Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Τα βήματα… που μας πάνε μπροστά: Γνώθι σαυτόν (Μπουκάι)




Γνώθι σαυτόν

«Αν έχουμε καταλάβει πως η ζωή είναι κάτι πολυπόθητο κι ότι πρέπει να νιώθουμε ευχαριστημένοι που το έχουμε…

Αν έχουμε ανακαλύψει πως υπάρχουν ακόμη πολλά να κάνουμε- κι ότι θα τα κάνουμε…

Αν έχουμε μάθει να νιώθουμε συχνά- κι όχι αραιά και πού- χαρά που ξυπνάμε το πρωί…

Τότε , ίσως να ξαναβρούμε την όρεξη να γιορτάζουμε τα γενέθλιά μας, και –γιατί όχι;- να μοιραζόμαστε με άλλους τη χαρά του να είμαστε ακόμη μια χρονιά ζωντανοί. 

Κι αν φτάσουμε ως εδώ, δε θα δυσκολευτούμε να καθιερώσουμε αυτή την υγιή συνήθεια την οποία συστήνω σχεδόν σε κάθε άνθρωπο που ζητάει τη συμβουλή μου:

Να κάνουμε στον εαυτό μας, κάθε τέτοια ημέρα, το δώρο που θα θέλαμε να μας κάνει ο καλύτερος και πιο στενός μας φίλος» (σελ. 13-15).



«Το πρώτο μας βήμα θα πρέπει να είναι μια αφετηρία αυτογνωσίας, γνωριμίας και ανακάλυψης του εαυτού μας… 

Ανακαλύπτω: αφαιρώ ό,τι μ’ εμποδίζει να δω.
Βρίσκω το θάρρος να πετάξω τη μάσκα.
Εμφανίζομαι μπρος στον εαυτό μου και στους άλλους όπως είμαι στ’ αλήθεια.
Αναλαμβάνω την ευθύνη για αυτό που είμαι, για αυτό που κάνω και για αυτό που λέω.


Η αυτογνωσία είναι ένα πρώτο βήμα προκειμένου να πάψουμε να απαιτούμε από τους άλλους να γίνουν παρατηρητές της δικής μας ζωής» (σελ. 16).

Απόσπασμα από το βιβλίο: 20 Βήματα Μπροστά, του Χόρχε Μπουκάι, Εκδόσεις opera.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

"Η καρδιά της μάνας"...


Τα παλαιότερα χρόνια οι παππούδες και οι γιαγιάδες διηγούνταν ένα παραμύθι που είχε τον τίτλο: «η καρδιά της μάνας».

Το παραμύθι αυτό λέει πως κάποτε ζούσε ένας άνδρας που ερωτεύτηκε κάποια γυναίκα.  Αυτή η γυναίκα για κάποιον περίεργο λόγο, δε ζήτησε τίποτα από τον ερωτευμένο άνδρα προκειμένου να ανταποκριθεί κι αυτή στον έρωτά του, παρά μόνο ένα πράγμα που ενδεχομένως άξιζε περισσότερο από όλα τα υλικά αγαθά του κόσμου.  Ζήτησε, λοιπόν, να της χαρίσει την καρδιά της μητέρας του.  Εκείνος δίχως δεύτερη σκέψη, ξερίζωσε την καρδιά της μητέρας του κι έφυγε τρέχοντας για να της την χαρίσει.  Πάνω στη βιασύνη του και καθώς έτρεχε, κάπου σκόνταψε κι έπεσε.  Τότε, ακούστηκε η φωνή της μάνας του να τον ρωτά με αγωνία: «χτύπησες παιδάκι μου;».


Το παραμύθι προφανώς είναι συμβολικό και αποδεικνύει πώς η λαϊκή σοφία μπορεί να φτάσει σε απίστευτα ψυχαναλυτικά βάθη.  Έτσι, πίσω από μια τόσο δυνατή και σοκαριστική ιστορία μπορούμε να δούμε ότι σκιαγραφείται η απόλυτη αφοσίωση του άνδρα προς την πρώτη του γυναίκα, τη μητέρα του, όπου πλέον για να περάσει η σκυτάλη της απόλυτης αφοσίωσής του στη δεύτερη γυναίκα, θα πρέπει να της δώσει τα διαπιστευτήριά του, ότι κράτησε απόσταση από αυτήν «σκοτώνοντάς» την! 

Ακόμη, όμως κι όταν «σκοτώσει» τη μητέρα του, διαπιστώνει ότι δεν έχει καταφέρει να απαγκιστρωθεί απ’ αυτήν, αφού η απάρνησή της και η θυσία της, εξακολουθούν να τον κρατούν ενοχικά δέσμιο.  Στην ουσία δεν υπάρχει κάποιο σοβαρό δίλημμα για τον άνδρα, εφόσον γνωρίζει ότι αυτό που οφείλει να κάνει είναι να «σκοτώσει» την ίδια του τη μητέρα, δηλαδή μεταφορικά να κόψει δεσμούς, ώστε να καταφέρει να αφοσιωθεί στη σύζυγό του.
Μια τέτοια θυσία, όμως, συνεπάγεται ενοχή η οποία κατακλύζει την ψυχή του. Άραγε πόσες φορές διαπιστώνουμε το πόσο δύσκολο είναι για τον σύγχρονο άνδρα να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο με τη μητέρα του και όλο αυτό να έχει αντίκτυπο στις σχέσεις των παντρεμένων ζευγαριών, ειδικά όταν χάνεται η ισορροπία και δεν μπορεί να ιεραρχηθεί ακριβώς το που θα στραφεί η αφοσίωση από εδώ και πέρα; Στις ανάγκες της μητέρας ή της συζύγου; 


Όταν η πλάστιγγα γέρνει προς την ικανοποίηση των αναγκών της μητέρας, τότε η σύζυγος παραπονιέται ξεστομίζοντας μάλιστα υποτιμητικές και βαριές φράσεις όπως λόγου χάρη: «είσαι μαμάκιας», «δεν έχεις ενηλικιωθεί ακόμη» κοκ, και κατ’ αυτό τον τρόπο επέρχεται σοβαρή τριβή και φθορά στη σχέση του ζευγαριού. Από την άλλη, όταν η πλάστιγγα γέρνει προς την ικανοποίηση των αναγκών της συζύγου, τότε η μητέρα παραπονιέται με τη σειρά της ότι ο γιος της, την έχει ξεχάσει, ότι δεν την αγαπά όπως πριν ή ότι από την ώρα που παντρεύτηκε, αυτή βιώνει μεγάλη μοναξιά και εξαιτίας αυτής της μοναξιάς νιώθει στενοχώρια, θλίψη κι απογοήτευση για την κατάληξη που της επιφύλασσε η μοίρα ή η ζωή δείχνοντάς της το πιο άσχημο πρόσωπό της. 

Ο άνδρας δυσκολεύεται να βρει τη χρυσή τομή, και μπερδεμένος καθώς είναι προσπαθεί να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να σταματήσουν τα παράπονα και οι καβγάδες, όμως τα παράπονα συνεχίζονται και ο ίδιος προσπαθώντας να βρει σημεία επαφής με τη μητέρα και με τη σύζυγό του, χάνει την επαφή με τον ίδιο του τον εαυτό.  Με απλά λόγια, στην προσπάθειά του να βάλει σε προτεραιότητα τις συναισθηματικές ανάγκες των άλλων, έχει ξεχάσει τις δικές του ανάγκες.


Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η νοοτροπία της Ελληνίδας μάνας ότι ο γιος οφείλει να αντικαταστήσει τον άνδρα της, είτε ύστερα από το διαζύγιο, είτε ύστερα από το θάνατό του, είναι υπερβολική και παντελώς λαθεμένη. Δε θα πρέπει η μητέρα να αποσκοπεί ή να προσδοκά με τα λόγια και με τη συμπεριφορά της στο να καλύψει ο γιος της το συζυγικό κενό που αυτή βιώνει. Δυστυχώς, όταν καταφέρει η μητέρα να περάσει τέτοιου είδους μηνύματα, όπως ότι ο γιος της οφείλει να αντικαταστήσει τον απών πατέρα-σύζυγο, το κακό που θα κάνει στο γιο της είναι πολύ μεγάλο και τις περισσότερες φορές οδηγεί στο να εμποδίσει το γιο της ακόμη και από το να παντρευτεί ο ίδιος, ούτος ώστε να παραμείνει αφοσιωμένος στη μητέρα του.  


Από την άλλη, θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η νοοτροπία – στάση της συζύγου ότι ο άνδρας της θα πρέπει έμπρακτα να δείξει ότι έχει κόψει δεσμούς με την μητέρα του, κρατώντας την στο περιθώριο, σταματώντας να την βλέπει ή να της τηλεφωνεί κοκ είναι κι αυτή υπερβολική και παντελώς λαθεμένη. Η μητέρα – πεθερά θα πρέπει να έχει έναν ενεργό και εποικοδομητικό ρόλο στη ζωή του γιου της, αλλά όχι επεμβατικό, ούτε επικριτικό ή συμβουλευτικό. 

Χρειάζεται, λοιπόν, να επιβληθούν από τον ίδιο άνδρα – γιο – σύζυγο κάποια όρια, σχετικά με το τι μπορεί αυτός να δώσει συναισθηματικά, αλλά και με το τι συμπεριφορές μπορεί να ανεχτεί.  Πριν, όμως, ο άνδρας θέσει τα όριά του, θα πρέπει ο ίδιος να έχει κατανοήσει το «πώς» και το «γιατί» είναι εγκλωβισμένος μέσα σε δυσλειτουργικές σχέσεις που τον πνίγουν. Θα πρέπει, επίσης να κατανοήσει ότι ούτε ο ασφυκτικός εναγκαλισμός με τη μητέρα είναι λύση, ούτε επίσης, η ολοκληρωτική ρήξη κάθε δεσμού με αυτήν.
Τις περισσότερες φορές, δεν είναι εύκολο να ανιχνευθούν, να εντοπιστούν, καθώς και να αντιμετωπιστούν όλες αυτές οι δυσλειτουργικές σχέσεις από τα ίδια τα άτομα, τα οποία αφορούν.  Γι’ αυτό είναι σημαντικό όταν υπάρχουν εντάσεις μέσα σε ένα ζευγάρι που συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα και αφορούν στις σχέσεις του ζευγαριού με τις μητέρες εκατέροθεν ή γενικότερα με τα πεθερικά, τότε να ζητείται βοήθεια από κάποιον ψυχολόγο που ειδικεύεται στην οικογενειακή θεραπεία ή στη θεραπεία ζεύγους.

Ζιούβας, Χ. & Κατάκη, Χ. (2019). Άνδρας: Η σιωπηρή επανάσταση. Αθήνα: Πατάκης, σελ.  376-377-378.

Σχέση μητέρας- γιου




«Οι αλλαγές της ανδρικής ταυτότητας, σε μεγάλο βαθμό, επιτυγχάνονται μέσα από τις ανατροπές που παρατηρούμε στα μοτίβα της σχέσης του άνδρα με τις σημαντικές γυναίκες της ζωής του. 


Αναζητώντας τις βαθύτερες αιτίες αυτών των φαινομένων, είναι αναπόφευκτο να φτάσει κανείς στη σχέση του άνδρα με την καθοριστική γυναικεία φιγούρα της ζωής του, τη μητέρα του. Μέσα από την επαφή μας με άνδρες, γυναίκες, ζευγάρια και ολόκληρες οικογένειες επιβεβαιώνεται, ξανά και ξανά, η εγγενής και αναπόδραστη σύνδεση του άνδρα με τη γυναικεία του φύση.

Στο γνωστό βιβλίο της Badinter με τίτλο Η ανδρική ταυτότητα, η συγγραφέας υποστηρίζει ότι το αγόρι που γεννιέται από μια γυναικεία μήτρα και μένει επ’ αόριστον κάτω από την επιρροή της μητέρας πρέπει να αποβάλει την ταύτιση με τη γυναικεία του φύση για να ανδρωθεί. Αν κάτι διατρέχει σταθερά τον ψυχισμό των ανδρών είναι ο φόβος τους να μη θεωρηθεί οτιδήποτε κάνουν, σκεφτούν ή νιώσουν θηλυπρεπές.

‘’Αν δεν μπορέσει ο άνθρωπος να διαχειριστεί αυτό τον φόβο, όταν γίνει πατέρας, σε ένα βαθύ και ασυνείδητο επίπεδο θα τον διοχετεύσει στον γιο, που θα μεγαλώσει με τον ασυνείδητο τρόμο της ομοφυλοφιλίας.’’
(Ζιούβας & Κατάκη, σελ. 373-374).


Ζιούβας, Χ. & Κατάκη, Χ. (2019). Άνδρας: Η σιωπηρή επανάσταση. Αθήνα: Πατάκης.           

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Παρεμβαίνουσα μη- κατευθυντικότητα στη ζωή μας


Η μη-κατευθυντικότητα αποτελεί μια προσέγγιση που επικεντρώνεται σε μια σχέση συνεργασίας με τον άλλο, όπου γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί ένας στόχος που έχει καθοριστεί από αυτόν. Η συγκεκριμένη προσέγγιση βρίσκεται ανάμεσα στον φροϋδισμό και τον ροτζερισμό, εστιάζοντας στη σύνθεση του εξωτερικού με το εσωτερικό. Εστιάζει, δηλαδή, στις εσωτερικές δυνάμεις του ατόμου, αλλά και στις εσωτερικές δυνάμεις που είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης με τον έξω κόσμο. 
 
«Ο άνθρωπος είναι ενταγμένος πολύ βαθιά μέσα στην πραγματικότητα και οι εσωτερικές του τάσεις τον φέρνουν σε επαφή με αυτήν» (Lobrot, 2015: 25-26).
Η παρεμβαίνουσα μη- κατευθυντικότητα στηρίζεται σε δύο κύριες αρχές, εκ των οποίων η πρώτη αφορά «το άκουσμα της επιθυμίας» του ίδιου του ατόμου και η δεύτερη αναφέρεται στη δουλειά που γίνεται μέσα σε ένα πλαίσιο συνεργασίας και εμπλοκής, όπου τα ίδια άτομα δεν έχουν τους ίδιους ρόλους. 


Αν επιβάλλουμε σε κάποιον αυτό που εμείς επιθυμούμε ή θεωρούμε σωστό είναι πολύ πιθανό να νιώσει καταναγκασμό, δηλαδή περιορισμό και μείωση της δράσης του αλλά και της ελευθερίας για δράση. Το άτομο νιώθει επίσης στέρηση των κερδών που θα αποκόμιζε από την πράξη, με αποτέλεσμα να βιώνει ματαίωση. Έτσι, το άτομο καταλήγει στην ψυχολογική αναδραστικότητα, δηλαδή στην αντίδραση ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει τη χαμένη του ελευθερία για δράση. Το άτομο νιώθει μια έντονη επιθυμία για κίνηση και δράση μέσα στον χώρο, μια ασυγκράτητη ανάγκη να τοποθετηθεί στο άλλο άκρο από αυτό που νιώθει ότι του επιβάλλουν. Πρόκειται για μια θεωρία που προέρχεται από τον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας, με κύριο εκφραστή τον Brehm

Ο Brehm πραγματοποιεί έναν διαχωρισμό ανάμεσα στην αντίδραση στον καταναγκασμό και στη ματαίωση που προκύπτει από τον καταναγκασμό. Η αντίδραση στον καταναγκασμό οφείλεται στην επιθυμία του ατόμου να διαφυλάξει την ελευθερία δράσης του, ενώ η ματαίωση αποτελεί το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άρνησης να ικανοποιήσει το άτομο μια επιθυμία, κυρίως όταν η άρνηση αυτή έχει διάρκεια στον χρόνο. 


«Οι άνθρωποι υποφέρουν όταν τους αρνούμαστε αυτό που θέλουν, όμως, όντας υποχρεωμένοι να ζήσουν χωρίς αυτό, με τον καιρό, χάνουν το ενδιαφέρον τους για αυτό που ήθελαν και το ξεχνούν. Οπότε εκείνοι που θέλουν να επιβάλουν έναν καταναγκασμό θεωρούν ότι κέρδισαν!» (Lobrot, 2015: 40).


Το ζήτημα της κατευθυντικότητας το συνδέει, ο Lobrot, με τον αποπροσανατολισμό από τα ενδιαφέροντα, τις ανάγκες και τους στόχους του ατόμου, με αποτέλεσμα να νιώθει καταναγκασμό, που οφείλεται στις απειλές που ενεργοποιούν φόβους. Όταν κάποιος στερεί από το άτομο πράγματα που επιθυμεί, τότε το άτομο νιώθει ματαίωση και επιθυμεί ακόμη περισσότερο αυτά που του έχουν στερήσει. «Η κατευθυντικότητα στο μέτρο που μας προσανατολίζει αλλού, μας κάνει να ασχολούμαστε και να πειραματιζόμαστε με άλλα αντικείμενα» (Lobrot, 2015: 44). Στόχος της κατευθυντικότητας είναι η αποτροπή από τις κατευθύνσεις που το άτομο έχει επιλέξει και ο προσανατολισμός ή η επιβολή κατευθύνσεων που θα το οδηγήσουν αλλού, αλλάζοντας τη ζωή και προσδίδοντας ένα νέο νόημα σ’ αυτή. 

Ο άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί μόνο ο ίδιος για τον εαυτό του, καθώς η κάθε πράξη που επιλέξει αποτελεί ταυτόχρονα και μέρος του εαυτού του, η πράξη εντάσσεται στη γραμμή πλεύσης του. Το άτομο είναι σημαντικό να μάθει να αγαπά τον εαυτό του, που προϋποθέτει ότι θα πρέπει να είναι αφοσιωμένο στις δικές του αξίες και στον εαυτό. Στόχος της επιλογής μιας πράξης είναι η ικανοποίηση και η ευχαρίστηση του ατόμου, ενώ το άτομο είναι ένα ψυχικό ον που επικεντρώνεται στον ίδιο του τον εαυτό. 


Η μη κατευθυντικότητα στηρίζεται στο ότι το μη- κατευθυντικό άτομο επιδιώκει τους ίδιους στόχους και κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με το άτομο για το οποίο παρεμβαίνει. Η μη κατευθυντικότητα συμβάλλει στη δημιουργία συναισθηματικών δεσμών καθώς και κοινωνικών δεσμών. Η επιλογή της μη κατευθυντικότητας είναι αυτή που μας προστατεύει από τις συνέπειες που έχει η επιθυμία, καθώς δίνει τη δυνατότητα να δημιουργηθεί μια άλλη δυναμική στο πλαίσιο των σχέσεων και στη συμμετοχή σε κοινωνικές ομάδες.

Lobrot, M. (2015). Ζώντας μαζί. Η παρεμβαίνουσα μη- κατευθυντικότητα στη ζωή μας. Αθήνα: Αρμός.