Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Από τις συγκρίσεις… στις συγκρούσεις…



Πώς οι συγκρίσεις μέσα στις σχέσεις οδηγούν σε συνεχείς συγκρούσεις;
Ποιος είναι καλύτερος; Ποιος κάνει τα περισσότερα ή τα λιγότερα; Ποιος είναι πιο έξυπνος; Ποιος προσφέρει πιο πολλά μέσα στη σχέση; Ποιος αφιερώνει πιο πολύ χρόνο μέσα στην οικογένεια; Ποιος έχει καλύτερη επαγγελματική πορεία; Ποιος είναι ξεχωριστός και ποιος είναι μοναδικός;

Ας ξεκινήσουμε με κάτι βασικό. Από τη στιγμή που μπαίνουμε στη διαδικασία της σύγκρισης χάνουμε τη μοναδικότητά μας. Αν νιώθαμε μοναδικοί και ξεχωριστοί δεν θα είχαμε ανάγκη τη σύγκριση και δε θα οδηγούσαμε τον εαυτό μας στο να γίνει ένα κακοφτιαγμένο ή προχειροφτιαγμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου, γιατί μ’  αυτόν τον τρόπο πάντα θα παραμείνουμε ένα αντίγραφο, όσο ολοκληρωμένο, τελειοποιημένο ή προσεκτικά φτιαγμένο και αν είναι… 


Και αν τώρα παρατηρήσαμε για πρώτη φορά ότι βιώνουμε μια τέτοια κατάσταση μέσα σε κάποια ή κάποιες σημαντικές για εμάς σχέσεις, τότε ίσως θα πρέπει να ανατρέξουμε προς τα πίσω και να δούμε αν και παλιότερα συνέβαινε… Συνέβαινε μόνο από την πλευρά του άλλου ή και τη δική μας πλευρά; Μήπως είμαστε κι εμείς ανταγωνιστικοί μέσα σε μια σχέση και συνεχώς συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τον άλλο, ώστε να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε μια πιο ευνοϊκή θέση ή κατάσταση;

Οι συγκρίσεις είναι μια διαρκής υπενθύμιση ότι υστερούμε σε κάτι, ότι πρέπει να προσπαθήσουμε περισσότερο, ότι ο άλλος είναι καλύτερος από εμάς… κι αυτό γιατί συνήθως μπαίνουμε στη διαδικασία να συγκριθούμε για όσα νιώθουμε ότι θα πρέπει να βελτιώσουμε ή να αποκτήσουμε. Και ενώ μπορεί να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η σύγκριση λειτουργεί ως κίνητρο να βελτιωθούμε ως άνθρωποι στις διάφορες σχέσεις γύρω μας, στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν ισχύει. Οι συγκρίσεις μας οδηγούν σε συγκρούσεις… γιατί μέσα μας είναι εύκολο να ξυπνήσει ο ανταγωνισμός και ό,τι εν τέλει δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μας δημιουργεί ένα αίσθημα αποστέρησης ή ματαίωσης και απογοήτευσης. Και είναι πολύ εύκολο να στραφούμε εναντίον του άλλου, μπαίνοντας σε μια διαδικασία μείωσης του άλλου και υποτίμησης των επιτευγμάτων του. 


Σε πολλές περιπτώσεις δε συνειδητοποιούμε τη σύγκριση που διαρκώς κάνουμε ούτε τα αρνητικά συναισθήματα που μας προκαλεί αυτή η κατάσταση. Οι συγκρίσεις αντί να μας κάνουν καλύτερους μας οδηγούν σε βαθιά ανταγωνιστικές και συγκρουσιακές σχέσεις, όπου πληγώνουμε ο ένας τον άλλο: εμείς προσπαθώντας να αποδείξουμε ότι ο άλλος δεν είναι καλύτερος από εμάς και ο άλλος στην προσπάθειά του να αμυνθεί απέναντι στην ανεξήγητη επίθεση που δέχεται… 

Οι συγκρίσεις, επομένως, καταλήγουν σε συγκρούσεις, σε συνεχείς εμπόλεμες καταστάσεις και μάχες, όπου θεωρούσαμε ότι θα καταφέρουμε να αποδείξουμε ότι δεν υστερούμε τόσο σε σύγκριση με τον άλλο… ότι δεν είμαστε κατώτεροι… ότι δεν υπερέχει σε όλα όσα εμείς οι ίδιοι βάζουμε τον εαυτό μας σε κατάσταση σύγκρισης.  Και οι συγκρίσεις προέρχονται από εμάς τους ίδιους, χωρίς να μας έχουν ζητηθεί, χωρίς να μας έχουν προκληθεί μέσα από τη συγκεκριμένη σχέση… Όμως, ανατρέχοντας στο παρελθόν ίσως διαπιστώσουμε ότι ως παιδιά μπορεί να ήμασταν διαρκώς αντικείμενα σύγκρισης μέσα στο περιβάλλον μας… και τώρα που μπορούμε εμείς να καθορίσουμε τους όρους στις σχέσεις μας, επιλέγουμε συμπεριφορές και πρότυπα που μας είναι οικεία… ακόμη κι αν ξέρουμε ότι από τις συγκρίσεις πολύ εύκολα θα φτάσουμε σε πολλαπλές συγκρούσεις… εσωτερικές, δηλαδή στο μυαλό μας, σε όσα σκεφτόμαστε και σε όσα νιώθουμε, και εξωτερικές, που αφορούν τις σχέσεις μας με τους άλλους… 


Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Μεγαλώνοντας χωρίς την αποδοχή των γονιών μου…


Με έχουν αποδεχθεί οι γονείς μου;
Κι εγώ έχω αποδεχθεί τον εαυτό μου;

Για πόσο ακόμα θα παλεύω με τη μη αναγνώριση και τη μη αποδοχή από τους γονείς και πώς θα φτάσω να αποδεχθώ τον εαυτό μου;

«Καθημερινά, από τότε που γεννήθηκα, για την ακρίβεια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βρίσκομαι σε μια κατάσταση εγρήγορσης και προσπάθειας να σας δείξω πόση ανάγκη έχω την αποδοχή σας, τον σεβασμό σας, την αναγνώρισή σας…». Αυτά τα λόγια μπορεί να τριγυρίζουν συχνά στο μυαλό μας και μπαίνουμε στο δίλημμα: να τα εκφράσουμε ή όχι στους γονείς μας; Για εμάς μπορεί να είναι πολύ σημαντικό να καταφέρουμε να πάρουμε μια απάντηση πάνω σ’ αυτό, αλλά ποιος θα μας εξασφαλίσει ότι θα πάρουμε την απάντηση που δεν καταφέραμε να λάβουμε σε όλη μας τη ζωή; Κι εμείς γιατί συνεχίζουμε να περιμένουμε ακόμη αυτή την προσοχή και την επιβεβαίωση που ποτέ δεν ήρθε σε όλη τη μέχρι τώρα ζωή μας; Τώρα θα αλλάξουν οι γονείς μας και θα καταλάβουν τι προσδοκάμε; 

Και τότε στρέφουμε την προσοχή στον εαυτό μας και αναρωτιόμαστε: εμείς οι ίδιοι πόσο αποδεχόμαστε τον εαυτό μας; Και τι σημαίνει αυτό; Και θα καταφέρουμε ποτέ να αποδεχθούμε και να αναγνωρίσουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας;

Μπορεί σε όλη μας τη ζωή να βιώσαμε πολλαπλές στερήσεις και ματαιώσεις, περιμένοντας λίγη παρηγοριά και ένα χάδι από τους γονείς… Μπορεί οι γονείς μας να ήταν όντως παρόντες, να ήταν εδώ, «δίπλα μας», αλλά ποτέ να μην κατάφεραν να μας δείξουν ότι αναγνωρίζουν και αποδέχονται όσα εμείς είμαστε και όσα εμείς κάναμε… 

Δεν αναγνωρίσατε και δεν αποδεχτήκατε εμένα, ούτε αυτά που έκανα και όσα προσπαθούσα. Μια ζωή προσπαθούσα να σας αποδείξω ότι είμαι το παιδί που θέλετε…  το παιδί που ποτέ δεν θα σας προδώσει, που ποτέ δε θα ματαιώσει τις επιθυμίες σας, το παιδί που μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες σας. Ήξερα πολύ καλά τις δικές σας ανάγκες και δεν κατάφερα όσο ήμουν κοντά σας ούτε καν να διανοηθώ ότι έχω κι εγώ ανάγκες, ότι έχω κι εγώ εαυτό, ότι έχω και εγώ δικαίωμα στη ζωή, στη δική μου ζωή, στα δικά μου συναισθήματα και στις δικές μου ανάγκες. 


Περίμενα, λοιπόν, την αναγνώριση και την αποδοχή από τους γονείς, την όποια θετική κίνηση από την πλευρά τους, η οποία δεν ήρθε ποτέ… και τώρα μένω να αναρωτιέμαι: χωρίς τη θετική αναγνώριση από τους γονείς μπορώ να αναγνωρίσω και να αποδεχθώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου; 

Αρχίζουμε πραγματικά να συμπαθούμε τον εαυτό μας, όχι όταν εμφανίζουμε έντονη αυτοπεποίθηση, κομπασμό και έπαρση, αλλά όταν όντως μπορούμε να βρισκόμαστε κοντά στον εαυτό μας και να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας. Συμπαθούμε τον εαυτό μας σημαίνει κυρίως ότι αναπτύσσουμε μια ήρεμη ευχαρίστηση να είμαστε ο εαυτός μας. 

Αποδέχομαι τα θετικά συναισθήματα που νιώθω και αποδέχομαι τα θετικά που δέχομαι. «Μπορώ να επιτρέψω σε κάποιον να νοιάζεται για μένα και μπορώ να αποδεχθώ πλήρως το ενδιαφέρον αυτό από μέσα μου. Αυτό μου επιτρέπει να αναγνωρίσω πώς νοιάζομαι και νοιάζομαι βαθιά γα τους άλλους και σχετικά με τους άλλους» (Ρότζερς, 2006: 94).

Πόσο μπορώ, λοιπόν, να καταφέρω να αγαπήσω τον εαυτό μου και πόσο έχω πείσει τον εαυτό ότι μπορεί και αξίζει να αγαπηθεί; Μπορώ να δεχτώ στοργή και αγάπη; Νιώθω ότι μπορώ να αποδεχτώ αυτή την αγάπη και να την κάνω δική μου; Κι αν δεν έχω μάθει να με αποδέχονται και να με αναγνωρίζουν, πόσο εύκολο είναι να μάθω εγώ ο ίδιος να αποδέχομαι και να αναγνωρίζω τον εαυτό μου και να είμαι ανοιχτός στα συναισθήματα και στις συμπεριφορές των άλλων;


Rogers, Carl. 2006. Το γίγνεσθαι του προσώπου. Αθήνα: Ερευνητές.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Πρόσωπα και προσωπεία


Η διαδικασία του γίγνεσθαι- Η διαδικασία να γίνεσαι πρόσωπο…
Πόσο εύκολη είναι αυτή η διαδικασία και πόσοι από εμάς έχουμε καταφέρει να γίνουμε πρόσωπα; Τι σημαίνει πρόσωπο και πόσο κοντά σ' αυτό βρισκόμαστε; 

Ο Ρότζερς μιλώντας για τη θεραπεία που εφαρμόζει σε πελάτες αναφέρει:
«Όταν ένας άνθρωπος έρχεται σ’ εμένα, βασανισμένος από τον δικό του, μοναδικό συνδυασμό δυσκολιών, έχω διαπιστώσει πως αξίζει πραγματικά να προσπαθήσω να δημιουργήσω μαζί του μια σχέση στην οποία να νιώθει ασφαλής και ελεύθερος. Ο σκοπός μου είναι να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο νιώθει τον δικό του εσωτερικό κόσμο, να τον αποδεχθώ έτσι όπως είναι, να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα ελευθερίας, στην οποία θα μπορεί να προχωρά τη σκέψη, το συναίσθημα και την ύπαρξή του προς όποια κατεύθυνση επιθυμεί. Πώς χρησιμοποιεί μια τέτοια ελευθερία;


Η εμπειρία μου είναι πως τη χρησιμοποιεί για να γίνεται όλο και περισσότερο ο εαυτός του. Αρχίζει να ρίχνει τα ψεύτικα προσωπεία, τις μάσκες, τους ρόλους με τους οποίους αντιμετώπιζε τη ζωή. Φαίνεται να προσπαθεί να ανακαλύψει κάτι πιο βασικό, κάτι πιο αληθινά δικό του. Αρχικά εγκαταλείπει μάσκες για τις οποίες είχε, σε κάποιο βαθμό, επίγνωση ότι τις χρησιμοποιούσε. 


Στην προσπάθεια ανακάλυψης του εαυτού του, ο πελάτης συνήθως χρησιμοποιεί τη σχέση για να εξερευνήσει, να εξετάσει τις διάφορες πλευρές της δικής του εμπειρίας, για να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει τις βαθιές αντιφάσεις που συχνά ανακαλύπτει. Μαθαίνει πόση από τη συμπεριφορά του, πόσα από τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του δεν είναι πραγματικά, δεν είναι κάτι που ρέει από τις γνήσιες αντιδράσεις του οργανισμού του, αλλά είναι μια βιτρίνα, ένα προσωπείο, πίσω από το οποίο κρύβεται. Ανακαλύπτει σε ποιο βαθμό η ζωή του καθοδηγείται από όσα νομίζει πως θα έπρεπε να είναι, κι όχι από όσα είναι. Συχνά ανακαλύπτει πως υπάρχει μόνο σε απάντηση των αναγκών των άλλων, πως φαίνεται να μην έχει δικό του εαυτό, πως προσπαθεί να σκεφθεί, να αισθανθεί και να συμπεριφερθεί μόνο με τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι νομίζουν ότι οφείλει να το κάνει. 

Σε σχέση με αυτό, ξαφνιάστηκα όταν ανακάλυψα με πόση ακρίβεια ο Kirkegaard απεικόνισε, πριν από έναν αιώνα και κάτι, με ψυχολογική ενόραση, το δίλημμα του ανθρώπου. Επισημαίνει πως η πιο κοινή μορφή απελπισίας είναι να νιώθεις απελπισία επειδή δεν επιλέγεις ή δεν είσαι πρόθυμος να είσαι ο  εαυτό σου. Η βαθύτερη μορφή απελπισίας είναι να διαλέγεις να είσαι άλλος από τον εαυτό σου. Από την άλλη να επιθυμείς να είσαι ο εαυτός που πραγματικά είσαι, είναι πράγματι το αντίθετο της απελπισίας, και η επιλογή αυτή είναι η βαθύτερη ευθύνη του ανθρώπου. 


Η εξερεύνηση γίνεται ακόμα πιο ενοχλητική, όταν καταπιάνονται με την αφαίρεση προσωπείων που δεν ήξεραν ότι ήταν προσωπεία. Αρχίζουν να ασχολούνται  με το τρομαχτικό έργο της εξερεύνησης των ταραγμένων και συχνά βίαιων συναισθημάτων μέσα τους. Η αφαίρεση μιας μάσκας που κάποιος νόμιζε πως ήταν κομμάτι του αληθινού του εαυτού μπορεί να είναι μια βαθιά εμπειρία, που τον συνταράζει, όταν όμως υπάρχει ελευθερία να σκέφτεται, να αισθάνεται και να είναι, το άτομο προχωρά προς ένα τέτοιο στόχο» (σελ. 112-114).

Πώς μπορεί να επιτευχθεί η παραπάνω διαδικασία; Το άτομο θα πρέπει να περάσει μέσα από ορισμένες καταστάσεις ώστε να οδηγηθεί στην ανακάλυψη αγνώστων πτυχών του εαυτού. Μια τέτοια κατάσταση είναι η βίωση του συναισθήματος,  καθώς και η ανακάλυψη του εαυτού στην εμπειρία. Είναι σημαντικό να μπορέσει το άτομο σταδιακά να εξερευνήσει «ό,τι βρίσκεται πίσω από τα προσωπεία που παρουσιάζει στον κόσμο, πίσω ακόμα κι από τα προσωπεία με τα οποία ξεγελά τον εαυτό του. Βιώνει σε βάθος και συχνά με ζωντάνια τα διαφορετικά στοιχεία του εαυτού του, που ήταν κρυμμένα μέσα του. Έτσι, γίνεται όλο και πιο πολύ ο εαυτός του- όχι ένα προσωπείο συμμόρφωσης στους άλλους, μια κυνική άρνηση κάθε συναισθήματος, ή μια βιτρίνα διανοητικής λογικής, αλλά μια διαδικασία που ζει, αναπνέει, αισθάνεται, μεταβάλλεται- εν συντομία γίνεται πρόσωπο» (σελ. 117).


Έτσι, αναδύεται το πρόσωπο και πως θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το πρόσωπο; Είναι λίγο δύσκολο αυτό, καθώς το κάθε πρόσωπο φέρει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν ορισμένα, όμως, κοινά στοιχεία που μπορούμε να διακρίνουμε στα πρόσωπα.

Αυτά είναι τα εξής: 



  • Πρόσωπα, που είναι ανοιχτά στην εμπειρία, χωρίς αμυντικές συμπεριφορές.
  • Πρόσωπα, που έχουν εμπιστοσύνη στον οργανισμό τους, τον οποίο θεωρούν αξιόπιστο και κατάλληλο για την ικανοποίηση των αναγκών τους.
  • Πρόσωπα, που η εστία των επιλογών και των αποφάσεων ή των αξιολογικών κρίσεων βρίσκεται μέσα τους.
  • Πρόσωπα, που διαρκώς πασχίζουν να ανακαλύψουν και να γίνουν ο εαυτός τους.


Για να γίνουμε πρόσωπα θα πρέπει να αρχίσουμε να εγκαταλείπουμε τη μια μετά την άλλη τις αμυντικές μάσκες με τις οποίες αντιμετωπίζαμε μέχρι τώρα τη ζωή…



Rogers, Carl. 2006. Το γίγνεσθαι του προσώπου. Αθήνα: Ερευνητές.