Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού



Η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και η επαφή με τον Άλλο παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη όλων των πτυχών του ατόμου και συγκεκριμένα στην ανάπτυξη του ατόμου σε νοητικό, θυμικό, πνευματικό και ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο. Σε περίπτωση που το άτομο δεν μπορέσει να αναπτυχθεί κοινωνικά και να βρίσκεται σε αλληλεπίδραση και επαφή με τους σημαντικούς Άλλους, η ανάπτυξή του σταματάει και μπορεί να εμφανίσει παλινδρόμηση. Το άτομο δεν μπορεί να προχωρήσει στην ανάπτυξη του εαυτού του και την δόμηση της προσωπικότητάς του μακριά από τους ανθρώπους. Μόνο μέσα από την ανακάλυψη του Άλλου και την σύναψη σχέσεων με τους άλλους το άτομο μπορεί να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί. Το άτομο από τη στιγμή που γεννιέται βρίσκεται και αναπτύσσεται μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο γεννιέται κοινωνικό, απλώς γίνεται βαθμιαία κοινωνικό. Ωστόσο, οι διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις και οι διαφορετικοί θεωρητικοί εστιάζουν σε ένα διαφορετικό επίπεδο της κοινωνικής ανάπτυξης (Ρέιμον- Ριβιέ, 2001).

Η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού είναι μια διαρκής διαδικασία που ξεκινάει από τη στιγμή της γέννησης και φτάνει μέχρι το τέλος της εφηβείας. Το παιδί σταδιακά κοινωνικοποιείται μέσα από ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις με το άμεσο περιβάλλον αρχικά και στη συνέχεια και με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Αίτιο αλλά και αποτέλεσμα της κοινωνικής ανάπτυξης είναι η βιολογική ωρίμανση του ατόμου καθώς και η συναισθηματική και νοητική ανάπτυξή του. Ένας από τους βασικούς φορείς κοινωνικοποίησης του παιδιού είναι το σχολείο και η εκπαίδευση. Ωστόσο, στην παρούσα εργασία το ενδιαφέρον μας θα εστιαστεί στην βρεφική και πρώτη παιδική ηλικία, μέχρι την ηλικία των 6 ετών περίπου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κοινωνικοποίηση προϋποθέτει και απαιτεί την ανάπτυξη του θυμικού και του νοητικού επιπέδου, ώστε το παιδί να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική του ανάπτυξη, καθώς η κοινωνικοποίηση χρειάζεται την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο παιδί και το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον. 

Οι σημαντικότεροι, μεταξύ άλλων φορείς κοινωνικοποίησης που ενισχύουν και αναπαράγουν τα στερεότυπα γύρω από τα χαρακτηριστικά για τις σχέσεις των δύο φύλων είναι, όπως ήδη έχει αναφερθεί αποσπασματικά:
·         Η οικογένεια. Οι γονείς ως  φορείς στερεοτύπων συμβάλλουν αναμφισβήτητα στη δημιουργία διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα, καθώς διαφέρει η συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά τους, καθώς και οι προσδοκίες τους από αυτά, ανάλογα με το φύλο (Shaffer, 1996).
  • Το σχολείο. Παρά το γεγονός ότι στην επίσημη εκπαίδευση έχουν, εδώ και πολύ καιρό, αρχίσει να  γίνονται προσπάθειες για τον εντοπισμό και την εξάλειψη της αναπαραγωγής των στερεοτύπων των φύλων, φαίνεται να εξακολουθεί να υπάρχει μία βαθιά εσωτερικευμένη ιδεολογία για τα στερεότυπα των φύλων, η οποία αντικατοπτρίζεται στις, κατά βάσει,  ασυνείδητες  συμπεριφορές των εκπαιδευτικών (Φραγκουδάκη, 1995).
  • Το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον,  το οποίο είναι δυνατόν να αφορά τις ομάδες συνομηλίκων, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, την αγορά εργασίας, κλπ.
  • Το παιχνίδι, το οποίο από το πρώτο έτος της ηλικίας του παιδιού αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της ζωής του και συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης (Giddens, 2009).

Σύμφωνα με τον Wallon (αναφ. στον Ρέιμον- Ριβιέ, 2001, σ. 19) το παιδί είναι «εξαρχής ένα ον ολοκληρωτικά και πρωτογενώς προσανατολισμένο προς την κοινωνία» εξαιτίας της αδυναμίας του να επιβιώσει μόνο του και της πλήρους εξάρτησής του από το περιβάλλον του και συγκεκριμένα από το άμεσο περιβάλλον του. 

Επίσης, ο Bowlby υποστήριξε ότι το παιδί έχει μια έμφυτη διάθεση να αναπτύξει συμπεριφορές που αφορούν το συναισθηματικό δέσιμο, ενώ το πρώτο άτομο με το οποίο το βρέφος αναπτύσσει συναισθηματικό δεσμό είναι η μητέρα. Σύμφωνα με τον Bowlby ο δεσμός αναπτύσσεται μέσα από τέσσερις φάσεις κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 ετών της ζωής, με στόχο τη δημιουργία μια ισορροπίας ανάμεσα στο ζεύγος μητέρα- παιδί. 

Τα τέσσερα αυτά στάδια είναι:
Ø  η φάση του προ του δεσμού (από τη γέννηση έως τις 6 εβδομάδες), όπου τα βρέφη παραμένουν σε στενή επαφή με τους παρέχοντες φροντίδα,
Ø  η φάση του υπό διαμόρφωση δεσμού (6 εβδομάδες έως 6-8 μήνες), όπου τα βρέφη ανταποκρίνονται διαφορετικά στα οικεία και τα άγνωστα πρόσωπα εμφανίζοντας σημάδια επιφυλακτικότητας απέναντι στο άγνωστο,
Ø  η φάση του σαφούς δεσμού (6-8 μήνες έως 18-24 μήνες), όπου το παιδί εμφανίζει πλήρες άγχος αποχωρισμού και αναστατώνεται όταν η μητέρα ή το πρόσωπο που το φροντίζει απομακρύνεται από το δωμάτιο. Σε αυτή την περίπτωση ο δεσμός παρέχει στο παιδί ασφάλεια, ενώ η βάση της ασφάλειας είναι η μητέρα και κοντά της μπορεί να προχωρά σε εξερευνήσεις του περιβάλλοντος, και
Ø  η φάση των αμοιβαίων σχέσεων (18-24 μήνες και αργότερα), όπου το παιδί κινείται όλο και περισσότερο και μπορεί πλέον να περνά περισσότερο χρόνο μακριά από τη μητέρα του, ενώ μπορεί να μοιράζεται μαζί της την ευθύνη για τη διατήρηση της ισορροπίας του συστήματος.
(Cole & Cole, 2000)


Τόσο ο Wallon όσο και ο Bowlby δεν έρχονται σε σύγκρουση με την κοινωνικοποίηση του ατόμου, η οποία προέρχεται από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον οργανισμό και το κοινωνικό περιβάλλον. Για τον Bowlby ο τύπος δεσμού που αναπτύσσει το παιδί τα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι σημαντικός και καθοριστικός για τα μετέπειτα χρόνια του και για τους τύπους των σχέσεων που κάνει. Η θεωρία του δεσμού παίζει σημαντικό ρόλο στην ερμηνεία της συναισθηματικής, κοινωνικής και ψυχικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον Bowlby (1973) το άτομο από την αρχή της ζωής του μπορεί να αναπτύσσει ασφαλείς ή ανασφαλείς τύπου δεσμούς. Οι τύποι αυτοί δεσμού είναι σημαντικοί για την μετέπειτα ανάπτυξη της κοινωνικής συμπεριφοράς του καθώς και των σχέσεων που αναπτύσσει το άτομο.
Οι γονείς που παρέχουν στα παιδιά τους έναν ασφαλή δεσμό τους δίνουν ταυτόχρονα και την αυτοπεποίθηση να εμπιστευτούν και να εκφραστούν με θερμότητα σε όσους αγαπούν και νοιάζονται. Οι δεσμοί που αναπτύσσει το παιδί με τους γονείς είναι και οι σημαντικότεροι για να το κατευθύνουν και να το προσανατολίσουν στον τρόπο που θα πρέπει να οργανώσει τις σχέσεις του με τους άλλους και να ανταποκριθεί και να συμπεριφερθεί στις σχέσεις αυτές. Επιπλέον, ο Bowlby (1982) υποστήριξε ότι τα παιδιά με ικανοποιητικούς γονεϊκούς δεσμούς μεγαλώνοντας θα γίνουν έφηβοι με αυτοπεποίθηση και καλά επίπεδα υγείας. Επομένως, φαίνεται ότι οι τύποι δεσμού που αναπτύσσει το παιδί στην βρεφική ηλικία και στην πρώτη παιδική ηλικία καθορίζουν το είδος των σχέσεων που θα αναπτύσσει το άτομο στο μέλλον.

Τα παιδιά με ασφαλή πρόσδεση έχουν μητέρες ευαίσθητες, δεκτικές, συνεργάσιμες, ψυχολογικά προσηνείς, ενώ τα παιδιά με ανασφαλή πρόσδεση έχουν μητέρες αντιφατικές, ανέκφραστες, απορριπτικές, ενώ τα παιδιά με ανασφαλή πρόσδεση χαρακτηρίζονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση, λιγότερο ενθουσιασμό για πνευματικές ενασχολήσεις, δυσκολίες στις κοινωνικές του δραστηριότητες, μικρή ανθεκτικότητα σε πραγματικές ή φανταστικές ψυχοπιεστικές καταστάσεις (Βαϊδάκης, 2005).


Σύμφωνα με τον Bowlby η υγιής λειτουργία της προσωπικότητας σχετίζεται με την ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει άτομα που του ταιριάζουν και είναι πρόθυμα να προσφέρουν ασφαλή βάση, καθώς και να συνεργάζεται με τα άτομα αυτά σε μια σχέση αμοιβαίας ικανοποίησης Συμπερασματικά στην αμφίδρομη διαδικασία της προσκόλλησης, το κυρίαρχο στοιχείο είναι η ανταπόκριση που βρίσκουν τα δύο μέρη. Μικρή ικανοποίηση από την ανταπόκριση μπορεί να επιφέρει παράταση μιας τέτοιας αρνητικής κατάστασης, αδυναμία προσκόλλησης. Πολύ μεγάλη ικανοποίηση από την ανταπόκριση, μπορεί να επιφέρει παράταση της μονοπρόσωπης προσκόλλησης και να δυσκολέψει την ανεξαρτητοποίηση και την ανάπτυξη της ατομικότητας του παιδιού (Βαϊδάκης, 2005).

Ο Freud εστιάζοντας στις παιδικές θυμικές εμπειρίες του ατόμου και τονίζοντας τη σημασία των πρώτων συναισθηματικών δεσμών του βρέφους με το άμεσο περιβάλλον δίνει έμφαση στα στάδια ανάπτυξης του παιδιού. Στο τέλος περίπου του πρώτου έτους της ζωής, το παιδί βρίσκεται στο στάδιο ανάπτυξης της λίμπιντο που αφορά την ικανοποίηση των ενορμήσεων, ενώ η πηγή της ηδονής δεν είναι συνδεδεμένες μόνο με το σώμα, αλλά το παιδί επενδύει και σε εξωτερικά αντικείμενα, δηλαδή τη μητέρα. Η μητέρα παίζει κεντρικό ρόλο στην επιλογή αντικειμένου, ενώ σημαντική είναι και η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί. Ο Freud υποστήριζε ότι το παιδί δεν έχει αναμνήσεις από τη βρεφική ηλικία γιατί τις έχει απωθήσει. Σε αυτό διαφωνούν οι υπόλοιποι θεωρητικοί (Wallon, Piaget, κ.α.) που αναφέρουν τον αδυαδισμό, που αφορά την ανικανότητα του βρέφους να ξεχωρίσει το εγώ από το μη εγώ και την απόλυτη έλλειψη συνείδησης του εαυτού του καθώς και την απουσία ανακλητικής μνήμης (Ρέιμον- Ριβιέ, 2001).

Η σχέση με τη μητέρα αποτελεί την πρώτη σημαντική σχέση που αναπτύσσει το παιδί. Πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν με αυτή τη σχέση, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Spitz που μίλησε για την μελαγχολία που βιώνουν τα βρέφη όταν χωριστούν από τη μητέρα. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι όταν το βρέφος βιώσει παρατεταμένο χωρισμό, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, η μελαγχολία μπορεί να είναι καταστροφική για το βρέφος, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε μη ιάσιμες ψυχικές και σωματικές βλάβες, ακόμη και στο θάνατο. 

Σύμφωνα με τον Spitz στο παιδί το Εγώ οικοδομείται σιγά- σιγά και επηρεάζεται από την οικοδόμηση της αντικειμενοτρόπου σχέσης. Κατά τη διάρκεια του 1ου έτους η σχέση μητέρας- παιδιού βρίσκεται στο επίκεντρο όσον αφορά τα συστήματα κοινωνικών σχέσεων. Το παιδί περνά από μια σχέση συμβίωσης με τη μητέρα, σε ένα στάδιο όπου αναπτύσσονται ιεραρχικές σχέσεις. Πρόκειται για μία σχέση η οποία δεν υπάρχει ακόμα ως σχέση, καθώς η σχέση απαιτεί την ύπαρξη δύο διακριτών όντων. Αρχικά, το βρέφος δεν διακρίνει τη μητέρα του ως ένα άτομο ξεχωριστό από τον εαυτό του, από τα αντικείμενα ή από τα πρόσωπα που το περιβάλλουν. 

Με το πέρασμα των μηνών, η μητέρα γίνεται για το παιδί το μοναδικό και αναντικατάστατο πρόσωπο, με το οποίο το παιδί αναπτύσσει μια αντικειμενοτρόπο σχέση. Στο πλαίσιο της επικοινωνίας ανάμεσα στη μητέρα και το βρέφος, τόσο η μητέρα αντιλαμβάνεται τις εντάσεις του μωρού όσο και το βρέφος καταγράφει όλες τις συνειδητές και μη συνειδητές διαθέσεις της μητέρας. Η σχέση μητέρας- παιδιού αποτελεί το πρότυπο για την βαθμιαία οικοδόμηση του πραγματικού και της διαφοροποίησης ανάμεσα στο υποκείμενο και στα αντικείμενα. Στην εξέλιξη της αντικειμενοτρόπου σχέσης ο Spitz διακρίνει τρία στάδια, που είναι το στάδιο του μη αντικειμένου (έως 2ο- 3ο μήνα), το στάδιο του προ αντικειμένου (από 3ο έως 7ο- 8ο μήνα) και το στάδιο του αντικειμένου γύρω στον 8ο μήνα (Ρέιμον- Ριβιέ, 2001).

Επιπλέον, ο Piaget έχει υποστηρίξει ότι ο κόσμος του νεογέννητου είναι ένας κόσμος χαοτικός, χωρίς αντικείμενο και χωρίς την ικανότητα του βρέφους να διακρίνει το εγώ από το μη εγώ, καθώς και το υποκειμενικό από το αντικειμενικό. Η διάκριση αυτή διαμορφώνεται σιγά- σιγά. Από τον πρώτο μέχρι τον 18ο ή 20ο περίπου μήνα το παιδί οικοδομεί ένα σταθερό περιβάλλον, όπου τα αντικείμενα χαρακτηρίζονται από τη μονιμότητα, ενώ το παιδί μπορεί να τα διακρίνει. Η αντικειμενοτρόπος σχέση εξαρτάται από την οικοδόμηση του αντικειμένου και από την επικοινωνία στα πλαίσια της δυάδας μητέρα- παιδιού. 

Σύμφωνα με τον Piaget η διάκριση του υποκειμένου από το αντικείμενο και η εξάλειψη του δυαδισμού επιτυγχάνεται με βάση την ενεργητική αναζήτηση των χαμένων αντικειμένων. Το παιδί αντιδρά όταν του παίρνουμε αντικείμενα που χαρακτηρίζονται από μονιμότητα ή αυτόνομη ύπαρξη. Συνήθως, τα αντικείμενα σταματούν να υπάρχουν για το παιδί όταν βγουν έξω από το αντιληπτικό του πεδίο. Μέσα στο χαοτικό και κινητό κόσμο στον οποίο ζει, τα αντικείμενα υπάρχουν για το βρέφος τόση ώρα όση είναι και η δράση του πάνω σε αυτά. Σταδιακά μέχρι τον 9ο περίπου μήνα τα παιδιά αρχίζουν να αναπτύσσουν μια σχέση με τα χαμένα αντικείμενα. Από τον 9ο περίπου μήνα τα παιδιά αρχίζουν την ενεργητική αναζήτηση των χαμένων αντικειμένων, ενώ στο τέλος περίπου του 1ου έτους το αντικείμενο έχει πλέον συγκροτηθεί, μόνο όμως στο πεδίο της άμεσης αντίληψης του παιδιού (Ρέιμον- Ριβιέ, 2001).

Ο Piaget υποστήριξε επίσης ότι το παιδί στην ηλικία μεταξύ των 3 και των 10 μηνών μιμείται όλο και πιο συστηματικά χειρονομίες και κινήσεις που μπορεί να συνδέσει με τα ορατά μέρη του σώματός του και τις οποίες βλέπει στο περιβάλλον του.
Η ψυχοκοινωνική προσέγγιση του Erickson υποστηρίζει ότι σε όλη τη διάρκεια της ζωής του το άτομο περνά από οχτώ στάδια. Το κάθε στάδιο στον κύκλο της ζωής του ατόμου χαρακτηρίζεται από μια ξεχωριστή σύγκρουση που το άτομο θα πρέπει να λύσει. Σε κάθε στάδιο ανάπτυξης, η λύση της σύγκρουσης οδηγεί τους ανθρώπους να αποκτήσουν νέες δεξιότητες, όπως την ικανότητα να ενεργούν ανεξάρτητα από τους γονείς. Οι νέες δυνατότητες που αποκτά το άτομο οδηγούν σε αύξηση των απαιτήσεων που επιβάλλει η κοινωνία και σε δημιουργία νέων συγκρούσεων. Τα δύο πρώτα στάδια που χαρακτηρίζουν το παιδί αφορούν το αυξανόμενο άγχος των παιδιών όταν αποχωρίζονται τη μητέρα τους προς το τέλος του 1ου έτους της ζωής του και την υποχώρηση αυτού του άγχους κατά τη διάρκεια του 2ου έτους. 

Αναλυτικότερα, το πρώτο στάδιο ανάπτυξης διαρκεί από τη γέννηση μέχρι περίπου το τέλος του 1ου έτους, όπου τα βρέφη θα πρέπει να αναπτύξουν μια ευνοϊκή ισορροπία ανάμεσα στην εμπιστοσύνη και τη δυσπιστία. Ο Erickson υποστηρίζει ότι τα παιδιά συνδέονται με τους ανθρώπους που τα φροντίζουν αξιόπιστα και καλύπτουν τις ανάγκες τους, ενώ δημιουργούν σε αυτά ένα αίσθημα εμπιστοσύνης. Όταν πλέον το βρέφος αποκτήσει εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που το φροντίζουν , συνήθως κατά τη διάρκεια του 2ου έτους, μπαίνει στο δεύτερο στάδιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από αυξημένη ανάγκη για αυτονομία. Το παιδί όταν βρίσκεται στο δεύτερο στάδιο δεν αναστατώνεται από σύντομους αποχωρισμούς γιατί ξέρει ότι το άτομο που του λείπει θα επιστρέψει (Cole & Cole, 2000).

Επιπλέον, ο Winnicott αναφέρεται στην προσκόλληση σε συγκεκριμένα αντικείμενα, την οποία παρουσιάζει το παιδί κατά το τέλος του 1ου έτους. Ο συγκεκριμένος θεωρητικός το αντικείμενο στο οποίο προσκολλάται έντονα το παιδί το ονόμασε ‘μεταβατικό αντικείμενο’, καθώς αποτελεί ένα αντικείμενο που γίνεται ταυτόχρονα αισθητό σαν μη- εγώ και σαν κάτι που σχεδόν δεν μπορεί να χωριστεί από το παιδί. Το μεταβατικό αντικείμενο συνδέεται στενά με την αντικειμενοτρόπο σχέση, ενώ αποτελούν τις πρώτες κοινωνικές εκδηλώσεις του παιδιού.


Ανεξάρτητα από τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις για την κοινωνική ανάπτυξη κοινές συνισταμένες είναι το χαμόγελο και το κλάμα ως δύο βασικά χαρακτηριστικά στην επικοινωνία του βρέφους, η ανάπτυξη των κοινωνικών αποκρίσεων και η εξέλιξη του παιχνιδιού. Η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού είναι μια διαρκής διαδικασία η οποία συνδέεται άμεσα με την νοητική, συναισθηματική, σωματική και ψυχολογική ανάπτυξη. Το ενδιαφέρον των θεωρητικών είναι έντονα στραμμένο στην ανάπτυξη των παιδιών και των εφήβων, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι βασικές θεωρίες για την ανάπτυξη των παιδιών, οι οποίες εστιάζουν σε διάφορα σημεία και επίπεδα της ανάπτυξης.
Η κοινωνική ανάπτυξη και οι σχέσεις που αναπτύσσει το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την μετέπειτα κοινωνική του ανάπτυξη. Οι πρώτες σχέσεις που αναπτύσσει το παιδί με τη μητέρα καθώς και οι πρώτες κοινωνικές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις του παιδιού είναι σημαντικές για τις σχέσεις που θα κάνει το παιδί στο μέλλον ως ενήλικας.


Βιβλιογραφία

Βαϊδάκης, Ν. (2005). Σεξουαλική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αθήνα: Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις ΜΕΠΕ.

Bowlby, J. (1973). Attachment and loss: Vol.2. Separation: Anxiety and anger. New York: Basic Books.

Bowlby, J. (1982). Attachment and loss: Vol.1. Attachment. New York: Basic Books.

Cole, M., & Cole, S.R. (2000). Η ανάπτυξη των παιδιών: Η αρχή της ζωής: Εγκυμοσύνη, τοκετός και βρεφική ηλικία (Α’ Τόμ.). (Μετάφρ. Μ. Σόλμαν). Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δάρδανος.

Giddens, A. (2009). Κοινωνιολογία. (Μετάφρ. Δ.Γ. Τσαούσης). Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg

Ρέιμον- Ριβιέ, Μ. (2001). Η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. (Μετάφρ. Μ. Ντε Κάστρο). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτης.

Shaffer, R. (1996). Η κοινωνικοποίηση του παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Επιμέλεια και απόδοση στα ελληνικά  Ν.Δ. Γιαννιτσάς . Β΄ έκδοση.  Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Φραγκουδάκη, Α. (1995). Στερεότυπα των φύλων στην εκπαιδευτική διαδικασία. Στο Παρασκευόπουλος, Ν. Ι. κ.ά. (Επιμ.) Διαφυλικές Σχέσεις. Τομος Α΄ (σσ. 387-390). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου