Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Το παιχνίδι ως ένα μέσο κοινωνικής ανάπτυξης



Το παιχνίδι αποτελεί ένα σημαντικό μέσο για την κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, ενώ ακολουθεί μια εξέλιξη που συνδέεται με την ευρύτερη ανάπτυξη του παιδιού. Το παιχνίδι αρχικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια αισθητηριοκινητική συμπεριφορά των βρεφών, τα οποία κλοτσούν τα πόδια τους όταν κάνουν μπάνιο και από τη συμπεριφορά τους αυτή παίρνουν χαρά και ευχαρίστηση. Μεγαλώνοντας λίγο το βρέφος υπερβαίνει τα όρια του σώματος του βρέφους για να ενσωματώσει αντικείμενα και αρχίζει να εμπλέκει και άλλα άτομα στο παιχνίδι του. Σύμφωνα με τον Peter Smith (αναφ. στους Cole & Cole, 2000, σ. 379) υπάρχουν τέσσερις σημαντικοί τύποι παιχνιδιού που συμβάλλουν σημαντικά στην εξάσκηση του παιδιού σε μεταγενέστερες λειτουργίες. 

Οι τύποι αυτοί παιχνιδιού είναι οι εξής:
«Παιχνίδι μετακίνησης, το οποίο αποτελείται κυρίως από την έντονη χρήση των μεγάλων μυών του σώματος: τρέξιμο, πήδημα, άλματα, κ.τ.λ.»
«Παιχνίδι με αντικείμενα, το οποίο εστιάζει στην εξερεύνηση με τις αισθήσεις: τράβηγμα αντικειμένων, κούνημα αντικειμένων, κ.τ.λ.»
«Κοινωνικό παιχνίδι, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η συναλλαγή με ένα άλλο πρόσωπο. Μπορεί να χωριστεί σε α) παιχνίδι που συνεπάγεται σωματική επαφή, όπως το κυνηγητό και η πάλη, και β) χωρίς σωματική επαφή, όπως οι κατασκευές με κύβους.»
«Φανταστικό παιχνίδι, στο οποίο η σημασία των αντικειμένων και των πράξεων αλλάζει για να ανταποκρίνεται σε μια υποθετική κατάσταση.»
Το κοινωνικό παιχνίδι του παιδιού μπορεί να είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και εξαρτάται από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει. 

Μία ακόμη θεωρητικός που ασχολήθηκε με το παιχνίδι και τα στάδια ανάπτυξής του είναι η Parten (αναφ. στον Giddens, 2009), σύμφωνα με την οποία αρχικά τα μικρά παιδιά ασχολούνται με το ατομικό ανεξάρτητο παιχνίδι, ενώ ακόμη και όταν παίζουν παρέα με άλλα παιδιά, ουσιαστικά παίζουν μόνα τους και δεν ενδιαφέρονται για το τι κάνουν τα υπόλοιπα παιδιά. Μετά από αυτό το στάδιο είναι η παράλληλη δραστηριότητα, κατά την οποία το παιδί μιμείται αυτό που κάνουν τα άλλα χωρίς όμως να παρεμβαίνει ή να σχολιάζει τι κάνουν εκείνα. 

Στην ηλικία των τριών περίπου ετών τα παιδιά αρχίζουν να συμμετέχουν όλο και περισσότερο σε συμμετοχικά παιχνίδια, όπου συνδυάζουν τη δική τους συμπεριφορά με την συμπεριφορά των άλλων. Το κάθε παιδί συνεχίζει να παίζει κατά βούληση, παρακολουθεί όμως και τις συμπεριφορές των άλλων παιδιών και ανταποκρίνεται σε ότι κάνουν τα άλλα παιδιά. Στην ηλικία των τεσσάρων ετών το παιδί συμμετέχει σε παιχνίδια συνεργασίας, όπου συμμετέχει σε δραστηριότητες στις οποίες συνεργάζεται με τα άλλα παιδιά. Στην ηλικία των πέντε περίπου ετών, το παιδί μαθαίνει την πειθαρχία και την αυτορρύθμιση, ενώ ένα από τα πράγματα που κατακτά είναι ο έλεγχος των σωματικών αναγκών. Στην ηλικία των πέντε ετών είναι πλέον αρκετά αυτόνομο και μπορεί να συμμετέχει περισσότερο σε κοινωνικές δραστηριότητες μαζί με άλλα παιδιά (Giddens, 2009).


Το παιχνίδι ουσιαστικά έχει δύο διαστάσεις, από τη μία ο όρος αναφέρεται στη δραστηριότητα, από την άλλη αναφέρεται στα παιχνίδια ως αντικείμενα με τα οποία μπορεί κάποιος να παίξει.  Με τη δεύτερη σημασία του, το παιχνίδι- αντικείμενο μετατρέπεται σε εμπόρευμα, φέρνοντας στην επιφάνεια σχέσεις ισοδυναμίας, αναλογίας και διαφοράς με τα υπόλοιπα εμπορεύματα. Η κατασκευή ενός παιχνιδιού- εμπορεύματος αποτελεί μια συμβολική και παραστατική αντιστοίχηση ενός πραγματικού αντικειμένου, με στόχο την πειστική αναπαράσταση της πραγματικής- αντικειμενικής πραγματικότητας. Οι συμβολικές διαστάσεις του παιχνιδιού σχετίζονται άμεσα με τις κοινωνικές αξίες και τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν στο εκάστοτε πολιτισμικό πλαίσιο. Επιπλέον, τα παιχνίδια που κατασκευάζονται για τα παιδιά αποτελούν μικρογραφίες από τον κόσμο των ενηλίκων, αντικατοπτρίζοντας την άποψη που επικρατεί ότι τα παιδιά είναι η μικρογραφία των ενηλίκων (Ναυρίδης, 1999).

Επιπροσθέτως, το παιχνίδι εκτός από ένα τρόπο διασκέδασης και απασχόλησης του παιδιού, «ως καταναλωτικό και διαμεσολαβητικό αντικείμενο, που αναμφίβολα είναι, συμμετέχει και αυτό με τον τρόπο του σε ένα σύστημα κοινωνικής επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης και σε ένα σύστημα διαπροσωπικής επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια και στην ομάδα των συνομηλίκων» (Ναυρίδης, 1999, σσ. 358- 359). Το παιχνίδι, άμεσα συνδεδεμένο με τα παιδιά, αποτελεί για τους ενήλικες, κυρίως για τους εκπαιδευτικούς και τους ειδικούς, ένα μέσο παρατήρησης και διάγνωσης. Για το παιδί, το παιχνίδι είναι ένας τρόπος «αποκατάστασης της σχέσης του με τον εαυτό του και την περιβάλλουσα κοινωνική πραγματικότητα». Στο χώρο που νηπιαγωγείου το παιχνίδι κατέχει κεντρικό ρόλο και αποτελεί μια παιδαγωγική στρατηγική. Ως κεντρικό στοιχείο της παιδαγωγικής το παιχνίδι αποτελεί μέσο για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την προσωπικότητα του παιδιού και τη μελέτη πτυχών του παιδιού που είναι δύσκολα προσεγγίσιμοι (Μακρυνιώτη, 1999). 

Σύμφωνα με τον Vygotsky, το παιχνίδι αποτελεί ένα σύνολο δραστηριοτήτων που συμβάλλει στην κατανόηση από το παιδί του κοινωνικού κόσμου που το περιβάλλει ενώ το παιδί μαθαίνει να χρησιμοποιεί αντικείμενα ή στρατηγικές για να είναι όλο και πιο αποτελεσματική η επενέργειά του πάνω στο περιβάλλον (Hayes, 1998). Από την ηλικία του πρώτου έτους του παιδιού, το παιχνίδι αρχίζει να καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του παιδιού. Αρχικά, το παιδί παίζει κυρίως μόνο του, σταδιακά όμως αναζητά όλο και περισσότερο κάποιον να παίξει μαζί του. Εκτός από ένα μέσο κοινωνικοποίησης, το παιχνίδι συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη βελτίωση του συντονισμού του σώματος του παιδιού, ενώ αποτελεί και έναν τρόπο μέσα από τον οποίο το παιδί μπορεί να αυξήσει τις γνώσεις του για τον κόσμο των ενηλίκων (Giddens, 2009).

Βιβλιογραφία
Cole, M., & Cole, S.R. (2000). Η ανάπτυξη των παιδιών: Η αρχή της ζωής: Εγκυμοσύνη, τοκετός και βρεφική ηλικία (Α’ Τόμ.). (Μετάφρ. Μ. Σόλμαν). Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δάρδανος.
Giddens, A. (2009). Κοινωνιολογία. (Μετάφρ. Δ.Γ. Τσαούσης). Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.
Hayes, N. (1998). Εισαγωγή στην Ψυχολογία (Τόμ. Β’). Επιμ. Α. Κωσταρίδου- Ευκλείδη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μακρυνιώτη, Δ. (1999). Το παιχνίδι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα του Νηπιαγωγείου: Μια κριτική ανάγνωση του παιδοκεντρικού παιδαγωγικού λόγου. Στο βιβλίο των Κ. Γκουγκουλή & Α. Κούρια, Παιδί και Παιχνίδι στη νεοελληνική κοινωνία (σ.σ. 85-172). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
Ναυρίδης, Κ. (1999). Το παιχνίδι ως εμπόρευμα. Στο βιβλίο των Κ. Γκουγκουλή & Α. Κούρια, Παιδί και Παιχνίδι στη νεοελληνική κοινωνία (σ.σ. 347-370). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου