Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Μπορεί το χαμόγελό σου να σώσει τη ζωή σου;

Πολλοί από εμάς γνωρίζουμε τον Μικρό Πρίγκιπα (Le Petit Prince), ένα υπέροχο βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry. Αυτή η όμορφη ιστορία του Μικρού πρίγκιπα μας διασκεδάζει ως παιδική νουβέλα και αργότερα μας εκπλήσσει ως μύθος ενηλίκων που μας βάζει σε σκέψεις. Ίσως λίγοι γνωρίζουν ότι ο Saint-Exupéry ήταν ένας πιλότος μαχητικού που πολέμησε ενάντια στους Ναζί και σκοτώθηκε στη μάχη. Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο κατά των Φασιστών. Ο Saint-Exupéry έγραψε πολλά βιβλία και διηγήματα. Η παρακάτω ιστορία σίγουρα θα σας φανεί ενδιαφέρουσα και συγκινητική. Ονομάζεται «Το χαμόγελο» (Le Sourire) και μας θυμίζει τη δύναμη που έχει ένα χαμόγελο. 

 ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Κοίταξα μέσα από τα κάγκελα τον δεσμοφύλακά μου. Δεν είχε οπτική επαφή μαζί μου. Άλλωστε, κανείς δεν έχει οπτική επαφή με ένα πράγμα, με ένα πτώμα. Του φώναξα, «έχεις φωτιά por favor?» Με κοίταξε, ανασήκωσε τους ώμους και ήρθε να μου ανάψει το τσιγάρο. Καθώς πλησίασε και άναψε το σπίρτο, τα μάτια του άθελά του διασταυρώθηκαν με τα δικά μου. Εκείνη τη στιγμή, χαμογέλασα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό. Ίσως ήταν νευρικότητα, ίσως επειδή όταν πλησιάζεις πολύ έναν άλλον είναι πολύ δύσκολο να μη χαμογελάσεις. Εν πάση περιπτώσει, εκείνη τη στιγμή χαμογέλασα. Εκείνη τη στιγμή, ήταν σαν να πήδηξε μια σπίθα στο κενό μεταξύ μας.

 Ξέρω ότι δεν ήθελε, αλλά το χαμόγελό μου πέρασε μέσα από τα κάγκελα και δημιούργησε ένα χαμόγελο και στα δικά του χείλη. Άναψε το τσιγάρο μου αλλά έμεινε κοντά, κοιτώντας με ευθεία μέσα στα μάτια και συνέχισε να χαμογελάει. Συνέχισα να του χαμογελάω κι εγώ, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι είναι ένας άνθρωπος και όχι απλώς ένας δεσμοφύλακας. Και το βλέμμα του προς εμένα φαινόταν να έχει επίσης μια νέα διάσταση.

 "Εχεις παιδιά?" με ρώτησε. «Ναι, εδώ, εδώ». Πήρα το πορτοφόλι μου και έψαξα νευρικά για τις φωτογραφίες της οικογένειάς μου. Έβγαλε κι αυτός φωτογραφίες από τα ninos (παιδιά) του και άρχισε να μιλά για τα σχέδιά του και τις ελπίδες του για αυτά. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Είπα ότι φοβόμουν ότι δεν θα ξανά έβλεπα την οικογένειά μου, δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να  δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν. Δάκρυα ήρθαν και στα δικά του τα μάτια. Ξαφνικά, χωρίς άλλη λέξη, ξεκλείδωσε το κελί μου και με οδήγησε σιωπηλά έξω. Έξω από τη φυλακή — αθόρυβα και από απόκεντρους δρόμους — με οδήγησε έξω από την πόλη. Εκεί στην άκρη της πόλης με άφησε ελεύθερο. Και χωρίς άλλη λέξη, γύρισε πίσω προς την πόλη. Η ζωή μου σώθηκε από ένα χαμόγελο.

Antoine de Saint-Exupéry  

 


Πηγές:

http://www.judymarcus.com/blog/2019/10/16/smile-power.

 https://www.themarginalian.org/2014/04/18/antoine-de-saint-exupery-letter-to-a-hostage-smile/.

https://lefkadazin.gr/2017/02/06/antoine-de-saint-exupery-on-how-a-simple-human-smile-saved-his-life/.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

«Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι»

Ένα παραμύθι με ένα απίστευτα ελπιδοφόρο μήνυμα!

Το υπέροχο παραμύθι της Χιονάτης και των επτά νάνων έχει κάτι πολύ σημαντικό να μας πει… Ότι καταρχήν, οι άνθρωποι αισθάνονται ζήλια και ότι μαζί με τη ζήλια έρχεται και ο φθόνος. Η μοχθηρή βασίλισσα ζήλεψε τη Χιονάτη, γιατί είχε κάτι παραπάνω από αυτήν. Ενώ η κακιά βασίλισσα είχε πλούτη, είχε δόξα, είχε τιμές, η Χιονάτη είχε μονάχα ένα πράγμα στο οποίο υπερτερούσε, ήταν περισσότερο όμορφη απ’ αυτήν. Οπότε, το γεγονός αυτό πυροδότησε μία αντίδραση, όλα εκείνα τα συναισθήματα ζήλιας και φθόνου που έτρεφε η βασίλισσα και παρόλο που δεν ήξερε τη Χιονάτη, δηλαδή της ήταν μια παντελώς άγνωστη κοπέλα, θεώρησε ότι κανείς άλλος δεν θα έπρεπε να έχει κάτι παραπάνω από αυτήν. Έτσι, ξεκίνησε ένας αγώνας με σκοπό να βλάψει και να εξουδετερώσει την «αντίπαλό» της, την οποία δεν μπορούσε να δει διαφορετικά παρά μόνο ανταγωνιστικά. Οπότε υπήρξαν πολλές προσεγγίσεις και πολλές μηχανορραφίες μέχρι να καταφέρει να φέρει εις πέρας αυτόν τον κακό της σκοπό. Βλέπουμε διάφορες προσπάθειες, όπως με τα δηλητηριασμένα αντικείμενα που δώριζε η μεταμφιεσμένη βασίλισσα στη Χιονάτη, την κορδέλα, το χτένι, το μήλο κτλ. Οι μεταμφιέσεις υπογραμμίζουν το ψέμα, τη διπροσωπία, την πονηριά.


 

Τελικά, το παραμύθι αυτό έχει ένα αίσιο τέλος και η Χιονάτη δικαιώνεται. Η δικαίωση είναι ένα πάρα πολύ αισιόδοξο και ελπιδοφόρο μήνυμα, γιατί δείχνει ότι στη μειονεκτική και αδύναμη θέση της Χιονάτης θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς κι ότι όσο και να προσπαθούν οι άλλοι να μας βάλουν εμπόδια, το σωστό και το δίκαιο θα πρυτανεύσει, δηλαδή, το καλό θα νικήσει το κακό, γιατί το καλό σχετίζεται με την πίστη ότι τίποτα δε συμβαίνει τυχαία. Στην πραγματικότητα αν δεν υπήρχε το κακό θα μας ήταν αδύνατο να αξιολογήσουμε και να εκτιμήσουμε το καλό. Από την άλλη, ίσως το κακό να μας βοηθά μέσα από τα εμπόδια και τις κακουχίες να σμιλεύσουμε έναν ισχυρότερο χαρακτήρα και να γίνουμε ακόμη καλύτεροι σε όλα τα επίπεδα.  Ασφαλώς, υπάρχει μια μακρόχρονη παράδοση για το δίπολο καλό – κακό και της αιώνιας πάλης μεταξύ τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ίσως υφίσταται και κάποιου είδους ανάγκη στο να θέλουμε να πιστεύουμε ότι το καλό θα υπερτερήσει κι ότι θα κυριαρχήσει.

Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα μπορούν να το κρατήσουν τα παιδιά σαν πηγή για να αντλούν ψυχική δύναμη και ψυχική ανθεκτικότητα, καθώς στη ζωή τους θα συναντήσουν δυσκολίες και οπωσδήποτε θα συναντήσουν άτομα φθονερά ή και μοχθηρά, τα οποία θα τους βάλουν εμπόδια, θα τα ζηλέψουν και θα τα φθονήσουν. Έχετε ποτέ αναρωτηθεί αν τα παραμύθια όπως αυτό της Χιονάτης προετοιμάζει τα παιδιά για έναν δύσκολο και κυνικό κόσμο; Αν όχι, σκεφτείτε το λίγο. 


 

Σκεφτείτε επίσης, ότι τελικά, αυτός που είναι ζημιωμένος είναι αυτός που ζηλεύει και φθονεί. Μπορεί να πάρει μια προσωρινή ικανοποίηση ότι εμπόδισε τον άλλον, ότι τον καθυστέρησε, ότι του δημιούργησε πρόβλημα, ότι τον στενοχώρησε κοκ. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα κίνητρα έχουν να κάνουν περισσότερο με το ίδιο το άτομο που φθονεί και το πώς βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό. Εμείς υποθέτουμε ότι η ζήλια κι ο φθόνος σχετίζονται με το πώς βλέπει το άτομο που έχει αυτά τα συναισθήματα τον άλλον με τον οποίο συγκρίνεται. Στην ουσία το άτομο που φθονεί δεν αντέχει να βλέπει τον άλλον να προοδεύει, να είναι χαρούμενος, να έχει αληθινές σχέσεις οι οποίες να βασίζονται στην ειλικρίνεια κοκ., γιατί το φθονερό άτομο δεν τα έχει καταφέρει όλα αυτά κι έτσι αντί να εργαστεί στο να αλλάξει τη ζωή του και να μοιάσει στον άλλον με τον οποίο συγκρίνεται, έχει την ψευδαίσθηση ότι θα κάνει τον άλλον σαν τον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή έναν μίζερο άνθρωπο, δίχως σκοπό και στόχους, καταθλιπτικό, μνησίκακο, μισαλλόδοξο, κομπλεξικό, νευρωτικό και δυστυχισμένο. Όλοι οι άλλοι γίνονται καθρέφτες για το άτομο που φθονεί και προβάλλει τη θλίψη, τη μιζέρια, την τοξικότητά του στους άλλους. Όταν αποκαλεί τους άλλους μίζερους, εφαρμόζει αυτό που ο θυμόσοφος λαός γνωρίζει καλά και που περικλείεται στη φράση: «κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια» ή όπως ο Φρόυντ θα επαναλάμβανε ονομάζοντας αυτή την συμπεριφορά: «προβολή». Το ζητούμενο δεν είναι απλά να το αναλύσεις για να καταλάβεις και να ερμηνεύσεις τη συμπεριφορά των ζηλόφθονων ανθρώπων. Θα πρέπει να κοιτάξεις πώς να προστατευθείς και πώς να απεμπλακείς συναισθηματικά από τέτοια άτομα, ώστε να βγεις σώος και αβλαβής και να πορευτείς προς πιο υγιείς σχέσεις που θα σε βοηθήσουν να αναπτυχθείς. 


 

Στο παραμύθι της Χιονάτης και των επτά νάνων η βασίλισσα έδωσε αξία σε ένα αγαθό, την ομορφιά, για την οποία η Χιονάτη ούτε καν δεν ενδιαφερόταν. Αυτό μας υπενθυμίζει αφενός πως ίσως εκτιμάμε κάτι ή κάποιον μονάχα όταν τον χάσουμε κι αφετέρου ότι μπορούμε να χαιρόμαστε κάτι ή κάποιον για όσο τον έχουμε δίνοντας αξία και σημασία και σε άλλα πράγματα τα οποία ίσως και να έχουν βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα, δηλαδή σε πράγματα τα οποία δεν είναι ούτε τόσο φθαρτά και εφήμερα όπως η εξωτερική ομορφιά, ούτε τόσο επιφανειακά. Πολλά τα μηνύματα, λοιπόν, σε αυτό το παραμύθι και οπωσδήποτε ο καθένας μπορεί να σκεφτεί ή και να βρει ακόμη περισσότερα. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση!   

 


Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι: Έπος του 40

Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης της κυρίας Αγγελικής που ήταν μικρό κοριτσάκι όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε από καρδιάς την κυρία Αγγελική για όσα μοιράστηκε μαζί μας, διότι όσα έζησε πρέπει να εξιστορούνται για να μην επαναλαμβάνονται. Αντιλαμβανόμαστε ότι το να ξύνεις πληγές μπορεί να είναι αρκετά επώδυνο, ειδικά όταν σκαλίζουμε βιώματα όπως αυτά της βαρβαρότητας και της φρίκης του πολέμου, τα οποία σημάδεψαν ανεξίτηλα και για πάντα την ψυχή της κυρίας Αγγελικής. Όμως, και η ίδια αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα να ξύσει αυτές τις πληγές και να προσφέρει και να συμβάλλει με τον δικό της τρόπο στην ανάδειξη και διατράνωση της αλήθειας. Α-λήθεια, εκ του (α) στερητικού και της λήθης, δηλαδή για να μην ξεχαστούν όσα άσχημα συνέβησαν. Γιατί η ζωή έχει δύο όψεις, και είναι και οι δυο τους, οι αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος. Αφιερώνουμε αυτή την συγκινητική συνέντευξη σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που θυσίασαν τη ζωή τους στο όνομα του υπέρτατου ιδανικού του ανθρώπου, της ελευθερίας, και κυρίως σε όλες εκείνες τις γυναίκες που έμειναν πίσω για να κρατήσουν ζωντανά τα μικρά παιδιά και να ράβουν ρούχα για τους στρατιώτες. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι αφανείς ηρωίδες, όπως ακριβώς και η κυρία Αγγελική.   

 


«Τον πόλεμο τον έζησα το ‘40, θέλετε να σας πω καμιά ιστορία από εκεί από το ‘40;»

«Βεβαίως, ό,τι θέλετε, ό,τι εσείς θεωρείτε σημαντικό και θέλετε να το μοιραστείτε».

«Γιατί με φωνάξανε και στο σχολείο και είπα την ιστορία του ‘40. Ήμουνα εννιά χρονών κοριτσάκι, το ‘31 γεννήθηκα. Έπεσε Δευτέρα, στις 28 Οκτωβρίου. Τον πατέρα μου, που τον λέγανε Δημήτριο, γιόρταζε το Σαββάτο, κάναμε τη γιορτή την Κυριακή, ξέρεις ένα δωμάτιο είχαμε τότε, βγάλαμε και τις πόρτες… τότε ερχότανε ο κόσμος, γιορτές κάνανε, όχι όπως τώρα, τώρα βγαίνουν έξω. Αφού τα ξοδέψαμε όλα, το πρωί έφυγε ο πατέρας μου για να πάει για μεροκάματο. Κι άρχισε ο συναγερμός. Αφού άρχισε ο συναγερμός η μητέρα μου έψαχνε για ψωμί, στον φούρνο ήταν όλοι, λεφτά δεν είχε η μητέρα μου. Είχα έναν κουμπαρά που μου ‘ρίχναν καμιά δεκάρα και μου λέει: Αγγελική δε σπας τον κουμπαρά σου να πας να πάρεις λίγο ψωμί; Εννιά χρονών παιδάκι ήμουνα, πήγα λοιπόν, πήρα ψωμί με τη σειρά μου, μια κουλούρα ήταν, θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Μετά έγινε ο συναγερμός, έπεσαν οι βόμβες, οι Ιταλοί ήρθαν πρώτα, τέλος πάντων, ήρθε ο πατέρας μου χωρίς μεροκάματο, χωρίς τίποτα. Από την άλλη μέρα ό,τι είχαμε, που δεν είχαμε τότε τα ψυγεία μας, είχαμε το φανάρι που κράταγε, τέλος πάντων, άρχισε ο πόλεμος, ο συναγερμός. Μετά ανοίξαμε ένα καταφύγιο μέσα στο σπίτι μας, είχαμε μια αυλή μικρή. Άνοιξαν ένα καταφύγιο, το έσκαψε ο πατέρας μου, βάλαμε τσίγκους και από πάνω χώμα και μπαίναμε όταν ρίχναν τις βόμπες. Σκεφτείτε…

 

Εγώ έκλαιγα και έλεγα στον πατέρα μου γιατί να καθόμαστε εδώ και να μην πάμε στο απέναντι σπίτι που είχε μια πλάκα στην ταράτσα τότε. Σπάνια είχαν τα σπίτια πλάκα. Με κεραμίδια ήταν. Τέλος πάντων, ο πατέρας μου ήθελε εκεί… εγώ, η αδερφή μου και η μητέρα μου. Είχαμε ένα πραγματάκι τέτοιο και είχε ένα εικόνισμα μέσα του η μητέρα μου και σκεφτείτε να δείτε πηγαίναμε σε ένα μπακάλικο, το οποίο είχε τον τρόπο του και πηγαίναμε το τραπεζομάντηλό μας που είχαμε, για φιγούρα και το δίναμε ενέχυρο για να πάρουμε λίγο λαδάκι να φάμε. Τι κατάσταση ήτανε τότε; Τέλος πάντων, άρχισε μετά και έγινε συσσίτιο. Βγαίναμε με το κουβαδάκι και παίρναμε μια κουτάλα ρεβύθια όταν είχε, όταν είχε φακές τρώγαμε. Μετά έγινε το ψωμί με δελτίο. Είχαμε ένα δελτίο, τώρα αυτά είσαι μικρός βέβαια, μπορεί να τα έχεις διαβάσει κιόλας».

 


«Ναι, έχω διαβάσει αλλά είναι αλλιώς να σου τα διηγούνται».

 

«Πηγαίναμε με σειρά στον φούρνο, το θυμάμαι το όνομά του, λεγόταν κυρ Θανάσης, κι εγώ μικρό κορίτσι, έστελνε η μητέρα μου πάντα εμένα, γιατί είχα την αδερφή μου μωρό. Λοιπόν, κι έπαιρνα το ψωμάκι, τη φετούλα, μια φετούλα το κάθε άτομο. Μετά ήρθε πάρα πολλή πείνα. Είχαμε μια καγκελόπορτα και μια αυλή που ήταν με ξύλινα κάγκελα τότε. Τα κόβαμε και ανάβαμε φωτιά να ζεσταθούμε τον χειμώνα. Σκεφτείτε να δείτε… που τα θυμάμαι τώρα όλα αυτά και λέω: πώς ζήσαμε; Αφού, λοιπόν, ανάβαμε τη σόμπα κι αυτά... το μαγκάλι, μετά πέθανε ένας γείτονάς μας, τον θυμάμαι πολύ καλά, και δεν πήγαν να τον θάψουν, τον πετάξανε στον τρίτο νεκροταφείο για να συνεχίσουν να παίρνουν το ψωμί, τη φέτα με το δελτίο του. Τέλος πάντων, αυτή η ζωή μας ήταν… μέχρι τις πόρτες κάψαμε για να ζεσταθούμε. Μετά άρχισαν οι μαυραγορίτες που ήτανε, δε θυμάμαι ποια χρονολογία ακριβώς ήταν οι μαυραγορίτες να σας πω την αλήθεια… Κι η μητέρα μου έπλεκε κάτι καλτσάκια και τα έδινε στη θεία, στην αδερφή της μάνας μου. Οι μαυραγορίτες ήταν άνθρωποι, όπου πήγαινες έδινες ένα πράγμα και έπαιρνες κάτι που χρειαζόσουν, καλαμπόκι, αλεύρι, κτλ. Της μητέρας μου της φέρνανε καλαμπόκι, της φέρνανε κάτι από το χωριό να φάμε. Έτσι ήταν και πηγαίναμε που λέτε μια φορά στην Κόρινθο και πουλάγανε σταφίδες στον δρόμο κι όταν έπεφτε καμιά σταφίδα πηγαίνανε τα παιδιά και την τρώγανε από κάτω. Για να καταλάβετε τι πείνα ήτανε. Λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι, έτσι την περνάγαμε. Τέλος πάντων, μια φορά με πήρε η θεία μου και είχαμε γκαζιέρα, αλλά στη γκαζιέρα πια ούτε πετρέλαιο δεν είχαμε, ανάβαμε ένα τζάκι και κάναμε το “αλαλόσουπο” που λένε.

Μια φορά με πήρε η θεία μου και πήγαμε στη Θήβα, δεν μπορώ να το ξεχάσω, έκανε τη μοδίστρα η θεία μου, ήξερε ράψιμο και με πήρε και μένα για να τρώω και μια άλλη κυρία, μας κοιμίζανε στον στάβλο, λες και δεν είμαστε άνθρωποι…  αυτό το είπα προχθές στο σχολείο, στο Γυμνάσιο, με τόση κακία, λέω μας κοιμίσανε στον στάβλο και μας φάγανε οι ψύλλοι, καταλάβατε τί ζωή ήταν αυτή; Τέλος πάντων, μας δώσανε τραχανά, μας δώσανε πολλά πράγματα, αφού τους ράψαμε και φύγαμε. Για να έρθω όμως στην Αθήνα, πώς να έρθω; Με τι λεωφορείο; Μόνο φορτηγά περνάγανε, εμένα με ανεβάσανε επάνω σε ένα φορτηγό, που ήταν Γερμανοί βέβαια, αλλά ήταν και Έλληνες. Η θεία μου με άφησε εννέα χρονών σε ένα φορτηγό, μόνη μου, κι όταν κατεβήκαμε στο Xαϊδάρι μας κάνανε έλεγχο και βρέθηκε κάποιος κύριος, βέβαια τον ήξερε η θεία μου και λέει δικό μου είναι το παιδί. Και του λένε οι Γερμανοί: μόνο ένα παιδί μέσα εδώ πέρα, πώς γίνεται; Τέλος πάντων, με πήγε στο σπίτι του από το Χαϊδάρι με τα πόδια. Και με πιάνει η μητέρα μου να με χτενίσει και οι ψείρες αρχίζουν να πέφτουν με τις χούφτες.

Αυτή ήταν η ζωή μας τότε. Έγινε πρώτα ο πόλεμος, έγινε μετά η κατοχή… βάλαμε το σπίτι μας ενέχυρο για να μας δώσουν έναν τενεκέ λάδι. Το σπίτι μας το δώσαμε σε έναν άλλο που είχε μικρότερο σπίτι για να μας δώσει έναν τενεκέ λάδι. Το σπίτι το δώσαμε σε μια οικογένεια, εκείνο ήταν ένα δωμάτιο, το δικό μας ήταν δύο δωμάτια. Ο πατέρας μου πήγε εξορία, με την κατοχή που πάνε εκεί κι όταν γύρισε λέει τι κάνατε; Και πήγε, δεν ξέρω, αφού δεν είχαμε κάνει χαρτιά και το πήραμε το σπίτι πίσω. Καταλάβατε; Όλα αυτά ήτανε η ζωή μας.

Ο πατέρας μου όταν γύρισε από την εξορία έπιασε δουλειά, όταν φύγανε οι Γερμανοί. Η μάνα μου δούλευε σε ένα εργοστάσιο, που φτιάχναν μπαρούτια οι Γερμανοί και σακούλες άσπρες με μπαρούτι, τις έβαζε η μάνα μου κάτω από το φουστάνι της, τις έκλεβε δηλαδή και τις μοίραζε στους δικούς μας, γιατί ήθελε να μας ράψει ένα φουστανάκι. Αυτή ήταν η ζωή μας, τέλος πάντων. Μια φορά σκοτώσανε έναν Γερμανό κι αυτοί τότε βάλανε φωτιά και καίγανε τα σπίτια κι εμείς πήραμε το μπογαλάκι μας να φύγουμε και να πάμε αλλού, που είχαμε μια θεία, για να μην κάψουνε και το σπίτι το δικό μας και μας σκοτώσουνε. Σαν αντίποινα που σκοτώσανε τον Γερμανό έκαιγαν τα σπίτια δηλαδή. Ένα καίγανε, ένα δεν καίγανε. Ένας γείτονας εκεί κρύφτηκε στο μπαούλο, σου λέει άνδρες θα γυρέψουνε. Και ανοίξανε το μπαούλο και τον σκοτώσανε μέσα. Τα παιδιά του εντάξει δεν τα πειράξανε. 

Αυτά σας λέω… ε μετά φύγανε οι Γερμανοί και ήρθε ο εμφύλιος. Εντάξει μετά ήταν δύσκολη η ζωή. Δούλευε η μητέρα μου, πήγαινε σε ξενοδοχεία, πήγαινε από εδώ, πήγαινε από εκεί. Για να μας μεγαλώσει λίγο. Ε, πέθανε και ο πατέρας μου, μείναμε ορφανοί. Μετά πήγα στη μοδίστρα, όμως. Κι έμαθα μοδίστρα. Δεν βγαίναμε πέρα, γιατί ήθελα και εισιτήρια το πρωί. Και μου λέει η μητέρα μου: “Αγγελική, δεν έχω εισιτήρια να σου δίνω, πήγαινε μου λέει για φραγκοραφτού. Πήγα φραγκοραφτού και μοδίστρα. Εγώ όμως ήθελα να μάθω μοδίστρα. Και πάω στη μοδίστρα μου και της λέω: Μπορείτε να μου δίνετε πέντε δραχμές την εβδομάδα να πληρώνω τα εισιτήριά μου γιατί δε θέλω να πάω φραγκοραφτού; Και μου ‘δινε η μοδίστρα, θεός σχωρέστην. Κι έτσι έμαθα μοδίστρα και σιγά- σιγά έραβα στη γειτονιά μου, από εδώ κι από εκεί, και πήρα και μηχανή, γιατί δεν είχα και μηχανή, δεν είχα και σίδερο, δεν είχα τίποτα.

Ε, μετά, μεγάλωσα κιόλας, ήρθανε καλύτερες μέρες, το ‘55 αρραβωνιάστηκα με τον άνδρα μου. Έραβα μεροκάματο σε σπίτια, πήγα σε ένα σπίτι να ράψω κι αυτή ευχαριστήθηκε από το ράψιμο και με σύστησε σε μιαν άλλη, και η άλλη σ’ άλλη…

 


 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

Transfusion Confusion

A sentimental and inspiring tale of a little boy, who selflessly agreed to transfuse his sister believing the procedure would kill him…

 


 

Many years ago, when I worked as a volunteer at Stanford Hospital, I got to know a little girl named Liza who was suffering from a rare and serious disease. Her only chance of recovery appeared to be a blood transfusion from her five-year-old brother, who had miraculously survived the same disease and had developed the antibodies needed to combat the illness. The doctor explained the situation to her little brother and asked the boy if he would be willing to give his blood to his sister. I saw him hesitate for only a moment before taking a deep breath and saying, “Yes, I’ll do it, if it will save Liza.”

As the transfusion progressed, he lay in bed next to his sister and smiled, as we all did, seeing the color returning to her cheeks. Then his face grew pale and his smile faded. He looked up at the doctor and asked with a trembling voice, “Will I start to die right away?”

Being young, the boy had misunderstood the doctor; he thought he was going to have to give her all his blood.

 


“So you think I’m courageous?” she asked.

“Yes, I do.”

“Perhaps I am. But that’s because I’ve had some inspiring teachers. I’ll tell you about one of them.”

 

Source:

Canfield, Jack and Mark Victor Hansen (1993). Chicken Soup for the Soul: 101 stories to open the heart & rekindle the spirit. Deerfield Beach, FL, Health Communications.

 

 

Nickolas Kouravanas & Papadopoulou Eleni, Psychologist, MSc.

Θα θυσίαζες τη ζωή σου για να ζήσει η αδελφή σου;

 Μια συναισθηματική ιστορία ενός μικρού αγοριού, που ανιδιοτελώς συμφώνησε να κάνει μετάγγιση για να σώσει την αδερφή του πιστεύοντας ότι η διαδικασία θα τον σκότωνε…

 

  

 «Δηλαδή νομίζεις ότι είμαι θαρραλέα;» ρώτησε η νοσηλεύτρια.

«Ναι. Το πιστεύω!», της είπε.

«Ίσως, και να είμαι. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή είχα μερικούς εμπνευσμένους δασκάλους. Θα σας πω για έναν από αυτούς ».

 


Πριν από πολλά χρόνια, όταν δούλευα ως εθελόντρια στο Νοσοκομείο του Στάνφορντ, γνώρισα ένα μικρό κορίτσι που το έλεγαν Λίζα και που έπασχε από μια σπάνια και σοβαρή ασθένεια. Η μόνη της ευκαιρία για ανάκαμψη φάνηκε να ήταν μια μετάγγιση αίματος από τον πεντάχρονο αδελφό της, ο οποίος είχε επιβιώσει ως εκ θαύματος από την ίδια ασθένεια και είχε αναπτύξει τα αντισώματα που απαιτούνταν για την καταπολέμηση της συγκεκριμένης ασθένειας.

Ο γιατρός εξήγησε την κατάσταση στον μικρό της αδελφό και ρώτησε το αγόρι αν θα ήταν πρόθυμος να δώσει το αίμα του στην αδερφή του. Τον είδα να διστάζει μόνο μια στιγμή πριν πάρει μια βαθιά ανάσα και είπε:

«Ναι, θα το κάνω, αν θα σώσει τη Λίζα».

Καθώς η μετάγγιση προχωρούσε, ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα στην αδερφή του και χαμογέλασε, όπως όλοι, βλέποντας το χρώμα να επιστρέφει στα μάγουλά της.

Τότε το δικό του πρόσωπο χλόμιασε και το χαμόγελό του έσβησε. Σήκωσε το βλέμμα του στον γιατρό και ρώτησε με τρεμάμενη φωνή:

 «Θα πεθάνω αμέσως;» Όντας πολύ μικρό, το αγόρι είχε παρεξηγήσει τον γιατρό, σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να της δώσει όλο το αίμα του…

 

«Ναι, έμαθα να έχω θάρρος πρόσθεσε η νοσηλεύτρια, έμαθα να έχω θάρρος, γιατί είχα φοβερούς δασκάλους…».

 

 


 

Source:

Canfield, Jack, and Mark Victor Hansen (1993). Chicken Soup for the Soul: 101 stories to open the heart & rekindle the spirit. Deerfield Beach, FL, Health Communications.

 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Το παιδί- σύντροφος ή το παιδί- σύζυγος

Ένας από τους παίκτες της οικογένειας

 


Το παιδί σε αυτή τη σχέση καλείται να καλύψει τις ανάγκες του γονιού για συντροφικότητα και φιλία, για αγάπη και στοργή. Η σχέση χαρακτηρίζεται από ισότιμη οικειότητα, που είναι συχνά κοινή ανάμεσα σε μητέρες και κόρες, όπου η μητέρα έχει την τάση να μιλάει για τα προσωπικά της με την κόρη, να μαθαίνει τα πάντα για την κόρη της και να μοιράζεται και τα δικά της συναισθήματα. Συχνά γελούν με τα ίδια πράγματα και χαίρονται να κάνουν πράγματα μαζί εκδηλώνοντας παρόμοια συμπεριφορά. Αντίστοιχα, πατέρας και γιος αναπτύσσουν συντροφικότητα και συμμετέχουν σε κοινές δραστηριότητες, με τη διαφορά ότι δεν μοιράζονται τόσο τα συναισθήματά τους, καθώς δεν μιλούν για αυτά. Ωστόσο, συντροφικές σχέσεις υπάρχουν και ανάμεσα σε γιο και μητέρα ή σε κόρη και πατέρα. Κόρη και πατέρας ή γιος και μητέρα μπορεί να είναι σύντροφοι σε ένα πνευματική και διανοητικό επίπεδο. Σε περιπτώσεις, που υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσα στους δύο γονείς, ο ένας από τους δύο μπορεί να στραφεί στο παιδί ώστε να καλύψει τις ανάγκες του. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση επιβαρύνεται και από τους δύο γονείς, καθώς θα πρέπει να αντέξει τη ζήλια του ενός γονέα αλλά και τις απαιτήσεις του άλλου γονέα που επιθυμεί να καλύψει τις ανάγκες του ως φίλος του γονιού του. 


 

Το παιδί με τον ρόλο του συντρόφου δεν έχει την ευκαιρία να μεγαλώσει με έναν δυνατό και αξιόπιστο γονέα, που θα μπορέσει να του μάθει να μάχεται. Το παιδί- σύντροφος κολακεύεται που ο γονιός του το θεωρεί φίλο του και συνήθως αγνοεί τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει αυτό, το βάρος που κουβαλά και την προδοσία που βιώνει, καθώς ο γονιός δεν έχει καταφέρει να ανταποκριθεί στον ρόλο του. Όταν το παιδί αρχίζει και μεγαλώνει διεκδικώντας τον προσωπικό χώρο και χρόνο και τις δικές του παρέες, ο γονιός νιώθει να χάνει τον σύντροφό του, χάνοντας εν τέλει και το νόημα για ζωή.

Στην περίπτωση του παιδιού- συζύγου, συναντάμε το αγόρι της μαμάς και το κορίτσι του μπαμπά. Σε οικογένειες με προβλήματα, η σεξουαλικότητα του ενήλικα μπορεί να διοχετευτεί με μη κατάλληλο τρόπο στις συμμαχίες γονιού- παιδιού. Η σχέση αυτή εμφανίζεται συνήθως όταν ο άλλος γονιός είναι φυσικά ή ψυχολογικά απών. Ακόμη και να μην υπάρχει κάποια έκδηλη σεξουαλική πρόταση, το παιδί αισθάνεται την ψυχολογική πίεση να ανταποκριθεί στον ρόλο που του ανέθεσε ο γονιός του. Το παιδί- σύζυγος συνήθως φοβάται την εκμηδένιση και την εισβολή, αλλά και την απόρριψη, αν δεν καταφέρει να ανταποκριθεί στις ανάγκες του γονιού, μιας και ο γονιός δεν είναι σταθερός στις επιλογές του. Επίσης, αισθάνεται εξαντλημένο ή κουρασμένο, καθώς νιώθει διαρκώς την υποχρέωση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του γονιού με τον οποίο έχει εμπλακεί υπερβολικά. Ακόμη, το παιδί αυτό μεγαλώνοντας δυσκολεύεται να εμπιστευτεί τον σύντροφό του, ενώ εμφανίζει ανταγωνισμό απέναντι σε φίλους που ανήκουν στο ίδιο φύλο. Συνήθως, μεγαλώνοντας επιλέγει να εκφράζει τη σεξουαλική του διάθεση να το εκμεταλλεύονται ή να φλερτάρει και να εκμεταλλεύεται τους άλλους, ενώ επιλέγει να παντρευτεί με έναν ενήλικα που επίσης υπήρξε παιδί- σύζυγος.

 


 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Napier, 1995. Το ζευγάρι. ο εύθραυστος δεσμός. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.