Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

Μήπως επαναλαμβάνουμε τη σχέση των γονιών μας;




«Ακούω πολλές φορές ανθρώπους να ασκούν πολύ αυστηρή κριτική στους γονείς τους για το πώς διαχειρίστηκαν τη ζωή τους. Συνήθως, τα βάζουμε με τη μητέρα μας και –οι γυναίκες ακόμη περισσότερο- την επικρίνουμε και έχουμε μαζί της ανοιχτούς λογαριασμούς. Έχω δει πολλές φορές πολλές γυναίκες και άνδρες να τα βάζουν με τους γονείς του ή να λένε: ‘’Ευτυχής εγώ δε θα γίνω έτσι.’’ Ω του θαύματος όμως, καθώς περνούν τα χρόνια και οι ρόλοι που υιοθετούμε αρχίζουν να μοιάζουν αρκετά με εκείνους στους οποίους θυμόμαστε τους γονείς μας, παρατηρώ κάμποσες φορές να επαναλαμβάνεται μπροστά μου η ακόλουθη σκηνή».


«Πολλοί άνθρωποι που μπαίνουν στη διαδικασία να γνωρίσουν τον εαυτό τους βαθύτερα ανακαλύπτουν πόσο πολύ μοιάζουν με τους γονείς τους ή, έστω, με κάποιον από τους δύο γονείς. Συνήθως, μέσα στο ψυχόδραμα συναντάμε τουλάχιστον μια γονεϊκή φιγούρα την οποία βλέπουμε σε δράση. Επομένως, ξαναζούμε κι εμείς, τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αποσπάσματα από τη δική μας ζωή, αφού οι γονείς είναι πρόσωπα που ενσαρκώνουν ρόλους που μοιάζουν πολύ στις ζωές όλων μας. Ποιος δεν έχει να θυμηθεί κάποιο περιστατικό με έναν από τους γονείς του στο οποίο ένιωθε αδικημένος; Ποιος δεν έχει να θυμηθεί κάποιο περιστατικό από την παιδική του ηλικία στο οποίο ένιωσε τον φόβο της τιμωρίας από έναν γονιό του;».


«Είναι ιδιαίτερη η στιγμή όταν κάποιος αναγνωρίζει τη μαμά του ή τον μπαμπά του μέσα στις δικές του ενέργειες, ενώ πίστευε πως τους είχε ξεπεράσει! Είναι επίσης πολύ εποικοδομητικό. Γιατί μόνο όταν κανείς αναγνωρίζει συμπεριφορές που δεν είναι συνειδητοποιημένες μπορεί να προχωρήσει στη ζωή του με δημιουργικότητα και αυθεντικότητα. Και αυτό είναι το μεγάλο δώρο της ψυχοθεραπείας».

«Οι γονείς λοιπόν κάνουν την εμφάνιση τους μέσα στην καθημερινότητα της ζωής του ζευγαριού με πολλούς τρόπους. Ο πιο αγαπημένος τους τρόπος να τρυπώνουν στα κρυφά μέσα στη ζωή του ζευγαριού είναι οι καβγάδες… Τα πράγματα είναι σοβαρά. Όταν οι γονείς μπαίνουν στη μέση χάνεται κάθε μαγεία στη σχέση. Που είναι εκείνη η μαγική αίσθηση που είχατε στην αρχή της σχέσης όταν όλες οι ατέλειες του άλλου ήταν τόσο χαριτωμένες; Που είναι η μαγική αίσθηση ότι είμαστε τελείως αποδεκτοί από τον σύντροφό μας; Γιατί, τον πρώτο καιρό, κάθε φορά που μου έπεφτε κάτι από τα χέρια, έσκυβε και το σήκωνε, ενώ τώρα μου λέει ενοχλημένα: ‘’Πάλι σου έπεσε κάτι!’’. Που πήγε η μαγεία;» (σελ. 48-51).

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Σμαρούλα Παντελή: Ο δρόμος για μια μαγική σχέση. Αθήνα: Μίνωας, 2012, σελ. 48-61. 


Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Σχέση πατέρα και έφηβου γιου: Ανταγωνισμός ή συμμαχία;


Η πρόκληση του να είσαι πατέρας ενός εφήβου
 


Τα πράγματα είναι πιο εύκολα όταν ο γιος βρίσκεται στην παιδική ηλικία, που το μόνο που θέλει είναι να γίνει σαν τον πατέρα του, καθώς αυτός αποτελεί το βασικό πρότυπο στη ζωή του. 

Η κατάσταση δυσκολεύει ή παίρνει μια απρόσμενη τροπή όταν κατά την εφηβεία αυτός ο θαυμασμός προς το πρόσωπο του πατέρα καταρρέει και ο έφηβος στρέφει το ενδιαφέρον και τον θαυμασμό του προς τους συνομηλίκους του, αποσύροντας κάθε ίχνος θαυμασμού. Ο έφηβος μπορεί να απομακρυνθεί από τον πατέρα, να χλευάζει τις δραστηριότητες και τις επιλογές του πατέρα και γενικότερα να έχει μια επικριτική στάση σχετικά με ότι τον αφορά. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η συμπεριφορά του εφήβου μπορεί να προκαλέσει τον θυμό και την οργή του πατέρα, ο οποίος μπορεί να συμβάλλει στη χειροτέρευση του προβλήματος. Η κριτική που ασκεί ο γιος μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο απάντησης και από την πλευρά του πατέρα, με αποτέλεσμα ο πατέρας να έχει βαθιά αρνητική επίδραση στον γιο. Συχνά, η μητέρα προσπαθεί να αποτελέσει τον διαμεσολαβητή, μειώνοντας την αρνητική επίδραση του πατέρα απέναντι στο παιδί. 


Αυτό που ο πατέρας δεν αντέχει παρατηρώντας τον γιο του είναι ότι όλα του ήρθαν πιο εύκολα και μπορεί να είναι ο εαυτός του. Σε περιπτώσεις όπου ο πατέρας αναγκάστηκε να φροντίσει την οικογένειά του πολύ νωρίς στη ζωή του έγινε σκληρός με τον εαυτό του. Ο πατέρας βιώνοντας τους γοργούς ρυθμούς της καθημερινότητας και το μίζερο πρόσωπο της ζωής μπαίνει ασυνείδητα στη διαδικασία σύγκρισης με τον γιο του και σκέφτεται ότι ο τελευταίος τα έχει βρει όλα έτοιμα στη ζωή του, ενώ ο ίδιος έπρεπε ή πρέπει να αυτοπειθαρχεί και να είναι πρόθυμος να κάνει το σωστό. 


Επιπλέον, για τον πατέρα είναι ενοχλητικό να βλέπει κάποιον που παίρνει αυθαίρετα ελευθερίες που ο ίδιος δεν επιτρέπει για τον εαυτό του. Αυτό, επίσης, προκαλεί θυμό στον πατέρα απέναντι στον γιο του, ο οποίος ζώντας μια διαφορετική ζωή κάτω από διαφορετικές συνθήκες έχει διδαχθεί να ‘κάνει αυτό που αγαπά’. 

Ο πατέρας συχνά βλέπει τον γιο του να παρασύρεται πίσω από τους συνομηλίκους του, χωρίς κίνητρα και δικούς του στόχους. Ωστόσο, μόνο ο ίδιος ο πατέρας θα μπορούσε να οδηγήσει τον γιο του στην ενθάρρυνση. Η σχέση μπορεί να γίνει πιο κοντινή, αν ο πατέρας αντιμετωπίζει τον γιο του ως μια πηγή πληροφόρησης και μάθησης, παρά αν σε κάθε σύγκρουση βρίσκεται απέναντι από τον γιο του ως ένας αντίπαλος.

Ο έφηβος έχει ανάγκη να μετριάσει την ισχύ του πατέρα του στο ανθρώπινο μέγεθος, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να μεγαλώσει. Ταυτόχρονα, όμως, χάνει το ιδανικό του, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει αναπτύσσοντας έναν θυμό προς τον πατέρα του για την απώλεια. Ο θυμός αυτός εκδηλώνεται με μια διαρκή κριτική καθώς συνειδητοποιεί ότι ο πατέρας του δεν είναι τέλειος. Ο γιος για να μπορέσει να σταθεί στα δικά του πόδια θα πρέπει να μεγαλώσει ή να ζήσει με τρόπους που ο πατέρας του δεν έκανε ποτέ, να υπερηφανεύεται για αυτό που ο πατέρας του δεν έκανε ή δεν μπορεί να κάνει. Συνεπώς, ο γιος έχει ανάγκη να συρρικνώσει και να μειώσει μέσα του τον πατέρα. Ο τελευταίος μπορεί να βοηθήσει σε αυτό μέσα από την παραδοχή των λαθών, ζητώντας συγγνώμη για λανθασμένες πράξεις, κάνοντας αναφορές στους περιορισμούς και στην άγνοια που ενδεχομένως είχε και θέτοντας τις δικές του προσπάθειες με ανάλαφρο τρόπο. Ακόμη, μπορεί να ενθαρρύνει τον γιο του για όσα γνωρίζει, για την τεχνογνωσία που διαθέτει ή και να του ζητήσει βοήθεια με βάση τις δεξιότητες του γιου. 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε τι λέει ο πατέρας στον γιο του, πως του μιλάει, αλλά και τι ακριβώς ακούει ο γιος. Σε τι ελπίζει ο πατέρας και τι προσδοκίες έχει από αυτή τη σχέση ο γιος; Για το αγόρι ο πατέρας αποτελεί το βασικό πρότυπο για τη διαμόρφωση της ταυτότητας, ακόμα και όταν ο γιος επαναστατεί και υποτίθεται ότι δεν έχει ανάγκη τον πατέρα του. Ο γιος πάντα έχει ανάγκη την πατρική φιγούρα, την αποδοχή και την αναγνώριση από τον πατέρα του. 


Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απουσία ή η ελλιπής παρουσία του πατέρα μπορεί να οδηγήσει σε μη δόμηση ή ελλιπής δόμηση της ταυτότητας του γιου. Πατέρας και γιος: ποτέ δεν κατάφεραν να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν. Ο γιος ποτέ δεν έλαβε την επιβεβαίωση, ασφάλεια και αναγνώριση που είχε ανάγκη. Ο γιος νιώθει χαμένος απέναντι στη συμπεριφορά του πατέρα του. Ίσως νιώθει και να πνίγεται ή να καταπίνεται από τον θυμό που εκδηλώνει ο πατέρας, που δεν μπορεί να τον αιτιολογήσει ή να τον δικαιολογήσει. Μια διαρκής σύγχυση και μια απροσδιόριστη ταυτότητα που αναζητά την ολοκλήρωση ή έστω μια απάντηση.    


Κι έτσι καταλήγουμε σε θυμωμένους ή απογοητευμένους πατεράδες που ποτέ δεν κατόρθωσαν να δομήσουν μια σχέση με τον γιο τους και σε γιους που ποτέ δεν κατάφεραν να δομήσουν τη δική τους ταυτότητα, χαμένοι λοιπόν περιπλανιούνται αναζητώντας λίγη επιβεβαίωση, αναγνώριση και αποδοχή από αυτή την ανώτερη φιγούρα που πάντα είχαν, έχουν και θα έχουν ανάγκη: την πατρική φιγούρα.  

Pickhardt, Carl. E. (2010). The challenge of fathering an adolescent son. Fathering an adolescent son requires downsizing the dad. https://www.psychologytoday.com/us/blog/surviving-your-childs-adolescence/201011/the-challenge-fathering-adolescent-son.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Αυτοκτονικότητα ηλικιωμένων




«Η συχνότητα της αυτοκτονικής συμπεριφοράς είναι υψηλότερη στους ηλικιωμένους σε σχέση με κάθε άλλη ηλικιακή κατηγορία. Δεδομένης της αύξησης του ποσοστού των ηλικιωμένων στον γενικό πληθυσμό, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η αυτοκτονικότητα στους ηλικιωμένους ήδη αποτελεί μείζον πρόβλημα της δημόσιας υγείας. 

Στις αυτοκτονίες ο θάνατος επέρχεται από ενέργεια του ίδιου του ατόμου κατόπιν σαφούς ή συγκαλυμμένης πρόθεσης του να τερματίσει τη ζωή του. Στις παθητικές αυτοκτονίες ο ασθενής πεθαίνει από άρνηση λήψης τροφής, άρνηση λήψης κάποιας αναγκαίας αγωγής ή από εμπρόθετες πράξεις που επιδεινώνουν υπάρχοντα προβλήματα υγείας» (σελ. 236).

«Διάφοροι παράγοντες όπως βιολογικοί, ψυχοπαθολογικοί και ψυχολογικοί, κοινωνικοί, αλλά και η σωματική νοσηρότητα, σχετίζονται με την αυτοκτονική συμπεριφορά. Άλλωστε, σύμφωνα με το πρότυπο ‘’ψυχοπιεστικών παραγόντων- προδιάθεσης’’, η εκδήλωση της αυτοκτονικής συμπεριφοράς μπορεί καλύτερα να αποδοθεί στη σύνθετη αλληλεπίδραση νευροβιολογικών, ψυχολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, μια τάση του ατόμου για επιθετική και παρορμητική συμπεριφορά, συνδέεται με υπολειτουργία του σεροτονινεργικού συστήματος. Όταν το άτομο με την προαναφερθείσα προδιάθεση αντιμετωπίσει ψυχοπιεστικούς παράγοντες και διακατέχεται από δυσφορία, απελπισία και αυτοκτονικό ιδεασμό τότε μπορεί να οδηγηθεί σε αυτοκτονική συμπεριφορά» (σελ. 237-238).



Γουρνέλλης, Ρωσσέτος & Κονταξάκης, Βασίλης. (2013). Ηλικιωμένοι και αυτοκτονικότητα. Στο βιβλίο: Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σελ. 236-249. Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.


Αυτοκτονικότητα των ενηλίκων ανδρών και γυναικών



«Η αυτοκτονικότητα είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει όλες τις καταστροφικές σκέψεις και συμπεριφορές που μπορεί να φθάσουν μέχρι την ολοκληρωμένη αυτοκτονία. Οι απλές (περιστασιακές) σκέψεις αυτοκτονίας δεν έχουν επαρκώς μελετηθεί και δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες για τις διαφορές μεταξύ των φύλων στη συχνότητα εμφάνισης των σκέψεων αυτών. 

Εντούτοις, η κλινική εντύπωση είναι ότι οι σκέψεις αυτές εμφανίζονται και στα δύο φύλα ενώ δεν αποτελούν πάντα ένδειξη ψυχοπαθολογίας ενώ συχνά αποτελούν αντιδραστική απάντηση σε κάποια αντιξοότητα της ζωής. Από την άλλη πλευρά, οι επαναλαμβανόμενες ιδέες αυτοκτονίας αποτελούν σοβαρή ψυχοπαθολογική ένδειξη και πρέπει να αξιολογούνται διεξοδικά και επισταμένα στην κλινική πράξη. Η απόπειρα αυτοκτονίας αποτελεί τη συνέχεια και το αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων και πιεστικών σκέψεων αυτοκτονίας σε κάποια χρονική στιγμή που, ενδεχομένως στο μέλλον μπορεί να οδηγήσουν και στην επιτυχή αυτοκτονία. Βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το στοιχείο της παρορμητικότητας υπάρχει σε όλες τις απόπειρες αυτοκτονίας, είτε οδηγούν σε θάνατο είτε όχι. 

Οι παράγοντες κινδύνου για την τέλεση αυτοκαταστροφικής πράξης είναι πολλοί, σύνθετοι, αλληλοδιαπλεκόμενοι, και επηρεαζόμενοι από τη χρονική συγκυρία σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εξειδικευμένη πρόβλεψη για το ποιο άτομο θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει ή αν θα ‘επιτύχει’ να αυτοκτονήσει, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη» (σελ. 222-223).


«Οι καταθλιπτικές γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες σε σχέση με τους άνδρες να αναφέρουν αυξημένη όρεξη, δάκρυα στα μάτια,  απώλεια ενδιαφερόντων και σκέψεις θανάτου. Στις γυναίκες, επίσης, εμφανίζεται μειωμένη λίμπιντο, υπερβολικός ύπνος, ημερήσια μεταβολή της αυτοδιάθεσης και υπερβολική αυτομομφή» (σελ. 226). «Στους άνδρες, διαταραχές όπως ο αλκοολισμός, η επιθετικότητα και η κατάχρηση ουσιών, μπορεί να είναι καταθλιπτικά ισοδύναμα που αυξάνουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας» (σελ. 226).


Δουζένης, Αθανάσιος & Χαβάκη- Κονταξάκη, Μπεάτα. (2013). Η αυτοκτονικότητα στην παιδική και εφηβική ηλικία. Στο βιβλίο: Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σελ. 222-235. Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.