Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Μπουκάι: περί ερωτικών σχέσεων


«Το να χτίσεις μια σχέση με διάρκεια απαιτεί δεξιοτεχνία, κι αυτό επιτυγχάνεται μόνο με εξάσκηση. Όταν θα είσαστε σε θέση να ξέρετε ποιο είναι το κέντρο της σχέσης που επιθυμείτε, τότε θα μπορέσετε να στοχεύσετε προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν δεν αποφασίσετε πρώτα να ξεκαθαρίσετε κατά πόσο τα σχέδιά σας συμπίπτουν, -δηλαδή τον κύκλο όπου θα στοχεύσετε τα βέλη σας-, η ευτυχία που θα βρείτε θα είναι απλά μια σύμπτωση ή μια πλασματική κατασκευή για τα μάτια του κόσμου. Και αυτό που ήθελα περισσότερο να σας επισημάνω: όταν η αγάπη παραμένει, ο πόνος μιας διαφωνίας περιέχει πάντα διπλή θλίψη: τον πόνο που υποφέρω εγώ ο ίδιος και τη θλίψη για τον πόνο του ανθρώπου που αγαπώ, ακόμα κι αν ξέρω ότι δεν μπορώ να συνεχίσω τον δρόμο μου μαζί του» (σελ. 37).


Συχνά μέσα στη σχέση μας επιλέγουμε να σχεδιάσουμε ομόκεντρους κύκλους γύρω από κάθε πράξη, έτσι ώστε να μπορέσουμε ο καθένας να αποφύγει τον δικό του πόνο ή τον πόνο του άλλου. 


Ορισμένες φορές υπάρχει η δυνατότητα να «μην είναι σκοπός ο στόχος». Μπορεί να είναι η ίδια η διαδρομή ο σκοπός της κίνησης. Μπορούμε να κινούμαστε σε μια πορεία χωρίς κάθε βήμα να αποτελεί μια δοκιμασία. Έτσι έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε ευχαρίστηση προχωρώντας προς μια κατεύθυνση. 


Ο Χόρχε αναφέρει: «Όταν σταμάτησα να κυνηγάω τη σκιά των προσδοκιών μου, άρχισαν να εμφανίζονται μεγαλύτερες ευκαιρίες που ποτέ δεν είχα φανταστεί, και συνοδοιπόροι πιστοί και αξιόπιστοι. Εγώ ήμουν ξύπνιος και μπόρεσα να τους δω…».



«Είναι αλήθεια πως δεν μπορούμε ούτε να το προβλέψουμε ούτε να το ελέγξουμε, αλλά δέξου αυτή την ιδέα για αληθινή. Η τύχη ποτέ δεν πλησιάζει αυτούς που, αντί να πηγαίνουν σε αναζήτηση του ονείρου, περιορίζονται στο να τρέχουν πίσω από ματαιόδοξους στόχους» (σελ. 271).  




Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera.

Στα δύσκολα…


Στα δύσκολα δεν είναι κανείς εκεί… δεν είναι κανείς πουθενά… και όσο κι αν ψάχνεις εκείνες τις γνώριμες φιγούρες βλέπεις… δεν μπορείς να εντοπίσεις καμιά… Πού είναι άραγε; Πού πήγαν όλοι εκείνοι που μέχρι χθες ήταν εδώ; Και αφού σκεφθείς και αναπολήσεις και νοσταλγήσεις για λίγο… απορείς: έφυγαν ή τους έδιωξες; Έφυγαν ή ποτέ δεν ήταν εδώ; Και τι ακριβώς σου πρόσφεραν όταν ήταν; Και τι θα μπορούσαν να σου προσφέρουν τώρα; Και τι θα ήθελες να τους πεις; Και τι θα σου έλεγαν; Ίσως τίποτα… η παρουσία μερικές φορές αρκεί… επιβεβαιώνει… καθησυχάζει… 


Στα δύσκολα δεν ήσουν εδώ… και ίσως ποτέ να μην ήσουν εδώ… και ίσως ποτέ να μην κατάλαβες τι από όλα ήταν δύσκολο… και τώρα μένω να αναρωτιέμαι… τι περιμένω; Τι προσδοκώ και γιατί; Θα φανεί πολύ πεσιμιστικό αν πω τίποτα, κανέναν, εδώ στο πουθενά…

Έμαθα, σκέφτηκα, προβληματίστηκα, παρέμεινα εδώ να περιμένω… ποιος άραγε θα είναι παρών; Κανείς; Είναι κανείς εδώ; Και τελικά που πήγαν όλοι; Μήπως τόσο καιρό πίστευα πώς είναι εδώ, αλλά ποτέ δεν ήταν; Και τώρα, που ήθελα απλά να μιλήσω… να ξεχαστώ… να ακούσω μια κουβέντα… κανείς δεν είναι εδώ… 


Στα δύσκολα… κανείς δεν είναι εδώ… και οι σχέσεις κρίνονται και δοκιμάζονται… και αξιολογούνται… κι εσύ παραμένεις ένας αυστηρός κριτής που δεν ξεχνά και δεν προσδοκά πλέον… γιατί ξέρεις… ότι κανείς δεν είναι εδώ… κανείς δεν μπορεί να απαλύνει όλα αυτά που κατέκλυσαν βίαια και άξαφνα την ίδια σου την ύπαρξη… γιατί ξέρεις… ότι κανείς δεν είναι εδώ… κανείς… κανείς…


Ίσως να σε τρόμαζε αυτή η μοναξιά… ίσως να σ’ έκανε να απορείς… όμως, πέρασαν πολλές μέρες τώρα που αναρωτιέσαι… που πήγαν όλοι; Και γιατί ‘φύγαν και γιατί δεν γυρνούν; Να γυρίσουν που; Δεν υπάρχει επιστροφή… 



Εκεί στα δύσκολα κανείς… μετά τα δύσκολα… όλα είναι τόσο διαφορετικά… ησυχία, παντού ησυχία… κανείς δεν είναι εδώ… αλλά τουλάχιστον υπάρχει μια ανακούφιση… μια ηρεμία… μια ήσυχη και γνώριμη ερημιά… εδώ χωρίς κανέναν, εδώ στο ίδιο γνώριμο μέρος, περιμένοντας τη ζωή… όπως κι αν είναι… με πολλές εκπλήξεις… αν και αυτό που θα σε εκπλήσσει πάντα πιο πολύ από όλα… θα είναι οι άνθρωποι… που μπορούν να φτάσουν… τι λόγια μπορούν να ξεστομίσουν… σε τι συμπεριφορές μπορεί να οδηγηθούν… 



Εκεί στα δύσκολα… κατάλαβες ότι είναι μια ευκαιρία να ανακαλύψεις τους ανθρώπους… να μάθεις τι σημαίνει άνθρωπος… να μάθεις τι σημαίνει ζωή… και ότι εκεί στα δύσκολα τίποτα δεν είναι δεδομένο… ούτε καν η παρουσία των ανθρώπων… ούτε καν η ουσία αυτών… και δεν μπορείς να σκεφθείς ότι  έτσι είναι οι άνθρωποι…


Ο άνθρωπος και η φυλακή του…


Σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγουμε εμείς οι ίδιοι να εγκλωβίσουμε τον εαυτό μας μέσα σε μια φυλακή, μη γνωρίζοντας τι μπορούμε να κάνουμε την απεριόριστη ελευθερία μας. Ενώ μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε, να πάμε ότι θέλουμε… πολλές φορές καταλήγουμε να μην κάνουμε τίποτα και να μην πάμε πουθενά… 


Μπαίνοντας στη φυλακή, θα πρέπει να καθορίσουμε ένα νέο πρόγραμμα, ένα ωράριο για την καθημερινότητά μας… «Ωστόσο, παρά το μεγαλείο της ικανοποίησης των πρώτων ημερών και την απόλυτη αφοσίωση στη φυλακή της λήθης μου, άρχισε απρόσμενα να μου λείπει ο κόσμος πίσω από τα κάγκελα του παραθύρου μου» (σελ. 257).  


 «Πόσο δύσκολο μου ήταν τελικά να αντιμετωπίσω την αλήθεια! 


Ήθελα να επιστρέψω σε όλα εκείνα που είχα υποτιμήσει: στη ζωή και στους ανθρώπους. Ήθελα να βγω. Ορκίζομαι πως το ήθελα. Αλλά θυμήθηκα ότι το κλειδί ήταν έξω εκεί που δεν έφταναν τα χέρια μου, ακόμα πεταμένο δίπλα στην άκρη του δρόμου. Στην πραγματικότητα, σκέφτηκα, αρκούσε να ζητήσω το κλειδί από κάποιον περαστικό, για να βρεθώ ξανά ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα.


Στην αρχή παρακάλεσα με χαμηλή φωνή, μετά με δυνατή και τέλος φωνάζοντας, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία στην παράκλησή μου. Ο κόσμος περπατούσε βιαστικός, σαν να μην με έβλεπε, σαν να μην ήξερε πως η ελευθερία μου βρισκόταν στα χέρια του.

Ποτέ δεν υπέφερα τόσο. Η φυλακή μου, ιδανικό καταφύγιο άλλων εποχών, με είχε απομονώσει από τη ζωή. 


Ξαφνικά ακούστηκαν ακανόνιστα βήματα στα αριστερά του παραθύρου μου. Μια ηλικιωμένη πλησίασε αργά και σταμάτησε δίπλα στο κλειδί της φυλακής μου. 


Οι αισθήσεις μου ήταν τεταμένες σε σημείο έκρηξης. Είχε δει το κλειδί, αναμφιβόλως. Ακολούθησα το βλέμμα της… Φαντάσου να μην το καταλάβει και να εξαφανιστεί μαζί με το κλειδί για πάντα, σκέφτηκα.


‘Ε… ακούστε… εσείς… Το κλειδί είναι δικό μου…’ της φώναξα. Αν μου ανοίξετε, σας χαρίζω αυτό το μέρος… με ακούτε;’


Αλλά εκείνη δεν μ’ άκουγε.


Αργά αργά άπλωσε το χέρι της –όπως φοβόμουν- προς το κλειδί. 


Πριν φτάσει, όμως, να το αγγίξει, σκόνταψε κι έπεσε στον δρόμο χτυπώντας στο κεφάλι.

‘Βοήθεια’, φώναξε. ‘Δεν μπορώ να σηκωθώ’.


Κανείς δεν πήγαινε να τη βοηθήσει. Ο δρόμος ήταν έρημος.

‘Βοήθεια’ φώναξε. ‘Δεν μπορώ να σηκωθώ’.


Κανείς δεν πήγαινε να τη βοηθήσει. Ο δρόμος ήταν έρημος.

‘Βοήθεια!’ ικέτευσε με τρεμάμενη φωνή.


Μόνο εγώ μπορούσα να τη βοηθήσω. Δεν συγκρατήθηκα άλλο. Έτρεξα προς την πόρτα και, παρόλο που ήξερα πως η κλειδαριά μου ήταν απαραβίαστη, ρίχτηκα πάνω της με όλο το βάρος του σώματός μου.


Πριν καταλάβω τι συνέβαινε, βρέθηκα ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο.

Η πόρτα δεν είχε ποτέ κλειδωθεί!


Εγώ ήμουν που ποτέ δεν είχα προσπαθήσει να την ανοίξω. Είχα περιοριστεί να ζητάω βοήθεια απ’ έξω…


Τα βογγητά και οι αναστεναγμοί της ηλικιωμένης με επανέφεραν από τους συλλογισμούς μου. Πλησίασα και τη βοήθησα να σηκωθεί. Την έβαλα να καθίσει στα σκαλιά της φυλακής κι έτρεξα να της φέρω ένα ποτήρι νερό. 



Μόλις τελείωσα την περιποίηση των τραυμάτων της, η ηλικιωμένη ανέκτησε τις δυνάμεις της, με ευχαρίστησε φιλώντας μου τα χέρια κι έφυγε». (σελ. 258-260).  




Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Ο εικονικός έρωτας




«Στον εικονικό έρωτα, οι άνθρωποι και οι καταστάσεις βρίσκονται μέσα σε σχέσεις εξ αποστάσεως. Εγώ ζω στη Νέα Υόρκη κι εκείνη στη Βοστόνη. Γνωριστήκαμε όταν πήγα επίσκεψη σ‘ ένα φίλο από το κολέγιο κι αμέσως ήρθαμε πολύ κοντά: ενδιαφέρουσες συζητήσεις και καταπληκτικό σεξ. Άρχισα να πηγαίνω στη Βοστόνη κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κι εκείνη να έρχεται στη Νέα Υόρκη. Ποτέ δε βαριόμασταν ο ένας τον άλλο και τα Σαββατοκύριακά μας ήταν γεμάτα ευχάριστες δραστηριότητες και διασκεδάσεις.  



Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί… Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι, σελ. 83-87. 

Ο ναρκισσιστικός έρωτας




«Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νάρκισσος μιλούσε στην εικόνα του εαυτού του που έβλεπε να αντανακλάται στο νερό της λίμνης και τα λόγια που έλεγε η Ηχώ ήταν κι αυτά αντανάκλαση- ηχητική αντανάκλαση των δικών του λόγων. Αξιοσημείωτο, βέβαια, είναι πως ο Νάρκισσος και η Ηχώ ξεγελάστηκαν και οι ίδιοι- όπως ξεγελιόμαστε όταν βρεθούμε σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες. Από εκεί που στεκόταν η Ηχώ δεν μπορούσε να δει το είδωλο του Νάρκισσου μέσα στη λίμνη, κι έτσι νόμισε ότι τα λόγια του ήταν για αυτήν. Κι ο Νάρκισσος –που το βλέμμα του είχε μαγνητιστεί από το είδωλό του στο νερό της λίμνης- νόμισε ότι τα λόγια που άκουσε ήταν απάντηση από τα’ αγαπημένο του είδωλο, και είδε τα χείλη του μέσα στο νερό να σχηματίζουν πράγματι αυτά τα λόγια αγάπης».


«Συνήθως, πιστεύουμε ότι ο παθολογικός ναρκισσισμός είναι μια μορφή υπέρμετρης αγάπης για τον εαυτό μας –στην πραγματικότητα, όμως, ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Ο νάρκισσος, έχει – συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιεί- χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακόμα και απέχθεια για τον εαυτό του. Και για να καταφέρει να τα παραβλέψει αυτά, μεγαλοποιεί τις επιτυχίες του, τη δύναμή του ή την ομορφιά του, και κομπάζει για τα χαρίσματά του».


«Ο ρόλος του ναρκισσισμού στον έρωτα έχει δύο πλευρές: τη θετική και την αρνητική. Από τα πρώτα χρόνια μας και σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, η αυτοεκτίμησή μας αναπτύσσεται όταν μας αγαπάνε –για αυτό και κάθε έρωτάς μας την επηρεάζει θετικά. Νιώθουμε ότι αξίζουμε, όταν ο έρωτάς μας βρει ανταπόκριση, και, αντίθετα, μειώνεται η αυτοεκτίμησή μας όταν τον απορρίψουν. Αφού, λοιπόν, είναι σημαντικό για εμάς να έχουμε υψηλή αυτοεκτίμηση για να αισθανόμαστε καλά, ο ναρκισσισμός μας θέτει σε ενέργεια διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς με στόχο να την αυξήσει. Μια από τις σημαντικότερες άμυνες που συναντάμε στον έρωτα είναι η άμυνα της εξιδανίκευσης. Η συναισθηματική γενναιοδωρία, που νιώθουμε όταν είμαστε ερωτευμένοι, οφείλεται στην εξιδανίκευση του ερωτικού μας συντρόφου. Παραβλέπουμε τις ατέλειές του και πιστεύουμε ότι επιτέλους συναντήσαμε το τέλειο ταίρι μας που δεν θα μας προδώσει και δε θα μας εγκαταλείψει. Τιε περισσότερες φορές δεν γνωρίζουμε πραγματικά τον άνθρωπο που ερωτευόμαστε γιατί δεν έχουμε αρκετά δεδομένα…»




«Στην καλύτερη περίπτωση ερωτευόμαστε ένα στοιχείο του ερωτικού μας συντρόφου, περιορίζουμε το βλέμμα μας σ’ αυτό το στοιχείο και επιμένουμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι ολόκληρο το άτομο…»  




Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί… Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι, σελ. 45-48.

Ο απαγορευμένος έρωτας






«Όλοι οι ψυχαναλυτές γνωρίζουν καλά ότι ένας έρωτας μπορεί να είναι απαγορευμένος από τη συνείδησή μας. Για τους οπαδούς της Φροϊδικής θεωρίας, όλα ανάγονται στον πρώτο μας έρωτα –τον έρωτα με τον γονέα του αντίθετου φύλου- που ήταν απόλυτα απαγορευμένος. (…) 


Όλοι σχεδόν παραδέχονται ότι οι γονείς ερωτεύονται τα παιδιά τους και το αντίστροφο, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή ο έρωτας είναι απόλυτα διαχωρισμένος από τη σεξουαλικότητα. Όμως, στη φύση, έρωτας και σεξουαλικότητα είναι συνήθως το ένα δίπλα στο άλλο, πολλές φορές αλληλεξαρτώνται και συχνά ταυτίζονται. (…) Στην κοινωνία μας, ανατρέφουμε τα παιδιά μας με την ιδέα ότι το σεξ είναι συναρπαστικό και υπέροχο, ταυτόχρονα, όμως, απαγορευμένο –τουλάχιστον για αυτά».



Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί… Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι, σελ. 203-205.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

Ο ανδρόγυνος έρωτας




«Σήμερα, οι ψυχοθεραπευτές που ασχολούνται με προβλήματα γάμου βλέπουν όλο και περισσότερα ζευγάρια στα οποία οι ρόλοι άντρα- γυναίκας εξακολουθούν να έχουν την ακραία τους μορφή αλλά εμφανίζονται αντεστραμμένοι. 

Στο Ερμαφρόδιτο Ζευγάρι- που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι ιδανικό αφού κάθε σύντροφος μπορεί να παίρνει ότι καλύτερο και από τα δύο φύλα- ο άντρας είναι ευαίσθητος και επικοινωνιακός, ενώ η γυναίκα δυνατή και διεκδικητική. Σ’ αυτή τη σχέση ο άντρας ερωτεύεται μια γυναίκα που θεωρεί δυνατή και ανεξάρτητη, και μπορεί να τη σέβεται, και η γυναίκα ερωτεύεται κάποιον άντρα που θεωρεί συναισθηματικά υποστηρικτικό και μαζί του μπορεί να δεθεί ψυχικά».


«Όταν οι ρόλοι των δύο φύλων πάρουν την ακραία τους μορφή μέσα σε ένα ζευγάρι, άσχετα αν είναι παραδοσιακό ή έχει σύγχρονη μορφή με αντίστροφους τους ρόλους άντρα-γυναίκας, αυτό που χρειάζεται είναι να βρεθεί η μέση οδός. Πάνω από όλα, χρειάζεται να καταφέρουν να αποδεχτούν την αμφιθυμία τους για το φύλο του συντρόφου τους».



Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί… Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι, σελ. 265-268.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Πόσο αναγκαία είναι η κοινωνική νοημοσύνη στις σχέσεις μας;


 Τι είναι ο κοινωνικός εγκέφαλος;

«Ο εγκέφαλός μας είναι σχεδιασμένος κοινωνικά και παρασύρεται αμείλικτα σε μια μύχια ένωση με έναν άλλο εγκέφαλο κάθε φορά που υπάρχει εμπλοκή με ένα άλλο άτομο. Αυτή η νευρωνική γέφυρα μας επιτρέπει να εντυπωσιάζουμε τον εγκέφαλο –άρα και το σώμα- του ανθρώπου με τον οποίο αλληλεπιδρούμε, όπως ακριβώς και εκείνος μπορεί να επηρεάσει τον δικό μας» (σελ. 15). Όλες οι επαφές μας λειτουργούν ως ρυθμιστές του εγκεφάλου, προκαλώντας συναισθήματα. Όσο πιο μεγάλο είναι το συναισθηματικό δέσιμο τόσο πιο μεγάλη είναι η αμοιβαία δύναμη.  

Οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις λειτουργούν ως ρυθμιστές, σαν «διαπροσωπικοί θερμοστάτες», που θέτουν διαρκώς σε επανεκκίνηση βασικές πλευρές της λειτουργίες του εγκεφάλου μας καθώς ενορχηστρώνουν τα συναισθήματά μας. Οι σχέσεις διαπλάθουν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την εμπειρία αλλά τη βιολογία μας. Οι «θρεπτικές σχέσεις» είναι ωφέλιμες για την ψυχική μας υγεία και γενικότερα για την υγεία μας. Οι τοξικές σχέσεις μπορούν να επενεργήσουν στο σώμα μας σαν αργό δηλητήριο. (σελ. 16).


«Όταν εναρμονιζόμαστε με κάποιον, δεν μπορούμε παρά να μοιραζόμαστε τα συναισθήματά του, έστω και ανεπαίσθητα. Συγχρονιζόμαστε τόσο ώστε τα δικά του συναισθήματα εισβάλλουν μέσα μας, ακόμη κι όταν δεν το θέλουμε» (σελ. 43). 

Ένας βασικός δείκτης για την ύπαρξη καλής επικοινωνίας είναι η αμοιβαία ενσυναίσθηση. Γενικότερα, για να υπάρξει η δυνατότητα επικοινωνίας θα πρέπει να υπάρχουν κοινές εμπειρίες, αμοιβαία προσοχή και κοινά συναισθήματα. Η επικοινωνία μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα, μας οδηγεί στη δημιουργία μιας λάμψης του συμπαθητικού, καθώς και στο να δημιουργήσουμε μια αίσθηση φιλικότητας, ζεστασιάς, κατανόησης και ειλικρίνειας. Η επικοινωνία προϋποθέτει την ανάπτυξη της κοινωνικής νοημοσύνης, δηλαδή, την ανάπτυξη της συναίσθησης τόσο της εσωτερικής κατάστασης του άλλου όσο και της κατανόησης των περίπλοκων κοινωνικών καταστάσεων. Επιπλέον, απαιτείται η πρωτογενής ενσυναίσθηση (το συμπάσχειν η ανάγνωση των μη λεκτικών σημάτων των άλλων), η εναρμόνιση (συντονισμός με τον άλλο), η ενσυναισθητική ακρίβεια (κατανόηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των προθέσεων του άλλου) και η κοινωνική γνώση (γνώση σχετικά με τη λειτουργία του κοινωνικού κόσμου). 

Η επικοινωνία εμπλέκει ένα σύνολο από παράγοντες, όπως προσοχή, καλή διάθεση, που φαίνεται μέσα από τη γλώσσα του σώματος και τον τόνο της φωνής, καθώς και συντονισμός ή συγχρωτισμός, που αφορά κυρίως τα μη λεκτικά κανάλια. Στην επικοινωνία απαιτείται ρυθμός, καλή εναλλαγή στη συζήτηση, κινήσεις του σώματος, αυθόρμητες κινήσεις, που συμβάλλουν στην ελκυστικότητα του ατόμου, καθώς και ήπια συζήτηση, που δημιουργεί μια πιο αρμονική κατάσταση. Η επικοινωνία είναι απαραίτητη σε όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις, σε όλες τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και σε κάθε διατομική συναλλαγή, με κύρια προϋπόθεση την ανάπτυξη της κοινωνικής νοημοσύνης.  



Goleman, D. (2012). Κοινωνική νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

Γιοι «χαμένοι» στη μη αποδοχή του πατέρα τους


Πατέρας και γιος: μια σχέση απαραίτητη, που μπορεί να είναι βοηθητική για την εξέλιξη και των δύο ή μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο για μια ομαλή ανάπτυξη της μιας ή της άλλης πλευράς. Πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα μήκη κύματος τα οποία εκπέμπει ο καθένας; Τι ανάγκες προσδοκά να καλύψει ο καθένας μέσα σε αυτή τη σχέση; Πόσο έτοιμος είναι ο πατέρας να συμπεριφερθεί ως ο ενήλικας αυτής της σχέσης και να προσφέρει την αίσθηση ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης στον γιο; 

Τι λέει ο πατέρας στον γιο και τι ακούει ο γιος; Πώς μεταφράζει τα λόγια και τις συμπεριφορές του πατέρα ο γιος; Πώς αντιδρά ο πατέρας στην ανάπτυξη και εξέλιξη του γιου του και τι μνήμες ξυπνά από τη δική του παιδική και εφηβική ηλικία; Σε τι ελπίζει ο πατέρας και τι προσδοκίες έχει από αυτή τη σχέση ο γιος;

Για το αγόρι ο πατέρας αποτελεί το βασικό πρότυπο για τη διαμόρφωση της ταυτότητας, ακόμα και όταν ο γιος επαναστατεί και υποτίθεται ότι δεν έχει ανάγκη τον πατέρα του, τον χρειάζεται και προσδοκά να είναι εκεί, δίπλα του, κοντά του. Ο γιος πάντα έχει ανάγκη τη φιγούρα του πατέρα, αλλά και τη συναισθηματική του στήριξη, την αποδοχή και την αναγνώρισή του. Έχει ανάγκη να νιώθει ότι ο πατέρας βρίσκεται εκεί, δίπλα του, τον νοιάζεται αλλά και τον θαυμάζει, παρατηρεί κάθε στιγμή της ανάπτυξης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απουσία ή η ελλιπής παρουσία του πατέρα ή η απουσία-παρουσία του πατέρα μπορεί να οδηγήσει σε μη δόμηση ή ελλιπής δόμηση της ταυτότητας του γιου. Πατέρας και γιος: ποτέ δεν κατάφεραν να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, ο γιος ποτέ δεν έλαβε την επιβεβαίωση, ασφάλεια και αναγνώριση που είχε ανάγκη. 

Ο γιος νιώθει χαμένος απέναντι στη συμπεριφορά του πατέρα, δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί, πώς να αντιδράσει, πώς να κινηθεί… ίσως νιώθει και να πνίγεται ή ο ίδιος να καταπίνεται από τον θυμό που εκδηλώνει ο πατέρας του, που δεν μπορεί να τον αιτιολογήσει ή να τον δικαιολογήσει, καθώς νιώθει τόσο μόνος και αδύναμος, μια μη δομημένη ύπαρξη χωρίς ταυτότητα και χωρίς σκοπό…

Μια διαρκής σύγχυση και μια απροσδιόριστη ταυτότητα που αναζητά την ολοκλήρωση ή έστω μια απάντηση. 


Κι έτσι καταλήγουμε σε θυμωμένους ή σε απογοητευμένους πατεράδες που ποτέ δεν κατόρθωσαν να δομήσουν μια σταθερή και στερεή, δυναμικά εξελισσόμενη σχέση με τον γιο τους και σε γιους που ποτέ δεν κατάφεραν να δομήσουν τη δική τους ταυτότητα, με αποτέλεσμα χαμένοι να περιπλανιούνται αναζητώντας λίγη επιβεβαίωση, αναγνώριση και αποδοχή από αυτή την ανώτερη φιγούρα που πάντα τον έχουν και τον είχαν ανάγκη…  



Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

«Ευγνωμοσύνη» του Όλιβερ Σακς


Ο Όλιβερ Σακς, γιατρός, νευρολόγος, ασχολήθηκε σχεδόν σε όλη του τη ζωή με ασυνήθιστες νευρολογικές διαταραχές και παθήσεις των ασθενών του. Ο Όλιβερ Σακς γεννήθηκε το 1933 στο Λονδίνο και απεβίωσε το 2015.

Στο βιβλίο του «Ευγνωμοσύνη», αναφέρει τέσσερα δοκίμια μέσα από τα οποία προσεγγίζει τα γηρατειά, την αρρώστια και τον θάνατο.

Στο δοκίμιο με τίτλο «Υδράργυρος», ο Σακς γράφει: «Ογδόντα! Ούτε που το πιστεύω. Συχνά νιώθω ότι η ζωή μου τώρα αρχίζει και μετά συνειδητοποιώ ότι έχει σχεδόν τελειώσει. Η μητέρα μου ήταν το δέκατο έκτο από δεκαοχτώ παιδιά· εγώ πάλι ήμουν ο μικρότερος από τέσσερις γιους και σχεδόν ο μικρότερος από τα πολυάριθμα ξαδέρφια μου από την πλευρά της μαμάς. Στο γυμνάσιο ήμουν πάντοτε το μικρότερο αγόρι στην τάξη. Από τότε μου έμεινε αυτή η αίσθηση ότι είμαι ο νεότερος, αν και πλέον είμαι σχεδόν ο γηραιότερος άνθρωπος που γνωρίζω» (σελ 18).

«Σχεδόν ογδόντα πια, αντιμετωπίζοντας πλήθος ιατρικών και χειρουργικών θεμάτων που δεν μ’ έχουν όμως καθηλώσει, νιώθω χαρούμενος που είμαι ζωντανός. ‘Χαίρομαι που δεν είμαι νεκρός’ είναι η φράση που μερικές φορές αναβλύζει με ορμή από μέσα μου όταν ο καιρός είναι θαυμάσιος» (σελ. 19).


Η ευγνωμοσύνη για όσα έζησε φαίνεται μέσα από τα λόγια που ο ίδιος επέλεξε για να περιγράψει τη ζωή του («ευγνωμοσύνη τόσο για ό,τι μου είχαν δώσει οι άλλοι, όσο και για ό,τι είχα μπορέσει κι εγώ να ανταποδώσω», σελ. 19).


Στο επόμενο δοκίμιο «Η δική μου ζωή», ο Σακς γράφει: «Δεν προσποιούμαι ότι δεν φοβάμαι. Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα μέσα μου είναι η ευγνωμοσύνη. Αγάπησα κι αγαπήθηκα· μου έδωσαν πολλά κι έδωσα κάτι κι εγώ με τη σειρά μου· διάβασα και ταξίδεψα και στοχάστηκα και έγραψα. Συνευρέθηκα με τον κόσμο, μέσα απ’ αυτή την ιδιαίτερη συνεύρεση μεταξύ συγγραφέων κι αναγνωστών. 

Μα πάνω απ’ όλα, υπήρξα ένα συνειδητό ον, ένα σκεπτόμενο ον, σε τούτο τον όμορφο πλανήτη, κι αυτό από μόνο του αποτελεί τεράστιο προνόμιο και σπουδαία περιπέτεια» (σελ. 32).


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Oliver Sacks, Ευγνωμοσύνη. Αθήνα: Πατάκη.