Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Πόσο αναγκαία είναι η κοινωνική νοημοσύνη στις σχέσεις μας;


 Τι είναι ο κοινωνικός εγκέφαλος;

«Ο εγκέφαλός μας είναι σχεδιασμένος κοινωνικά και παρασύρεται αμείλικτα σε μια μύχια ένωση με έναν άλλο εγκέφαλο κάθε φορά που υπάρχει εμπλοκή με ένα άλλο άτομο. Αυτή η νευρωνική γέφυρα μας επιτρέπει να εντυπωσιάζουμε τον εγκέφαλο –άρα και το σώμα- του ανθρώπου με τον οποίο αλληλεπιδρούμε, όπως ακριβώς και εκείνος μπορεί να επηρεάσει τον δικό μας» (σελ. 15). Όλες οι επαφές μας λειτουργούν ως ρυθμιστές του εγκεφάλου, προκαλώντας συναισθήματα. Όσο πιο μεγάλο είναι το συναισθηματικό δέσιμο τόσο πιο μεγάλη είναι η αμοιβαία δύναμη.  

Οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις λειτουργούν ως ρυθμιστές, σαν «διαπροσωπικοί θερμοστάτες», που θέτουν διαρκώς σε επανεκκίνηση βασικές πλευρές της λειτουργίες του εγκεφάλου μας καθώς ενορχηστρώνουν τα συναισθήματά μας. Οι σχέσεις διαπλάθουν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την εμπειρία αλλά τη βιολογία μας. Οι «θρεπτικές σχέσεις» είναι ωφέλιμες για την ψυχική μας υγεία και γενικότερα για την υγεία μας. Οι τοξικές σχέσεις μπορούν να επενεργήσουν στο σώμα μας σαν αργό δηλητήριο. (σελ. 16).


«Όταν εναρμονιζόμαστε με κάποιον, δεν μπορούμε παρά να μοιραζόμαστε τα συναισθήματά του, έστω και ανεπαίσθητα. Συγχρονιζόμαστε τόσο ώστε τα δικά του συναισθήματα εισβάλλουν μέσα μας, ακόμη κι όταν δεν το θέλουμε» (σελ. 43). 

Ένας βασικός δείκτης για την ύπαρξη καλής επικοινωνίας είναι η αμοιβαία ενσυναίσθηση. Γενικότερα, για να υπάρξει η δυνατότητα επικοινωνίας θα πρέπει να υπάρχουν κοινές εμπειρίες, αμοιβαία προσοχή και κοινά συναισθήματα. Η επικοινωνία μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα, μας οδηγεί στη δημιουργία μιας λάμψης του συμπαθητικού, καθώς και στο να δημιουργήσουμε μια αίσθηση φιλικότητας, ζεστασιάς, κατανόησης και ειλικρίνειας. Η επικοινωνία προϋποθέτει την ανάπτυξη της κοινωνικής νοημοσύνης, δηλαδή, την ανάπτυξη της συναίσθησης τόσο της εσωτερικής κατάστασης του άλλου όσο και της κατανόησης των περίπλοκων κοινωνικών καταστάσεων. Επιπλέον, απαιτείται η πρωτογενής ενσυναίσθηση (το συμπάσχειν η ανάγνωση των μη λεκτικών σημάτων των άλλων), η εναρμόνιση (συντονισμός με τον άλλο), η ενσυναισθητική ακρίβεια (κατανόηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των προθέσεων του άλλου) και η κοινωνική γνώση (γνώση σχετικά με τη λειτουργία του κοινωνικού κόσμου). 

Η επικοινωνία εμπλέκει ένα σύνολο από παράγοντες, όπως προσοχή, καλή διάθεση, που φαίνεται μέσα από τη γλώσσα του σώματος και τον τόνο της φωνής, καθώς και συντονισμός ή συγχρωτισμός, που αφορά κυρίως τα μη λεκτικά κανάλια. Στην επικοινωνία απαιτείται ρυθμός, καλή εναλλαγή στη συζήτηση, κινήσεις του σώματος, αυθόρμητες κινήσεις, που συμβάλλουν στην ελκυστικότητα του ατόμου, καθώς και ήπια συζήτηση, που δημιουργεί μια πιο αρμονική κατάσταση. Η επικοινωνία είναι απαραίτητη σε όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις, σε όλες τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και σε κάθε διατομική συναλλαγή, με κύρια προϋπόθεση την ανάπτυξη της κοινωνικής νοημοσύνης.  



Goleman, D. (2012). Κοινωνική νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

Γιοι «χαμένοι» στη μη αποδοχή του πατέρα τους


Πατέρας και γιος: μια σχέση απαραίτητη, που μπορεί να είναι βοηθητική για την εξέλιξη και των δύο ή μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο για μια ομαλή ανάπτυξη της μιας ή της άλλης πλευράς. Πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα μήκη κύματος τα οποία εκπέμπει ο καθένας; Τι ανάγκες προσδοκά να καλύψει ο καθένας μέσα σε αυτή τη σχέση; Πόσο έτοιμος είναι ο πατέρας να συμπεριφερθεί ως ο ενήλικας αυτής της σχέσης και να προσφέρει την αίσθηση ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης στον γιο; 

Τι λέει ο πατέρας στον γιο και τι ακούει ο γιος; Πώς μεταφράζει τα λόγια και τις συμπεριφορές του πατέρα ο γιος; Πώς αντιδρά ο πατέρας στην ανάπτυξη και εξέλιξη του γιου του και τι μνήμες ξυπνά από τη δική του παιδική και εφηβική ηλικία; Σε τι ελπίζει ο πατέρας και τι προσδοκίες έχει από αυτή τη σχέση ο γιος;

Για το αγόρι ο πατέρας αποτελεί το βασικό πρότυπο για τη διαμόρφωση της ταυτότητας, ακόμα και όταν ο γιος επαναστατεί και υποτίθεται ότι δεν έχει ανάγκη τον πατέρα του, τον χρειάζεται και προσδοκά να είναι εκεί, δίπλα του, κοντά του. Ο γιος πάντα έχει ανάγκη τη φιγούρα του πατέρα, αλλά και τη συναισθηματική του στήριξη, την αποδοχή και την αναγνώρισή του. Έχει ανάγκη να νιώθει ότι ο πατέρας βρίσκεται εκεί, δίπλα του, τον νοιάζεται αλλά και τον θαυμάζει, παρατηρεί κάθε στιγμή της ανάπτυξης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απουσία ή η ελλιπής παρουσία του πατέρα ή η απουσία-παρουσία του πατέρα μπορεί να οδηγήσει σε μη δόμηση ή ελλιπής δόμηση της ταυτότητας του γιου. Πατέρας και γιος: ποτέ δεν κατάφεραν να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, ο γιος ποτέ δεν έλαβε την επιβεβαίωση, ασφάλεια και αναγνώριση που είχε ανάγκη. 

Ο γιος νιώθει χαμένος απέναντι στη συμπεριφορά του πατέρα, δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί, πώς να αντιδράσει, πώς να κινηθεί… ίσως νιώθει και να πνίγεται ή ο ίδιος να καταπίνεται από τον θυμό που εκδηλώνει ο πατέρας του, που δεν μπορεί να τον αιτιολογήσει ή να τον δικαιολογήσει, καθώς νιώθει τόσο μόνος και αδύναμος, μια μη δομημένη ύπαρξη χωρίς ταυτότητα και χωρίς σκοπό…

Μια διαρκής σύγχυση και μια απροσδιόριστη ταυτότητα που αναζητά την ολοκλήρωση ή έστω μια απάντηση. 


Κι έτσι καταλήγουμε σε θυμωμένους ή σε απογοητευμένους πατεράδες που ποτέ δεν κατόρθωσαν να δομήσουν μια σταθερή και στερεή, δυναμικά εξελισσόμενη σχέση με τον γιο τους και σε γιους που ποτέ δεν κατάφεραν να δομήσουν τη δική τους ταυτότητα, με αποτέλεσμα χαμένοι να περιπλανιούνται αναζητώντας λίγη επιβεβαίωση, αναγνώριση και αποδοχή από αυτή την ανώτερη φιγούρα που πάντα τον έχουν και τον είχαν ανάγκη…  



Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

«Ευγνωμοσύνη» του Όλιβερ Σακς


Ο Όλιβερ Σακς, γιατρός, νευρολόγος, ασχολήθηκε σχεδόν σε όλη του τη ζωή με ασυνήθιστες νευρολογικές διαταραχές και παθήσεις των ασθενών του. Ο Όλιβερ Σακς γεννήθηκε το 1933 στο Λονδίνο και απεβίωσε το 2015.

Στο βιβλίο του «Ευγνωμοσύνη», αναφέρει τέσσερα δοκίμια μέσα από τα οποία προσεγγίζει τα γηρατειά, την αρρώστια και τον θάνατο.

Στο δοκίμιο με τίτλο «Υδράργυρος», ο Σακς γράφει: «Ογδόντα! Ούτε που το πιστεύω. Συχνά νιώθω ότι η ζωή μου τώρα αρχίζει και μετά συνειδητοποιώ ότι έχει σχεδόν τελειώσει. Η μητέρα μου ήταν το δέκατο έκτο από δεκαοχτώ παιδιά· εγώ πάλι ήμουν ο μικρότερος από τέσσερις γιους και σχεδόν ο μικρότερος από τα πολυάριθμα ξαδέρφια μου από την πλευρά της μαμάς. Στο γυμνάσιο ήμουν πάντοτε το μικρότερο αγόρι στην τάξη. Από τότε μου έμεινε αυτή η αίσθηση ότι είμαι ο νεότερος, αν και πλέον είμαι σχεδόν ο γηραιότερος άνθρωπος που γνωρίζω» (σελ 18).

«Σχεδόν ογδόντα πια, αντιμετωπίζοντας πλήθος ιατρικών και χειρουργικών θεμάτων που δεν μ’ έχουν όμως καθηλώσει, νιώθω χαρούμενος που είμαι ζωντανός. ‘Χαίρομαι που δεν είμαι νεκρός’ είναι η φράση που μερικές φορές αναβλύζει με ορμή από μέσα μου όταν ο καιρός είναι θαυμάσιος» (σελ. 19).


Η ευγνωμοσύνη για όσα έζησε φαίνεται μέσα από τα λόγια που ο ίδιος επέλεξε για να περιγράψει τη ζωή του («ευγνωμοσύνη τόσο για ό,τι μου είχαν δώσει οι άλλοι, όσο και για ό,τι είχα μπορέσει κι εγώ να ανταποδώσω», σελ. 19).


Στο επόμενο δοκίμιο «Η δική μου ζωή», ο Σακς γράφει: «Δεν προσποιούμαι ότι δεν φοβάμαι. Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα μέσα μου είναι η ευγνωμοσύνη. Αγάπησα κι αγαπήθηκα· μου έδωσαν πολλά κι έδωσα κάτι κι εγώ με τη σειρά μου· διάβασα και ταξίδεψα και στοχάστηκα και έγραψα. Συνευρέθηκα με τον κόσμο, μέσα απ’ αυτή την ιδιαίτερη συνεύρεση μεταξύ συγγραφέων κι αναγνωστών. 

Μα πάνω απ’ όλα, υπήρξα ένα συνειδητό ον, ένα σκεπτόμενο ον, σε τούτο τον όμορφο πλανήτη, κι αυτό από μόνο του αποτελεί τεράστιο προνόμιο και σπουδαία περιπέτεια» (σελ. 32).


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Oliver Sacks, Ευγνωμοσύνη. Αθήνα: Πατάκη.   



Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2020

Το διαζύγιο στους ηλικιωμένους


Σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές το διαζύγιο αποτελεί σπάνια ερευνητική θεματική της Γεροντολογίας (Troll, Miller & Atchley, 1979, όπως αναφ. στην Blieszner, 1986). Η έλλειψη ερευνών οφείλεται στα μειωμένα περιστατικά διαζυγίου που συναντάμε στην τρίτη ηλικία, χωρίς όμως να σημαίνει πως αυτό δεν υφίσταται. 

Πάντως, θεωρείται ότι η τάση είναι αυξητική και στο μέλλον θα απασχολήσει μεγαλύτερη μερίδα ηλικιωμένων ζευγαριών. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή παρατηρείται μια αύξηση των διαζυγίων των ηλικιωμένων μελετώντας την τελευταία δεκαπενταετία (2002-2017). Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται από τα γραφήματα που ακολουθούν στους άνδρες τα διαζύγια στις ηλικίες 65-69 ετών ήταν 133 το 2002 και έφτασαν στα 420 το 2017, ενώ για τις γυναίκες ίδιας ηλικίας τα διαζύγια ανέρχονταν στα 55 το 2002 και έφτασαν τα 227 το 2017[1].

Γράφημα 1. Διαζύγια ανδρών ηλικίας 65-99 ετών

Γράφημα 2. Διαζύγια γυναικών ηλικίας 65-99 ετών

Οι σημαντικότερες επιπτώσεις είναι σωματικές, κοινωνικές- καταναλωτικές αλλά και ψυχολογικές, με πιο βαρύνουσα την αίσθηση της μοναξιάς. Οι επιπτώσεις σχετίζονται με τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, με το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, αλλά και με την πνευματική και σωματική υγεία και πιστεύεται ότι είναι σοβαρότερες οι επιπτώσεις αυτές από εκείνες που αντιμετωπίζουν τα ηλικιωμένα άτομα που δεν έχουν παντρευτεί ποτέ ή έχουν χηρέψει. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η χηρεία θεωρείται μια πιο αποδεκτή κατάσταση από την κοινωνία, «με τον θάνατο ο σύζυγος είναι μόνο ψυχολογικά παρών για να επηρεάσει την ιδέα που έχει για τον εαυτό του ο σύντροφος που ζει, ενώ με το διαζύγιο ο πρώην σύντροφος μπορεί να είναι ψυχολογικά και σωματικά παρών» (Hennon, 2000, σελ. 356).


Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το εάν το διαζύγιο είναι συναινετικό ή όχι καθώς και η αιτία του διαζυγίου. Διαφορετικές επιπτώσεις έχει παραδείγματος χάριν ένα διαζύγιο λόγω μοιχείας με μια νεότερη γυναίκα και διαφορετικές επιπτώσεις ένα διαζύγιο όπου ο σύζυγος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σεξουαλικά. Το διαζύγιο ύστερα από έναν μακροχρόνιο γάμο προκαλεί σε μεγαλύτερο βαθμό ένα αίσθημα αποτυχίας. 

Επιπλέον, είναι συνηθισμένο γεγονός ότι οι χήροι παντρεύονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από ότι οι χήρες. Αυτό οφείλεται στις κοινωνικές συνθήκες, που ενθαρρύνουν να παντρεύονται οι άνδρες νεότερες γυναίκες και αποτρέπουν το αντίθετο, κάτι που συνδέεται με τις αυξημένες πιθανότητες για να ξαναπαντρευτούν. Κι ακόμα, οι ανύπαντρες γυναίκες είναι περισσότερες από τους άνδρες. Το ίδιο μπορεί επίσης να ισχύει για τους μεγαλύτερους άνδρες και γυναίκες που έχουν πάρει διαζύγιο (Hennon, 2000, σελ. 359). 


Η χηρεία σε σύγκριση με το διαζύγιο έχει «καλύτερα εδραιωμένα πρότυπα» και τα άτομα αντιμετωπίζεται με καλύτερο τρόπο από τους άλλους. Έτσι τα άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση χηρείας δέχονται ένα είδος κοινωνικής υποστήριξης που δεν μπορούν να βρουν τα άτομα που βιώνουν έναν χωρισμό. Η χηρεία, η οποία είναι αναπόφευκτη κατάσταση στη ζωή του ατόμου, θεωρείται ως καθοριστική κρίση, που μπορεί να επηρεάσει την ευημερία στη μετέπειτα ζωή κατά ένα μέρος λόγω της προσαρμογής σε ένα μοναχικό είδος ζωής και όλων των συναφών επιπτώσεων. Το άτομο σε κατάσταση χηρείας νιώθει δυστυχία, απώλεια του αυτοσεβασμού, απόσυρση, γενική κατάπτωση, θλίψη, μοναξιά και οικονομική αβεβαιότητα (Hennon, σελ. 355-362).

«Κάποιες έρευνες δηλώνουν ότι οι γυναίκες υποφέρουν περισσότερο οικονομικά από τους άνδρες και ίσως αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη δυσκολία στο να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους». Το διαζύγιο εξακολουθεί να είναι άμεσα συνυφασμένο με τη δημιουργία κοινωνικού στίγματος. Οι μεσήλικες γυναίκες αναζητούν περισσότερο την κοινωνική υποστήριξη σε σχέση με τους άνδρες ειδικά από τα παιδιά τους. Οι χωρισμένες εμφανίζουν μια πιο αμφιταλαντευόμενη συμπεριφορά απέναντι στους πρώην συζύγους τους. Η προσαρμογή της διαζευγμένης στη νέα κατάσταση είναι πιο δύσκολη σε σχέση με τη χήρα.


Τα διαζευγμένα ηλικιωμένα άτομα έχουν χαμηλότερο επίπεδο ικανοποίησης σε  κάποιους τομείς της ζωής, ειδικά οι άνδρες. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία διαζευγμένοι έχει βρεθεί ότι έχουν συχνά χειρότερες σχέσεις με τους φίλους τους, από ότι όσοι έχουν χηρέψει. Επομένως, μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να δεχθούν υποστήριξη ούτε από τους φίλους. Το διαζύγιο μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στη σχέση μεταξύ γονέων και παιδιών κι έτσι τα παιδιά μπορεί να είναι λιγότερο πρόθυμα να προσφέρουν υποστήριξη. Λόγω της πιθανής επίδρασης στα δίκτυα υποστήριξης και στην παροχή φροντίδας και υπηρεσιών, το διαζύγιο μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων (Hennon, σελ. 355-362).


Το διαζύγιο στους ηλικιωμένους μπορεί να μην είναι από τα πιο συχνά ζητήματα που συναντάμε στη Γεροντολογία, αλλά φαίνεται πως έχει πολλαπλές πτυχές και διαστάσεις που θα πρέπει να μας απασχολήσουν ή και να μας προβληματίσουν.  



Βιβλιογραφία

Blieszner, R. (1986). Trends in Family Gerontology Research. Family Relations, 35 (4), 555-562.
https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJU09/2017. Ελληνική Στατιστική Αρχή. Διαζύγια.
Hennon, C.B. (2000). Το διαζύγιο και οι ηλικιωμένοι. Ένας παραμελημένος τομέας της έρευνας. Στη Χ. Νόβα- Καλτσούνη (Επιμ.), Κείμενα Κοινωνιολογίας του Γάμου και της Οικογένειας (σελ. 355-362). Αθήνα: Γ. Δάρδανος- Τυπωθήτω.
Troll, L.E., Miller, S.J. & Atchley, R.C. (1979). Families in Later Life. Belmont: Wadsworth Publishing.  


[1] https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJU09/2017. Ελληνική Στατιστική Αρχή. Διαζύγια.