Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Συγχωρείται η κακοποίηση των γονιών προς τα παιδιά;



 Η Φιλόσοφος, Κοινωνιολόγος και Ψυχαναλύτρια Alice Miller στο βιβλίο της ‘’Το Σώμα δεν ψεύδεται ποτέ’’, που πραγματικά  αξίζει να διαβαστεί, υποστηρίζει ότι το σώμα μας διατηρεί ακέραιη την ανάμνηση όλων όσων έχουμε βιώσει συμπεριλαμβανομένης όμως και της ψυχολογικής και σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης που ενδεχομένως έχουμε υποστεί από τους γονείς μας κατά την παιδική μας ηλικία.

   Αναφέρει ότι:  «Η σφοδρή επιθυμία πολλών γονιών να τους αγαπούν και να τους τιμούν τα παιδιά τους νομιμοποιείται πλήρως με την Εντολή: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου…» (σ. 35). «H Εντολή αυτή περιέχει μιαν αντίφαση εν όροις. Η Ηθική μπορεί να μας πει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν μπορεί να μας πει τι πρέπει να νιώθουμε…» (σ. 36).  


  Το ερώτημα  που κεντρίζει το ενδιαφέρον της σχετικά με την παραπάνω Εντολή, είναι το εξής: «μήπως αυτή η Ηθική παίρνει πάντα το μέρος των ενηλίκων και κατευθύνει τα βέλη της εναντίον των παιδιών;» (σ.84). «Κατά κανόνα, παιδιά που ξυλοκοπούνταν, βασανίζονταν, εξευτελίζονταν και δεν είχαν την υποστήριξη ενός ‘’προσώπου – αρωγού’’ δείχνουν μεγάλη ανεκτικότητα στις κτηνωδίες κάποιας γονικής φιγούρας και προκλητική αδιαφορία για τα δεινά παιδιών που κακοποιούνται» (σ. 82). Δηλαδή, «οι ανάγκες που έμειναν ανεκπλήρωτες όταν ήμασταν παιδιά… καθώς και η βία που βιώσαμε κατευθύνεται σε άλλους ανθρώπους…  αργότερα σε θεραπευτές, συντρόφους και στα δικά μας παιδιά, αλλά επίσης μπορεί να μας οδηγήσει στην κατάθλιψη, στη χρήση ναρκωτικών, σε βαριές ασθένειες, στην αυτοκτονία ή στον πρόωρο θάνατο… ή ακόμη και να υπονομεύσει και να μπλοκάρει τις βιολογικές λειτουργίες του σώματος» (σ.σ. 88, 197).

  Δυστυχώς,  πολλοί θεραπευτές όντας οι ίδιοι εγκλωβισμένοι στην Ηθική που επιτάσσει να τιμούμε τους γονείς μας, ασχέτως αν οι ίδιοι δεν μας τίμησαν ποτέ, προτείνουν τη ‘’συγχώρεση’’ ως το μέσο που οδηγεί στη θεραπεία. Διότι, όπως λένε «δεν υπάρχουν ιδανικοί γονείς, ότι όλοι κάποιες φορές κάνουν λάθη που πρέπει να τα ανεχόμαστε και ότι ως ενήλικοι οφείλουμε να τα ξέρουμε αυτά» (σ. 110). Όμως, «δεν είναι αλήθεια ότι η συγχώρεση απελευθερώνει από το μίσος… Το παιδί ανέχεται τον παραλογισμό των γονιών του γιατί τον θεωρεί φυσιολογικό και δεν μπορεί να προφυλαχτεί από αυτόν.  Ως ενήλικος όμως υποφέρει από την έλλειψη ελευθερίας και τον καταναγκασμό, μόνο που πλέον μεταφέρει το πρόβλημά του στη σχέση του με άλλους ανθρώπους, με τα παιδιά του και τους συντρόφους του.  Ο παιδικός φόβος απέναντι στους γονείς δεν του επιτρέπει να αναγνωρίσει την αλήθεια» (σ. 110).  «Η λύση αυτή προτείνεται από τους θεραπευτές για να καθησυχάσουν τον εαυτό τους, όπως έκαναν και οι γονείς» (σ. 199).  


  Είναι σημαντικό να «καταφέρουμε να αναγνωρίσουμε ότι ούτε ευγνωμοσύνη χρωστάμε, ούτε καμία θυσία πρέπει να κάνουμε για χάρη γονιών που μας έχουν προκαλέσει σοβαρά τραύματα.  Τέτοιου είδους θυσίες δεν γίνονται παρά για χάρη  φαντασμάτων, ιδανικών γονέων που δεν υπήρξαν ποτέ.  Γιατί συνεχίζουμε να θυσιαζόμαστε για κάποια φαντάσματα; Γιατί παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε σχέσεις που μας θυμίζουν παλιά βάσανα;  Γιατί ελπίζουμε ότι μια μέρα όλα θα αλλάξουν – όταν θα βρούμε τη σωστή λέξη, τη σωστή συμπεριφορά, τον σωστό τρόπο να κατανοούμε τα πράγματα.  Όμως, αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να σκύψουμε το κεφάλι, όπως κάναμε στην παιδική μας ηλικία, για να μας προσφέρουν αγάπη.  Σήμερα, ως ενήλικοι, γνωρίζουμε ότι οι άλλοι εκμεταλλεύονταν τις προσπάθειές μας και ότι αυτό δεν ήταν αγάπη.  Γιατί λοιπόν, να περιμένουμε τώρα αγάπη από ανθρώπους που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπόρεσαν να μας αγαπήσουν όταν ήμασταν παιδιά;» (σ.σ. 142, 143).  


Βιβλιογραφία:
Miller, Alice, Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ, Αθήνα, Ροές, 2009.

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Καλύτερα με ψευδαισθήσεις;



Καλύτερα να ζω σε μια ψευδαίσθηση (όπως εγώ έφτιαξα τα πράγματα μέσα στο κεφάλι μου) παρά σε μια πραγματικότητα που νιώθω ότι δεν μπορώ να αντέξω, παρά με την αλήθεια που νιώθω ότι θα με διαλύσει.

Άσε με, λοιπόν, στη δικιά μου αλήθεια για αυτόν τον κόσμο.

Πόσο απέχει όμως αυτή η αλήθεια από την «πραγματικότητα» αυτού του κόσμου; Πόσο μακριά βρίσκεσαι από αυτό τον κόσμο και πόσο βοηθητικό είναι να δίνεις όλη σου την ενέργεια και τις δυνάμεις για να καλλιεργείς τις ψευδαισθήσεις; 

Μια ζωή έχεις επιλέξει να φτιάξεις έναν κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις και κάθε φορά που δεν επιβεβαιώνονται αυτές οι ψευδαισθήσεις νιώθεις να διαλύεσαι, να ταράζεσαι ολόκληρος και ολοκληρωτικά. 


Κανείς δεν πρόκειται να σε αποτρέψει από αυτές τις ψευδαισθήσεις, όμως, είναι σημαντικό να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να στηριχτείς σε μια ανύπαρκτη υπόσταση αυτού του κόσμου. 
Γιατί πολύ συχνά θα καταλήγεις να απογοητεύεσαι… και να χάνεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. 

Είναι επιλογή σου να ζεις με ψευδαισθήσεις, γιατί ίσως σου είναι τελείως αβάσταχτο να μπορέσεις να αντικρίσεις την αλήθεια της σκληρότητας και του κυνισμού που διακρίνει τη ζωή. 

Από σένα εξαρτάται πόσο ρεαλιστική προσέγγιση θα επιλέξεις να υιοθετήσεις ώστε να αποκτήσεις μια πιο ισορροπημένη κατάσταση ανάμεσα σε σένα και στον κόσμο γύρω σου…

Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.
(Miller, 2010, σελ. 25- Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας)

Κι αν με βαρεθεί;



Όταν η ερωτική έλξη εξελίσσεται σε μια ειδυλλιακά αρμονική σχέση, δηλ. ‘‘μετουσιώνει’’, όπως θα έλεγε ο Σίγκμουντ Φρόιντ, το πάθος και τον αισθησιασμό με την τρυφερότητα και την ψυχική ανάταση, τη σεξουαλική ικανοποίηση με τη συναισθηματική ολοκλήρωση… τότε ο έρωτας καθίσταται το συναρπαστικότερο κεφάλαιο της ζωής ενός ανθρώπου. 

Κι όμως, πολλά ζευγάρια αντί να αφεθούν στη θαλπωρή της σχέσης ώστε να χαρούν όλα αυτά τα όμορφα συναισθήματα που γεννούν τα σκιρτήματα του έρωτα, διακατέχονται από αγωνία και φόβο για το μέλλον της σχέσης τους. Η ερώτηση ‘‘κι αν με βαρεθεί;’’ προβάλλει αυθόρμητα κι επιτακτικά αρκετά συχνά και σαν σύννεφο πυκνό επισκιάζει την ευτυχία τους. Φαίνεται πως δεν αρκούν η συντροφικότητα, η οικειότητα, οι υποσχέσεις για μια από κοινού επένδυση στις επιθυμίες και στα όνειρά τους για το μέλλον. Ο πόθος, η σαγήνη, η διέγερση των αισθήσεων και η ευφορία σιγά σιγά παραγκωνίζονται και καταλαμβάνουν τη θέση τους η αγωνία, η ματαιοδοξία, η απογοήτευση, η απελπισία, η θλίψη, και πάνω από όλα ένας διάχυτος φόβος. 

Αυτός ο φόβος πλανάται διαρκώς επιφέροντας ένα ύπουλο ρήγμα. Θα μπορούσε να οφείλεται σε μια συναισθηματική αστάθεια που σαν αλυσιδωτές αντιδράσεις επιφέρει έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό, στον/στην σύντροφο και στην εξέλιξη της σχέσης. Προφανώς, αυτού του είδους η ανασφάλεια είναι πολύ συνηθισμένη και με τετριμμένες εκφράσεις που έχουν περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο διατρανώνει την παρουσία της. Αλήθεια, πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει σε συζητήσεις ζευγάρια να χρησιμοποιούν παρόμοιες φράσεις όπως: ‘‘στην αρχή είμασταν στα μέλια…’’, ‘‘τόσα χρόνια μαζί, τι περιμένεις;’’, ‘‘ο έρωτας κρατάει για λίγο…’’ κοκ. Όλες αυτές οι φράσεις καταδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη ανασφάλεια για το αν θα επέλθει με την πάροδο του χρόνου πλήξη και συναισθηματικός ή σεξουαλικός κορεσμός, δεν ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας αλλά αποτελεί μια σοβαρή πιθανότητα ή και απειλή. 

Το ζητούμενο είναι να απαντηθεί κατά πόσο μπορεί να προδικάσει κάποιος ή να προβλέψει με σιγουριά το τι θα συμβεί στο μέλλον. Πόσο λειτουργικό είναι άραγε το να ζει κανείς υπό συνθήκες φόβου ή ανασφάλειας και να αναλώνεται σε αρνητικά και καταστροφικά σενάρια, δηλητηριάζοντας σιγά σιγά τη σχέση προκαλώντας ασυνείδητα μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία; 


Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που αυτού του είδους η ανασφάλεια μπορεί να βλάψει μακροπρόθεσμα τις σχέσεις, είτε επειδή η αμφισβήτηση κουράζει ψυχικά το ίδιο το άτομο ή τον/την σύντροφό του/της, είτε επειδή ο φόβος για μια επικείμενη απόρριψη το οδηγεί στο να εγκαταλείψει τη σχέση προκειμένου να μην πονέσει ή να μην πληγωθεί. Γιατί όμως αυτός ο φόβος να αποτελεί επιλογή, τη στιγμή που συναντούμε τόσα ζευγάρια ηλικιωμένων πιασμένα χέρι χέρι όπως τον πρώτο καιρό να δηλώνουν ευθαρσώς ακόμη ερωτευμένοι;