Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Η «εξουσία» των γονέων και οι συγκρούσεις με τους εφήβους



Η εξουσία υπάρχει σε κάθε σχέση όπου τα δύο άτομα δεν βρίσκονται στην ίδια θέση. Η εξουσία είναι ένας τρόπος για να επιβληθεί ο σεβασμός αναφορικά με τους κανόνες συμπεριφοράς, που θεσπίζουν οι άνθρωποι σε μια κοινωνία, οι γονείς μέσα στην οικογένειά τους. Για την εύρυθμη λειτουργία μιας ομάδας –οικογένεια και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες- η εξουσία επιβάλλει κάποια όρια στις επιθυμίες του καθενός, περιορίζει τις απογοητεύσεις. 

Μέσα στην οικογένεια, οι κανόνες και οι νόμοι διαμορφώνονται και τίθενται σε ισχύ από τους γονείς, καθώς είναι οι ενήλικες σε αυτή τη σχέση. Το παιδί υφίσταται και αποδέχεται αυτούς τους κανόνες, ενώ ο έφηβος καλείται να τους εσωτερικεύσει, να τους κάνει δικούς του και να γίνει από μόνος του υπεύθυνος, χωρίς να χρειάζονται επιβολές των κανόνων από τους γονείς. 

Ωστόσο, αυτό γίνεται σταδιακά, ενώ ο έφηβος στην προσπάθειά του να διαφοροποιηθεί από τους γονείς του και να αναζητήσει τη δική του ταυτότητα μπορεί να αντιδράσει, να αμφισβητήσει τη γονεϊκή εξουσία, να αμφισβητήσει τις ικανότητες και τα επιτεύγματα των γονέων του. «Έχετε κάνει λάθη και δεν πρέπει να μιλάτε… Ποιος είσαι εσύ που με συμβουλεύεις κοίτα πρώτα πώς έκανες τη δική σου τη ζωή; Μεγάλωσα, μπορώ να κάνω ότι θέλω, δεν ακούω κανέναν».


Κάποιοι έφηβοι έχουν ανάγκη και επιθυμούν να καταπατήσουν κάθε όριο, να γνωρίσουν τα δικά τους όρια και τα όρια των ενηλίκων γύρω τους. Φτάνουν στα άκρα δοκιμάζοντας τα όρια των γονέων και τις αντοχές τους. Πολλές φορές αντιδρούν μόνο για να πάνε κόντρα στους γονείς τους, για να πουν το αντίθετο από αυτό που λέει ο πατέρας τους ή η μητέρα τους, για να δείξουν ότι μπορούν να αγνοήσουν τις απαιτήσεων των γονέων τους. 

Όρια: θα πρέπει να είναι συγκεκριμένα για την κάθε οικογένεια, αλλά ταυτόχρονα είναι και τόσο δύσκολο να καθοριστούν. Η κάθε οικογένεια έχει τις δικές της αρχές, τη δική της παιδεία και καλλιέργεια, τα δικά της όρια και το δικό της τρόπο άσκησης της εξουσίας. Είναι προτιμότερο να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη ενός είδους εξουσίας μέσα στην οικογένεια παρά να παραβλέψουμε την ύπαρξή της. Η εξουσία υπάρχει, ο τρόπος άσκησης της εξουσίας εξαρτάται από τον κάθε γονιό. 


Ο γονιός μπορεί να επιλέξει μια κάπως πιο άκαμπτη και σκληρή συμπεριφορά, που μπορεί να οδηγήσει σε αποθάρρυνση του διαλόγου και ο έφηβος μπορεί να αναζητήσει πιο υπόγειους τρόπους για να κάνει αυτά που θέλει, αποκρύπτοντας πράγματα από τους γονείς του ή γενικότερα με το να απομακρυνθεί από τους γονείς του. Από την άλλη μεριά, ο γονιός μπορεί να επιλέξει μια πιο διαλλακτική στάση, χωρίς να σημαίνει πως δεν είναι σταθερός στα όρια που θέτει. Ωστόσο, δίνει τη δυνατότητα στον έφηβο να εκφράσει τις δικές του θέσεις και απόψεις, τα δικά του επιχειρήματα. Πρόκειται για έναν προφορικό αγώνα γονέα και εφήβου για να αποδειχθεί ποιος έχει δίκιο και ποιος θα υπερισχύσει. Σε αυτό το λεκτικό διαξιφισμό στόχος του εφήβου είναι να μην παραδεχτεί σε καμία περίπτωση ότι οι γονείς του έχουν δίκιο, ενώ στόχος του γονιού είναι να επιμένει στις απόψεις του χωρίς να τις επιβάλλει και χωρίς να γυρεύει κάποιο συμβιβασμό, που ούτως ή άλλως είναι ανέφικτος. Αν ο γονιός καταφέρει να υπάρξει μια ήρεμη επικοινωνία και συνδιαλλαγή με τον έφηβο, ακόμη και αν δεν υπάρξει καμία συμβιβαστική λύση, αποτελεί ένα θετικό πρότυπο, καθώς δείχνει στον έφηβο υγιείς τρόπους επικοινωνίας, μαθαίνοντάς τον να ελέγχει τις εξάρσεις του κατά την αντιπαράθεση και να χρησιμοποιεί επιχειρήματα και διάλογο. 


Υπάρχουν μέρες που οι γονείς δεν έχουν όρεξη ή διάθεση για συζήτηση ή δεν έχουν ψυχικές αντοχές για οποιαδήποτε σύγκρουση ούτε υπάρχει η δυνατότητα υπομονής και διαλόγου, ενώ οι έφηβοι γίνονται αρκετά εριστικοί και έχουν διάθεση να προκαλέσουν χωρίς λόγο και να δημιουργήσουν εντάσεις, αποδεικνύοντας ότι μπορούν να κυριαρχήσουν. Αυτές τις μέρες είναι καλύτερα οι γονείς να σταματούν τη συζήτηση, λέγοντας στον έφηβο: «θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή που θα είμαστε και οι δύο πιο ήρεμοι». Είναι καλύτερα να σταματάμε μια συζήτηση που ξέρουμε ότι θα παρεκτραπεί ή θα φτάσει σε αδιέξοδο, ενώ θα ειπωθούν λόγια και από τις δύο πλευρές που το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να δημιουργηθεί ένταση.

Για να μπορέσει ο γονιός να βάλει όρια στον έφηβο ή μάλλον για να μπορέσει να συνεχίζει να βάζει όρια στον έφηβο, όπως έβαζε και στο παιδί, θα πρέπει να έχει καταφέρει να δομήσει μια καλή σχέση με τον έφηβο, θα πρέπει να είναι παρών στη ζωή του εφήβου, να είναι κοντά του, να τον σέβεται και να του δείχνει σεβασμό. Ο σεβασμός δεν κερδίζεται μέσα από την αυταρχικότητα, η καλή σχέση δεν εξασφαλίζεται μέσα από την απουσία. Πώς μπορεί ο έφηβος να σεβαστεί τα όρια ενός πατέρα που πάντα ήταν απών, που είχε έναν ανίσχυρο ρόλο μέσα στην οικογένεια, που η ίδια η μητέρα διαρκώς τον υποτιμούσε; Και πώς μπορεί ο έφηβος να σεβαστεί και να υπακούσει σε μια μητέρα που ο ίδιος ο πατέρας διαρκώς τη μειώνει και την υποβιβάζει;

Επομένως, τα όρια και η σταθερότητα των γονέων ξεκινά από τη σχέση που υπάρχει στο ζευγάρι: πόσο σέβεται ο ένας τον άλλο μέσα στο ζευγάρι; Πόσο θαυμάζει ο ένας τον άλλο; Τι είδους συναισθήματα υπάρχουν; Πώς μιλά ο ένας για τον άλλο και πως αντιμετωπίζουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις;

Στην εφηβεία τα όρια θα πρέπει να μπαίνουν με ένα πιο ενεργό τρόπο από τον πατέρα, χωρίς να χάνεται η ανάγκη μιας κοινής γραμμής ανάμεσα στους δύο γονείς. Το πιο σημαντικό είναι τι θα επιλέξουν οι γονείς: ανεκτικότητα ή αυστηρότητα; Και ποιος θα καθορίσει τα ανεκτά όρια της αυστηρότητας και τα αυστηρά όρια που θα πρέπει να περιορίσουν την ανεκτικότητα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου