αισθάνονται αδικημένοι. Συνεπώς, είναι σε θέση να αντέξουν τις δυσκολίες της ζωής, πολύ πιο εύκολα από εκείνους που βρίσκουν πάντα κάποια αφορμή ώστε να θεωρούν τους εαυτούς τους αδύναμους και ανεπαρκείς. Σε πιο δύσκολες καταστάσεις, οι αισιόδοξοι παραμένουν ήρεμοι, με την πεποίθηση ότι τα λάθη μπορούν πάντα να διορθωθούν... Τα πράγματα είναι διαφορετικά με τον τύπο του απαισιόδοξου. Αυτοί παρουσιάζουν τα πιο σοβαρά προβλήματα διαπαιδαγώγησης. Είναι εκείνα τα άτομα που απέκτησαν ένα αίσθημα κατωτερότητας εξαιτίας των προβλημάτων και των εντυπώσεων της παιδικής τους ηλικίας, τα άτομα που αντιμετώπισαν ποικίλες δυσκολίες και απέκτησαν έτσι την αίσθηση ότι η ζωή δεν είναι εύκολη. Θα βλέπουν πάντα τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, λόγω της απαισιόδοξης κοσμοθεωρίας τους, η οποία καλλιεργήθηκε από τον λάθος τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίστηκαν κατά την παιδική τους ηλικία» (σελ. 24-25).

  Alfred Adler: O πατέρας της ατομικής ψυχολογίας | Ψυχολογία

Απόσπασμα από το βιβλίο του Άλφρεντ Άντλερ (σελ. 79-94). Η θεωρία του χαρακτήρα. Αθήνα: Νίκας

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Ρεβέκα: ένα 19χρονο κορίτσι με αυτισμό

Ένα περιστατικό του Όλιβερ Σακς

«Παιδί σε πολλά πράγματα»: δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο της γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού της, δεν μπορούσε να ανοίξει με σιγουριά την πόρτα με ένα κλειδί. Μπέρδευε το δεξί με το αριστερό, έβαζε τα ρούχα της ανάποδα και δεν το διόρθωνε ποτέ. Ήταν αδέξια και ασυντόνιστη σε όλες τις κινήσεις της, ήταν ντροπαλή και αποτραβηγμένη, αλλά ικανή να δημιουργεί ζεστούς, βαθείς και παθιασμένους δεσμούς. 

Η Ρεβέκκα είχε τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τον πραγματικό κόσμο σαν ένα συνεκτικό, ευδιάκριτο ποιητικό όλον: την ικανότητά της να το βλέπει, να το σκέφτεται και να το ζει. Λάτρευε την αφήγηση παραμυθιών, που της έδινε τη δυνατότητα να συνθέτει και να ενοποιεί τον κόσμο. Ο Σακς τη χαρακτηρίζει «άθικτη και ολοκληρωμένη σαν ‘αφηγηματικό’ ον». Μετά τον θάνατο της γιαγιάς της βίωσε το πένθος και κατάφερε να το ξεπεράσει και να προχωρήσει μέσα από την αφήγηση, τη μουσική και τη δραματουργία, αγαπούσε το θέατρο, καθώς την ανασυγκροτούσε.

Λέει η Ρεβέκκα: «Είμαι σαν ένα ζωντανό χαλί. Έχω ανάγκη από ένα καλούπι, ένα σχέδιο σαν αυτό που έχετε στο χαλί σας. Γίνομαι κομμάτια και ξεφτάω, εκτός αν υπάρχει κάποιο σχέδιο». Και ο Σακς σκέφτεται: «Μπορεί κανείς να έχει ένα ακατέργαστο χαλί χωρίς σχέδιο;».


«Ένα ζωντανό χαλί, όπως ήταν η Ρεβέκα, έπρεπε να έχει και τα δύο, και ειδικά αυτή, με την έλλειψη της μιας σχηματικής δομής, μπορεί πράγματι να ξέφτιζε αν δεν είχε ένα σχέδιο. ‘Μου χρειάζεται ένα νόημα, συνέχισε, τα μαθήματα, οι παράξενες εργασίες δεν έχουν νόημα… Αυτό που στ’ αλήθεια μου αρέσει», πρόσθεσε με πίκρα και με λαχτάρα, είναι το θέατρο’.

Πήραμε τη Ρεβέκα από το εργαστήριο που μισούσε και τα καταφέραμε να τη γράψουμε σε μια ειδική θεατρική ομάδα. Της άρεσε, την ανασυγκροτούσε, τα πήγε εκπληκτικά καλά: μεταμορφώθηκε σε ένα πλήρες πρόσωπο, με αυτοκυριαρχία, άνεση, με στιλ σε κάθε της ρόλο. Αν κάποιος έβλεπε τώρα τη Ρεβέκα στη σκηνή –γιατί το θέατρο και η θεατρική ομάδα έγιναν γρήγορα η ίδια η ζωή της- δε θα μπορούσε ποτέ να μαντέψει ότι ήταν πνευματικά ελλειμματική». (σελ. 224-225).


Ο ρόλος στο θέατρο προσδίδει οργάνωση, παρέχει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Η Ρεβέκα βοηθήθηκε από τη δυνατότητα να μιλάει ελεύθερα στον Σακς, από τη δυνατότητα να μπορεί να αφηγείται… να διηγείται με ζωηρότητα τα όνειρά της… Η Ρεβέκα είχε ανάγκη να εκφράσει όλα όσα νιώθει και τελικά βρήκε το θέατρο για να το πραγματοποιήσει. Η αφήγηση είναι από μόνη της λυτρωτική, αρκεί να υπάρχει κάποιος που θα μπορέσει να ακούσει, να είναι εκεί, να μην κρίνει, να μην αδιαφορεί, να μην προσπαθεί να επιβάλλει τα δικά του θέλω. Τελικά, τι είναι η αφήγηση και πόσο ψυχοθεραπευτική είναι; Πόσο δυστυχισμένη θα ήταν η Ρεβέκα αν παρέμενε στην ηλικία των 20 ετών ανάμεσα σε μαθηματικά και γλώσσα, να προσπαθεί να παλέψει με ασκήσεις που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε κατακτήσει; Πόσο βοηθητικό θα ήταν διαρκώς να της υπενθυμίζουν τα ελλείμματά της; Τι πιθανότητα υπάρχει κάτι που δεν κατακτήθηκε μέχρι αυτή την ηλικία να το αποκτήσει η κάθε Ρεβέκα σ’ αυτή την ηλικία;

Ποιος αποφασίζει τι είναι καλύτερο για την κάθε Ρεβέκα αυτού του κόσμου; Πόσο παράλογες και βαθιά εγωιστικές είναι σε πολλές περιπτώσεις οι απαιτήσεις του γονιού που πιστεύει πως το αυτιστικό παιδί θα καταφέρει στα 20 ή στα 30 του αυτά που δεν κατάφερε μέχρι τώρα; Αυτά που δεν το κάνουν ευτυχισμένο, απλά το βασανίζουν για να δείχνει κανονικό στον έξω κόσμο; Πόσο καταστροφικές είναι οι προσδοκίες του γονιού που δεν μπορεί να ακούσει ούτε το ίδιο του το παιδί, τυφλωμένος από την πεποίθηση ότι το παιδί μπορεί να γίνει φυσιολογικό ή είναι φυσιολογικό αφού έχει τόσο μυαλό; 


Δυστυχώς, είναι πολλές οι περιπτώσεις παιδιών που παραμένουν εγκλωβισμένα στη δυστυχία των ίδιων των γονιών, στις φιλοδοξίες και στη ματαιοδοξία τους, στο φαίνεσθαι και στην εικόνα αυτών, που δεν νοιάζονται για το τι κάνει αυτά τα παιδιά ευτυχισμένα, τι μπορεί να μειώσει το άγχος αυτών των παιδιών και τι μπορεί να κατευνάσει για λίγο τις δυσκολίες; Τι έχει τελικά σημασία; Να κάνει κάτι δημιουργικό… και ποιος καθορίζει το δημιουργικό; Και ποιος ξέρει τι είναι δημιουργικό για ένα αυτιστικό παιδί; Και ποιος θα αποφασίσει για το τι είναι δημιουργικό για ένα παιδί που έχει από μόνο του τόσες δυσκολίες, αγωνίες και άγχη; Και μέχρι πότε θα πρέπει να του επιβάλλουν στη ζωή όλα όσα επιθυμούν λες και είναι παιδί; Και ποιος τους καθιστά αυτούς πιο ώριμους; Προβληματισμοί για όλα εκείνα τα παιδιά που δυσκολεύονται να προχωρήσουν γιατί η ίδια η οικογένεια περιμένοντας την αποκατάσταση του παιδιού μέσα από τη θεραπεία μπλοκάρει κάθε εξέλιξη.   

 

Όλιβερ Σακς. (2011). Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο. Αθήνα: Άγρα.

 


Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Εκφοβισμός (bullying): η σιωπή είναι συνενοχή

Ψηφιοποιημένο σχολείο και bullying

 


Η συμμετοχή στην παιδεία και τη μόρφωση είναι αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική και την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, ώστε αυτός να καταστεί ικανός να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά και να συμμετέχει ως ενεργό μέλος στην κοινωνία και να συμβάλλει δυναμικά και αποτελεσματικά στη διαμόρφωσή της.

Η προσωπική ολοκλήρωση του ατόμου θα ήταν ανέφικτη δίχως τη συμμετοχή του στις διεργασίες της μάθησης, της μόρφωσης και της εκπαίδευσης. Οι εξελίξεις των καιρών μας, έχουν μεταβάλει κάποιες βασικές παραμέτρους που χαρακτήριζαν το κλασικό, το παραδοσιακό σχολείο, το οποίο αντικαταστάθηκε από το σχολείο του μέλλοντος, που εισέβαλλε κάπως πρώιμα ως λύση ανάγκης. Η τάξη του σχολείου μεταφέρθηκε στο δωμάτιο του μαθητή, ο πίνακας αντικαταστάθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και γενικότερα η οργανωμένη εκπαιδευτική διαδικασία πραγματοποιείται μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας. Στην πραγματικότητα όλα γίνονται ηλεκτρονικά, οι βιβλιοθήκες είναι ηλεκτρονικές, τα βιβλία είναι ηλεκτρονικά και ψηφιοποιημένα, ακόμη και οι ίδιοι οι μαθητές και οι δάσκαλοι φαντάζουν σαν ηλεκτρονικοί. 


 

Το μαθησιακό περιβάλλον και η εκπαιδευτική διαδικασία απαιτεί πλέον τεχνολογικές δεξιότητες και γνώσεις από τους μαθητές, τους γονείς και τους δασκάλους και η αξιοποίηση της τεχνολογίας θα πρέπει να αποτελεί σύμμαχο και όχι εχθρό. Όμως, τα προβλήματα είναι πολλά και ίσως δισεπίλυτα, καθώς η μετάβαση προς το νέο ηλεκτρονικό σχολείο δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε ανώδυνη και δυστυχώς δεν εξασφαλίζει πάντα ισότιμη συμμετοχή και πρόσβαση σε όλους. Ο χρόνος και η ιστορία θα δείξει το κατά πόσο η κοινωνία θα προσαρμοστεί στην ψηφιοποιημένη αυτή εποχή και στο κατά πόσο η τεχνολογία και το ψηφιοποιημένο σχολείο θα καταφέρει να δημιουργήσει ένα καινοτόμο, ευέλικτο και ελκυστικό εκπαιδευτικό περιβάλλον που θα προσφέρει επαρκή εφόδια στον μαθητή, που θα τον ενθαρρύνει να μη λησμονά να ονειρεύεται, να παίρνει δημιουργικές πρωτοβουλίες, να αυτενεργεί, να εμπνέεται, να έχει φαντασία και γόνιμη περιέργεια και κυρίως αγάπη για τη γνώση. 


Ίσως εύλογα να αναρωτηθεί κανείς αν στο νέο ψηφιοποιημένο σχολείο υφίσταται το σοβαρότατο φαινόμενο του “bullying” (εκφοβισμού) όπως έχει καθιερωθεί να αποκαλείται η σωματική, η λεκτική, η κοινωνική και η ψυχολογική κακοποίηση, που εκδηλώνεται σκόπιμα, απρόκλητα και επαναλαμβανόμενα σε κάποιον μαθητή ή σε μια ομάδα μαθητών. Πριν επιχειρήσουμε να δώσουμε μια απάντηση, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι ο σωματικός εκφοβισμός περιλαμβάνει χτυπήματα, σπρωξίματα, αρπαγή χαρτζιλικιού ή φαγητού ή βιβλίων, κάποιου ρούχου κ.ο.κ. Ο λεκτικός εκφοβισμός περιλαμβάνει συνήθως υποτιμητικά- κοροϊδευτικά και κακεντρεχή σχόλια για την εξωτερική εμφάνιση, τη νοημοσύνη, την οικονομική κατάσταση κτλ και σχετίζεται άμεσα με τον εκφοβισμό μέσω του διαδικτύου, όπου κάποιο μήνυμα με περιεχόμενο υβριστικό ή ψευδές για τη φήμη του ατόμου ή κάποιο βίντεο αποστέλλεται στο ίδιο το θύμα ή σε άλλους συμμαθητές, γνωστούς ή φίλους. Ο κοινωνικός εκφοβισμός περιλαμβάνει συνήθως την καταστροφή προσωπικών αντικειμένων και την απομόνωση του μαθητή από την ομάδα, ανυπόστατες κατηγορίες (αποδιοπομπαίος τράγος), να μην του μιλούν, να μην παίζουν μαζί του κτλ. 


Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι το bullying πλέον δεν υφίσταται και ότι το ψηφιοποιημένο σχολείο μπορεί να το καταστείλει και να το εξαλείψει. Προφανώς, όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο αναφέρονται μονάχα στο σωματικό bullying, και όχι στο λεκτικό ή στο κοινωνικό, που είναι κι αυτά αρκετά σοβαρά και που μάλιστα υφίστανται αρκετά συχνά με θλιβερές συνέπειες για τον ψυχισμό του ατόμου που το βιώνει, ακόμη και με αυτοκτονίες μαθητών, οι οποίες έρχονται στα φώτα της δημοσιότητας από καιρού εις καιρόν. 

 


Τις περισσότερες φορές όταν ακούμε για bullying στο σχολείο η σκέψη μας πηγαίνει στους μαθητές, οι οποίοι αναλόγως είτε θα έχουν τον ρόλο του θύτη είτε τον ρόλο του θύματος. Σπανίως η σκέψη μας πάει στο bullying που κάποιος μαθητής βιώνει και που ο θύτης δεν είναι κάποιος άλλος μαθητής, αλλά κάποιος δάσκαλος που με τα σχόλιά του φέρει σε δύσκολη θέση τον μαθητή. Για παράδειγμα, όταν αδιάκριτα συγκρίνει έναν κακό μαθητή με κάποιο καλό, όταν σχολιάζει ειρωνικά ή κοροϊδευτικά μια λανθασμένη απάντηση αυτού του μαθητή, όταν δεν τον ανταμείβει είτε με επαινετικά λόγια είτε με δίκαιη βαθμολόγηση, εφόσον η προσπάθειά του ή η απάντησή του ήταν αντικειμενικά καλή. Μεροληψίες αυτού του είδους δεν σπανίζουν στο σχολείο και δεν αφορούν μια εκπαιδευτική βαθμίδα αλλά λαμβάνουν χώρα σε όλες ακόμη και στο πανεπιστήμιο. 


 

Είναι θλιβερό το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές το bullying γίνεται αντιληπτό από όλους αλλά αυτοί που πρέπει να μιλήσουν για να το σταματήσουν σιωπούν. Η οικογένεια συνήθως το μαθαίνει τελευταία και δυστυχώς όταν είναι πολύ αργά. Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η σιωπή είναι συνενοχή.   

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη