Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Διαταραχές Προσωπικότητας


Οι διαταραχές προσωπικότητας διακρίνονται σε τρεις ομάδες, με βάση τα χαρακτηριστικά που φέρουν. Συγκεκριμένα, οι ομάδες αυτές είναι οι εξής:
Ø  Ομάδα Α
v  Παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας
v  Σχιζοειδής διαταραχή προσωπικότητας
v  Σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας
Ø  Ομάδα Β
v  Αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας
v  Οριακή ή μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας
v  Ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας
v  Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας
Ø  Ομάδα Γ
v  Αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας
v  Εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας
v  Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας.
(Χριστοπούλου, 2008)

Αναλυτικότερα, η κάθε ομάδα διαταραχών προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες συμπεριφορές, που μοιάζουν μεταξύ τους.

Στην πρώτη ομάδα, υπάρχουν διαταραχές προσωπικότητας όπου τα άτομα εκδηλώνουν συμπεριφορές που μοιάζουν με αυτές των ατόμων που πάσχουν από σχιζοφρένεια και παραληρητική διαταραχή, όπως κοινωνική απόσυρση, καχυποψία και περίεργο τρόπο σκέψης. Ωστόσο, τα άτομα με διαταραχές προσωπικότητας δεν χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα, όπως συμβαίνει στις ψυχώσεις. 


Η παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από έντονη καχυποψία, ενώ το άτομο έχει μια τάση να αναζητά στο περιβάλλον του ενδείξεις στις οποίες θα στηρίξει τις υποψίες του. Οτιδήποτε συμβεί το άτομο το αποδίδει σε κάποιο αίτιο, ότι δηλαδή γίνεται επίτηδες και σκόπιμα. Το άτομο εμφανίζει έντονες επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή και τις διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς απουσιάζει η ανάπτυξη εμπιστοσύνης προς τους άλλους, ενώ το άτομο συχνά είναι ψυχρό και απόμακρο, αποφεύγοντας τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις (Χριστοπούλου, 2008).

Η σχιζοειδής διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από απουσία συναισθημάτων και κοινωνική απομόνωση του ατόμου, το οποίο συνήθως είναι αφηρημένο, ψυχρό, απότομο και χωρίς να εκδηλώνει κανένα συναίσθημα. Το άτομο γενικά εμφανίζει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη σύναψη σχέσεων με τους άλλους, ενώ ακόμη κι όταν προσπαθεί αποτυγχάνει στη σύναψη στενών διαπροσωπικών σχέσεων, είτε πρόκειται για φιλικές σχέσεις είτε πρόκειται για ερωτικές σχέσεις. Οι κύριες δυσκολίες τους εντοπίζονται στην ικανότητά τους να δείξουν θερμότητα στις σχέσεις τους και να επενδύσουν συναισθηματικά. Γενικά, το άτομο επιλέγει μοναχικές και μηχανιστικές δραστηριότητες, στις οποίες δεν θα υπάρχουν συναισθηματικές εμπλοκές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, όπως ενασχόληση με τους υπολογιστές. Απουσία ενδιαφέροντος παρουσιάζει το άτομο και για σεξουαλικού τύπου επαφές, ενώ βιώνει ένα συναισθηματικό μούδιασμα και ελλείμματα στην επικοινωνία.

Η σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας περιλαμβάνει διάχυτα διαπροσωπικά και κοινωνικά ελλείμματα, τα οποία εκδηλώνει το άτομο μέσω της έντονης δυσφορίας και της μειωμένης ικανότητας για στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Το άτομο εμφανίζει, επίσης, διαταραχές στον τρόπο σκέψης και αντίληψης καθώς και περίεργη κοινωνική συμπεριφορά. Πολλές φορές, ο λόγος που χρησιμοποιεί είναι παράξενος, με ελλιπείς συνειρμούς, ασάφειες και περίεργο λεξιλόγιο και δομή, ενώ κάποια άτομα με τη συγκεκριμένη διαταραχή προσωπικότητας εμφανίζουν «μαγική σκέψη», θεωρώντας ότι μπορούν να προβλέψουν το μέλλον ή να διαβάσουν τη σκέψη των άλλων. Το άτομο εμφανίζει σημαντικά ελλείμματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, ενώ κατά την αλληλεπίδραση με τους άλλους βιώνει έντονο άγχος και αμηχανία, αλλά και δυσκολία να αντιληφθεί και να επεξεργαστεί τις συναισθηματικές συνδιαλλαγές. Συχνά, επιλέγουν να ενταχθούν σε ομάδες με περιθωριακό και αποκλίνον χαρακτήρα, ενώ απομακρύνονται από όσους δεν ενστερνίζονται τις ιδέες και απόψεις τους. Γενικά, προτιμούν να κάνουν δραστηριότητες στις οποίες δεν απαιτούνται κοινωνικές επαφές (Χριστοπούλου, 2008).


Η δεύτερη ομάδα διαταραχών προσωπικότητας περιλαμβάνει διαταραχές με δραματική, έντονα συναισθηματική ή ασταθή συμπεριφορά. Πρόκειται για διαταραχές που προκαλούν σημαντικές δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις. 

Η ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας εκδηλώνεται με μια δραματική και υπερβολική εκδήλωση και επίδειξη των συναισθημάτων, με κύριο στόχο το χειρισμό και την προσοχή των άλλων. Το άτομο θεωρεί ότι συμπεριφέρεται τόσο έντονα γιατί είναι πολύ ευαίσθητο, ενώ οι άλλοι όταν το γνωρίζουν το θεωρούν επιπόλαιο και μη ειλικρινές. Οι προσωπικές του σχέσεις είναι εύθραυστες και ασταθείς. Αρχικά, εμφανίζεται ζεστό και συναισθηματικό για να κερδίσει την προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, ενώ σύντομα γίνεται απαιτητικό και έντονα εγωκεντρικό. Συχνά, το άτομο προσπαθεί να είναι σαγηνευτικό και σεξουαλικά προκλητικό, ενώ επιθυμεί την άμεση ικανοποίηση των αναγκών του. Επιπλέον, το άτομο επηρεάζεται εύκολα από τις επικρατούσες μόδες και από τις απόψεις των άλλων, ενώ θεωρεί ότι μπορεί να στηριχτεί σε άτομα ισχύος που θα μπορέσουν με ένα μαγικό τρόπο να του λύσουν τα προβλήματά του. Αλλάζει συχνά γνώμες και πεποιθήσεις, ενώ ο τρόπος ομιλίας που χρησιμοποιεί στοχεύει στον εντυπωσιασμό και δεν χαρακτηρίζεται από εμβάθυνση και λεπτομέρειες (Χριστοπούλου, 2008).

Η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από την αίσθηση μεγαλείου του ατόμου, καθώς και την ανάγκη για θαυμασμό από τους άλλους. Το άτομο δεν έχει ενσυναίσθηση προς τους άλλους και δυσκολεύεται να συνάψει διαπροσωπικές σχέσεις καθώς εστιάζει μόνο στον εαυτό του, στα ταλέντα και τις επιδόσεις του. Στόχος του ατόμου είναι να κερδίσει το θαυμασμό και την προσοχή των άλλων, αλλά και την αναγνώριση της ανωτερότητάς του. Η αίσθηση της ανωτερότητας, σπουδαιότητας και μοναδικότητας που έχει ανάγκη να βιώνει το άτομο συχνά εναλλάσσεται με μια αίσθηση κατωτερότητας και μειονεξίας. Επομένως, το άτομο αν και παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα σίγουρο για τον εαυτό του, η αυτοεκτίμησή του είναι πολύ εύθραυστη και με το παραμικρό κλονίζεται. Στις σχέσεις με τους άλλους συχνά εκδηλώνει ζήλια και φθόνο, καθώς θεωρεί ότι και οι άλλοι έχουν τέτοιου είδους συναισθήματα για αυτόν. Η συμπεριφορά του συχνά είναι αλαζονική και υπεροπτική, ενώ είναι υποτιμητικός απέναντι στους άλλους. Οι σχέσεις του στηρίζονται στο όφελος που μπορεί να έχει από τους άλλους, τους οποίους χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων του και την κάλυψη των αναγκών του, με αποτέλεσμα οι συναισθηματικές του σχέσεις να είναι παροδικές και ασταθείς (Χριστοπούλου, 2008).

Η αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας διακρίνεται από χρόνια αδιαφορία για τις ανάγκες, τα συναισθήματα και τα δικαιώματα των άλλων, με αποτέλεσμα συχνά το άτομο να παραβιάζει και τα δικαιώματα των άλλων. Είναι μια διαταραχή που έχει τις ρίζες της στην παιδική και εφηβική ηλικία, που εμφανίζονται οι πρώτες εκδηλώσεις της. Συχνά, το άτομο εμφανίζει παραβατικές και εγκληματικές συμπεριφορές, ενώ γενικά επιλέγει να συμμετέχει σε παράνομες, περιθωριοποιημένες και κοινωνικά αποδοκιμαστέες δραστηριότητες. Ακόμη, το άτομο με αυτή τη διαταραχή προσωπικότητας ενδέχεται να συμπεριφέρεται με δόλο, λέγοντας ψέματα και εκδηλώνοντας μια χειριστική συμπεριφορά προς τους άλλους. Κύριο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς του ατόμου είναι η παρορμητικότητα, καθώς δεν σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεών του και λειτουργεί με άσκοπο τρόπο, ψάχνοντας για εμπειρίες που θα το συναρπάσουν. Το άτομο χαρακτηρίζεται από ασταθή και ανεύθυνη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διατηρήσει προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις και να ανταποκριθεί σε οικονομικές και άλλες υποχρεώσεις (Χριστοπούλου, 2008).

Η οριακή ή μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια ως προς τις διαπροσωπικές σχέσεις, την εικόνα του εαυτού, τα συναισθήματα και την έντονη παρορμητικότητα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσκολιών στις διαπροσωπικές σχέσεις, όπου το άτομο συχνά βιώνει το φόβο μιας πραγματικής ή φανταστικής εγκατάλειψης των άλλων, κάνοντας προσπάθειες να την αποφύγει. Συχνά, εκδηλώνει έντονους φόβους απώλειας και εγκατάλειψης, που ακολουθούνται από έντονο θυμό, που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί. Οι σχέσεις με τους άλλους χαρακτηρίζονται από αστάθεια, με κύριο χαρακτηριστικό τις εναλλαγές ανάμεσα στην εξιδανίκευση και την υποτίμηση, καθώς και τη διάκριση των ατόμων σε καλούς και κακούς με μονοδιάστατο τρόπο. Το άτομο έχει μια ασταθή εικόνα και για τον εαυτό του, ενώ βιώνει έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις στη διάθεσή του. Ακόμη, το άτομο ενδέχεται να εμφανίσει αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, τάσεις αυτοκτονίας, υπερφαγία, χαρτοπαιξία, κατάχρηση ουσιών, επικίνδυνη σεξουαλική ζωή ή υπερβολικά έξοδα. Το άτομο συχνά εμφανίζει συναισθήματα άγχους και κατάθλιψης, αλλά και μια τάση αυτοακύρωσης, που το οδηγεί στη διακοπή καταστάσεων λίγο πριν φτάσουν στην ολοκλήρωσή τους ή προχωρήσουν σε ασφυκτικά επίπεδα για το ίδιο (Χριστοπούλου, 2008).

Στην τρίτη ομάδα περιλαμβάνονται διαταραχές που χαρακτηρίζονται από άγχος και φόβο, ενώ το άτομο καταφεύγει σε συμπεριφορές που θα το κάνουν να μειώσει την ανησυχία που νιώθει. 

Η αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από χρόνια συναισθήματα ανεπάρκειας, κοινωνική αναστολή και έντονη ευαισθησία στα αρνητικά σχόλια των άλλων. Το άτομο εμφανίζει έντονη ντροπαλότητα, απομόνωση και φόβο για καινούργιες καταστάσεις –επαγγελματικές και κοινωνικές-, για αυτό τις αποφεύγει. Γενικά, αποφεύγει οποιαδήποτε συνδιαλλαγή στην οποία μπορεί να δεχθεί έντονη κριτική, αποδοκιμασία, απόρριψη, ντροπή ή ταπείνωση. Συνήθως, οδηγείται στην μοναξιά και την κοινωνική απόσυρση και απομόνωση εξαιτίας του φόβου μήπως δεχτεί αρνητική αξιολόγηση από τους άλλους. Αισθάνεται ανεπαρκές και έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ το ίδιο είναι ιδιαίτερο επικριτικό με τον εαυτό του σχετικά με την αποτυχία του να ενταχθεί κοινωνικά και να αναπτύξει σχέσεις. Εμφανίζει έντονο κοινωνικό άγχος, που το αποτρέπει από το να μιλήσει, να πει τη γνώμη του, καθώς πιστεύει ότι θα φανεί αδέξιοι, θα κοκκινίσει, θα τρέμει η φωνή του και οι άλλοι θα το αποδοκιμάσουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το άτομο να δυσκολεύεται πάρα πολύ να συνάψει στενές διαπροσωπικές σχέσεις και να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους.

Η εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας εκδηλώνεται με έντονη και διαρκή ανάγκη του ατόμου να δέχεται τη φροντίδα των άλλων, καθώς το άτομο θεωρεί ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει επαρκώς χωρίς τη στήριξη των άλλων. Το άτομο προσκολλάται έντονα στους άλλους και βιώνει έντονους φόβους για πιθανούς αποχωρισμούς. Το άτομο χαρακτηρίζεται από χαμηλή αυτοπεποίθηση, αμφισβήτηση και υποτίμηση του εαυτού του και αίσθηση ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο του, γιατί δεν είναι ικανό να πάρει αποφάσεις. Έχει έντονες φοβίες ότι μπορεί να μείνει μόνο του και να φροντίζει τον εαυτό του, για αυτό είναι αρκετά υποχωρητικό και συμβιβάζεται ώστε να μη χάσει τους άλλους. Στις σχέσεις του βασικό χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη ισορροπίας, ενώ εμφανίζει δυσκολία εκδήλωσης θυμού ή διαφωνίας με τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται. Το άτομο αποφεύγει την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, ενώ οι δυσκολίες του είναι εμφανείς τόσο στις διαπροσωπικές/ κοινωνικές σχέσεις όσο και στον επαγγελματικό τομέα (Χριστοπούλου, 2008).

Τέλος, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας, που θα αποτελέσει και το αντικείμενο μελέτης της παρούσας εργασίας χαρακτηρίζεται από την υπερβολική ενασχόληση του ατόμου με την τάξη, τον έλεγχο και την τελειότητα, με αποτέλεσμα το άτομο να χάνει τη δυνατότητα ευελιξίας, την αποτελεσματικότητα και την ικανότητα να είναι ανοιχτό σε νέες εμπειρίες και βιώματα (APA, 2000). Το άτομο νιώθει έντονα την ανάγκη για διατήρηση της αίσθησης ελέγχου του περιβάλλοντος μέσω της αφοσίωσης σε κανόνες, διαδικασίες, προγράμματα και λίστες. Ακόμη, το άτομο δίνει έμφαση στις λεπτομέρειες, είναι πολύ προσεκτικό ώστε να αποφύγει τα λάθη, αλλά δυσκολεύεται να διαχειριστεί το χρόνο. Είναι τελειομανές και αυτό το κάνει δυσλειτουργικό μέσα στην καθημερινότητά του (Χριστοπούλου, 2008). 




APA. (2000). DSM-IV-TR. American Psychiatric Association.
Χριστοπούλου, Α. (2008). Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία του Ενήλικα. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Κάθε εποχή έχει τη δική της ψυχοπαθολογία


«Η μετατόπιση της έμφασης στις κλινικές μελέτες από τον πρωτεύοντα στον δευτερεύοντα ναρκισσισμό αντανακλά τη μετατόπιση στην ψυχαναλυτική θεωρία από τη μελέτη του Αυτό στη μελέτη του εγώ και συγχρόνως μια αλλαγή στον τύπο των ασθενών που επιζητούν ψυχιατρική θεραπεία. Πράγματι, η μετατόπιση από την ψυχολογία των ενστίκτων στην ψυχολογία του εγώ έγινε εν μέρει επειδή αναγνωρίστηκε ότι οι ασθενείς, που άρχισαν να παρουσιάζονται για θεραπεία στις δεκαετίες του 1940 και 1950, ‘πολύ σπάνια έμοιαζαν να πάσχουν από τις κλασικές νευρώσεις που τόσο επισταμένα περιέγραψε ο Φρόυντ’. Τα είκοσι πέντε περασμένα χρόνια, έχει γίνει ολοένα πιο κοινός ο μεταιχμιακός ασθενής, που αντιμετωπίζει τον ψυχίατρο όχι με σαφή συμπτώματα αλλά με διάχυτες ανικανοποιήσεις. Δεν υποφέρει από εξαντλητικές καθηλώσεις ή φοβίες ή από τη μετατροπή καταπιεσμένης σεξουαλικής ενέργειας σε νευρικές ενοχλήσεις, απεναντίας, παραπονιέται για ‘ασαφείς, διάχυτες απογοητεύσεις με τη ζωή’ και αισθάνεται ότι ‘η άμορφη ύπαρξή του είναι μάταιη και άσκοπη’. Περιγράφει ‘ανεπαίσθητα βιωμένα κι ωστόσο διαβρωτικά αισθήματα κενότητας και κατάθλιψης’, ‘βίαιες παλινδρομήσεις της αυτοεκτίμησης’ και μια ‘γενική ανικανότητα να συνεχίσει να ζει’. Κερδίζει ‘μια αίσθηση μεγαλύτερης αυτοεκτίμησης μόνο προσκολλώμενος σε ισχυρές, θαυμαζόμενες μορφές που την αποδοχή τους λαχταρά και από τις οποίες χρειάζεται να νιώσει ότι τον υποστηρίζουν’. Μολονότι εκπληρώνει τις καθημερινές του υποχρεώσεις και διακρίνεται κιόλας, η ευτυχία του ξεφεύγει και η ζωή συχνά του φαίνεται ότι δεν αξίζει να την ζει» (σελ. 47).


«Η ψυχανάλυση, μια θεραπεία που γεννήθηκε από την πείρα με σοβαρά καταπιεσμένα και ηθικώς άκαμπτα άτομα που είχαν ανάγκη να συμφιλιωθούν με έναν αυστηρό εσωτερικό ‘τιμητή’, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη, ολοένα πιο συχνά, με έναν ‘χαοτικό και καταδυναστευόμενο από τις ενορμήσεις χαρακτήρα’. Πρέπει να ασχοληθεί με ασθενείς που ‘εκδραματίζουν’ τις συγκρούσεις τους αντί να τις καταστέλλουν ή να τις μετουσιώνουν. Οι ασθενείς αυτοί, καίτοι συχνά ευχάριστοι, τείνουν να καλλιεργούν μια προστατευτική ρηχότητα στις συναισθηματικές σχέσεις. Στερούνται την ικανότητα να πενθούν, επειδή η ένταση της οργής τους εναντίον χαμένων αντικειμένων αγάπης, ιδιαίτερα εναντίον των γονέων τους, τους εμποδίζει να ξαναζήσουν ευτυχισμένες εμπειρίες ή να τις αποθησαυρίσουν στη μνήμη. Σεξουαλικά ελευθερογαμικοί και όχι καταπιεσμένοι, δυσκολεύονται ωστόσο να ‘επιμεληθούν τη σεξουαλική ενόρμηση’, ή να προσεγγίσουν το σεξ με παιγνιώδες πνεύμα. Αποφεύγουν τους στενούς δεσμούς που θα μπορούσαν να ελευθερώσουν έντονα συναισθήματα οργής. Οι προσωπικότητές τους συντίθενται σε μεγάλο βαθμό από άμυνες εναντίον αυτής της οργής και εναντίον των συναισθημάτων στοματικής στέρησης που προέρχονται από το προοιδιπόδειο στάδιο ψυχικής ανάπτυξης. 

Συχνά οι ασθενείς αυτοί υποφέρουν από υποχονδρία και παραπονιούνται για μια αίσθηση εσωτερικής κενότητας. Συγχρόνως καλλιεργούν φαντασιώσεις παντοδυναμίας και μια ισχυρή πεποίθηση στο δικαίωμά τους να εκμεταλλεύονται άλλους και να ικανοποιούνται. Αρχαϊκά, τιμωρητικά και σαδιστικά στοιχεία δεσπόζουν στο υπερεγώ των ασθενών αυτών και οι ασθενείς συμμορφώνονται στους κοινωνικούς κανόνες περισσότερο από τον φόβο της τιμωρίας παρά από μια αίσθηση ενοχής. Βιώνουν τις ανάγκες και τις ορέξεις τους, κατακλυσμένοι από οργή, ως βαθιά επικίνδυνες και παράγουν άμυνες εξ ίσου πρωτόγονες με τους πόθους που προσπαθούν να σιγάσουν.

Με βάση την αρχή ότι η παθολογία αντιπροσωπεύει μια προεκταμένη εκδοχή της φυσιολογικότητας, ο παθολογικός ναρκισσισμός τον οποίο συναντούμε σε χαρακτηρολογικές διαταραχές θα έπρεπε να μας πει ορισμένα πράγματα για τον ναρκισσισμό ως κοινωνικό φαινόμενο. Μελέτες διαταραχών προσωπικότητας στα σύνορα νεύρωσης και ψύχωσης, καίτοι είναι γραμμένες για κλινικούς και δεν ισχυρίζονται ότι ρίχνουν φως σε κοινωνικά ή πολιτισμικά ζητήματα, απεικονίζουν έναν τύπο προσωπικότητας που θα πρέπει να είναι άμεσα αναγνωρίσιμος, σε πιο καλυμμένη μορφή, σε παρατηρητές της σύγχρονης πολιτισμικής σκηνής: εύκολος στο να διαχειρίζεται τις εντυπώσεις που δίνει στους άλλους, άπληστος για θαυμασμό, αλλά περιφρονητικός προς εκείνους που χειραγωγεί για να του τον δώσουν, ανειρήνευτα πεινασμένος για συναισθηματικές εμπειρίες με τις οποίες πασχίζει να γεμίσει ένα εσωτερικό κενό, τρομοκρατημένος απέναντι στο γήρας και τον θάνατο. 


Οι πιο πειστικές εξηγήσεις της ψυχικής προέλευσης αυτού του μεταιχμιακού συνδρόμου πλησιάζουν τη θεωρητική παράδοση που εδραίωσε τη Μέλανι Κλάιν. Στις ψυχαναλυτικές έρευνες σε παιδιά που έκανε, η Κλάιν ανακάλυψε ότι πρώιμα αισθήματα παράφορης οργής, που κατευθύνονται ιδιαίτερα εναντίον της μητέρας και δευτερευόντως εναντίον της εσωτερικευμένης εικόνας της μητέρας ως αδηφάγου τέρατος, καθιστούν αδύνατο για το παιδί να συνθέσει ‘καλές’ και ‘κακές’ γονικές εικόνες. Μέσα στον φόβο του για επιθετικότητα από τους κακούς γονείς –προβολές της δικής του οργής- εξιδανικεύει τους καλούς γονείς που θα έρθουν να το σώσουν. 

Η κατάθλιψη σε ναρκισσιστικούς ασθενείς παίρνει τη μορφή όχι πένθους ανάμεικτου με ενοχή, όπως περιέγραψε ο Φρόυντ στο κείμενό του ‘Πένθος και μελαγχολία’, αλλά ανήμπορης οργής και ‘αισθημάτων ήττας από εξωτερικές δυνάμεις. Επειδή ο ενδοψυχικός κόσμος των ασθενών αυτών είναι τόσο αραιοκατοικημένος- αποτελείται μόνον από τον ‘μεγαλοπρεπή εαυτό’, κατά τον Κέρνμπεργκ, ‘τις υποβαθμισμένες, σκιώδεις εικόνες του εαυτού και άλλων και δυνητικούς διώκτες’- βιώνουν έντονα συναισθήματα κενότητας και αναυθεντικότητας. Καίτοι ο ναρκισσιστής μπορεί να λειτουργεί στον καθημερινό κόσμο και συχνά γοητεύει άλλους ανθρώπους (και όχι λίγο με την ψευτοενόραση στην προσωπικότητά του), η υποτίμηση των άλλων που κάνει, μαζί με την αδιαφορία για αυτούς, φτωχαίνει την προσωπική του ζωή και ενισχύει την ‘υποκειμενική εμπειρία κενότητας’. Μη έχοντας καμία πραγματική διανοητική δέσμευση με τον κόσμο –παρά την συχνά διογκωμένη εκτίμηση του δικού του κόσμου- έχει μικρή ικανότητα για μετουσίωση. Συνεπώς, εξαρτάται από τους άλλους για συνεχείς ενέσεις έγκρισης και θαυμασμού. ‘Πρέπει να προσκολληθεί σε κάποιον, να ζήσει μια σχεδόν παρασιτική’ ύπαρξη. Συγχρόνως, ο φόβος του για συναισθηματική εξάρτηση, μαζί με την χειραγωγητική, εκμεταλλευτική του προσέγγιση στις προσωπικές σχέσεις, καθιστά τις σχέσεις αυτές αβρές, επιφανειακές και βαθιά μη ικανοποιητικές. ‘Η ιδεώδης σχέση για μένα θα ήταν μια σχέση δύο μηνών’, είπε ένας μεταιχμιακός ασθενής. ‘Έτσι, δεν θα υπάρχει δέσμευση. Μόλις περάσουν οι δύο μήνες, απλώς θα την διαλύσω’» (σελ. 47-50).


«Χρόνια βαριεστημένος, ακούραστος στην αναζήτηση ακαριαίας οικειότητας –συναισθηματικής διέγερσης χωρίς εμπλοκή και εξάρτηση- ο ναρκισσιστής είναι ελευθερογαμικό και συχνά πανσεξουαλικός, αφού η σύντηξη προγενετικών και οιδιπόδειων ενορμήσεων στην υπηρεσία της επιθετικότητας ενθαρρύνει πολύμορφη διαστροφή. Οι κακές εικόνες που έχει εσωτερικεύσει του προκαλούν, κι αυτές, χρόνια ανησυχία για την υγεία του, και η υποχονδρία, με τη σειρά της, τον κάνει να συμπαθεί ιδιαίτερα τη θεραπεία και τις θεραπευτικές ομάδες και κινήματα.

Ως ψυχιατρικός ασθενής, ο ναρκισσιστής είναι εκλεκτός υποψήφιος για ατέρμονη ανάλυση. Αναζητά στην ανάλυση μια θρησκεία ή τρόπο ζωής και ελπίζει να βρει στη θεραπευτική σχέση εξωτερική στήριξη για τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας και αιώνιας νιότης που καλλιεργεί. Ωστόσο, η δύναμη των αμυνών του τον κάνει να ανθίσταται στην επιτυχή ανάλυση. Η ρηχότητα της συναισθηματικής του ζωής συχνά τον εμποδίζει να αναπτύξει στενή σχέση με τον αναλυτή, έστω και αν ‘συχνά χρησιμοποιεί τη διανοητική του γνώση για να συμφωνήσει λεκτικά με τον αναλυτή και ανακεφαλαιώνει με δικά του λόγια ό,τι έχει αναλυθεί κατά τις προηγούμενες συνεδρίες. Χρησιμοποιεί τη νόηση περισσότερο για να υπεκφύγει παρά για να ανακαλύψει τον εαυτό του, καταφεύγοντας σε ορισμένες από τις ίδιες στρατηγικές συσκότισης που εμφανίζονται στα εξομολογητικά κείμενα των πρόσφατων δεκαετιών. Ο ασθενής χρησιμοποιεί τις αναλυτικές ερμηνείες αλλά τους αφαιρεί γοργά τη ζωή και το νόημα, έτσι ώστε να απομείνουν κούφιες λέξεις χωρίς νόημα. Έπειτα, οι λέξεις δίνουν ένα αίσθημα ανωτερότητας. Καίτοι οι ψυχίατροι δεν θεωρούν πια τις ναρκισσιστικές διαταραχές εγγενώς μη αναλύσιμες, πολύ λίγοι είναι αισιόδοξοι ότι υπάρχουν προοπτικές επιτυχίας» (σελ. 50). 


«Κατά τον Κέρνμπεργκ, το μεγάλο επιχείρημα για να επιχειρήσουμε την προσπάθεια, απέναντι στις πολλές δυσκολίες που παρουσιάζουν οι ναρκισσιστικοί ασθενείς, είναι ο σαρωτικός αντίκτυπος του ναρκισσισμού στο δεύτερο ήμισυ της ζωής τους- η βεβαιότητα των τρομερών βασάνων που τους περιμένουν. Σε μια κοινωνία που φοβάται το γήρας και τον θάνατον, η γήρανση τρομοκρατεί ιδιαίτερα εκείνους που φοβούνται την εξάρτηση και που ο αυτοσεβασμός τους απαιτεί τον θαυμασμό ο οποίος συνήθως δίδεται στη νιότη, την ομορφιά, τη διασημότητα ή τη γοητεία. Οι συνήθεις άμυνες εναντίον των καταστροφών του γήρατος –ταύτιση με ηθικές ή καλλιτεχνικές αξίες πέρα από τα άμεσα συμφέροντά μας, διανοητική περιέργεια, η παρηγορητική συναισθηματική θέρμη που προέρχεται από ευτυχισμένες σχέσεις στον παρελθόν- δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για τον ναρκισσιστή. Αδυνατώντας να ποριστεί όποια ανακούφιση έρχεται από την ταύτιση με την ιστορική συνέχεια, του είναι απεναντίας αδύνατο ‘να αποδεχτεί το γεγονός ότι μια νεότερη γενεά κατέχει τώρα πολλές από τις παλαιότερα αγαπημένες του ικανοποιήσεις της ομορφιάς, του πλούτου, της εξουσίας και ιδίως της δημιουργικότητας. Να μπορούν να χαρούν τη ζωή σε μια διαδικασία που εμπλέκει μια αυξανόμενη ταύτιση με την ευτυχία και τα επιτεύγματα των άλλων ανθρώπων, ξεφεύγει τραγικά από την ικανότητα των ναρκισσιστικών προσωπικοτήτων» (σελ. 50-51).   

Σύμφωνα με τον Λας, «κάθε εποχή αναπτύσσει τις προσιδιάζουσες μορφές παθολογίας της, που εκφράζουν σε μεγαλοποιημένη μορφή την υποβαστάζουσα χαρακτηροδομή της.  Τον καιρό του Φρόυντ, η υστερία και η ψυχαναγκαστική νεύρωση οδηγούσαν στα άκρα τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας που συνδέονταν με την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων σε ένα πρωιμότερο στάδιο της ανάπτυξής της- κτητικότητα, φανατική αφοσίωση στη δουλειά και άγρια καταπίεση της σεξουαλικότητας. Στον καιρό μας, οι προσχιζοφρενικές, μεταιχμιακές διαταραχές ή διαταραχές της προσωπικότητας έχουν τραβήξει ολοένα και περισσότερο την προσοχή, μαζί με τη σχιζοφρένεια. Αυτή η ‘αλλαγή στη μορφή  των νευρώσεων έχει παρατηρηθεί και περιγραφεί ήδη από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο από έναν αυξανόμενο αριθμό ψυχιάτρων. Σύμφωνα με τον Πέτερ Λ. Τζιοβατσίνι, οι κλινικοί γιατροί βρίσκονται μονίμως αντιμέτωποι με τον φαινομενικά αυξανόμενο αριθμό ασθενών που δεν ταιριάζουν στις τρέχουσες διαγνωστικές κατηγορίες και που πάσχουν όχι από σαφή συμπτώματα, αλλά από ασαφή, κακοπροσδιορισμένα παράπονα. (…). Η αυξανόμενη σπουδαιότητα των χαρακτηρολογικών διαταραχών φαίνεται να σηματοδοτεί μια υποβαστάζουσα αλλαγή στην οργάνωση της προσωπικότητας, από τη λεγόμενη ενδοστρέφεια στον ναρκισσισμό» (σελ. 51).

Ο Μάικλ Μπέλντοχ παρατηρεί: «ότι ήταν η υστερία και οι ψυχαναγκαστικές νευρώσεις για τον Φρόυντ και τους πρώιμους συνεργάτες του… κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι οι ναρκισσιστικές διαταραχές για τον κοινό ψυχαναλυτή κατ’ αυτές τις τελευταίες δεκαετίες πριν τη νέα χιλιετία. Οι σημερινοί ασθενείς εν γένει δεν πάσχουν από υστερικές παραλύσεις των ποδιών ούτε από καταπιεστική παρόρμηση να πλένουν διαρκώς τα χέρια τους, απεναντίας, ίσα ίσα ο καθαυτό ψυχικός τους εαυτός έχει μουδιάσει ή αυτό πρέπει να τρίβουν και να ξανατρίβουν σε μια εξαντλητική και ατελεύτητη προσπάθεια να καθαριστούν». «Οι ασθενείς αυτοί πάσχουν από διάχυτα συναισθήματα κενότητας και από μια βαθιά διαταραχή του αυτοσεβασμού», συμπληρώνει ο Λας (σελ. 52).

Ο Λας επισημαίνει επίσης, «η εξασθένηση των κοινωνικών δεσμών, που προέρχεται από την κρατούσα κατάσταση της κοινωνικής πρόνοιας, αντανακλά συγχρόνως μια ναρκισσιστική άμυνα εναντίον της εξάρτησης. Μια πολεμόχαρη κοινωνία τείνει να παράγει άνδρες και γυναίκες που είναι κατά βάθος αντικοινωνικοί. Δεν θα έπρεπε, συνεπώς, να μας ξαφνιάζει που βρίσκουμε ότι, παρόλο που ο ναρκισσιστής συμμορφώνεται στους κοινωνικούς γνώμονες από φόβο εξωτερικής τιμωρίας, θεωρεί συχνά τον εαυτό του εκτός νόμου και βλέπει και τους άλλους με τον ίδιο τρόπο, ‘’ως βασικά ανέντιμους και αναξιόπιστους ή αξιόπιστους μόνο εξ αιτίας των εξωτερικών πιέσεων’’. ‘’Τα αξιακά συστήματα των ναρκισσιστικών προσωπικοτήτων είναι γενικώς φθαρτά σε αντίθεση προς την άκαμπτη ηθική της ψυχαναγκαστικής προσωπικότητας’’, γράφει ο Κέρνμπεργκ» (σελ. 60).

Και ο Λας συμπεραίνει: «Ώστε η ηθική της αυτοσυντήρησης και της ψυχικής επιβίωσης ριζώνει όχι απλώς στις αντικειμενικές συνθήκες του οικονομικού πολέμου, του αυξανόμενου ποσοστού εγκλημάτων και του κοινωνικού χάους, αλλά στην υποκειμενική εμπειρία του κενού και της απομόνωσης. Αντανακλά την πεποίθηση –εξ ίσου προβολή εσωτερικών ανησυχιών και αντίληψη του πώς είναι τα πράγματα- ότι ο φθόνος και η εκμετάλλευση κυριαρχούν ως και στις πιο στενές σχέσεις. Η λατρεία των προσωπικών σχέσεων, που γίνεται ολοένα και πιο έντονη όσο υποχωρεί η ελπίδα πολιτικών λύσεων, κρύβει την πλήρη απογοήτευση από τις προσωπικές σχέσεις, όπως ακριβώς η λατρεία της αισθησιακότητας συνεπάγεται την απάρνηση της αισθησιακότητας σε όλες εκτός από τις πιο πρωτόγονες μορφές της. Η ιδεολογία του προσωπικού μεγαλώματος, επιφανειακά αισιόδοξη, ακτινοβολεί βαθιά απελπισία και παραίτηση. Είναι η πίστη των ανθρώπων χωρίς πίστη» (σελ. 60).
   
Κρίστοφερ Λας. 2008. Η κουλτούρα του ναρκισσισμού. Αθήνα: Νησίδες.