Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Μαθαίνοντας στα παιδιά να αγαπούν τα βιβλία...



Η φιλαναγνωσία έχει ως κύριο στόχο την εξοικείωση των παιδιών από μικρή ηλικία με το βιβλίο και την ανάγνωση, ενώ απώτερος σκοπός είναι η σταδιακή ανάπτυξη μιας φιλικής σχέσης ανάμεσα στο παιδί και το βιβλίο, όπου το παιδί θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει το βιβλίο και να αγαπήσει την ανάγνωση. Στόχος είναι να μάθουμε στο παιδί να διαβάζει βιβλία αλλά και να αναπτύξει μια αγάπη για τα βιβλία…

Βασικές προϋποθέσεις της φιλαναγνωσίας είναι η ανάπτυξη του προφορικού και γραπτού λόγου. Τόσο ο προφορικός όσο και ο γραπτός λόγος θα πρέπει να ειδωθούν ως ένα μέσο έκφρασης, ένα μέσο επικοινωνίας και ένα μέσο επαφής και γνωριμίας με το ωραίο. Η φιλαναγνωσία μπορεί να αναπτυχθεί με τη βοήθεια ενός συνόλου παραγόντων αλλά και με διάφορους τρόπους. Η συμβολή της οικογένειας, της πολιτείας, της κοινότητας και της τοπικής αυτοδιοίκησης, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των οργανισμών και των εκδοτών είναι σημαντική στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας (Σακελλαρίου, 2003). 

Η ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας συνδέεται με την χαρά, απόλαυση και ικανοποίηση που νιώθει ο αναγνώστης. Η αγάπη για το βιβλίο δεν αποτελεί μια κληρονομική διαδικασία ούτε μια έμφυτη λειτουργία του ατόμου.
 
Η φιλαναγνωσία μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από μια μακροχρόνια και συστηματική παιδεία η οποία χαρακτηρίζεται από μη καταναγκαστικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα. Η αγάπη για τα βιβλία αποκτιέται από το άτομο σε μικρή ηλικία, συγκεκριμένα από τους πρώτους μήνες της ζωής του παιδιού, το οποίο έχει ως παράδειγμα τους γονείς του (Γιαννικοπούλου, 1998. Σωτηροπούλου, 1993). Στην απόκτηση της φιλαναγνωσίας επιδρά ένα σύνολο παραγόντων μεταξύ των οποίων είναι εκτός από τους γονείς, το σχολείο, ο δάσκαλος, οι παιδικές και σχολικές βιβλιοθήκες, οι εκθέσεις λογοτεχνικών βιβλίων, οι ετήσιες  εορταστικές εκδηλώσεις για το παιδικό βιβλίο και οι δημιουργικές εργασίες των μαθητών (Χριστοδούλου- Γκλιάου, 2007).


Τι μας προσφέρει το βιβλίο;
Το βιβλίο εκτός από την απόλαυση και τη χαρά που προσφέρει μέσα από την αφήγηση ή την ακρόαση μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γλώσσας, της φαντασίας, της δημιουργικής και κριτικής σκέψης, της εφευρετικότητας, την κινητοποίηση των ενδιαφερόντων, την ανάληψη πρωτοβουλιών, την ανάπτυξη της κοινωνικότητας και της υπευθυνότητας, την διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων, την μετάδοση γνώσεων και την εκδήλωση των συναισθημάτων, καθώς και τον εμπλουτισμό της αισθητικής καλλιέργειας, την ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης και της σφαιρικής ανάπτυξης και συγκρότησης της προσωπικότητας του ατόμου.

Είναι σημαντικό να δώσουμε στα παιδιά από μικρή ηλικία την ευκαιρία να γνωρίσουν τον «μαγικό» κόσμο των βιβλίων, να αφήσουν τη φαντασία τους ελεύθερη και να μάθουν να χρησιμοποιούν το νοητικό αυτό ταξίδι ως ένα τρόπο φυγής από την πραγματικότητα.

Επίσης, με έναυσμα το βιβλίο μπορεί να οργανωθούν μεταφηγηματικές δραστηριότητες, ζωγραφική, χειροτεχνία, κουκλοθέατρο, δραματοποίηση, αυτοσχέδια παραμύθια ή παιχνίδια. Πρόκειται για ψυχαγωγία, δημιουργική έκφραση και αυθορμητισμός που θα πρέπει να ακολουθούνται από ένα κλίμα συνοχής, συνεργασίας και συντροφικότητας. Οι ανοιχτές ερωτήσεις στα παιδιά, οι αλλαγές στην πλοκή ή το τέλος της ιστορίας, οι αλλαγές στους τίτλους των παραμυθιών και ο σχολιασμός των δράσεων των ηρώων. Το παιχνίδι και η δραματοποίηση μετατρέπουν το βιβλίο σε ζωντανό σύντροφο που κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον του παιδιού (Χριστοδούλου- Γκλιάου, 2007). 

Τα παιδικά βιβλία μπορούν να συμβάλλουν στην ενασχόληση των παιδιών με τη λογοτεχνία και να αναπτύξουν την φιλαναγνωσία. Το παιδί θα πρέπει να έρθει σε επαφή με το βιβλίο, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το παιδί έλκεται από το βιβλίο. Είναι σημαντικό επίσης να ληφθεί υπόψη η αξία που έχει το βιβλίο, ως ένα μέσο για την καλύτερη προαγωγή και ανάπτυξη του παιδιού, ενώ η παιδική ηλικία θεωρείται αρκετά αποτελεσματική και αποδοτική ως προς την επαφή με τα βιβλία. Η παιδική ηλικία θεωρείται κατάλληλη για τη χρησιμοποίηση του βιβλίου αλλά και για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας στο παιδί που αρχίζει από τη στιγμή που το παιδί έρχεται σε επαφή με το βιβλίο. Κάθε ηλικιακό στάδιο χαρακτηρίζεται από ορισμένα στοιχεία που μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας. Κατά τη νηπιακή ηλικία βασικά χαρακτηριστικά που μπορούν να συμβάλλουν στη φιλαναγνωσία είναι η ορμή για μίμηση, η προβολή ερωτήσεων, η κυριαρχία της φαντασίας, η μυθοπλασία, η βαθμιαία ανάπτυξη της προσοχής και η συναισθηματική φόρτιση των περιγραφών (Σακελλαρίου, 2003).   
    
Στην προσχολική και σχολική ηλικία τα παιδιά έχοντας αναπτύξει την ικανότητα να διατυπώνουν σκέψεις και συναισθήματα μέσα από το λόγο μπορούν πλέον να συγκεντρώσουν την προσοχή τους σε ένα αντικείμενο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μπορούν να είναι πιο επίμονα και παρατηρητικά. Τις δυνατότητες και τα χαρακτηριστικά που εκδηλώνουν τα παιδιά σε αυτή την ηλικία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας. Επομένως, οι γονείς με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων θα πρέπει να μπορέσουν να αναπτύξουν και να καλλιεργήσουν στα παιδιά τη φιλαναγνωσία. Το παιδί σταδιακά κατανοεί ότι μέσα στα βιβλία μπορεί να βρει πληροφορίες που βρίσκονται όχι μόνο στις εικόνες αλλά και στα κείμενα που περιλαμβάνουν τα βιβλία (Σακελλαρίου, 2003).    
 
Η φιλαναγνωσία συνεχίζει να αναπτύσσεται και μετά τη νηπιακή ηλικία, κατά τη μαθητική και προεφηβική ηλικία του παιδιού. Κατά τη μαθητική ηλικία σημαντικά χαρακτηριστικά για την ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας είναι η προσοχή, η περιέργεια και η αύξηση της μνήμης, ενώ κατά την προεφηβεία στο παιδί αρέσει να κάνει συζητήσεις, συλλογισμούς, να εκφέρει κρίσεις, να ενδιαφέρεται για τα έντυπα και τον κινηματογράφο και να του αρέσει να διαβάζει μυθιστορήματα. Επίσης, σε αυτή την ηλικία το παιδί θαυμάζει το ωραίο, προσπαθεί να ανιχνεύσει τα μυστήρια του κόσμου και αναπτύσσει τις ηθικές και θρησκευτικές ανησυχίες (Σακελλαρίου, 2003).   


Παιδί και λογοτεχνικά βιβλία
Ο ρόλος του λογοτεχνικού βιβλίου είναι σημαντικός στην ανάπτυξη του παιδιού, καθώς συμβάλλει σε διάφορα επίπεδα και τομείς. Συγκεκριμένα, ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να συμβάλλει στην καλλιέργεια και βελτίωση της γλωσσικής ικανότητας του παιδιού. Επίσης, οι λέξεις είναι εκφραστικές και χρησιμοποιούνται πάντα σε συνδυασμό με άλλες λέξεις αποτελώντας φράσεις ή προτάσεις, βοηθώντας το παιδί να αναπτύξει διάφορους περισσότερο ή λιγότερο συνηθισμένους εκφραστικούς τρόπους. Επιπλέον, το βιβλίο επιδρά στο γνωστικό τομέα του παιδιού, βοηθώντας το να αναπτύξει τα γνωστικά στοιχεία που χρειάζεται στη ζωή του, αλλά και στον ψυχολογικό τομέα του παιδιού. 

Τα λογοτεχνικά βιβλία επιδρούν στον ψυχικό κόσμο του παιδιού, καθώς καλλιεργούν και αναπτύσσουν τη φαντασία, αναπτύσσουν και εξελίσσουν το συναίσθημα, ενισχύουν και συμβάλλουν στην ανάπτυξη της βούλησης, βοηθούν το άτομο να ξεπερνά δυσκολίες και αδυναμίες αλλά και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Με τη βοήθεια των βιβλίων το παιδί μπορεί να μάθει να κατανοεί τα προβλήματα και τις δυσκολίες των άλλων και να αναγνωρίζει τη σημασία για συνεργασία και αμοιβαιότητα. Η φιλαναγνωσία επιδρά θετικά στα παιδιά και στους συμμαθητές των παιδιών, καθώς συχνά τους οδηγεί στην αγάπη για το βιβλίο. Επίσης, η ανάγνωση βιβλίων μπορεί να μετατρέψει τους μαθητές σε ενεργητικούς αναζητητές της γνώσης, να τους κάνει πιο διεισδυτικούς και να διευρύνει τον κύκλο των ιδεών τους. Ακόμη, ο ρόλος του βιβλίου αφορά τον κοινωνικό τομέα, την κοινωνικοποίηση των παιδιών, ενώ δίνεται η δυνατότητα στα παιδιά να κατανοήσουν τον πολιτισμό, τις κοινωνικές αξίες, την κοινωνία και τα κοινωνικά προβλήματα (Σακελλαρίου, 2003).   

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τίθεται είναι με ποιους τρόπους ένα παιδί έρχεται σε επαφή με το βιβλίο. Συνήθως, η επαφή του παιδιού με το βιβλίο όπως και με τα άλλα αντικείμενα γνώσης γίνεται με φυσικό και αβίαστο τρόπο. Το παιδί μπορεί να έρθει σε επαφή με τα αντικείμενα με ή χωρίς τη συμβολή του ενήλικα. Ο ρόλος του ενήλικα θα πρέπει να είναι διακριτικός έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί στο παιδί η εντύπωση ότι του επιβάλλεται το βιβλίο. «Βέβαια, πρέπει να έρθει το βιβλίο κοντά στο παιδί, για να γίνει δυνατό αργότερα να πάει το παιδί κοντά στο βιβλίο» (Σακελλαρίου, 2003, σ. 90).
Παίζει σημαντικό ρόλο για το παιδί η πρώτη του επαφή με το βιβλίο να είναι φυσική και ελεύθερη. Το παιδί θα πρέπει να βλέπει το βιβλίο ως μια πηγή ευχαρίστησης ή ψυχαγωγίας, σταδιακά το παιδί θα πρέπει να κατανοήσει τη συμβολή των βιβλίων ως προς την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και τη φύση αλλά και να καταλάβει ότι μέσα στα βιβλία κρύβεται η ομορφιά και το άτομο μπορεί να αποκτήσει μια ευαισθησία απέναντι σε πράγματα και γεγονότα (Σακελλαρίου, 2003).


Συμβολή των γονιών στην αγάπη των παιδιών για τα βιβλία

Η οικογένεια και πιο συγκεκριμένα οι γονείς παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάγνωση ιστοριών και παραμυθιών προς τα παιδιά τους. Η οικογένεια αποτελεί το χώρο μέσα στον οποίο το παιδί για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με τη γλώσσα αλλά και σε επαφή με τον έντεχνο λόγο, ξεκινώντας με τα νανουρίσματα και φτάνοντας μέχρι τη διήγηση ιστοριών, που αρέσει πολύ στα παιδιά μικρής ή και μεγαλύτερης ηλικίας. Η διήγηση ιστοριών στο παιδί αποτελεί ένα ισχυρό ερέθισμα που το κινητοποιεί ώστε να δείξει ενδιαφέρον για το διάβασμα και για τα βιβλία. Μια από τις τεχνικές διήγησης είναι το παραμύθι, που αφορά μια φανταστική διήγηση και συνήθως διασκεδαστική για το παιδί. Το ήρεμο περιβάλλον μέσα στην οικογένεια, η σχέση του αφηγητή με το παιδί και γενικότερα η ελευθερία και αλληλοκατανόηση που διέπει τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια παίζουν σημαντικό ρόλο στην σχέση που αναπτύσσει το παιδί με το βιβλίο (Σακελλαρίου, 2003).  

Η ανάγνωση ιστοριών αποτελεί μια σημαντική δραστηριότητα για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Όταν κάποιος ενήλικας διαβάζει στα παιδιά ένα βιβλίο τα παιδιά εκτός από χαρά και ευχαρίστηση που νιώθουν, εξασκούν και τις δεξιότητες που αφορούν την ανάγνωση και γραφή και κατακτούν βασικές έννοιες του γραπτού λόγου (Neuman, 1999). Καθοδηγητικό ρόλο απέναντι στους γονείς μπορούν να παίξουν οι παιδαγωγοί, οι οποίοι μπορούν να κατευθύνουν τους γονείς σχετικά με ενέργειες και δραστηριότητες που μπορούν να εφαρμόζουν στο σπίτι, με σκοπό την προώθηση και ανάδειξη των δεξιοτήτων ανάγνωσης και γραφής (Τάφα, 2001). 

Οι γονείς αρχίζουν να διαβάζουν ιστορίες και παραμύθια στα παιδιά τους, από τότε που αυτά είναι πολύ μικρά. 
 Τα παιδιά συνήθως παρακολουθούν τις εικόνες των βιβλίων αλλά και τον τρόπο που ο ενήλικας κρατά το βιβλίο, γυρίζει τις σελίδες και διαβάζει αυτά που υπάρχουν σε κάθε σελίδα. Τα παιδιά πολύ νωρίς κατακτούν τα βασικά χαρακτηριστικά της ανάγνωσης καθώς όταν προσποιούνται ότι διαβάζουν ένα παραμύθι φαίνεται πως ακολουθούν τις κινήσεις των ενηλίκων και μιμούνται τις κινήσεις αυτές. Αν και οι γονείς διαβάζοντας ένα βιβλίο δεν επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στα χαρακτηριστικά της γραφής, οι επαναλαμβανόμενες διαδικασίες ανάγνωσης και γραφής. Οι γονείς ξέρουν ότι στα παιδιά αρέσει να τους διαβάζουν τις ίδιες ιστορίες, ενώ στη συνέχεια τα ίδια τα παιδιά εξιστορούν τα παραμύθια και τα κείμενα σαν να τα διαβάζουν τα ίδια (Τάφα, 2001).

Ένα ερώτημα που γεννιέται κυρίως για τους γονείς είναι η κατάλληλη ηλικία στην οποία μπορούν τα παιδιά να έρθουν σε επαφή με το βιβλίο. Αυτό εξαρτάται κυρίως από την ηλικία που το παιδί μπορεί πλέον να αναγνωρίζει πρόσωπα και αντικείμενα που βρίσκονται στον κόσμο γύρω του και να τα ονομάζει. Η πρώτη επαφή του παιδιού με το βιβλίο στηρίζεται κυρίως στις εικόνες, για αυτό τα πρώτα βιβλία του παιδιού θα πρέπει να είναι γεμάτα με εικόνες. Αρχικά το παιδί χρησιμοποιεί το βιβλίο όπως και τα υπόλοιπα αντικείμενα γύρω του, το πιάνει, το σφίγγει, το φέρνει στο στόμα του, το δαγκώνει, αναζητώντας τη χρήση του, ενώ δεν εστιάζει ούτε στις εικόνες του βιβλίου. Στη συνέχεια, αρχίζει να το ξεφυλλίζει κυρίως μέσα από τη μίμηση των ενηλίκων, ενώ σταδιακά το ξεφύλλισμα που κάνει είναι όλο και πιο συστηματικό και το παιδί ταυτόχρονα παρατηρεί τις εικόνες (Σακελλαρίου, 2003).
Σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τους Silinskas et al. (2010) βρέθηκε ότι οι γονείς των παιδιών στο νηπιαγωγείο συμβάλλουν στην εκμάθηση της ανάγνωσης και των μαθηματικών στα παιδιά τους, ενώ σημαντικές είναι οι επιρροές της κοινωνικο- οικονομικής κατάστασης και των δικών τους μαθησιακών δυσκολιών. Τα παιδιά που είχαν καλύτερες επιδόσεις στην πρώτη τάξη του σχολείου είχαν μάθει ανάγνωση και μαθηματικά από τους γονείς τους όσο ήταν ακόμη στο νηπιαγωγείο. Οι γονείς δεν μπορούν να μάθουν στο παιδί να αγαπά τα βιβλία, αν οι ίδιοι δεν αγαπούν τα βιβλία, αν οι ίδιοι δεν έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν τον μαγικό κόσμο της ανάγνωσης βιβλίων.

Εν κατακλείδι,
το νηπιαγωγείο αποτελεί ένα περιβάλλον όπου το παιδί έρχεται για πρώτη φορά με ένα πιο συστηματικό τρόπο σε επαφή με δραστηριότητες ανάγνωσης και γραφής, χωρίς όμως να καλείται να διδάξει τυπικά το γραπτό λόγο και την ανάγνωση. Βασικός στόχος είναι κυρίως να ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον και τη σκέψη του για να τα κατακτήσει στη συνέχεια. Τα παιδιά στο νηπιαγωγείο θα πρέπει να εισαχθούν στον κόσμο του γραπτού λόγου χωρίς όμως πίεση για να γράψουν και να διαβάσουν, έτσι ώστε να μην πάνε με αρνητικές εμπειρίες στο δημοτικό σχολείο (Pikulski, 1997).



Βιβλιογραφία

Γιαννικοπούλου, Α. (1998). Από την προανάγνωση στην ανάγνωση. Οδηγός για γονείς και εκπαιδευτικούς. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτης.
Neuman, S.B. (1999). Books make a difference: A study of access to literacy. Reading Research Quarterly, 34 (3), 286- 311.
Pikulski, J.J. (1997). Reading and writing in kindergarden: Developmentally appropriate? Reading Today, 17 (1), 24.
Silinskas, G., Leppanen, U., Aunola, K., Parrila, R., & Nurmi, J.E. (2010). Predictors of mothers’ and fathers’ teaching of reading and mathematics during kindergarten and Grade 1. Learning and Instruction, 20, 61- 71.
Σακελλαρίου, Χ. (2003). Παιδί και Βιβλίο. Η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας και της καλλιέπειας με την παιδική λογοτεχνία. Εκδόσεις Μελωδία- Καψάσκη.
Σωτηροπούλου, Μ. (1993). Παιδικές και σχολικές βιβλιοθήκες. Διαδρομές, 30, 120- 124.
Τάφα, Ε. (2001). Ανάγνωση και Γραφή στην Προσχολική Εκπαίδευση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Χριστοδούλου- Γκλιάου, Ν. (2007). Φιλαναγνωσία, παιδικά έντυπα και δημιουργικότητα των παιδιών. Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, 12, 170- 181.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου