Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Η ανάπτυξη του παιδιού τα πρώτα χρόνια της ζωής του



Το παιδί από την στιγμή που γεννιέται βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία ανάπτυξης, η οποία αφορά όλους τους τομείς της ζωής του. Πρόκειται για σωματική, νοητική και γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη, ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της ταυτότητάς του. Σημαντικό ρόλο παίζει η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού καθώς ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και έχει ανάγκη από το κοινωνικό περιβάλλον γύρω του και από τις αλληλεπιδράσεις με αυτό το περιβάλλον. Όσο παλιά και αν κοιτάξουμε, παρατηρούμε ότι ο άνθρωπος αναζητούσε τη συναναστροφή των ομοίων του και την ομαδική ζωή. Τα ανθρώπινα πλάσματα μόνο μέσα από την παρουσία των άλλων μπορούν να αναπτύξουν τα χαρακτηριστικά τους και την προσωπικότητά τους. Ερευνητές μέσα από την παρατήρηση περιπτώσεων των παιδιών- λύκων έχουν διαπιστώσει ότι παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί από τους γονείς τους μπορεί να βυθιστούν στον αυτισμό εξαιτίας της συναισθηματικής αποστέρησης. Τα παιδιά αυτά εμφανίζουν ζωώδη συμπεριφορά γιατί αποστερήθηκαν τους γονείς τους και όχι γιατί μεγάλωσαν με τα ζώα (Ρέιμον- Ριβιέ, 2001).

Σημαντικοί φορείς στην ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση του παιδιού είναι η οικογένεια, και στη συνέχεια το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί. Το παιδί περνά πολλές ώρες στο χώρο του σχολείου και βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τους εκπαιδευτικούς καθώς και με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, που αποτελείται από τις ομάδες συνομηλίκων που παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης του παιδιού (Turner, 1998). 

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού παίζει η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, η οποία αρχίζει από τη στιγμή της γέννησης του παιδιού καθώς οι ενήλικες διαφοροποιούν τα βρέφη από εκείνη τη στιγμή. Βασικό χαρακτηριστικό διάκρισης είναι τα διαφορετικά ρούχα που φορούν στα βρέφη ανάλογα με το φύλο καθώς και η συμπεριφορά που εκδηλώνουν απέναντι στα βρέφη (Turner, 1998). Τα παιδιά κατά την ανάπτυξή τους χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό την ταύτιση, η οποία αποτελεί μια διεργασία κατά την οποία τα άτομα προσπαθούν να μοιάζουν, να ενεργούν, να αισθάνονται και να συμπεριφέρονται με βάση τα σημαντικά πρόσωπα στο κοινωνικό τους περιβάλλον (Cole & Cole, 2002). 

Άμεσα ή έμμεσα η οικογένεια επηρεάζει την συμπεριφορά του παιδιού και συμβάλλει στο χτίσιμο της προσωπικότητάς του. Μέσα στην οικογένεια το παιδί αποκτά εμπειρίες που θα επηρεάσουν τη σχέση με τον άψυχο και έμψυχο κόσμο που το περιβάλλει. Στην οικογένεια το παιδί θα αντιγράψει στάσεις απέναντι σε πρόσωπα και πράγματα, θα μάθει μορφές αντίδρασης σε καταστάσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπο και κατ’ επέκταση θα αποκτήσει την ικανότητα σωστής εκτίμησης του εαυτού του, ενώ ταυτόχρονα θα οικειοποιηθεί κοινωνικούς κανόνες και αξίες, καθώς και πρότυπα συμπεριφοράς που θα το βοηθήσουν στον κοινωνικό του προσανατολισμό και θα το προφυλάξουν σε μεγάλο βαθμό από ανορθολογικές κοινωνικές συγκρούσεις. 

Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, η συμπεριφορά του παιδιού διαμορφώνεται μέσα από τη συμπεριφορά των άλλων και πρωτίστως από τη συμπεριφορά των γονέων. Τα άτομα από πολύ πρώιμη ηλικία μαθαίνουν και εσωτερικεύουν τους αναμενόμενους ρόλους και τρόπους συμπεριφοράς. Η εκμάθηση αυτών των ρόλων γίνεται και μαθαίνεται όπως και κάθε είδους κοινωνική συμπεριφορά. Βασικοί μηχανισμοί είναι η παρατήρηση, η μίμηση, η αμοιβή ή η τιμωρία και η γενίκευση. Τα παιδιά από τις πρώτες στιγμές της ζωής τους έρχονται σε επαφή με πρότυπα, πραγματικά ή συμβολικά, των οποίων τη συμπεριφορά καλούνται να μιμηθούν. Τα παιδιά παρατηρούν τις συμπεριφορές των άλλων, μιμούνται κάποιες από αυτές και ανάλογα με την αντίδραση των άλλων απορρίπτουν αυτή τη συμπεριφορά ή γενικεύουν αυτή τη συμπεριφορά και την υιοθετούν (Κακαβούλης, 1995. Turner, 1998).

Με βάση τη συγκεκριμένη θεωρία, η αρμόζουσα συμπεριφορά για το κάθε φύλο διαμορφώνεται με βάση τις ενισχύσεις που δέχεται το άτομο από το περιβάλλον του, μέσω της ενθάρρυνσης ή της αποδοκιμασίας κάποιων συμπεριφορών που θεωρούν κατάλληλες ή μη με βάση το φύλο. Εκτός από την ενίσχυση ή μη μιας συμπεριφοράς , τα παιδιά μαθαίνουν συμπεριφορές που κυρίως καθορίζονται από το φύλο τους, μέσα από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των άλλων, ιδιαίτερα ατόμων του ίδιου φύλου, και στη συνέχεια τη μίμηση αυτών (Turner, 1998).

Επίσης, σύμφωνα με τη θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης, το παιδί αποκτά την ταυτότητα του φύλου και αναπτύσσεται μέσα από τις αντιδράσεις και τις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους. Συγκεκριμένα, προσδιορίζει τον εαυτό του και διαμορφώνει την εικόνα του εαυτού του αλλά και την ταυτότητά του μέσα από την αλληλεπίδραση με τον κοινωνικό περίγυρο. Βασικό ρόλο παίζουν οι σημαντικοί άλλοι, που σε πρώτη φάση είναι κυρίως οι γονείς που οδηγούν το παιδί στην ταύτιση μέσω συναισθηματικών και συγκινησιακών δεσμών που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Εκτός από τους σημαντικούς άλλους, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι γενικευμένοι άλλοι, που αποτελούν το σύνολο της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει το άτομο και περιλαμβάνουν τους κανόνες, τις αντιλήψεις και γενικά την κουλτούρα (Κορώσης, 2003). 


Σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης του Piaget το άτομο κατά την πνευματική του εξέλιξη ακολουθεί κάποια στάδια, που βρίσκονται σε σταθερή ακολουθία και το πέρασμα στο επόμενο στάδιο εξαρτάται από την ολοκλήρωση του προηγούμενου. Τα εξελικτικά στάδια που ακολουθεί το άτομο είναι το στάδιο της αισθησιοκινητικής νοημοσύνης, το στάδιο της αισθητηριακής νοημοσύνης, το στάδιο των συγκεκριμένων λειτουργιών και το στάδιο της αφηρημένης υποθετικής σκέψης. «Το σημείο άρθρωσης ανάμεσα στη θεωρία της νοητικής εξέλιξης και στη διαδικασία της αγωγής και της κοινωνικοποίησης είναι τα τέσσερα στάδια της εξέλιξης, τα οποία, εφόσον βρίσκονται σε σταθερή σχέση μεταξύ τους, διαφοροποιούν το υποκείμενο κάθε φορά, αναφορικά με τη δεκτικότητά του σε επιδράσεις του περιβάλλοντος» (Κωνσταντίνου, 1997).

Κατά την προσυλλογιστική περίοδο το παιδί αναπτύσσει μια σειρά σχημάτων εξερευνώντας τον κόσμο γύρω του, ενώ σταδιακά ανακαλύπτει κανόνες που θα πρέπει να τους εφαρμόζει και νέες πληροφορίες που μπορεί πλέον να τις υπεργενικεύει. Η σκέψη του είναι ακόμη εγωκεντρική, ενώ δεν μπορεί ακόμη να κατανοήσει φυσικά μεγέθη και να αποκεντρώσει τη σκέψη του. Κατά τη σχολική ηλικία το παιδί περνά την περίοδο της συγκεκριμένης σκέψης, όπου μπορεί να αποκεντρώσει τη σκέψη και να σκεφθεί λογικά. Ωστόσο, η σκέψη του είναι ακόμη προσκολλημένη στον κόσμο των συγκεκριμένων πραγμάτων και δεν μπορεί να χειριστεί αφηρημένες έννοιες και αρχές (Hayes, 1998).

Μία ακόμη θεωρία που ασχολείται με την ανάπτυξη του παιδιού είναι η θεωρία του δεσμού του Bowlby (1995), η οποία εστιάζει στους δεσμούς που αναπτύσσει το άτομο. Σύμφωνα με τον Bowlby, το άτομο από την αρχή της ζωής τους μπορεί να αναπτύσσει ασφαλείς και ανασφαλείς τύπου δεσμούς. Οι δεσμοί αυτοί είναι σημαντικοί για την μετέπειτα ανάπτυξη της κοινωνικής συμπεριφοράς καθώς και των σχέσεων που αναπτύσσει το άτομο.
Οι γονείς που παρέχουν στα παιδιά τους έναν ασφαλή δεσμό τους δίνουν ταυτόχρονα και την αυτοπεποίθηση να εμπιστευτούν και να εκφραστούν με θερμότητας σε όσους αγαπούν και νοιάζονται. Οι δεσμοί που αναπτύσσει το παιδί με τους γονείς του είναι οι σημαντικότεροι για να το κατευθύνουν και να το προσανατολίσουν τον τρόπο που πρέπει να οργανώσει τις σχέσεις του με τους άλλους και να ανταποκριθεί και να συμπεριφερθεί στις σχέσεις αυτές. Ο Bowlby υποστήριξε ότι τα παιδιά με ικανοποιητικούς γονεϊκούς δεσμούς μεγαλώνοντας θα γίνουν έφηβοι με αυτοπεποίθηση και καλά επίπεδα υγείας. Ένα μικρό παιδί όταν βρεθεί μακριά από τους γονείς του και τα οικεία πρόσωπα νιώθει έντονη αγωνία, ενώ η σχέση με τους γονείς του προσωρινά διαταράσσεται (Bowlby, 1995).

Το παιδί έρχεται μέσα σε ένα περιβάλλον και αναπτύσσεται μέσα σε αυτό, διαμορφώνοντας την προσωπικότητά του και τον χαρακτήρα του. Το περιβάλλον του παιδιού και οι σχέσεις αλληλεπίδρασης που αναπτύσσει το παιδί με το περιβάλλον παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων των παιδιών.


Βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1995). Δημιουργία και διακοπή των συναισθηματικών δεσμών. (Μετάφρ. Π. Στρατή). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Cole, M., & Cole, S.R. (2002). H ανάπτυξη των παιδιών: Γνωστική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη κατά τη νηπιακή και μέση παιδική ηλικία. Τόμος Β΄.  (Επιμ. και Μετάφρ. Ζ. Μπαμπλέκου).  Αθήνα: Τυπωθήτω – Γιώργος Δάρδανος.

Hayes, N. (1998). Εισαγωγή στην Ψυχολογία (Τόμ. Β’). Επιμ. Α. Κωσταρίδου- Ευκλείδη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Κακαβούλης, Α. (1995). Σεξουαλική ανάπτυξη και αγωγή: Στερεότυπα και ρόλοι των φύλων, γενετήσια ανάπτυξη σεξουαλική αγωγή στην Ελλάδα.. Αθήνα: Αυτοέκδοση. 

Κορώσης, Κ. (2003). Πατέρας και παιδί: Η επικοινωνία του πατέρα με το παιδί σχολικής ηλικίας κατά τις ελεύθερες ώρες. Αθήνα: Ατραπός.

Κωνσταντίνου, X.I. (1997). Σχολική Πραγματικότητα και Κοινωνικοποίηση του Μαθητή: Σκιαγράφηση των Κοινωνικοποιητικών Μηνυμάτων του Σχολείου και των Εκπαιδευτικών. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.

Ρέιμον- Ριβιέ, Μ. (2001). Η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. (Μετάφρ. Μ. Ντε Κάστρο). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτης.

Turner, P.J. (1998). Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και ταυτότητα του Εγώ (Επιμ. Ν.Δ. Γιαννίτσας). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου