Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Ο μητρικός θηλασμός από ψυχολογική σκοπιά…


Το μητρικό γάλα θεωρούνταν η αποκλειστική τροφή του νεογέννητου και του βρέφους από τη στιγμή που ο άνθρωπος εμφανίστηκε πάνω στη γη. Για εκατομμύρια χρόνια το μητρικό γάλα αποτελούσε τη μοναδική τροφή του νεογέννητου και του βρέφους, ενώ στο θηλασμό στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό και η διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Το ανθρώπινο γάλα θεωρείται βιολογικά πολυσύνθετο, καθώς αποτελείται από ζωντανά κύτταρα που εφοδιάζουν το παιδί με ανοσοποιητικούς, τροφικούς και άλλους παράγοντες αλλά και θρεπτικά στοιχεία.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα πάνω από τα 2/3 των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο θήλαζαν τα βρέφη τους. Ωστόσο, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρήθηκε δραματική μείωση του ποσοστού των γυναικών που θηλάζουν. Τα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τα βρέφη που τρέφονται κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής τους αποκλειστικά με μητρικό γάλα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. 

Σε διεθνές επίπεδο μόνο το 39% των βρεφών τρέφεται με μητρικό γάλα (Δελτίο Τύπου Unicef, 2006), ενώ στην Ελλάδα το 26% των γυναικών σταματά το θηλασμό κατά τους πρώτους 2 έως 4 μήνες από τη στιγμή της γέννησης του βρέφους (Antoniou, et al., 2005). Σε μία ακόμη έρευνα στην Ελλάδα, τα ποσοστά θηλασμού βρέθηκε ότι μειώνονται δραματικά μετά τον πρώτο μήνα ζωής του βρέφους. Από το 80% των βρεφών που ξεκινούν να θηλάζουν αποκλειστικά κατά τη γέννησή τους, μόνο το 4% συνεχίζει να θηλάζει στον έκτο μήνα (Ηλιάδη & Παλάσκα, 2009).

Ο μητρικός θηλασμός συγκεντρώνει ένα σημαντικό αριθμό βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων πλεονεκτημάτων για την υγεία τόσο της μητέρας όσο και του βρέφους, για αυτό γίνονται προσπάθειες για την προώθηση και την επιλογή του από τις μητέρες. Αν και ο θηλασμός είναι ο φυσικός τρόπος παροχής τροφής στα βρέφη, πολλές οικογένειες επιλέγουν υποκατάστατα του μητρικού γάλακτος για τη διατροφή των βρεφών.
Το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για τον θηλασμό είναι ιδιαίτερα αυξημένο. Τόσο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας όσο και η Unicef έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της προώθησης του μητρικού θηλασμού προτείνονται τα «Δέκα Βήματα για επιτυχή θηλασμό», ενώ ακρογωνιαίο λίθο για την πρωτοβουλία αυτή αποτελεί το «Φιλικό προς το βρέφος περιβάλλον».


Τα 10 βήματα για επιτυχή θηλασμό είναι τα ακόλουθα:
1.     Πρέπει να υπάρχει γραπτή πολιτική για το μητρικό θηλασμό και η πολιτική αυτή να ακολουθείται από όλους τους φορείς του μαιευτηρίου.
2.    Οι φορείς να εκπαιδεύονται ώστε να γίνουν ικανοί να εφαρμόσουν την πολιτική αυτή.
3.    Να ενημερώνονται όλες οι μητέρες για τα πλεονεκτήματα του μητρικού θηλασμού.
4.    Ο θηλασμός να αρχίζει το πρώτο ημίωρο μετά τον τοκετό.
5.    Οι μητέρες να εκπαιδεύονται στην τέχνη του θηλασμού. Σε περίπτωση προώρου τοκετού και αναγκαστικού αποχωρισμού από το παιδί τους, οι μητέρες να εκπαιδεύονται στη διατήρηση της γαλουχίας.
6.    Στο νεογέννητο να δίνεται μόνο μητρικό γάλα, όχι άλλα υγρά, όχι συμπλήρωμα με ξένο γάλα, εκτός αν υπάρχει ειδικός ιατρικός λόγος.
7.    Να εφαρμόζεται το σύστημα «rooming in», δηλαδή το νεογέννητο να είναι μαζί με τη μητέρα του 24 ώρες το 24ωρο.
8.    Ο θηλασμός να είναι χωρίς ωράριο και απεριόριστος.
9.    Να μη δίνονται πιπίλες ή μπιμπερό στα παιδιά που θηλάζουν.
10. Να ιδρυθούν ομάδες υποστήριξης του μητρικού θηλασμού και μετά την έξοδο του νεογέννητου από το μαιευτήριο, στις οποίες να μετέχουν και μητέρες.


ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΘΗΛΑΣΜΟΥ

Μετά τη γέννηση του βρέφους και καθώς αυτό φεύγει πλέον από το ασφαλές περιβάλλον της μήτρας, όπου ο πλακούντας το προστατεύει από μικρόβια και τοξίνες, το βρέφος μπορεί να συνεχίσει να προστατεύεται από το μητρικό γάλα. Το γάλα της μητέρας μπορεί να το προστατεύσει από πολλούς ιούς, βακτήρια και παράσιτα. Οι ουσίες που διαθέτει το μητρικό γάλα δεν συμβάλλουν μόνο στην πρόληψη από ασθένειες αλλά και τονώνουν και ενισχύουν την ανάπτυξη του ανώριμου ακόμη ανοσοποιητικού συστήματος του βρέφους. Ο μητρικός θηλασμός συγκεντρώνει ένα σύνολο πλεονεκτημάτων πρωτίστως για το παιδί, αλλά και για τη μητέρα. 


ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ 
O μητρικός θηλασμός δρα ανασταλτικά για την οξεία και χρόνια μέση ωτίτιδα, τη διάρροια, την μηνιγγίτιδα, την νεκρωτική εντεροκολίτιδα, την ασθματοειδή βρογχίτιδα, την βρογχιολίτιδα, τον ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, την παχυσαρκία, την κοιλιοκάκη, τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και τον παιδικό καρκίνο (Μαλλιαρού, 2010).
Το μητρικό γάλα έχει την ιδανική σύνθεση των συστατικών που χρειάζονται για τη σωματική ανάπτυξη του παιδιού, ενώ προστατεύει το βρέφος από λοιμώξεις. Επιπλέον, το μητρικό γάλα προλαμβάνει το παιδί από την παχυσαρκία, τον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου, τον κίνδυνο εμφάνισης νεανικού διαβήτη, ενώ ελαττώνει την πιθανότητα εμφάνισης παιδικού καρκίνου. Ταυτόχρονα θεωρείται ότι μειώνει την τερηδόνα, ενώ η θηλή είναι αυθεντική ορθοδοντική θηλή συμβάλλοντας στην ομαλή ανάπτυξη των σιαγόνων του βρέφους (La Leche League International). Σημαντικά είναι τα οφέλη και στην ψυχική υγεία του παιδιού, όπου συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας υγιούς προσωπικότητας, στην ηρεμία του βρέφους και την αύξηση του δείκτη νοημοσύνης του.
Για το βρέφος, λοιπόν, ο μητρικός θηλασμός μπορεί να μειώσει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα των βρεφών και των παιδιών. Σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου της Unicef (2007), η έγκαιρη έναρξη και η αποκλειστική διατροφή του βρέφους με μητρικό γάλα μπορεί να σώσει περισσότερο από ένα εκατομμύρια μωρά. Ο όρος αποκλειστικός θηλασμός σημαίνει να μην παρέχεται στο παιδί κανενός άλλου είδους τροφή σε υγρή ή στερεά μορφή, αλλά το παιδί να θηλάζει συχνά και χωρίς χρονικούς περιορισμούς.

ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ
Εξίσου σημαντικά είναι και τα οφέλη που αποκομίζει η μητέρα από το θηλασμό του βρέφους. Συγκεκριμένα, οι μητέρες που θηλάζουν έχουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, αναπτύσσουν πιο γρήγορα δεσμό με το βρέφος τους, εγκαταλείπουν πιο σπάνια το βρέφος τους, ενώ εμφανίζουν με μικρότερη συχνότητα καρκίνο του μαστού, καρκίνο των ωοθηκών και προστατεύονται από την οστεοπόρωση (Δελτίο Τύπου Unicef, 2007, Μαλλιαρού, 2010). Σε σημαντικό ποσοστό προφυλάσσει τη μητέρα από σύντομη νέα εγκυμοσύνη, ενώ αποτελεί ο μητρικός θηλασμός αποτελεί μια ιδιαίτερη πηγή ικανοποίησης για την ολοκλήρωση της μητέρας. Ακόμη, προάγει την ψυχική υγεία της μητέρας κυρίως κατά την περίοδο της λοχείας και αποτελεί μία οικονομική μέθοδο σίτισης του παιδιού.
Οι μητέρες που θηλάζουν τα βρέφη τους έχουν αρκετά συναισθηματικά πλεονεκτήματα, ενώ ο θηλασμός βοηθά τη μητέρα να μάθει να ερμηνεύει και να ανταποκρίνεται πιο άμεσα στα μηνύματα που της δίνει το μωρό της πράγμα που κάνει το μωρό να οργανώσει καλύτερα τη συμπεριφορά του και να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στους άλλους. Εφόσον οι μητέρες θηλάζουν δεν μπορούν να αφήσουν το μωρό μόνο με το μπιμπερό έτσι ανταποκρίνονται πιο άμεσα και με ευαισθησία προς τις ανάγκες του μωρού. Επίσης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, οι μητέρες χρειάζεται να καθίσουν και να ηρεμήσουν, έτσι η ανάπαυση αυτή τις βοηθάει να αναρρώσουν μετά τη γέννα (La Leche League International).


Σχέση βρέφους- μητέρας
Ο μητρικός θηλασμός εκτός από τις επιδράσεις που έχει στο βρέφος και στη μητέρα, έχει σημαντικές επιδράσεις και στην πρώιμη επαφή της μητέρας και του παιδιού και της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσά τους. 

Ο Sosa et al. (1976) εξέτασαν την επίδραση που έχει η πρώιμη επαφή μητέρας- παιδιού στο θηλασμό, την ανάπτυξη και τις λοιμώξεις. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι μητέρες που ήρθαν πιο νωρίς σε επαφή με τα βρέφη τους, τα περιποιούνταν περισσότερα, ενώ θα θήλαζαν κατά 505 περισσότερο σε σύγκριση με εκείνες που ήρθαν σε επαφή αργότερα. Τα μωρά που ήρθαν πιο νωρίς σε επαφή με τη μητέρα τους και θήλαζαν ήταν πιο μεγάλα σε βάρος και εμφάνισαν λιγότερες λοιμώξεις.

Επίσης, μητέρες που ήρθαν νωρίς σε επαφή με τα βρέφη τους μελετήθηκαν στη Σουηδία από τον De Chateau et al. (1977), ο οποίος σύγκρινε δύο ομάδες γυναικών. Όλες οι γυναίκες της εν λόγω έρευνας θήλαζαν, από αυτές οι 21 μητέρες ήρθαν σε επαφή με τα βρέφη τους μισή ώρα μετά τον τοκετό, ενώ οι 19 μητέρες ήταν πρώτη φορά σε επαφή με τα βρέφη τους μετά από 2 ώρες. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας αυτής, οι μητέρες που είχαν έρθει πιο νωρίς σε επαφή με τα βρέφη τους τα θήλαζαν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ενώ και κατά την επανεξέταση μετά από τρεις μήνες βρέθηκε ότι τα χάιδευαν περισσότερα, τα φιλούσαν και ασχολούνταν πιο πολύ μαζί τους.

Φαίνεται, λοιπόν, πως ο μητρικός θηλασμός συμβάλλει στην άμεση επαφή μητέρας παιδιού, που είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ψυχική υγεία του παιδιού. Το βρέφος κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν παίρνει μόνο τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες από το μητρικό γάλα, αλλά έρχεται σε επαφή και με το δέρμα της μητέρας του, νιώθει τη ζεστασιά της αγκαλιάς της, τη μυρωδιά της, ακούει τους χτύπους της καρδιάς της. Αισθάνεται ασφαλές, όπως αισθανόταν όσο βρισκόταν μέσα στη μήτρα, αλλά και η μητέρα αισθάνεται πιο ολοκληρωμένη σαν γυναίκα.


Βιβλιογραφία
Antoniou, E., Daglas, M., Iatrakis, G., Kourounis, G., Greatsas, G. (2005). Factors associated with initiation and duration of breastfeeding in Greece. Clinical and Experimental Obstetrics & Gynecology, 32 (1), 37- 40.
De Chateau, P., Holmberg, H., Jakobsson, K., & Winberg, J. (1977). A study of factors promoting and inhibiting lactation. Developmental Medicine and Child Neurology, 19, 575–84.
Δελτίο Τύπου Unicef. (2006). 25 Χρόνια Προστασίας του Μητρικού Θηλασμού. Εβδομάδα Μητρικού Θηλασμού 2006, 1 έως 7 Νοεμβρίου.
Δελτίο Τύπου Unicef. (2007). Μητρικός Θηλασμός: Η 1η Ώρα. Εβδομάδα Μητρικού Θηλασμού 2007, 1 έως 7 Νοεμβρίου.
Ηλιάδη Π., & Παλάσκα Ε. (2009). Θηλασμός και σύγχρονος τρόπος ζωής. Η Ελληνική Πραγματικότητα. Νοσηλευτική,48(4), 352-357.
La Leche League International. Πακέτο 28 ενημερωτικών φυλλαδίων. Μητρικός Θηλασμός. Σύνδεσμος Θηλασμού Ελλάδος.
Μαλλιαρού, Μ.Α. (2010). Οδηγίες για την προώθηση του μητρικού θηλασμού. Ανακτήθηκε από http://www.iator.gr/2010/04/20/mothers-milk/.
Sosa, R., Kennell, J.H., Klaus, M., Urrutia, J.J. (1976). The effect of early motherinfant contact on breastfeeding, infection and growth. In K. Elliott & D.W. Fitzsimons (ed.), Breastfeeding and the mother: Ciba Foundation Symposium (Vol. 45) (pp. 179- 193). New York: Elsevier ExcerptaMedica. 



 


Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Προσωπικότητα και Μοντέλο πέντε παραγόντων



Η «παραδοσιακή» έννοια της προσωπικότητας, όπως έχει γίνει αντιληπτή και έχει χρησιμοποιηθεί από τους κλασικούς θεωρητικούς που ασχολήθηκαν μαζί της, όπως οι Allport, Catell, Eysenck και οι Costa & McCrae, βασίζεται στη γενική υπόθεση ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν μια εσωτερικά εδραιωμένη ικανότητα (προδιάθεση) να ανταποκρίνονται με συγκεκριμένους (παγιωμένους) τρόπους σε συγκεκριμένα ερεθίσματα» (Ποταμιάνος & Παπαστάμου, 2002, σ. 12).


Με βάση τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους συγγραφείς, η προσωπικότητα αντανακλά την ατομική μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα, χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και σταθερότητα, ενώ καθορίζεται από προδιαθέσεις που ενυπάρχουν στο άτομο και εκδηλώνεται μέσα από τη συμπεριφορά του ατόμου. Ο κάθε άνθρωπος έχει μια μοναδική σύνθεση χαρακτηριστικών, τα οποία τον διαφοροποιούν από τους άλλους ανθρώπους και του προσδίδουν το χαρακτηριστικό της μοναδικότητας, ενώ ταυτόχρονα τον κατηγοριοποιούν σε μία ή περισσότερες ομάδες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν στην προσωπικότητά του.
 Οι θεωρίες προσωπικότητας που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν ότι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας παραμένουν σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, ενώ αλλαγές μπορούν να συμβούν σε αυτά μόνο μετά από επιδράσεις σημαντικών γεγονότων της ζωής, ή σοβαρές ψυχικές ασθένειες ή με την ψυχολογική παρέμβαση (Ποταμιάνος & Παπαστάμου, 2002). 

Ένας από τους βασικούς θεωρητικούς που χρησιμοποίησε την έννοια του χαρακτηριστικού ήταν ο Eysenck, ο οποίος κατέληξε σε τρεις βασικές τυπολογικές διαστάσεις: εσωστρεφής- εξωστρεφής, νευρωτικός- σταθερός, ψυχωτικός- αυτός που ελέγχει τις παρορμήσεις του. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο θεωρητικό ο νευρωτικός τύπος χαρακτηρίζεται από άγχος, κατάθλιψη και ένταση, ο εξωστρεφής τύπος χαρακτηρίζεται από κοινωνικότητα, δραστηριότητα, και διεκδικητικότητα, ενώ ο ψυχωτικός τύπος εκδηλώνει επιθετικότητα, παρορμητικότητα και αντικοινωνικότητα (Κουλάκογλου, 2002). Οι παράγοντες που προτάθηκαν από τον Eysenck ήταν τρεις, ενώ στη συνέχεια άλλοι θεωρητικοί και ερευνητές, όπως οι Costa & McRae (1985), πρότειναν πέντε βασικούς παράγοντες για την προσωπικότητα.

Το πιο κυρίαρχο μοντέλο παραγόντων για την προσωπικότητα είναι το Μοντέλο των Πέντε Παραγόντων (Five- Factor Model), το οποίο προέκυψε μέσα από αναλύσεις διαφόρων ερωτηματολογίων προσωπικότητας. Πρόκειται για ένα μοντέλο, που όπως φανερώνει και το όνομά του, αποτελείται από πέντε μεγάλες διαστάσεις της προσωπικότητας, ενώ η κάθε διάσταση έχει ορισμένα επιπρόσθετα χαρακτηριστικά. Στο κάθε άτομο υπερισχύει ένας από τους πέντε παράγοντες, δίνοντας τη δυνατότητα να προβλέψουμε ορισμένες συμπεριφορές του, με βάση κυρίως τα χαρακτηριστικά που ανήκουν σε αυτή τη διάσταση. Οι πέντε βασικοί παράγοντες της προσωπικότητας είναι ο νευρωτισμός, η εξωστρέφεια, το άνοιγμα στις εμπειρίες, η προσήνεια και η ευσυνειδησία (Millon et al., 2004).

Το μοντέλο των πέντε παραγόντων είναι ένα μοντέλο που αφορά τη δομή των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, ενώ πρόκειται για ένα ευρέως αποδεκτό πλαίσιο για τη μελέτη των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Οι πέντε αυτοί παράγοντες χαρακτηρίζονται σαν ανθεκτικές διαστάσεις των διαφορών ή των τάσεων των ατόμων, οι οποίες έχουν άμεση επίδραση στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις δραστηριότητες του κάθε ατόμου (Κουλάκογλου, 2002). Ανάλογα με τη διάσταση που συγκεντρώνει τις υψηλότερες βαθμολογίες, τα άτομα θεωρούνται ότι έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Έτσι ένα άτομο που έχει υψηλότερες τιμές στη διάσταση του νευρωτισμού είναι πολύ πιθανό να βιώνει άγχος, θυμό και εχθρότητα, ενώ μπορεί να νιώθει καταθλιπτικά συμπτώματα, τρωτότητα και να έχει ψυχαναγκαστική συμπεριφορά (Millon et al., 2004). 


Αναλυτικότερα, ο νευρωτισμός αφορά το επίπεδο χρόνιας συναισθηματικής σταθερότητας ή αστάθειας και περιλαμβάνει χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως μη ρεαλιστικές ιδέες, απροσάρμοστες αντιδράσεις, δυσκολία στην αντιμετώπιση της ματαίωσης, άγχος, εχθρότητα, κατάθλιψη, αυτεπίγνωση, παρορμητικότητα και τρωτότητα. Άτομα με υψηλές τιμές στη διάσταση του νευρωτισμού έχουν την τάση να εκδηλώνουν ψυχολογικές διαταραχές.

Όσον αφορά τη διάσταση της εξωστρέφειας αναφέρεται στην ποσότητα και την ένταση των διαπροσωπικών σχέσεων, στην ικανότητα του ατόμου για ευτυχία καθώς και στο επίπεδο δραστηριότητας. Τα άτομα που έχουν υψηλές τιμές στη διάσταση της εξωστρέφειας είναι κοινωνικά, δραστήρια, φλύαρα, ανθρωποκεντρικά, αισιόδοξα, τρυφερά, έχουν θετικά συναισθήματα, αναζητούν κοινωνικά ερεθίσματα, έχουν μία τάση να είναι κυρίαρχα και δυναμικά, τους αρέσει η περιπέτεια και αγαπούν τη διασκέδαση, ενώ τα άτομα με χαμηλές τιμές στην εξωστρέφεια είναι επιφυλακτικά, σοβαρά, ήσυχα, απόμακρα και ανεξάρτητα.


Ο τρίτος παράγοντας αφορά το άνοιγμα του ατόμου στις εμπειρίες και περιλαμβάνει την αναζήτηση και εκτίμηση εμπειριών από το άτομο. Τα άτομα με υψηλές τιμές στον παράγοντα αυτό, είναι ανοιχτά στις εμπειρίες και συνήθως είναι περίεργα, με φαντασία και ενδιαφέρον για καινούργιες απόψεις, ιδέες και μη συμβατικές αξίες, ενώ χρησιμοποιούν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα στη ζωή τους, έχουν την ικανότητα να εκτιμούν την τέχνη, την ομορφιά και την ποίηση, τείνουν να δίνουν προσοχή σε εσωτερικές και βαθιά συναισθηματικές εμπειρίες. Συχνά, κρίνουν και αξιολογούν τις εδραιωμένες κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αξίες.

Επίσης, ο παράγοντας της προσήνειας είναι μια διαπροσωπική διάσταση και αναφέρεται στο είδος των διαπροσωπικών σχέσεων που το άτομο προτιμά. Κύρια χαρακτηριστικά του ατόμου με υψηλές τιμές στον παράγοντα της προσήνειας είναι η εμπιστοσύνη, η επιθυμία να πιστεύεις ότι οι άλλοι είναι ειλικρινείς και καλοπροαίρετοι και μια έντονη τάση για ειλικρινείς και ευθείς απαντήσεις. 


Τέλος, ο πέμπτος παράγοντας, που είναι ο παράγοντας της ευσυνειδησίας, αναφέρεται στο βαθμό της οργάνωσης, της επιμονής και της κινητοποίησης του ατόμου για την επίτευξη των στόχων του. Άτομα με υψηλές τιμές στη διάσταση της ευσυνειδησίας συνήθως είναι οργανωτικά, αξιόπιστα, εργατικά, αυτόνομα, τυπικά, φιλόδοξα, επιμελή και επίμονα, ενώ έχουν γνώση των καθηκόντων τους, τηρούν τις εθνικές αρχές και τις ηθικές υποχρεώσεις, έχουν αυτοπειθαρχία και έχουν μία τάση να μην ενεργούν χωρίς προσχέδιο (Κουλάκογλου, 2002. Millon et al., 2004).


Βιβλιογραφία

Costa, P.T.J., & McCrae, R.R. (1985). The NEO Personality Inventory. Odessa, FL: Psychological Assessment Resources.
Κουλάκογλου, Κ. (2002). Ψυχομετρία και Ψυχολογική Αξιολόγηση (2η έκδ.). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Millon, T., Grossman, S., Millon, C., Meagher, S., & Ramnath, R. (2004). Personality Disorders in Modern Life (2nd edit.). New Jersey: John Wiley & Sons.
Ποταμιάνος, Γ., & Παπαστάμου, Σ. (2002). Η μελέτη της προσωπικότητας: Μια κριτική προσέγγιση. Στο βιβλίο του Γ. Ποταμιάνου & συν. (Επιμ.), Θεωρίες Προσωπικότητας και Κλινική Πρακτική (5η έκδ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Κοίτα λίγο και το παρόν: προσανατολισμένοι στο εδώ και τώρα




«Γιατί δε ζω ούτε στο παρελθόν μου ούτε στο μέλλον μου. Έχω μόνο το παρόν, αυτό μ’ ενδιαφέρει. Αν μπορείς να μένεις πάντα στο παρόν, θα είσαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Θα καταλάβεις ότι στην έρημο υπάρχει ζωή, ότι ο ουρανός έχει αστέρια και ότι οι πολεμιστές πολεμούν γιατί αυτό είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Η ζωή θα είναι μια γιορτή, ένα μεγάλο πανηγύρι, γιατί είναι πάντα και μόνο η στιγμή που ζούμε.»
P. Coelho

Πόσα προβλήματα προκύπτουν αν εστιάζουμε περισσότερο στο παρελθόν ή στο μέλλον; Πόσο πιο δύσκολη κάνουμε τη ζωή μας και την καθημερινότητά μας όταν τη ζούμε χωρίς να είμαστε πραγματικά παρόντες σ’ αυτή; Πόσα χάνουμε από το τώρα όταν διαρκώς είμαστε κολλημένοι και αναπολούμε τις στιγμές του παρελθόντος ή είμαστε προσανατολισμένοι και αγωνιούμε για τις στιγμές του μέλλοντος; Πόσες φορές ξεχνάμε τελείως το τώρα στην προσπάθειά μας να επιλύσουμε ή να δώσουμε απαντήσεις σε όσα κουβαλάμε από το παρελθόν ή στην προσπάθειά μας να σχεδιάσουμε και να εξασφαλίσουμε το μέλλον; 


Πόσο κοιτάζουμε το τώρα; Πόση σημασία δίνουμε στο εδώ και τώρα;
Μήπως αυτός θα έπρεπε να είναι ο βασικός μας στόχος: να κοιτάμε το παρόν, να ζούμε το παρόν και να είμαστε νοητικά και σωματικά παρόντες στο εδώ και τώρα; 


Εστιάζοντας την προσοχή μας στο παρόν μπορούμε να έχουμε καλύτερη επίγνωση των συναισθημάτων και σκέψεων μας καθώς και της συμπεριφοράς μας, ενώ παίρνουμε περισσότερα πράγματα από την κάθε στιγμή που περνάμε. Είναι σημαντικό να καταφέρουμε να ζούμε τις στιγμές εκείνη τη στιγμή που υπάρχουν, δηλαδή αυτή τη στιγμή, ΤΩΡΑ, και να μην αναλώνουμε διαρκώς τον εαυτό μας σε σκέψεις που αφορούν είτε το πώς θα μπορούσε να είναι η κατάσταση είτε το πόσο καλύτερη ήταν στο παρελθόν η κατάσταση. Μόνο αν είμαστε προσανατολισμένοι στο παρόν, σε όσα ζούμε τώρα, σε όσα μας περιβάλλουν και μας αφορούν, θα μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τα θέλω μας και να ακούσουμε τι λένε οι αισθήσεις μας. 

Όπως αναφέρει και η θεωρία Gestalt παίζει σπουδαίο ρόλο η παρούσα στιγμή, καθώς δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να εστιάσει στη φύση και στη δομή της αντιληπτικής εμπειρίας. Το άτομο συνειδητοποιεί ότι αυτό που έχει περισσότερη σημασία και με το οποίο αξίζει να ασχοληθεί είναι το παρόν, δηλαδή το πραγματικό, και όχι κάτι που είναι εν δυνάμει εφικτό ή κάτι που ανήκει πλέον στο παρελθόν. Μόνο όσα είναι στο παρόν είναι πραγματικά και αποτελούν μέρος της ζωής μας. Κοιτώντας το παρόν δεν χάνουμε ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον, γιατί το παρόν περιλαμβάνει όνειρα, αναμνήσεις και στοχασμούς. Ζώντας στο τώρα κι εστιάζοντας σε δραστηριότητες που συμβαίνουν στο τώρα δεν σημαίνει πως διαγράφεις το παρελθόν ούτε ότι δεν ονειρεύεσαι το μέλλον, απλά δίνεις στο παρελθόν και το μέλλον τη σημασία που τους αξίζει. Μόνο μέσα από το παρόν μπορείς να επιτρέψεις στον εαυτό σου να κρατά αναμνήσεις και να κάνει όνειρα, να στοχάζεται αλλά και να προγραμματίζει…

Η τωρινή ζωή μας είναι το μόνο που υπάρχει.  (Nevis, 2007)

Η ζωή συμβαίνει τώρα… το πόσο θα εστιάσουμε σε αυτή εξαρτάται από εμάς τους ίδιους. Όσο πιο ικανοποιημένοι είμαστε από τη ζωή μας και τον εαυτό μας τόσο πιο πολύ δεν αναζητούμε τις απαντήσεις μας στο παρελθόν ή στο μέλλον, δεν ψάχνουμε δηλαδή διεξόδους φυγής στις αναμνήσεις ή στα όνειρα για το μέλλον. Κοιτάζουμε το παρόν: τι ζούμε, πώς νιώθουμε, τι βλέπουμε και ακούμε, πως αισθανόμαστε, τι βιώνουμε και ποιοι είμαστε…


«Η ζωή μας δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά οι εμπειρίες και τα βιώματά μας».
Kierkegaard


Βιβλιογραφία
Nevis, E. (2007). Θεραπεία Gestalt. Θεωρία και εφαρμογές. Αθήνα: Εκδόσεις Διόπτρα.