Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Γονείς, παιδί και σύμπτωμα


Το παιδί μπορεί να αποτελεί το μέσο έκφρασης του συμπτώματος, μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Το σύμπτωμα αποτελεί αναπαραστάτη της αλήθειας και μπορεί να αναπαραστήσει την αλήθεια του γονεϊκού ζεύγους. Στο παιδί μπορεί να γίνει η μεταβίβαση του συμπτώματος των γονέων: «το παιδί ως αξεσουάρ για τη διαμόρφωση του ιδανικού οικογενειακού εγώ, το οποίο συμπληρώνει τη ναρκισσιστική ατέλεια των γονέων του, στη λογική μιας κατ’ επίφασιν γενεαλογικής ακολουθίας» (σελ. 117). 

Το παιδί προστίθεται μέσα στην οικογένεια και στο χάσμα της ίδιας της γονεϊκής συνύπαρξης, στην αναζήτηση του γονεϊκού ρόλου. Δεν είναι όμως αυτό που θα συμπληρώσει το χάσμα αυτό. 

Το παιδί βρίσκεται πέρα από τον πατέρα και τη μητέρα. Επίσης, διαφοροποίηση παρατηρείται και στην επιθυμία για γονεϊκό ρόλο και στην επιθυμία του ίδιου του παιδιού.


Το παιδί εκ γενετής έρχεται αντιμέτωπο με την ίδια την επιθυμία του, τη διοχέτευση της επιθυμίας μέσω σεξουαλικών και επιθετικών ενορμήσεων στην πραγματικότητα, μέσα από ένα σύνολο ματαιώσεων, μεταμορφώσεων και προβολών. Το παιδί χαρακτηρίζεται από μια ακόρεστη επιθυμία που θα πρέπει να περιοριστεί. Για να γίνει αυτό είναι απαραίτητη η συμβολή του κοινωνικού, που θέτει τη διαμόρφωση των ρόλων ώστε να επέλθει μια ψυχική ισορροπία και να μην μπλεχτεί το παιδί σε ένα αδιέξοδο παιχνίδι αναζήτησης μιας πλήρους ικανοποίησης της επιθυμίας, που είναι ανέφικτη.  

Σημαντικό και ρυθμιστικό ρόλο σ’ αυτό παίζουν οι γονείς, που καθορίζουν τα όρια και τους περιορισμούς. Το παιδί αποτελεί προέκταση της πατρικής και μητρικής επιθυμίας, ενώ σταδιακά έχει ανάγκη να απομακρυνθεί από την εξουσία των γονέων, να αποσπαστεί από τη γονεϊκή αυθεντία, καθώς και να ενταχθεί σταδιακά στο πεδίο διαμόρφωσης της δικής του υποκειμενικότητας. Το γονεϊκό είδωλο αρχίζει να μετατρέπεται σε ένα πεδίο αμφισβήτησης, εισάγεται σε ένα παιχνίδι σύγκρισης με παράλληλες γονεϊκές εικόνες. Το παιδί έχει ανάγκη από μια συγκρότηση του γονεϊκού ιδεώδους, φαντασιώνεται ότι απαλλάσσεται από τους γονείς τους αποκαθιστά με άλλους πιο σπουδαίους, σημαντικούς και ξεχωριστούς. (σελ. 105). 

«Το ουσιαστικό όμως νόημα αυτής της συνθήκης φαντασίωσης είναι η διάσωση του ίδιου του μυθιστορήματος του παιδιού, του δικού του μυθιστορήματος της παιδικής ηλικίας, το οποίο διέρχεται από την εξιδανικευμένη διαχείριση των οιδιπόδειων συσχετισμών της ηλικίας, στους οποίους ο πατέρας αποτελεί την πανίσχυρη και αξεπέραστη γονεϊκή φιγούρα, το αντικείμενο ευρύτερου θαυμασμού και αναγνώρισης, ενώ στο μητρικό πρότυπο αντιστοιχεί η εικόνα της μοναδικής και λατρεμένης γυναίκας, η οποία ικανοποιεί όλες του τις ανάγκες» (σελ. 105). 


Ο Φρόυντ διατυπώνει μια θεωρία της οικογένειας εστιάζοντας στην ασυμμετρία της θέσης των δύο φύλων ως προς το οιδιπόδειο. 

«Στους οιδιπόδειους συσχετισμούς, το υποκείμενο βρίσκεται εγκλωβισμένο στην επιθυμία της επιθυμίας της μητέρας, στην ανάγκη για απεριόριστη οικειοποίηση της, επιθυμώντας φαντασιακά αυτό που θεωρεί ότι η ίδια επιθυμεί, έως ότου επέλθει η πατρική επιβολή, η συμβολική πατρική αναγκαιότητα, το Όνομα του Πατέρα, το οποίο θα θέσει τέλος στην ατέρμονη αυτή διαδικασία φαντασιακής προσκόλλησης στο μητρικό είδωλο» (σελ. 106-107).


Serge Cottet. Το οικογενειακό μυθιστόρημα των γονέων, σελ. 87-96, 97-126. Στο βιβλίο «Οικογένεια και νέες μορφές γονεϊκότητας», Ν. Παπαχριστοπούλου, Opportuna.  

Πώς λειτουργεί η Αυτορρύθμιση;


Τρία στάδια του Μοντέλου Αυτορρύθμισης
 



Ο Κύκλος της Αυτορρύθμισης φέρει δύο προϋποθέσεις:

Το άτομο αποσκοπεί σε ορισμένο στόχο.

Να μην υπάρχουν αυτοματοποιημένες συμπεριφορές που να οδηγούν στον στόχο. 

Η αυτορρύθμιση είναι η διακοπή της αυτόματης διαδοχής συμπεριφορών και κυρίως από τον έλεγχο της επεξεργασίας των πληροφοριών. 

1. Αυτοπαρατήρηση- αυτοπαρακολούθηση: Το άτομο εστιάζει στη συμπεριφορά που οδηγεί στην επίτευξη του στόχου και την παρακολουθεί.

2. Αυτοαξιολόγηση: Συγκρίνονται και αξιολογούνται τα αποτελέσματα της αυτοπαρατήρησης με τη συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει στην επίτευξη του στόχου. Η αυτοαξιολόγηση μπορεί να επηρεαστεί από λάθη στην αυτοπαρατήρηση, στη δομή του στόχου ή στα κριτήρια και στους κανόνες που το άτομο έχει θέσει αναφορικά με την πραγματοποίηση του στόχου.

3. Αυτοενίσχυση και αυτοτιμωρία- Αυτοπροκαλούμενες επιπτώσεις: Όσο πιο πολύ το άτομο θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του τόσο πιο πολλές είναι οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις σε συναισθηματικό και γνωστικό επίπεδο. Η θετική αυτοαξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της διάθεσης και ενδυνάμωση της τάσης για δράση, καθώς και σε αύξηση των κινήτρων για καταβολή περαιτέρω προσπαθειών προς επίτευξη του στόχου. 


Η αυτορρυθμιστική ικανότητα επηρεάζεται από μελλοντικές συνέπειες (αυτά που το άτομο προβλέπει) και από γεγονότα του παρόντος ή του παρελθόντος. Η προδρομική αυτορρύθμιση αναφέρεται όταν το άτομο σκέφτεται τις μελλοντικές συνέπειες της συμπεριφοράς του. Η αναδρομική αυτορρύθμιση αναφέρεται όταν το άτομο αναλύει τις συνέπειες της συμπεριφοράς στο παρελθόν.  Η διορθωτική ή συνδιαλλακτική αυτορρύθμιση καθοδηγείται από νευροφυσιολογικές και εξωτερική επανατροφοδότηση.

Η πορεία από την επιθυμία για επίτευξη του στόχου προς την τελική ενεργοποίηση του ατόμου για δράση περνά από πολλά στάδια. 


Η επιθυμία μετατρέπεται σε πρόθεση όταν υπάρχει η δυνατότητα να επιτεθεί ο στόχος, όταν υπάρχει η απαιτούμενη χρονική διάρκεια, όταν έχει σπουδαιότητα για το άτομο, όταν είναι επείγουσα η επίτευξη και υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα.     

Βιβλιογραφία:
Καλαντζή- Αζίζι, Α. και συν. (2002). Αυτογνωσία και Αυτοδιαχείριση. Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 127-130.


Ο ρόλος της αυτοδιαχείρισης στην ψυχοθεραπεία


Έξι βασικοί κανόνες για αυτοδιαχείριση

Όταν το άτομο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καθημερινότητά του μέσα από την ικανότητα της αυτορρύθμισης οδηγείται στην αυτοδιαχείριση, που είναι μια «εξώθεν» εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική στήριξη του ατόμου, που εμφανίζει δυσκολίες προσαρμογής. 

Στόχος της αυτοδιαχείρισης είναι να ενεργοποιηθεί το άτομο, δηλαδή να βρει στόχους και να κάνει αυτοπαρατήρηση. Πιο συγκεκριμένα, να κάνει πιο συγκεκριμένους τους στόχους και να βρει τρόπους και εναλλακτικές προσανατολισμού στο μέλλον. 

Ποιοι είναι οι βασικοί κανόνες;

1. Προσανατολισμός της σκέψης προς τη συμπεριφορά. Κατά την περιγραφή των προβλημάτων δεν αρκεί να είμαστε γενικοί και ασαφείς. Μπορεί να περιγράψουμε προβλήματα αποδίδοντάς τα σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή σε αόριστους όρους, π.χ. λέμε «δεν έχω θέληση», «αισθάνομαι να με κυνηγά η μοίρα», σκέφτομαι «η ζωή μου φεύγει μέσα από τα χέρια»… Τα διαπιστώνω, τα περιγράφω, τα επισημαίνω, αλλά τι κάνω για αυτά; Επίσης, μπορεί να δίνουμε έμφαση στα αποτελέσματα μιας συμπεριφοράς, παρά στην ίδια τη συμπεριφορά. Γκρινιάζω, π.χ. «δεν έχω ελεύθερο χρόνο», «δεν είμαι επαγγελματικά επιτυχημένος».

Τι κάνουμε; Στόχος είναι όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη περιγραφή των προβληματικών καταστάσεων και των πιθανών λύσεων. Σκοπός είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς. Φέρει παρόμοια φιλοσοφία με τη θεραπεία της πραγματικότητας, που υποστηρίζει «είμαστε σε μεγάλο ποσοστό αυτό που κάνουμε, και εάν θέλουμε να αλλάξουμε, που είμαστε, πρέπει να αλλάζουμε αυτό που κάνουμε».

2. Κατεύθυνση της σκέψης προς την επίλυση προβλημάτων. Δεν εστιάζουμε σε αρνητικά στοιχεία που οδηγούν σε σύνθεση του προβλήματος, αλλά στην επίλυση του προβλήματος προσανατολίζει τη σκέψη στη δημιουργική λήψη αποφάσεων και την απομάκρυνση από αρνητικούς μηρυκασμούς. 

3. Θετικός χαρακτήρας σκέψης. Η προσοχή είναι στραμμένη στα θετικά αποτελέσματα και στόχος είναι ο σχεδιασμός των στρατηγικών που υποβοηθούν την πρόοδο και την περαιτέρω ανάπτυξη του ατόμου. 

4. Κατάτμηση στόχων σε μικρά βήματα. Πρόκειται για χρήσιμη στρατηγική για προγράμματα ενίσχυσης και βασική αρχή για απόκτηση νέων δεξιοτήτων. Οι στόχοι είναι σαφώς καθορισμένοι και εφικτοί, ενώ έχουν μεγαλύτεροι πιθανότητα επίτευξης. 

5. Ευελιξία στη σκέψη. Απαιτείται διαρκώς νέος προσδιορισμός και καινούργιες προσαρμογές ως προς στόχους και τρόπους που οδηγούν σ’ αυτό. «Υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν στην επίτευξη ενός στόχου και η διακοπή της προσπάθειας για αλλαγή θεωρείται βεβιασμένη αντίδραση εάν δεν επιτύχει κανείς τον προκαθορισμένο στόχο. Ευελιξία σημαίνει να αποκτήσει ο θεραπευόμενος την ικανότητα να ξεπερνά κρίσιμες καταστάσεις όταν –απρόβλεπτα- αλλάζουν κάποιοι παράγοντες (σελ. 182). 

6. Προσανατολισμός της σκέψης στο μέλλον. Σημαντικός ο σχεδιασμός για το μέλλον, η διαμόρφωση επιδιώξεων και προσδοκιών αλλά και η γνωστική πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων για την αποτελεσματική καθοδήγηση της συμπεριφοράς. Πόσο μπορεί το άτομο να αναπαραστήσει στη φαντασία του ένα ευρύ φάσμα πιθανών αποτελεσμάτων, δηλαδή αλλαγών στη ζωή του;

Προϋποθέσεις για εφαρμογή αυτοδιαχείρισης:

  • Βασική ικανότητα- ετοιμότητα για λεκτική- μη λεκτική επικοινωνία με άλλα πρόσωπα.
  • Δυνατότητα για κοινωνική επαφή με θεραπευτή ή ομάδα.
  • Πιθανότητα για αλλαγή- βελτίωση, δηλαδή προώθηση ατομικών δυνατοτήτων σε ικανοποιητικό επίπεδο.
  •  Ελάχιστο κίνητρο για αλλαγή δραστηριοτήτων (σελ. 169-184).


Βιβλιογραφία:
Καλαντζή- Αζίζι, Α. και συν. (2002). Αυτογνωσία και Αυτοδιαχείριση. Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Περί ψυχής, Αριστοτέλης



«Δυσκολία, όμως, έχουμε και σχετικά με τα πάθη της ψυχής, για το αν, δηλαδή, είναι όλα κοινά και ανήκουν στο ον που περιέχει την ψύχη, ή υπάρχει και κάποιο που ανήκει στην ίδια την ψυχή, αυτό βεβαίως, είναι απαραίτητο να το συλλάβουμε, αλλά δεν είναι εύκολο. 

Και φαίνεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δίχως το σώμα, ούτε πάσχει ούτε προκαλεί κανένα πάθος, δεν οργίζεται, για παράδειγμα, ούτε δείχνει θάρρος, ούτε επιθυμεί, και γενικά δεν αισθάνεται. Κατεξοχήν η νόηση, όμως, φαίνεται πως ανήκει στην ψυχή, αλλά, αν και η νόηση είναι κάποιο είδος φαντασίας, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει χωρίς τη φαντασία, δε θα μπορούσε, ούτε αυτή, να υπάρχει χωρίς το σώμα. Αν, λοιπόν, κάποια από τις λειτουργίες ή τα πάθη της ψυχής της ανήκει, η ψυχή θα μπορούσε να υπάρχει ξέχωρα από το σώμα, αν, όμως, τίποτα δεν της ανήκει, δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά, αλλά θα συμβαίνει με αυτή ότι και με το ευθύ, το οποίο, ως ευθύ, έχει πολλά κατηγορήματα, αγγίζει για παράδειγμα τη χάλκινη σφαίρα σε ένα σημείο, ενώ δε θα μπορεί να την αγγίζει έτσι, αν υπάρχει χωριστά, και είναι πράγματι αχώριστο, αφού ακριβώς, πάντα, βρίσκεται με κάποιο σώμα. 


Φαίνεται έτσι πως, και τα πάθη της ψυχής, όλα συνδέονται με κάποιο σώμα, το θάρρος, η πραότητα, ο φόβος, ο οίκτος, η τόλμη, επίσης η χαρά και η αγάπη και το μίσος, γιατί, όταν εμφανίζονται αυτά, πάσχει και το σώμα με κάποιον τρόπο. Και σημάδι για αυτό είναι ότι, κάποτε, παρόλο που ενσκήπτουν ισχυρά και ζωηρά πάθη, καθόλου δεν ακολουθεί παροξυσμός ή φόβος, ενώ, άλλες φορές, ασήμαντες και αμυδρές αιτίες αρκούν για να προκαλέσουν κίνηση –όταν το σώμα ήδη βρίσκεται σε διέγερση, και είναι στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται ακριβώς όταν οργίζεται. Ακόμη περισσότερο, όμως, είναι φανερό το εξής: ενώ δε συμβαίνει τίποτε φοβερό, οι άνθρωποι δοκιμάζουν τα πάθη εκείνου που φοβάται. Κι αν έτσι έχει το πράγμα, είναι φανερό πως τα πάθη είναι μορφές που πραγματώνονται μέσα στην ύλη, ώστε οι ορισμοί τους έχουν ως εξής: η οργή, για παράδειγμα, είναι κάποια κίνηση συγκεκριμένου σώματος, ή μέρους ή ικανότητας του σώματος, που έχει μιαν ορισμένη αιτία κι έναν ορισμένο σκοπό» (σελ. 48-49).  


Αριστοτέλης. Περί ψυχής. Αθήνα, Ζήτρος, 2009, σελ. 41-53.